Thursday, July 9, 2009

Πορτοφολάδες, διαρρήκτες και γκέι

  • Του Παύλου Θ. Κάγιου, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009

Ακόμα κι αν πέρασαν 50 χρόνια από τον  «Πορτοφολά» του Ρομπέρ Μπρεσόν με  πρωταγωνιστή τον Μάρτιν Λα Σαλέ  (φωτογραφία), ο χρόνος δεν έχει αφήσει ούτε  μία ρυτίδα πάνω του
  • Γέλιο, συγκίνηση και φανταχτερές διαρρήξεις προσφέρουν οι έξι νέες ταινίες, αλλά όλες μοιάζουν σαν απλές... οδοντόκρεμες μπροστά στον «Πορτοφολά» του Ρομπέρ Μπρεσόν
Ανατόμος της ανθρώπινης ψυχικής αγριότητας, της αδυναμίας να ξεφύγει ο άνθρωπος από τη μοναξιά και ψυχογράφος περιθωριακών και ακραίων χαρακτήρων υπήρξε ο Ρομπέρ Μπρεσόν. Πέθανε το ΄99 σε ηλικία 98 χρονών με 14 ταινίες στην καριέρα του, που η καθεμιά ήταν ένα ανεπανάληπτο φιλμ. Υπήρξε μια μοναδική περίπτωση στον παγκόσμιο κινηματογράφο με ταινίες που διακρίνονται για το αφαιρετικό ύφος στην αφήγηση και στην πλαστικότητα των εικόνων. Ο μέγας μινιμαλιστής στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η διασημότερη ταινία του Ρομπέρ Μπρεσόν είναι «Ο πορτοφολάς» («Ρickpocket»). Γυρισμένη- 1959- στο Παρίσι, περιγράφει την ιστορία του ερασιτέχνη πορτοφολά. Προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1960 και καθιερώνει τον Μπρεσόν στο κινηματογραφικό στερέωμα. Για πρώτη φορά ο Γάλλος δημιουργός σκηνοθετεί και γράφει ο ίδιος το σενάριο, αντλώντας έμπνευση από τα υπαρξιακά διλήμματα του σύγχρονου ανθρώπου.

Παρά τον κίνδυνο να συλληφθεί και γοητευμένος από την παρανομία, ο Μισέλ γίνεται κλέφτης πορτοφολιών, μαθητεύει δίπλα σε «ειδικούς» και αντιμετωπίζει την τσιμπίδα του νόμου. Ενώ αρχικά βλέπει την κλοπή σαν χόμπι, πολύ γρήγορα αναγκάζεται να υποστεί τις συνέπειες, αφού συλλαμβάνεται από την Αστυνομία. Αρνείται τη βοήθεια των φίλων του και συνεχίζει την παράνομη δραστηριότητά του, γιατί αυτό δίνει νόημα στη ζωή του...

Με αλληγορίες και συμβολισμούς ο Ρομπέρ Μπρεσόν ακολουθεί τον ήρωά του στην αναζήτηση της ελευθερίας, μέσα από την «τέχνη» του πορτοφολά, φανερά επηρεασμένος από τον Ντοστογιέφσκι στο «Έγκλημα και Τιμωρία». Πρόκειται για έναν άντρα που δρα συνειδητά εκτός ηθικής, θεωρώντας την κλοπή μοναδικό τρόπο έκφρασης. Εδώ ακριβώς είναι που το φιλμ του Μπρεσόν ανατρέπει τα δεδομένα περί προσωπικής και κοινωνικής ηθικής, καθώς ο ήρωάς του είναι πάνω από τα δεδομένα της ανθρώπινης φύσης και μακριά από τις κατά συνθήκη κοινωνικές συμβάσεις. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντάμε τον ερασιτέχνη ηθοποιό, Μαρτίν Λα Σαλέ. Όσο και αν φαίνεται απίστευτο για έναν Γάλλο καλλιτέχνη, ο Μπρεσόν υπήρξε υπόδειγμα σιωπής. Λιτός σαν τον Καρλ Ντράγιερ και αθόρυβος, υποστήριζε πως το αυτί είναι πιο δημιουργικό από το μάτι. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από μια μνημειώδη συνέντευξη του Μπρεσόν στον Ζαν Λικ Γκοντάρ και στον Μισέλ Ντελαέ για τα Cahiers du Cinema, το 1966: «Το μάτι είναι τεμπέλικο, ενώ το αυτί, αντίθετα, επινοεί. Είναι πολύ πιο προσεκτικό, ενώ το μάτι αρκείται να είναι δέκτης. Η ακοή είναι μια αίσθηση πολύ πιο βαθιά και γεμάτη συνειρμούς, αναρίθμητους. Το καλό, επίσης, με τον ήχο είναι ότι αφήνει τον θεατή ελεύθερο. Και σε αυτό πρέπει να τείνουμε: να αφήνουμε τον θεατή όσο το δυνατόν πιο ελεύθερο». Η μεγάλη κληρονομιά που μας άφησε, σκηνοθετώντας δεκατέσσερις ταινίες συνολικά, είναι ο δρόμος προς την αφαίρεση και τον μινιμαλισμό- με απίστευτο αριστούργημα το φιλμ «Στην τύχη του ο Μπαλταζάρ» (΄66). Το «Πορτοφολάς» είναι μια «θρησκευτική» παραβολή για την πτώση του ανθρώπου, τη μετάνοια και τη λύτρωσή του.

«Ο πορτοφολάς»
Καμιά άβυσσος δεν παραβγαίνει σε αυτή της ανθρώπινης ψυχής Αλληγορικό και συμβολικό μινιμαλιστικό αριστούργημα
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 10 ΜΕ ΤΟΝΟ
(Ο Ντοστογιέφσκι στην οθόνη)

Άσ΄ το καλύτερα

Για να κάνεις μια ταινία «φευγάτη», έξω από την κλασική δομή και την αφήγηση ενός φιλμ που να απογειώνεται, χρειάζεται να κατέχεις τα εκφραστικά σου μέσα. Αλλιώς το αποτέλεσμα μοιάζει γραφικό, αφελές και ανούσιο. Αυτό ακριβώς, δυστυχώς, συμβαίνει με το ανεξάρτητο φιλμ «Προς το παρόν» του Αντώνη Καλογιάννη. Ήρωάς της ένας νεαρός άγιος, που φτάνει «ουρανοκατέβατος» σε κάποιο νησί κι αφού κάνει το θαύμα του και βάζει τάξη στις καθημερινές αντιπαλότητες και εκκρεμότητες των κατοίκων, φεύγει για την επόμενη αποστολή του. Ο Αντώνης Καλογιάννης ήθελε να κάνει ένα φιλμ για την «υπέρβαση» της καθημερινότητας των ανθρώπων με όπλο την πίστη, «μια ταινία για τη δύναμη της πίστης, για την αγάπη, για τη γενναιοδωρία και τη συμπόνια». Μεγάλα λόγια και στόχοι, που στην καλύτερη περίπτωση σε κάνουν να πεις... το μεν σώμα πρόθυμο, το δε πνεύμα αδύνατο!

«Προς το παρόν»
Άλλο πιστεύω στα θαύματα κι άλλο κάνω θαύματα Πολύ βαριά η καλογερική
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ = ΑΣ΄ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ

Μελό του... σωλήνα

Τι κι αν η επιστήμη κάνει άλματα και γίνεται «αδίστακτη»; Όσο θα υπάρχουν... παλιοί άνθρωποι που γεννιούνται με τον παραδοσιακό τρόπο, τόσο το συναίσθημα και η αγάπη όσο και η ματαιοδοξία, η ανασφάλεια και η μικρότητα, δεν θα μας αφήνει να γίνουμε ρομποτάκια. Και στο οικογενειακό δράμα «Η αδελφή μου κι εγώ» («Μy sister΄s keeper») το δάκρυ πάει κορόμηλο και...

ευχαριστιέσαι ένα μελό που δεν υποτιμά τη νοημοσύνη σου.

Κατά το στόρι: η ζωή της Σάρας, του Μπράιαν Φιτζέραλντ και του μικρού τους γιου αλλάζει μια για πάντα όταν μαθαίνουν πως η δίχρονη κόρη τους, η Κέιτ, έχει λευχαιμία. Η μοναδική ελπίδα των γονιών είναι να κάνουν ακόμα ένα παιδί, το οποίο θα μπορέσει να σώσει τη ζωή της Κέιτ. Για κάποιους, αυτή η κίνηση θέτει πολλά ηθικά διλήμματα.

Για τους Φιτζέραλντ όμως, και ειδικά για τη Σάρα, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Και αυτό που χρειάζεται για να γίνει αυτό πραγματικότητα είναι η Άννα. Ο δεσμός της Κέιτ (Σοφία Βασίλιεβα) και της Άννας (Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν) είναι πολύ πιο στενός απ΄ ό,τι μεταξύ των περισσότερων αδελφών. Παρά το ότι η Κέιτ είναι μεγαλύτερη, εξαρτάται από τη μικρότερη αδελφή της.

Στην πραγματικότητα η ζωή της εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη ζωή της Άννας. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της νεαρής ζωής τους, οι δύο αδελφές αναγκάζονται να υπομένουν διάφορες ιατρικές «δοκιμασίες» στα δωμάτια νοσοκομείων, γεγονός που ενισχύει τον στενό οικογενειακό δεσμό τους.

Η Σάρα (Κάμερον Ντίαζ)- μια τρυφερή σύζυγος και μητέρα που άφησε την καριέρα της ως δικηγόρου για να φροντίσει την κόρη τηςαισθάνεται πολύ συχνά «εγκλωβισμένη» εξ αιτίας του δύσκολου ρόλου να σώσει την Κέιτ. Ο στοργικός της σύζυγος, Μπράιαν (Τζέισον Πάτρικ), φαίνεται συχνά αδύναμος και παθητικός μπροστά στη δύναμη και την αποφασιστικότητα που δείχνει η γυναίκα του. Και ο μοναδικός τους γιος, ο Τζέσι (Έβαν Έλινγκσον), φαίνεται πως είναι παραμερισμένος, καθώς η Άννα και η Κέιτ «κλέβουν την παράσταση».

Μέχρι που η Άννα, 11 χρονών πλέον, λέει «μέχρι εδώ!». Ζητώντας να πάρει την κατάσταση στα χέρια της, αναθέτει στον δικηγόρο Κάμπελ Αλεξάντερ (Άλεκ Μπόλντουιν) να την υπερασπιστεί, αρχίζοντας μια δικαστική διαμάχη που σπάει στα δύο την οικογένεια και που αφήνει «ξεκρέμαστη» τη ζωή της Κέιτ.

Βασισμένη στο μπεστ σέλερ της Τζόντι Πίκουλτ, η ταινία «Η αδελφή μου κι εγώ» μιλάει (έμμεσα και... χολιγουντιανά) για το βιολογικό δικαίωμα του κάθε οργανισμού στον πλανήτη Γη να είναι αυτός και μόνο αυτός υπεύθυνος για τη μοίρα της ζωής του- πέρα από το δεδομένο φορτίο της κληρονομικότητας...- χωρίς παρεμβάσεις «σοφών» ιατρικών επιστημόνων και πανικόβλητων γονιών...
«Η αδελφή μου κι εγώ»
Πιασμένοι στο δόκανο της επιστήμης και της οικογένειας Μελό που σέβεται τη σκέψη σου Πόση ελευθερία βούλησης έχουμε;
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 5 (συγκινείσαι και σκέφτεσαι)

Δράμα του αυτοκινητοδρόμου

Ένα αλληγορικό οικογενειακό δράμα με πρωταγωνιστές δύο από τους καλύτερους ηθοποιούς του μοντέρνου ευρωπαϊκού κινηματογράφου, την Ιζαμπέλ Ιπέρ και τον Ολιβιέ Γκουρμέ, είναι το «Σπίτι με θέα» («Ηοme») της 39χρονης σκηνοθέτιδας Ούρσουλα Μέγιερ (συμμετοχή στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Καννών).

Η Μάρτε και ο Μισέλ έχουν τρία παιδιά και ζουν μια ήσυχη και αγαπημένη οικογενειακή ζωή. Όλα αυτά θα αλλάξουν, όταν ξαφνικά δίπλα στο σπίτι τους θα κατασκευαστεί ένας αυτοκινητόδρομος. Πηγή απίστευτου θορύβου αλλά και άλλων κινδύνων, ο δρόμος θα αναστατώσει την οικογένεια που θα προσπαθήσει απεγνωσμένα να κρατήσει τους κανονικούς ρυθμούς της.

Άλλο τίποτα από οn the road «κλίμα» σε αυτό το φιλμ, αλλά το αποτέλεσμα είναι, ουσιαστικά, η άρνηση του είδους road movie. Υπάρχει κίνηση στο φιλμ, αλλά όχι με την έννοια του ταξιδιού. Μάλλον συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: το ταξίδι αφορά τους άλλους, τους «εκτός κάδρου», εκείνους που περνούν συνεχώς μπροστά από τα μάτια των μελών αυτής της οικογένειας, των ηρώων της ταινίας. Ένα σοφιστικέ «οικογενειακό δράμα».


«Σπίτι με θέα»

Όλα είναι δρόμος, αλλά για τους άλλους, όχι για εμάς Ο ίλιγγος των άλλων, φέρνει χάος μέσα μας
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4
(σύγχυση και ασυνεννοησία)

Και ξαφνικά άφραγκοι


Σε πιάνει η ψυχή σου παρακολουθώντας το ιταλικό φιλμ «Συννεφιές με λιακάδα» («Giorni e nuvole») του Σίλβιο Σολντίνι. Κι αυτό όχι επειδή το φιλμ είναι κακό ή ψυχοπλακωτικό, αλλά γιατί μας δείχνει τον ευρωπαϊκό... παράδεισο της ανεργίας και των απολύσεων που ζούμε στις ημέρες μας.

Ήρωες της ταινίας η Έλσα και ο Μικέλε, ένα ευκατάστατο ζευγάρι που χαίρει κοινωνικής εκτίμησης. Έχουν μια κόρη είκοσι χρονών και μια εύκολη ζωή- πολυτελές σπίτι, σκάφος και διεθνείς διακοπές... Όμως, αυτός ακριβώς ο κόσμος τους γυρίζει ανάποδα και, προτού καν να το καταλάβουν έχουν πιάσει πάτο. Ο Μικέλε απολύεται, το σπίτι βγαίνει στο σφυρί, πουλάνε το σκάφος ώστε να εξοφλήσουν τα χρέη τους, αλλά τίποτα, αυτά είναι έτοιμα να τους πνίξουν...

Και, ως γνωστόν, «όπου υπάρχει φτώχεια υπάρχει και γκρίνια». Κάτι που τελικά ξεπερνιέται από τη στιγμή που θα καταλάβουν ότι μόνο η αγάπη τους μπορεί να τους σώσει. Πολύ καλή η Μαργαρίτα Μπέι στον πρωταγωνιστικό ρόλο, λίγο «διεκπεραιωτικός» ο Αντόνιο Αλμπανέζε. Το μέγα πρόβλημα της ταινίας, όμως, είναι η απλή, ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινότητας. Μοιάζει με «δελτίο ειδήσεων» ενός οικογενειακού-οικονομικού δράματος. Αλλά ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο «αναπαράσταση της πραγματικότητας»...

«Συννεφιές με λιακάδα»
Ούτε ψωμί ούτε τουλίπες για τον σημερινό Ευρωπαίο
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4 (για την ειλικρίνειά του)


Κοσμοπολίτες κλέφτες

Με συνεχείς αναφορές στο «Ριφιφί», το «Τοπ Καπί» και τον Ζυλ Ντασσέν, οι «Εντιμότατοι διαρρήκτες» («Τhe code»), κινούνται στη μεριά των κοσμοπολίτικων γκανγκστερικών ταινιών με ανατροπέςείδος που κατέχει απ΄ έξω κι ανακατωτά το Χόλιγουντ. Βάζουν, λοιπόν, τον Αντόνιο Μπαντέρας (ρυτιδιάζει, αλλά ταλέντο δεν λέει να βάλει με τίποτα...) και τον Μόργκαν Φρίμαν (τι υπέροχος ηθοποιός, ακόμα κι εδώ!) να είναι δυο κλέφτες... περιωπής. Ο Μόργκαν Φρίμαν είναι ένας χαλαρός και πανούργος αρχικλέφτης που ζει σύμφωνα με τον Κώδικα των Κλεφτών: κάνε τη δουλειά, προστάτευσε τον συνεργάτη σου, μη δειλιάσεις και ποτέ μα ποτέ μη συνεργαστείς με την Αστυνομία. Αυτή τη φορά έχει βάλει στο μάτι τα δύο τελευταία αυγά Faberge, τα οποία φυλάσσονται σε μια απόρθητη αποθήκη. Για την πολύπλοκη αυτή ληστεία συνεργάζεται με τον Αντόνιο Μπαντέρας, έναν νεαρό και ριψοκίνδυνο κλέφτη. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν σύμφωνα με το σχέδιο, μέχρι που κάποιος- ή κάποια- σπάει τον Κώδικα...

Τη σκηνοθεσία αυτής της τυπικής κοσμοπολίτικης γκανγκστερικής ταινίας την διεκπεραιώνει η Μίμι Λέντερ («Ολέθρια Σύγκρουση»). Μια ταινία για μια ευχάριστη καλοκαιρινή βραδιά.

«Εντιμότατοι διαρρήκτες»
Μόργκαν Φρίμαν- Αντόνιο Μπαντέρας ως Ζαν Γκαμπέν- Αλέν Ντελόν ή Ζαν Πολ Μπελμοντό
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4 (το βλέπεις με γρανίτα ή τζιν τόνικ)

Κουνήματα γοφών


Αν την βαθμολογήσεις ως τη χειρότερη ταινία που έχεις δει στη ζωή σου, της βάζεις 10! Μόνο έτσι μπορείς να αντιμετωπίσεις αυτό το πράγμα που λέγεται «Μπρούνο» («Βruno») και μας κουβάλησαν για να το δούμε στα Village Φαλήρου και στην είσοδο μας κατάσχεσαν τα κινητά μας τηλέφωνα για να μην κάνουμε... υποκλοπές. Να σκεφτείτε ότι το «Βorat» (το προηγούμενο φιλμ του ίδιου διδύμου σκηνοθέτη- πρωταγωνιστή) είναι... θεός μπροστά στον τραγελαφικό «Μπρούνο», που γελάς μόνο αν σκεφτείς την ηλιθιότητα που τον δέρνει.

Το 2006, ο βραβευμένος κωμικός Σάσα Μπάρον Κοέν σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Λάρι Τσαρλς έφεραν στη μεγάλη οθόνη τον «Μπόρατ», έναν απίθανο ρεπόρτερ από το Καζαχστάν, δημιουργώντας μια προκλητική κωμωδία με εισπράξεις 260 εκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως.

Αυτή τη φορά το δίδυμο Κοέν- Τσαρλς βάζει έναν γκέι μανιώδη της μόδας που έχει βάλει ως στόχο της ζωής του να γίνει ο πιο διάσημος Αυστριακός μετά τον... Αδόλφο Χίτλερ, να περιδιαβάζει στον πλανήτη σε αναζήτηση της δόξας προκαλώντας τα πλήθη με την ανάρμοστη συμπεριφορά του και καταγράφοντας τον μεσαιωνικό συντηρητισμό της «πολιτισμένης» Δύσης πάνω στα ζητήματα του σεξ. Αυτή είναι η ιδέα και η πρόθεση.

Αλλά στην πράξη λείπουν τα πάντα: σενάριο, έμπνευση, έξυπνες ατάκες, ρυθμός. Ακόμα και ο Σάσα Μπάρον Κοέν ελάχιστα σε πείθει ως... τρελή, απελευθερωμένη κι αλλοπαρμένη γκέι φιγούρα.

«Μπρούνο»
Άλλο απελευθέρωση, άλλο «κούνημα» των γοφών και τσαλίμια Ούτε μία στιγμή τρελής κι αλλοπαρμένης σάτιρας
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 0 (μακριά κι αλάργα)

No comments: