Showing posts with label Μέρες θυμού. Show all posts
Showing posts with label Μέρες θυμού. Show all posts

Thursday, February 26, 2009

Κλιντ Ιστγουντ: Η εξιλέωση του επιθεωρητή Κάλαχαν

“Gran Torino”. Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ

Ο 79χρονος σήμερα Κλιντ Ιστγουντ είναι από μόνος του ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι πλήρως αποκωδικοποιημένο, του παγκόσμιου κινηματογράφου, σε μια μοναδική διαδρομή, που ουσιαστικά ξεκινά το 1964, όταν ερμήνευσε τον θρυλικό “Άνθρωπο χωρίς όνομα" στο “Για μια χούφτα δολάρια” του Σέρτζιο Λεόνε, τον μυθολογικό ήρωα που έρχεται από το πουθενά, ως απόλυτος δραματουργικός καταλύτης, περιβεβλημένος με επιτηδευμένο φορμαλισμό, "απελευθερώνοντας το γουέστερν από τα δεσμά της αμερικανικής ηθικολογίας", όπως έγραψε η Αμερικανίδα κριτικός Πωλίν Καέλ, και φτάνει στο προσωπικό του πέρασμα στη σκηνοθεσία το 1971 - “Play misty for me”, “Bird” “Οι Ασυγχώρητοι”, “Οι γέφυρες του Μάντισον”, “Million dollar baby”, “Γράμματα από την Ιβοτζίμα”, κινηματογραφικά διαμάντια σε μια καριέρα με απίστευτες διακυμάνσεις, αλλά και σταθερή ωρίμανση...

Στην τελευταία του ταινία, με τον τίτλο “Gran Torino” (παρεμπιπτόντως, και για όσους έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν για τον... αποκλεισμό της, η ταινία θα είναι υποψήφια για τα Οσκαρ της επόμενης χρονιάς) πρωταγωνιστεί ξανά ο ίδιος, ως συνταξιούχος εργάτης αυτοκινητοβιομηχανίας. Είναι ο Γουόλτ Κοβάλσκι, πολωνικής καταγωγής, δύσθυμος χαρακτήρας και εξαιρετικά συντηρητικός στις απόψεις του βετεράνος του πολέμου της Κορέας, περνάει τις μέρες του επισκευάζοντας το σπίτι του, πίνοντας μπίρα και πηγαίνοντας μια φορά τον μήνα στο κουρείο. Η γυναίκα έχει πεθάνει, με τελευταία της επιθυμία ο Γουόλτ να εξομολογηθεί επιτέλους στον παπά της ενορίας... Εκείνος όμως νιώθει κοντά του πλέον μονάχα το γέρικο σκυλί του, την Νταίζη. Στη γειτονιά του είναι πια εντελώς απομονωμένος: Οι παλιοί γείτονές του έχουν μετακομίσει ή πέθαναν και έχουν αντικατασταθεί από Ασιάτες μετανάστες, τους οποίους ο Γουόλτ απεχθάνεται. Τα πάντα γύρω του φθαρμένα, “ξεπερασμένα”, τα πρόσωπα ξένα, ο Γουόλτ περιμένει μονάχα το τέλος.

Μέχρι τη νύχτα που κάποιος προσπαθεί να κλέψει το κρυφό καμάρι του, ένα Gran Torino του '72 -“Δεν τα φτιάχνουν πια όπως τότε”. Ο υποψήφιος κλέφτης είναι ο ντροπαλός έφηβος γείτονάς του Τάο (Μπι Βανγκ), που μια συμμορία της περιοχής τον υποχρέωσε, σαν “δοκιμασία”, να κλέψει το αυτοκίνητο.

Ο Γουόλτ όμως εμποδίζει την κλοπή, ακυρώνει τα σχέδια της συμμορίας και γίνεται άθελά του ο ήρωας της γειτονιάς - ειδικά στα μάτια της μητέρας και της μεγαλύτερης αδερφής του Τάο, της Σου, η οποία επιμένει ότι ο Τάο πρέπει τώρα να δουλέψει για τον Γουόλτ προκειμένου να εξιλεωθεί. Ο Γουόλτ αρχικά δεν θέλει να έχει καμία σχέση με όλους αυτούς τους ανθρώπους, όμως τελικά υποχωρεί και βάζει τον μικρό να κάνει κάποιες μικροεπισκευές που θα αναμορφώσουν τη γειτονιά...

Μέσα από την φυσική ευγένεια και τον αυθορμητισμό του Τάο και της οικογένειάς του, ο Γουόλτ, αυτός ο “συνταξιούχος Κάλαχαν”, αρχίζει σιγά-σιγά να συνειδητοποιεί πως “αντικειμενικά” βρίσκεται πιο κοντά σε αυτούς τους βασανισμένους ανθρώπους- μετανάστες της διπλανής πόρτας παρά στα ίδια του τα παιδιά και τα εγγόνια. Θα “βγάλει” τελικά έξω, στο φως, το καταπιεσμένο καλύτερο κομμάτι του εαυτού του, όπως κρυμμένο κρατούσε για χρόνια και το καμάρι του, το Gran Torino. Θα δώσει την απάντηση στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι νέοι φίλοι του με έναν φαινομενικά “καουμπόικο” τρόπο -όμως όχι, αυτή τη φορά ο “επιθεωρητής Κάλαχαν” θυσιάζεται, ως μάρτυρας... Η πρώτη σκέψη που έρχεται μετά στο μυαλό είναι ότι ΄'και πάλι” ο Κλιντ Ισγουντ επέλεξε μια “προσωπική”, μοναχική λύση, περιφρονώντας τις συλλογικότητες, έστω με καλές προθέσεις. Πάλι λάθος. Η ακραία “θυσία” του δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει εάν δεν κατάφερνε να αφυπνίσει την κοινότητα των μεταναστών, που καταγγέλλουν πια τους τραμπούκους... Είναι πράγματι εντυπωσιακό ότι το έργο του μεγάλου αυτού δημιουργού συνεχίζει να εξελίσσεται, ανατρέποντας το αξιακό σύστημα που ο ίδιος είχε εγκαθιδρύσει στο παρελθόν. Πόσοι δημιουργοί μπορούν σήμερα να κάνουν κάτι ανάλογο;

“Μικρές ελευθερίες”. Σκηνοθεσία: Κώστας Ζάπας. Να μια ελληνική ταινία που θα σας κάνει να αναθεωρήσετε πολλές από τις απόψεις σας για το ελληνικό σινεμά: Χαρακτήρες στα όρια του ρεαλισμού και της υπέρβασής του, με δάνεια από το ΄”θέατρο της σκληρότητας”. Ένας αυταρχικός άντρας κάπου στην αθέατη πλευρά της ελληνικής επαρχίας εμπορεύεται μετανάστες και νεαρές πόρνες από τις Βαλκανικές χώρες. Δεν διστάζει να εκπορνεύσει και την ανήλικη κόρη του, ενώ σήμερα φαίνεται να έχει σειρά και ο γιος του. Λόγος παραληρηματικός, σώματα που υποφέρουν και βιώνουν τη σεξουαλικότητα σαν βαθιά πληγή, κάμερα στο χέρι, ανορθόδοξα καδραρίσματα, σινεμά με τη λογική της γροθιάς στο στομάχι του θεατή.

“Καρουζέλ”. Σκηνοθεσία: Σταμάτης Τσαρουχάς. Κοινωνικό δράμα, με θέμα την ιστορία μιας νέας γυναίκας που, κουβαλώντας τα ψυχολογικά τραύματα του παρελθόντος (τον βιασμό που υπέστη στα εφηβικά της χρόνια) αγωνίζεται να “κερδίσει” τη ζωή της. Φωτογράφος στο επάγγελμα, αφιερώνει πολύ χρόνο στη φροντίδα ανήλικων παιδιών που έχουν κακοποιηθεί, ενώ συγχρόνως, για βιοποριστικούς λόγους, έχει ανοίξει μαζί με μια φίλη της ένα καφέ. Ομως, κάποιες περίεργες συμπτώσεις αρχίζουν να ξαναφέρνουν στην επιφάνεια τα τραύματα της ηρωίδας... Δυστυχώς η σκηνοθεσία αλλά και το άτεχνο σενάριο δεν μπορούν να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στην “εσωτερικότητα” της ιστορίας, και περιορίζονται σε μια “καταγραφή” των εξωτερικών χαρακτηριστικών.

“Επτά ζωές”. Σκηνοθεσία: Γκαμπριέλ Μουτσίνο. Ο Γουίλ Σμιθ ευθύνεται για τον θάνατο επτά ατόμων σε τροχαίο -ανάμεσά τους και η αγαπημένη του γυναίκα. Προσπαθώντας να εξιλεωθεί, και να “χαρίσει” επτά “κομμάτια ζωής” σε ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη, “κλέβει” την ταυτότητα του αδελφού του που έχει πρόσβαση σε εκατομμύρια φακέλους προσωπικών δεδομένων. Δαιδαλώδης σκηνοθεσία, με αναφορές στα “21 γραμμάρια” που μένουν στα μισά της διαδρομής...

“Γκίνες”. Σκηνοθεσία: Αλέξης Καρδαράς. Ο καλός ηθοποιός Γιώργος Πυρπασόπουλος χαραμίζεται εδώ σε μια, επιεικώς, “σουρεαλιστική” ελληνική ταινία... Γκαντέμης χαρτοπαίχτης με το παρατσούκλι «Γκίνες» αναζητάει χρυσάφι θαμμένο σε κάποια ερημική ταβέρνα..

“Push, το επικίνδυνο χάρισμα”. Σκηνοθεσία: Πολ ΜακΓκίγκαν. Μέτριο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, που κινείται στον χώρο της κατασκοπίας, με ήρωες ανθρώπους που διαθέτουν τηλεπαθητικές και “παραφυσικές” ικανότητες.

“Μια ιστορία με θέμα την αγάπη”. Σκηνοθεσία: Όλε Μπόρνενταλ. Μια γυναίκα με απώλεια μνήμης. Ένας άντρας που θέλει να ξεχάσει τη βαρετή ζωή του. Μια γυναίκα που θέλει να κρατήσει τον άντρα που αγαπάει... Είναι βέβαιο ότι ο έρωτας προϋποθέτει την απώλεια της ταυτότητάς σου, την εξιδανίκευση του παρόντος; Ο Δανός σκηνοθέτης Ολε Μπόρνενταλ αναπτύσσει με στοιχεία θρίλερ την ιστορία ενός άντρα που θέλει να αλλάξει τη ζωή του και βρίσκει στον έρωτα μια “έξοδο κινδύνου”... Επιτήδευση στη σκηνοθεσία, που γρήγορα αναγκάζει τον θεατή σε υπερ-προσπάθεια, αν δεν παραιτηθεί γρήγορα...

“Μέρες θυμού”. Σκηνοθεσία: Όλε Κρίστιαν Μάντσεν. Δανέζικη παραγωγή, που εμβαθύνει στο σκοτεινό ιστορικό παρελθόν της χώρας κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, με επίκεντρο την ιστορία των δύο πιο γνωστών αντιστασιακών εκείνης της περιόδου. Μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στις αίθουσες της Δανίας.

“Η ιστορία του Ντεσπερό”. Σκηνοθεσία: Σαμ Φελ, Ρόμπερτ Στίβενχαγκεν. Μέτριο ανιμέισον, με έναν ακόμη ποντικο-ήρωα, στα χνάρια του Ρατατούη.


  • Τερζής Κ., Η Αυγή, 26/02/2009


Οι ταινίες της εβδομάδας

Και ξανά τα ίδια, Παντελάκη μου. Πάλι βγάζουν τον αμέτρητο οι διανομείς, μόλις πήραμε μια ανάσα από τα Οσκαρ, αλλά εμείς με τρία θα ασχοληθούμε και πολλά είναι! «Gran Torino» του Κλιντ Ιστγουντ με μπόλικη υπερεκτίμηση από μια σκοπιά, «Μέρες θυμού», που είναι από τα καλύτερα φιλμ που είδα φέτος και μας έρχεται από Δανία (μην τρομάζετε, για πολεμικό σασπένς πρόκειται κι όχι για έργο των «λεσχών») και «Επτά ζωές», που θα γελάσω με τις αντιδράσεις γύρω από αυτό ενώ πρόκειται για δράμα.


Διότι η άγνοια, όπως και στην περίπτωση του «Gran Torino», θα κάνει κι εδώ το θαύμα της. Υπάρχει κι ένα ελληνικό, το «Γκίνες», αλλά δυστυχώς για Μπερλινάλε και Οσκαρ δεν ήταν έτοιμο για προβολή κι έτσι δεν έχω γνώμη. (Ρεπορτάζ στη διπλανή στήλη.)

«Gran Torino»

«Gran Torino»

Κάθε χρόνο, στην περίοδο γύρω από τα Οσκαρ κι αμέσως μετά, ανακαλύπτεται και μία ταινία που κατά τη γνώμη ορισμένων θα έπρεπε να είναι στα Οσκαρ και δεν ήταν. Φέτος το ρόλο αυτό παίζει το «Gran Torino» του «αδικημένου» των Οσκαρ (θα γελάσει κάθε πικραμένος και κάθε παρδαλό κατσίκι) Κλιντ Ιστγουντ.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.

Προσωπικά η ταινία με συγκίνησε κυρίως ως περίπτωση, γύρω από τον ήρωα, κι επειδή ως ήρωας εμφανίζεται η «μουράκλα» που λέγεται Κλιντ Ιστγουντ. Αυτοί, όμως, που κάνουν ταινίες, δηλαδή στο Λος Αντζελες που το συζήτησα με κινηματογραφιστές και με μέλη της Ακαδημίας, δεν τους είδα να συμμερίζονται την άποψή μου. Κατακεραυνώνουν την ταινία κινηματογραφικά και δεν μπορούν να δεχτούν τη στατικότητα της κάμερας έξω από ένα σπίτι σαν να πρόκειται για φοιτητική ταινία. Την κατακεραυνώνουν διότι έχει γυριστεί με τους κανόνες του Χόλιγουντ, μεγάλου στούντιο κι από ένα σούπερ σταρ. Αν ήταν ταινία του ανεξάρτητου με κάποιο ρολίστα χαμηλής αμοιβής θα μπορούσαν, όπως μου είπαν, να τη δεχτούν. Για ταινία του Κλιντ Ιστγουντ, όμως, είναι κάθετα αντίθετοι. Σαν να την έκανε στο πόδι. Επίσης κακοχαρακτήρισαν τον ίδιο τον Κλιντ διότι μάζεψε γύρω του διάφορους αγνώστους θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο θα ικανοποιούσε το απωθημένο του, να τον δεχτούν και ως ηθοποιό στην Ακαδημία κι όχι μόνο ως σκηνοθέτη. Και η ματαιοδοξία των ηθοποιών είναι παροιμιώδης. Τελικά αυτούς που ήθελε να πείσει δεν τους έψησε. Στο κοινό, όμως, η ταινία άρεσε. Ανάμεσα σε αυτούς που άρεσε περιλαμβάνομαι κι εγώ. Ωστόσο όφειλα να μεταφέρω τις ενστάσεις.

«Μέρες θυμού»

«Μέρες θυμού»

  • «Μέρες Θυμού» (Flame and Citron). Δανία, 2008. Σκηνοθεσία: Ολε Κρίστιαν Μάντσεν. Παίζουν: Μαντς Μίκελσεν

Αυτή είναι από τις καλύτερες ταινίες φέτος. Και μακάρι να το συνεχίσουν αυτό μερικοί τολμηροί διανομείς, μια και στις μέρες μας τολμηρό θεωρείται να φέρεις ευρωπαϊκές ταινίες που γίνονται για κοινό κι όχι εκείνες των φεστιβάλ που στέλνουν και το λάθος μήνυμα περί ευρωπαϊκού και κάνουν τον κόσμο να τρομάζει.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.


Το «Μέρες θυμού», μια παραλλαγή τίτλου τού «Μέρες οργής» του Δανού «πατριάρχη» Καρλ Ντράγερ, αφηγείται ένα περιστατικό από την εθνική αντίσταση της Δανίας, κάτι που αγνοούμε πλήρως κι έχουμε μηδαμινή κινηματογραφική αναφορά γι’ αυτό. Κυρίως από το αντάρτικο πόλεων στη γερμανοκρατούμενη Κοπεγχάγη, που, όπως συμπεραίνουμε από την ταινία, ήταν περισσότερο δωσιλογοκρατούμενη. Οι δωσίλογοι είχαν εισχωρήσει παντού κι η ιστορία αναφέρεται σε μια ομάδα που εκτελεί συνεργάτες του κατακτητή.

Πέρα από την εξαιρετική πλοκή, το σενάριο βάζει κι ερωτήματα που ελληνική ταινία ούτε που θα τολμούσε διότι θα έπεφταν πάνω της να της κολλήσουν ρετσινιές εθνικής προδοσίας κ.λπ. Η ελληνική ανεπίσημη λογοκρισία είναι μοναδική στον κόσμο διότι ξεκινάει πάντα από τη ρετσινιά και το διασυρμό. Μόνο που στη Δανία οι άνθρωποι είναι πολιτισμένοι και δημοκρατικοί και μπορεί ο κόσμος και προβληματίζεται καθώς ψυχαγωγείται.

Κινηματογραφικά και σκηνοθετικά εξαιρετική, με υψηλά στάνταρντ παραγωγής, ατμοσφαιρική φωτογραφία και ωραίους ηθοποιούς.

«Επτά ζωές»

«Επτά ζωές»
  • «Επτά ζωές» (Seven pounds). ΗΠΑ, 2008. Σκηνοθεσία: Γκαμπριέλε Μουτσίνο. Παίζουν: Γουίλ Σμιθ

Η ταινία αυτή έχει ως κάρμα της το να αγαπηθεί μόνο στην Ιταλία. Επειδή ο σκηνοθέτης είναι Ιταλός, οι Ιταλοί αισθάνονται περήφανοι για τις ταινίες του κι επειδή είναι Ιταλοί οικτίρουν εκείνους που δεν τις γνωρίζουν. Συγχρόνως το ότι τον κάλεσαν στην Αμερική να σκηνοθετήσει τις δύο τελευταίες ταινίες του Γουίλ Σμιθ το παίρνουν ακόμα πιο πολύ πάνω τους. Και βλέποντάς το, επειδή εκεί τα πάντα ντουμπλάρονται, αισθάνονται ότι βλέπουν και ακούν μια ιταλική ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί ο Γουίλ Σμιθ, που επίσης τους είναι αγαπητός.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.


Οι εκτός Ιταλίας θα αναρωτηθούν τι έπαθε ο Γουίλ Σμιθ και το γύρισε στο δράμα. Οντως ως δράμα παραείναι στενόχωρο και όλο δείχνει να γίνεται στα καλά του καθουμένου. Μόνο μέσω Μουτσίνο μπορείς να καταλάβεις τι παίχτηκε, αλλά πόσοι ξέρουν το ιταλικό σινεμά ώστε να ξέρουν και τι ακριβώς κάνει ο Μουτσίνο, ήτοι ένα τρυφερό ιταλικό δράμα αλλά με τον Γουίλ Σμιθ…
  • Επίσης προβάλλονται

«Μικρές ελευθερίες» και «Καρουσέλ»: Δύο ελληνικά, αντιπροσωπευτικά τού πού βρίσκεται ο κινηματογράφος μιας χώρας που δεν διαθέτει πλατό για να γυρίζονται ελληνικές και ξένες παραγωγές και που παρά τις κρατικές σπατάλες απουσιάζουμε από παντού. Και τα δύο φιλμ είναι ενδεικτικά τού πού βρισκόμαστε.

ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Ελεύθερος Τύπος, Πέμπτη, 26.02.09

Η αντίσταση της Δανίας με δυνατές ερμηνείες

Μέρες θυμού ** Ιστορικό δράμα. Σκηνοθεσία: Ολε Κρίστιαν Μάντσεν. Πρωταγωνιστούν: Μαντς Μίκελσεν, Θούρε Λίντχαρντ, Στίνε Στενγκάντε.

ΚΡΙΤΙΚΗ. Ανάμεσα στις μέτριες –στην καλύτερη περίπτωση- ταινίες που πλαισιώνουν την έξοδο του «Gran Torino» στις αίθουσες, περισσότερο ενδιαφέρουσα είναι η δανική παραγωγή «Μέρες θυμού». Κυρίως εξαιτίας του θέματος και των ερμηνειών. Οι ταινίες με θέμα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είναι σπάνιες, όμως κάποιες ιστορίες εξακολουθούν να παραμένουν εντελώς άγνωστες.

Μία από αυτές είναι η ιστορία της δανικής αντίστασης στη ναζιστική Γερμανία. Χώρα γειτονική η Δανία, υπήρξε από τους πρώτους στόχους της Γερμανίας και κατακτήθηκε γρήγορα. Ομως από την αρχή υπήρξε ένα πολύ ισχυρό κίνημα αντίστασης, το οποίο φρόντιζε να «εξαφανίσει» όσους συμπαθούσαν ή συνεργάζονταν με τους κατακτητές. Κεντρικές μορφές της αντίστασης ήταν ένα δίδυμο εκτελεστών, που γρήγορα και αποτελεσματικά δολοφονούσε τους συνεργάτες των Γερμανών. Δεν υπήρχαν πάντα περίπλοκα σχέδια δράσης. Αρκούσε μια ερώτηση επιβεβαίωσης για την ταυτότητα του θύματος και ένας πυροβολισμός. Ο ένας από το δίδυμο ήταν ο εκτελεστής, ο άλλος ο οδηγός. Στην εξέλιξη της δράσης τους, όμως, τα προβλήματα άρχισαν να προκύπτουν όταν δεν ήξεραν πια ποιον μπορούσαν να εμπιστευτούν και ποιον όχι. Οι «Μέρες θυμού» είναι μία από τις πιο ακριβές παραγωγές που έχουν γυριστεί ποτέ στη Δανία και έκανε ρεκόρ εισιτηρίων. Παρά τις καλές στιγμές της όμως, πάσχει και από τη φιλοδοξία της. Ο Ολε Κρίστιαν Μάντσεν δείχνει να μην μπορεί να χειριστεί τα πιο θεαματικά κομμάτια της ταινίας, ενώ περισσότερο οικεία του είναι τα σημεία που εστιάζουν στους κεντρικούς χαρακτήρες και τις σχέσεις ανάμεσά τους. Πολύ καλοί είναι και οι δύο πρωταγωνιστές.

  • Οι άλλες ταινίες

Μια ταινία animation είναι η «Ιστορία του Ντεσπερό» (**). Ενώ όμως το animation είναι καλοσχεδιασμένο, με μια «χειροποίητη» αίσθηση, και το φωνητικό καστ καλό (Μάθιου Μπρόντερικ, Ντάστιν Χόφμαν, Κέβιν Κλάιν και οι φετινοί υποψήφιοι για Οσκαρ Ρίτσαρντ Τζένκινς και Φρανκ Λαντζέλα) το σενάριο υστερεί. Από τη Δανία έρχεται η «Μια ιστορία με θέμα την αγάπη» του Ολε Μπόρενταλ, ανάμεσα στο κοινωνικό δράμα και το ερωτικό θρίλερ. Προβάλλονται ακόμη οι «Επτά ζωές», ένα κοινότοπο δράμα που ούτε η παρουσία του Γουίλ Σμιθ μπορεί να σώσει και το «Push», μια μεταφυσική περιπέτεια, κατώτερη από τις αντίστοιχες τηλεοπτικές σειρές, όπως το «Heroes».

  • Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/02/2009

Wednesday, February 25, 2009

Ο καλύτερος Κλιντ Ίστγουντ

«Gran Τorino»: Grande, πολύ Grande Κλιντ Ίστγουντ

Αnd the winner is Κλιντ Ίστγουντ. Αυτό έχει καταγραφεί στη συνείδησή μου. Αυτή η ταινία- το Gran Τorino- θα έπρεπε να είχε σαρώσει στα Όσκαρ. Η απόλυτα ειλικρινής αυτοαναίρεσή του. Σα να μπαίνει για πρώτη φορά στην εκκλησία και να κάνει στριπτίζ στον εξομολογητή του
Από την αρχή. Να μας ευλογήσει με τη μέγιστη αρετή. Αυτογνωσία αγαπητοί. Αυτογνωσία, που προϋποθέτει γενναιότητα, συνειδητότητα, αμφισβήτηση και διαρκή ανησυχία. Όσο περνάνε τα χρόνια τόσο αυτοαναιρείται και αναιρεί.

Πρώτον λοιπόν, ο τεράστιος αυτός ζωντανός μύθος, ο τελευταίος σοφός, ο Ακίρα Κουροσάβα του Αmerican Cinema, φτιάχνει μια μικρή παραγωγή. Σα να ξεκινάει από την αρχή. Ουδείς γνωστός πλην του Κλιντ. Ουδείς λευκός πλην του Κλιντ και των δύο δικών του αγοριών. Ασιατικής καταγωγής οι συμπρωταγωνιστές σ΄ αυτήν την ιστορία τη μικρή. Έχει σημασία αυτό. Ο Κλιντ γυρίζει την πλάτη του στο Χόλιγουντ το εκσυγχρονιστικό. Και πλαγίως επιστρέφει στις αξίες του Χόλιγουντ του παλιού. Όπως περίπου έκανε ο Ντάλτον Ντράμπο στο γουέστερν «Lonely are the brave» (Μόνοι είναι οι γενναίοι) με τον Κερκ Ντάγκλας.

Δεύτερον, η ιστορία εντελώς προσφυγική. Ποιος είναι ο Γουόλτ Κοβάλσκι; Φυσικά ο Κλιντ. Πού παραπέμπει το όνομα; Στον Στάνλεϊ Κοβάλσκι του «Λεωφορείον ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς και του 1947. Παραπέμπει ακόμα στους Πολωνούς μετανάστες. Και τέλος, παραπέμπει στους ήρωες του «Ελαφοκυνηγού» που βρέθηκαν στην κόλαση του Βιετνάμ. Πολωνοί κι αυτοί. Μ΄ έναν λόγο, λέει ο Ντάνι Ουάλας, συγγραφέας του ομότιτλου μυθιστορήματος, και ο σεναριογράφος Νικ Σενκ, πρόσφυγες και ξένοι η πλειονότητα του πληθυσμού των ΗΠΑ.

Τρίτον, το προφίλ του Γουόλτ Κοβάλσκι μοιάζει με φωτοτυπία του Κλιντ Ίστγουντ και του «Dirty Ηarry». Ρατσιστής μέχρι μυελού οστών. Αντιδραστικός μέχρι τον λαιμό. Μισάνθρωπος από τα παιδιά του μέχρι τον τελευταίο περαστικό. Ένας βετεράνος της Κορέας σε διαρκή πόλεμο με κάθε Αμερικανό. Κυρίως με τον ασιατικό πληθυσμό. Η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα. Υπάρχει λόγος γι΄ αυτό.

Τέταρτον, η ψυχολογία. Ο ρατσισμός του Κοβάλσκι είναι το ανάχωμά του για τη δική του, την ανομολόγητη ενοχή του. Ο ρατσισμός καλύπτει το δικό του στίγμα. Ο πόλεμος είναι το αόρατο πεδίο της ταινίας. Έχει σημασία αυτό. Ο πόλεμος ως εισβολή (Κορέα). Ο πόλεμος ως αμερικανική υπεροχή. Κάτι τρομερό είχε συμβεί. Κάτι αποτρόπαιο και δολοφονικό. Η επιθετικότητα του Κοβάλσκι είναι η άμυνά του. Είναι η μάσκα που φοράει όλα αυτά τα χρόνια. Ο ρατσισμός- λέει ο συγγραφέας- είναι το πιο εύκολο καταφύγιο του αμαρτωλού.

Πέμπτον, η προσφυγιά. Από την Πολωνία οι ρίζες του Κοβάλσκι. Από την Κορέα οι γείτονές του. Πρόσφυγας εναντίον προσφύγων. Ο χειρότερος εργοδότης είναι ένας πρώην αριστερός. Κάπως έτσι. Όλα θαμμένα, κρυμμένα και απωθημένα. Πάει ακόμα πάρα πέρα. Ο Ίστγουντ γκρεμίζει την κυρίαρχη λογική του καλού, κακού και άσχημου. Ας πούμε. Ο Κοβάλσκι από ρατσιστής μεταμορφώνεται σε ήρωα αλτρουιστή. Ας πούμε, δεν είναι όλοι οι Κορεάτες καλοί Ασιάτες. Όχι, λέει ο Κλιντ. Εξαρτάται. Όσοι ενσωματώνονται αμαχητί στην αμερικανική κοινωνία, είναι ίδιοι και απαράλλαχτοι με κάθε λευκή συμμορία. Απίστευτο.

Έκτον, η βία. Όλες οι αξίες που συγκροτούν τον Dirty Ηarry γκρεμίζονται από τον ίδιο άνθρωπο που έγινε διάσημος απ΄ αυτήν την ταινία. Όλα. Αυτοδικία, επιθετικότητα, προκαταλήψεις, αλαζονεία και ανωτερότητα. Για να καταλάβετε, η ταινία μοιάζει σα ν΄ αρχίζει με συνταξιούχο τον Dirty Ηarry και σα να τελειώνει με την κηδεία του.

Έβδομον, το τέλος του Αmerican dream. Αυτό και το επιμύθιο, αυτή και η ανατροπή. Μόνο ανθρώπινα «σκουπίδια», οι πρόσφυγες, οι κατατρεγμένοι και οι ξένοι, αυτοί το Άλας της Γης. Αυτοί οι ιμάντες των αξιών της Ζωής. Εμείς οι χορτασμένοι οι Αμερικανοί έχουμε εκπέσει από τον ανθρώπινο προορισμό μας σ΄ αυτήν τη Γη. Οι έσχατοι έσονται πρώτοι! Όλα αυτά ακούγονται εγκεφαλικά. Ε, λοιπόν σας λέω κάτι που μου συνέβη πρώτη φορά τον χρόνο αυτό. Στα τελευταία σαράντα λεπτά, τόσο συγκινήθηκα που δάκρυσα αληθινά. Τέτοια ουσία, τόσο ψαχνό, τέτοια λεβεντιά, τόση εκ βαθέων εξομολόγηση και ειλικρινή αυτοκριτική σε μια ιστορία τόσο μικρή και τόσο προσωπική. Αυτή η Άλλη, η πραγματικά μεγάλη Αμερική!

Με δυο λόγια: Συνταξιούχος και χήρος, κακότροπος, μισάνθρωπος ακόμα και προς τα δικά του τα παιδιά. Μετά την κηδεία της γυναίκας του, μένει μόνος παρέα με έναν θηλυκό σκύλο. Δίπλα στη γειτονιά ζωσμένος από πρόσφυγες της Κορέας. Πλάσματα που του θυμίζουν έναν πόλεμο στον οποίο καλύτερα να μην είχε βρεθεί. Ξεχειλίζει από μίσος για κάθε τι που θυμίζει την Κορέα. Όμως ούτε με τα παιδιά του είναι συμφιλιωμένος. Έχει τους λόγους του: Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η περιουσία και τα κειμήλια από το σεντούκι της μητέρας. Ώσπου μια μέρα θ΄ αρχίσει η αλλαγή. Συμμορία θα επιτεθεί σε δύο μικρούς Κορεάτες. Οι μνήμες επιστρέφουν και ο Γουόλτ Κοβάλσκι βρίσκεται σε πόλεμο με τη νέα Αμερική.
«Gran Τorino». Η αυτοαναίρεση του Κλιντ Ίστγουντ Το γκρέμισμα του Dirty Ηarry Ό,τι πιο συγκινητικό έχει υπογράψει
ΒΑΘΜΟΙ=9 (Grande Εastwood)
  • Βροχή από ταινίες, ποιος θα τις δει;
Βροχή οι ταινίες! Ελλάδα, ο ορισμός της παραδοξολογίας ακόμα και στην κινηματογραφική εμπορία!

«Η ιστορία του Ντεσπερό» (Τhe tale of Despereaux). Αnimation των Σαμ Φελ και Ρομπ Στιβενχάγκεν, μεταγλωττισμένο στα ελληνικά με τις φωνές των Σταύρου Σιούλη, Μάντυ Λάμπου, Τάσου Μασμανίδη, Χρήστου Θάνου κ.ά. Όπου αρουραίος που χάλα σε τη σούπα με αποτέλεσμα να τα κακαρώσει η βασίλισσα, καταδιώκεται στα έγκατα. Την ίδια στιγμή ένας μικρός ποντικός με αυτιά σαν τηγανίτες και που δεν φοβάται τίποτα, αποφα- σίζει να ανέλθει στον κόσμο των ανθρώπων κι έτσι γίνεται αγαπητός από την πριγκίπισσα. Έξυπνο, καλοκουρδισμένο, με ιδιαίτερο σκίτσο, ολίγον σκοτεινό και αρκούντως χιουμοριστικό.
ΒΑΘΜΟΙ=7 (ό,τι πρέπει για τον μικρό)
«Μικρές ελευθερίες» του Κώστα Ζάπα. Όπου πατέρας εκδίδει τα δυο του παιδιά και από πάνω τα λοιδορεί και τα χλευάζει. Απόπειρα μείγματος αρχαίας τραγωδίας (ας πούμε «Ηλέκτρα»), ψυχανάλυσης (Φρόιντ) και κινηματογραφικής πρωτοπορίας. Η μηχανή να παίζει, η σκηνή να επιμένει, τα πρόσωπα να υποδύονται κόντρα στον καθιερω- μένο κώδικα ερμηνείας. Έτσι η διαστροφή καταλήγει σωματική εκτροπή. Πολύ σωστά. Καλύτερη όλων η Μάρλεν Σαΐτη. Όμως το εγχείρημα υπονομεύεται από αφέλειες, αμηχανίες και ευκολίες που εκλαμβάνονται ως πρωτοπορίες!
ΒΑΘΜΟΙ=3 (ατελείωτη δυσφορία)
«Carousel». Δραματικό και ψυχολογικό θρίλερ του Σταμάτη Τσαρουχά (η τρίτη ελληνική ταινία της εβδομάδας, από ποσότητα πάμε καλά). Όπου νέα κοπέλα, με τραύμα από βιασμό στα εφηβικά της χρόνια, έχει αναλάβει τη φροντίδα ανήλικων παιδιών και ταυτοχρόνως μαζί με μια φίλη της έχει ανοίξει cafe για βιοπορισμό.
ΒΑΘΜΟΙ=2 (σκέτο δράμα)
Αυτό ως πρόθεση. Το αποτέλεσμα, άσε, καλύτερα να μην πω. Ένα πράγμα συμβουλεύω και το εννοώ. Σταμάτη, σου πάει η κωμωδία. Με το δράμα, δράμα και η ταινία.

«Ρush, το επικίνδυνο χάρισμα» (Ρush). Μεταφυσικό, χάρτινο θρίλερ του Πολ ΜακΓκίγκαν. Όπου άτομα με εξαιρετικές ικανότητες (τηλεκίνηση, προφήτες και άλλοι τέτοιοι) επιδίδονται σε κόλπα μαγικά.

Κάτι σαν τσίρκο με εναέριες πολεμικές τέχνες!
ΒΑΘΜΟΙ=3 (μακριά)
  • Ιδού η αληθινή τρομοκρατία!
Από τη Δανία η δεύτερη καλύτερη ταινία. Μάλιστα. Η πιο αλλιώτικη αντιστασιακή, κατά των Γερμανών, ιστορία. Και πλαγίως ο θρίαμβος της αληθινής τρομοκρατίας. Ο ελληνικός τίτλος- «Μέρες θυμού»- την αδικεί. Προτιμότερος ο αυθεντικός. Με τα παρατσούκλια αυτών των ηρώων τρομοκρατών «Flame and Citron». Φλόγα και λεμόνι.

Αντίσταση λοιπόν στη Δανία τη χιτλερική. Ομολογώ με άφησε με το στόμα ανοικτό. Το περιστατικό που αφηγείται στέρεα και οργανωμένα μέχρι την τελευταία στιγμή ο Όλε Κρίστιαν Μάντσεν, είναι σοκαριστικό. Δύο νέοι, οργανωμένοι στην επίσημη (και όχι κομμουνιστική) αντίσταση, εκτελούν δωσίλογους, συνεργάτες και ναζί. Έτσι, εν ψυχρώ. Φάτσα φόρα. Χωρίς κουκούλες, μάσκες και μεταμορφώσεις. Χτυπάνε- ας πούμε- το κουδούνι και πυροβολούν στο ψαχνό χωρίς να καταλαβαίνουν Χριστό. Κορώνα γράμματα για ελευθερία. Τόσο σπάνιο, τόσο ηρωικό, τόσο απίστευτο και μοναδικό!

Πλαγίως η ιστορία παραπέμπει στη σύγχρονη τρομοκρατία. Τολμηρό αυτό. Ο Μάντσεν «διορθώνει» τις απόψεις που έχουμε για τον τρομοκρατικό συρφετό. Και πάει ακόμα πιο πέρα. Σε μια τέτοια κατάσταση, τίποτα δεν είναι καθαρό. Ο αρχηγός μπορεί να είναι πράκτορας του εχθρού. Και ο πράκτορας του εχθρού μπορεί να είναι σύμμαχος και φίλος του λαού. Γκρίζες ζώνες. Επομένως, το δίλημμα εφιαλτικό. Μπας και σκοτώνουν διπλούς πράκτορες που υπογείως δουλεύουν για τον ίδιο κοινό σκοπό; Μπας και είναι θύματα μιας αόρατης συνωμοσίας που βολεύει τους Γερμανούς; Αυτή η τραμπάλα ανάμεσα στο ψεύτικο και το πραγματικό, το κίβδηλο και το αυθεντικό, ανυψώνει το επίπεδο της ταινίας έξω από κάθε άλλη συνηθισμένη με θέμα την αντίσταση κατά των Γερμανών.

Γι΄ αυτό- και πολύ σωστά- το στυλ της ταινίας μοιάζει με φιλμ νουάρ από την κλασική αμερικανική φιλμογραφία. Γι΄ αυτό η αμφισημία. Γι΄ αυτό η σύγχυση και η αοριστία. Γι΄ αυτό στην κόψη του ξυραφιού η αντιστασιακή τρομοκρατία. Υποδειγματική η επιλογή αυτής της φόρμας. Υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τη φιλοσοφία που πηγάζει απ΄ αυτήν την ταινία. Ταυτόχρονα αναδεικνύει το πορτρέτο ενός αληθινού λαϊκού «τρομοκράτη». Απίστευτη αφοσίωση. Εξωφρενική αποφασιστικότητα. Πρωτοφανής ψυχραιμία. Μοναδική στοχοπροσήλωση. Ο ηρωισμός -λέει ο Μάντσεν- είναι γέννημα θρέμμα της ψυχής. Το σώμα απλώς ακολουθεί. Η πίστη, το αναντικατάστατο όπλο που και βουνά μετακινεί. Ψέματα; Αν διαβάσετε μερικά περιστατικά από την ελληνική Αντίσταση κατά των ναζί, θα νομίσετε πως είναι αποκυήματα μιας φαντασίας μακριά από τη Γη.

Αν τώρα κοντά σ΄ αυτά του περιεχομένου και της φόρμας προσθέσω την εξαιρετική ερμηνεία πρώτα του Θούρε Λίντχαρτ και έπειτα του γνωστού Μαντς Μίκελσεν, καθώς και τα κοστούμια, την ατμόσφαιρα και τους ρυθμούς της ταινίας, τότε οι «Μέρες θυμού» είναι μέσα στις ευχάριστες εκπλήξεις ενός τόσο φτωχού καιρού!

Με δυο λόγια:
Δύο κολλητοί και αχώριστοι νέοι με παρατσούκλια Φλόγα και Λεμόνι, εκτελούν χωρίς ενδοιασμό συνεργάτες, δωσίλογους και ναζί στη Δανία του 1944. Υπογείως και πολύ μακρινά, η διαδρομή αυτή παραπέμπει στον Βutch Cassidy και τον Sundance Κid (Πολ Νιούμαν και Ρόμπερτ Ρέντφορντ του 1969). Όταν όμως αρχίζει να κυκλοφορεί η φήμη πως ο αρχηγός της οργάνωσης είναι αμφιβόλου ηθικής και πατριωτικού σκοπού, τότε μέσα τους αρχίζουν να γκρεμίζονται. Μήπως λειτουργούν σαν προβοκάτορες του εχθρού και μήπως σκοτώνουν ανθρώπους που με κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή υπηρετούν τον ίδιο με εκείνους πατριωτικό σκοπό;
«Μέρες θυμού». Αντίσταση και τρομοκρατία στη Δανία Αληθινή ιστορία Καλοφτιαγμένη σκηνοθεσία
ΒΑΘΜΟΙ=7 (ευχάριστη έκπληξη)
  • Μυστήριο και μελόδραμα
«Μια ιστορία με θέμα την αγάπη» (Just another love story). Από τη Δανία και τον Όλε Μπόρνενταλ αυτή η στυλιστική και μυστηριώδης ιστορία. Όπου φωτογράφος και παντρεμένος με δυο παιδιά, ερωτεύεται το θύμα μιας αυτοκινητικής τραγωδίας. Έτσι και χωρίς να το καταλάβει τον εκλαμβάνουν οι γονείς και οι συγγενείς ως τον επίσημο εραστή της κοπέλας. Ένα πρόσωπο αινιγματικό ο οποίος έχει δολοφονηθεί στο Βιετνάμ. Όταν όμως ο νεκρός εμφανίζεται με το όνομα του φωτογράφου τότε το μπέρδεμα γίνεται εφιάλτης. Καλοφτιαγμένο αλλά το φινάλε έξω από το στυλ της ταινίας.
ΒΑΘΜΟΙ=6 1/2
(καλή σκηνοθεσία, μέτρια ιστορία)
«Επτά ζωές» (Seven Ρounds). Δραματική, καταθλιπτική ιστορία με σκηνοθέτη τον Γκάμπριελ Μουτσίνο και πρωταγωνιστές Γουίλ Σμιθ, Ροζάριο Ντόσον, Γούντι Χάρελσον. Επειδή δεν πρέπει να αποκαλύψω το φινάλε, ένα έχω να πω γι΄ αυτήν την ανθρώπινη τραγωδία. Κάποιος, ο οποίος προφανώς συναντήθηκε με τον θάνατο, έχει επιλέξει επτά πλάσματα προκειμένου να τους αλλάξει τη ζωή προς το καλύτερο. Η ίδια σκηνή με παραλλαγές επαναλαμβάνεται από την αρχή. Σοβαρές προθέσεις, μελοδραματική ιστορία.

ΒΑΘΜΟΙ=6 (ναι μεν, αλλά)
  • Αδελφοί Κόεν made in Greece
Υπερβολικό; Μπορεί. Πάντως το ίδιο σενάριο μ΄ αυτό του «Γκίνες» αλλά με εξαιρετική επεξεργασία, καλύτερη παραγωγή και ανώτερη σκηνοθεσία, θα μπορούσε να έφερε την υπογραφή των αδελφών Κόεν. Το όνομα αυτού Αλέξης Καρδαράς.

Μετράω τα βήματα αυτού του διακριτικού και σπουδαίου γραφιά. Πριν από δέκα χρόνια κατεβαίνει με «Ληστεία» και Αντώνη Καφετζόπουλο με Μάνια Παπαδημητρίου. Ο προάγγελος του «Βank Βang». Μέσα στις ελάχιστες και διαφορετικές κομεντί που έγιναν τα τελευταία τριάντα χρόνια. Τι έγινε; Γυρίσαμε πλάτη και τον γράψαμε στα παλαιότερα των υποδημάτων μας. Τόσο καταλαβαίνουμε. Και ως Κοινό και ως Κριτική., Το 2005 «Η γυναίκα είναι σκληρός άνθρωπος» με την καλύτερη- και ανώτερη από το χλωμό «Στάκαμαν»- εμφάνιση του Αντώνη Καφετζόπουλου. Τώρα με το «Γκίνες» και εντός των προσεχών μηνών- όπως μαθαίνω- με τη δραματική ιστορία, σε σενάριο δικό του και με προσωρινό τίτλο «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ» και σκηνοθέτη τον Φίλιππο Τσίτο. Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι.

Από τις γκίνιες θα γράψεις στο Γκίνες. Αυτό το μότο της ιστορίας. Από εδώ και το πνεύμα των Κόεν το οποίο υπερίπταται της ταινίας. Που πάει να πει γκαντεμιά. Φιλόδοξος στόχος. Για να υπηρετηθεί και να πραγματωθεί, τρία πράγματα απαιτεί. Πρώτον, υποδόριο, μαύρο, σαρκαστικό χιούμορ. Δεύτερον, αραχνούφαντη επεξεργασία. Και τρίτον, (κάτι που ισχύει για όλες τις ταινίες) ομοιογένεια στο στυλ και τη σκηνοθεσία. Δηλαδή, από μόνος του ο Καρδαράς τοποθετεί τον πήχυ πολύ, μα πολύ ψηλά. Αυτό το πρόβλημα, αυτή και η προσγείωση.

Γιατί ενίοτε το χιούμορ κάνει τραμπάλα μεταξύ Κόεν και φολκλόρ. Γιατί ο σαρκασμός ροκανίζεται από ένα φινάλε έξω από το ύφος της ιστορίας. Γιατί η επεξεργασία ήθελε περισσότερο χρόνο και ουσία. Και γιατί η ομοιογένεια κλονίζεται από το παροιμιώδες ελληνικό φολκλόρ.

Όμως να μην τον αδικώ. Η ιδέα και η πρώτη, σεναριακή γραφή, αξίζουν περισσότερο, απείρως περισσότερο, απ΄ όλες τις ελληνικές μπαλαφάρες που έχω δει. Και ακόμα, το καστ, με εξαίρεση τον Στέλιο Μάινα, είναι της πρώτης γραμμής. Από τον γκαντέμη Γιώργο Πυρπασόπουλο, μέχρι τον δολοφόνο Δημήτρη Αλεξανδρή, καθώς και τον Αντώνη Καφετζόπουλο (η σκηνή που ψαρεύει στη λίμνη εξαιρετικό αντίγραφο των Κόεν) καθώς και τη Μαρκέλα Γιαννάτου που με την αφέλειά της διαρκώς σε κάνει ν΄ ανησυχείς. Άραγε είναι τόσο χαζή ή το κορίτσι σχεδιάζει από πίσω να τους βγει; Α, ρε Αλέξη. Λίγο ακόμα και θα τους είχες πάρει τα σώβρακα!

Με δυο λόγια: Ένας γκαντέμης της πόκας ακούει τυχαία μια αποκάλυψη τρομερή. Σ΄ ένα χωριό της Ηπείρου έχουν θάψει τούβλα από χρυσάφι. Μια και δυο στο χωριό πηγαίνει αλλά αντί για χρυσάφι πάνω σε γραφική ταβέρνα πέφτει. Η οποία έχει κτιστεί πάνω ακριβώς στον χρυσό τάφο. Έλα όμως που ένας ψυχρός δολοφόνος ακολουθεί. Και έλα που το κορίτσι της ταβέρνας σκοτώνει δυο τρεις κατά λάθος. Όσο ψάχνει για χρυσάφι, τόσο σκάβει τον δικό του τάφο.
«Γκίνες». Μαύρη, σαρκαστική κομεντί Με καλύτερη επεξεργασία, Κόεν από Ελλάδα Με πλοκή αστυνομική Γ καντεμιάς ευαγγέλιο
  • Του Δημήτρη Δανίκα, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Ο γερο-Κλιντ Ιστγουντ κερδίζει ξανά το παιχνίδι...

  • Σε μία εβδομάδα γεμάτη ασυνάρτητες και μετριότατες ταινίες το «Gran Τorino» μιλάει απλά, κατανοητά και εν τέλει σοφά

Τέσσερα χρόνια μετά το «Μillion Dollar Βaby», ο Κλιντ Ιστγουντ επανέρχεται μπροστά από τον κινηματογραφικό φακό με το- δικής του σκηνοθεσίας- «Gran Τorino» (ΗΠΑ, 2008). Υποδύεται έναν σπουδαίο κινηματογραφικό ήρωα, ίσως τον σημαντικότερο της φιλμογραφίας του, μαζί με τον Γουίλ Μάνι των δικών του «Ασυγχώρητων».

Το όνομά του Γουόλτ Κοβάλσκι. Συνταξιούχος μηχανικός αυτοκινήτων, βετεράνος του πολέμου της Κορέας (όπως ο ίδιος ο Ιστγουντ), ο Γουόλτ βλέπει πια τον κόσμο του να καταρρέει. Χωρίς ακριβώς να είναι ρατσιστής, δεν κρύβει την αντιπάθειά του απέναντι σε καθετί ξένο. Μασάει ταμπάκο και το φτύνει προκλητικά, το γρανιτένιο πρόσωπό του διαρκώς βλοσυρό. Μουγκρίζει αντί να μιλάει. Προσβάλλει τους πάντες και τα πάντα: γιους, νύφες, εγγόνια, φίλους, ακόμη και τον νεαρό πάστορα που έχει υποσχεθεί στη μακαρίτισσα σύζυγο του Γουόλτ ότι θα τον φροντίζει. Αγαπά μόνο τη σκύλα του και μια Gran Τorino της δεκαετίας του ΄70- το απόλυτο φετίχ του. Ωσπου στη ζωή του «εισβάλλει» ένας βιετναμέζος πιτσιρίκος, γείτονάς του, τον οποίο ο γερο-Γουόλτ σώζει κατά λάθος. Σταδιακά θα βρει ξανά νόημα ύπαρξης, θα ξαναγίνει πατέρας.

Ο Γουόλτ Κοβάλσκι είναι φορέας όλων των στοιχείων που έχουμε αγαπήσει τόσα χρόνια στην κινηματογραφική περσόνα που λέγεται Κλιντ Ιστγουντ. Είναι ο «Dirty Ηarry» στη σύνταξη, αλλά έχει το ίδιο αποφασιστικό βλέμμα που δηλώνει «μην παίζεις με τα σίδερα». Μπορεί να μην τραβάει το πιστόλι τόσο γρήγορα όσο ο «Ανθρωπος δίχως όνομα» των σπαγκέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, το τραβάει όμως. Με τον ίδιο τσαμπουκά. Και έχει μέσα του την αίσθηση του δικαίου, όπως ο «Εκδικητής εκτός νόμου» και ο «Σιωπηλός καβαλάρης». Συγχρόνως είναι ο σοφός σκηνοθέτης που με λίγα λόγια, λίγα χρήματα και σε λίγο χρόνο μπορεί να φτιάξει μια καταπληκτική, ανθρώπινη ταινία, ικανή να σου βγάλει αβίαστα τόσο το χαμόγελο όσο και το δάκρυ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

«Γκίνες» (2009) του Αλέξη Καρδάρα . Το «Γκίνες» του τίτλου πηγάζει από τις γκίνιες ενός μονίμως γρουσούζη τζογαδόρου ( Γιώργος Πυρπασόπουλος )- τόσο που θα μπορούσε να διεκδικήσει θέση στο βιβλίο Γκίνες. Αναζητώντας τον κρυμμένο θησαυρό στην Ηπειρο, γνωρίζεται με την όμορφη αλλά εξίσου γρουσούζα σύζυγο ενός ντόπιου εστιάτορα σε αναδουλειές ( Μαρκέλλα Γιαννάτου,Στέλιος Μάινας ). Μια χαριτωμένη αλλά ασήμαντη «μαύρη» κωμωδία.

«Μικρές ελευθερίες» (2008) του Κώστα Ζάππα. Μετά το «Τhe last porn movie» και το «Uncut family», ο «βαρόνος» του πειραματικού εγχώριου κινηματογράφου Κώστας Ζάππας ολοκληρώνει την «οικογενειακή τριλογία» του με τη στήριξη των Ζentropa Studios. Προαγωγός πατέρας που επίσης εμπορεύεται μετανάστες, τοξικομανής κόρη που εκπορνεύεται για λογαριασμό του, γιος με αυτοκτονικές τάσεις τον οποίο ο πρώτος θέλει επίσης να εκπορνεύσει. Αποτέλεσμα, ένα εφιαλτικό 90λεπτο υπερβατικού κινηματογράφου.

«Καρουζέλ» (2008) του Σταμάτη Τσαρουχά. Τα τραύματα μιας βιασθείσας στην εφηβεία γυναίκας ( Σοφία Σωτηρίου ) την καταδιώκουν ανελέητα και τα πράγματα χειροτερεύουν όταν κάνει την εμφάνισή του ένας μυστηριώδης τύπος.

ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ

▅ Η ταινία κινουμένων σχεδίων «Ιστορία του Ντεσπερό» («Τales of Desperaux») εξιστορεί τα κατορθώματα ενός πανέξυπνου ποντικού, κάτι που καλώς ή κακώς σε αναγκάζει να τη συγκρίνεις με τον «Ρατατούη»- για να δεις ότι βρίσκεται έτη φωτός πίσω του.

▅ Η ακατανόητη, ασυνάρτητη και ανούσια «Ιστορία με θέμα την αγάπη» («Just another love story», Δανία, 2007) του Ολε Μπόντενταλ ακολουθεί τη μόδα της σπαζοκεφαλιάς με τη δαιδαλώδη αφήγηση, τον κατακερματισμό του χρόνου και την ευκολία ότι... όλα μπορούν να συμβούν ανεξαρτήτως εξηγήσεων. Σπατάλη χρόνου.

  • «Μέρες θυμού» (Δανία, 2008)

Από τις ακριβότερες παραγωγές του σύγχρονου δανέζικου κινηματογράφου, οι «Μέρες θυμού» εξιστορούν τα κατορθώματα δύο θρυλικών δανών αντιστασιακών ( Τούρε Λίντχαρτ και Μαντς Μίκελσεν, στη φωτογραφία) οι οποίοι σκότωναν προπαγανδιστές συνεργάτες των Γερμανών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πληθωρική αυτή ταινία, που δεν κρύβει το κόστος της, έχει το ύφος ενός νουάρ έπους, αλλά παράλληλα «σκάβει» βαθύτερα μιλώντας για τα παρασκηνιακά πολιτικά παιχνίδια που έφεραν τους δύο ήρωες αντιμέτωπους με σκευωρίες τις οποίες δεν μπορούσαν να ελέγξουν και την προδοσία του οράματός τους. «Θα χρειαστούμε ήρωες για να τους μνημονεύουν στα σχολεία» ακούγεται κάποια στιγμή κυνικά στην ταινία, στην οποία η έννοια του ήρωα αποδομείται, αφήνοντας στο τέλος έντονη τη γεύση της πίκρας.
  • «Ρush το επικίνδυνο χάρισμα» (2009, ΗΠΑ)
Απίστευτα μπερδεμένο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, μια σαλάτα με συστατικά την τηλεκίνηση, την ιερομαντεία, την τηλεπάθεια και λοιπά υπερφυσικά φαινόμενα, μέσω των οποίων οι κυβερνήσεις διεξάγουν απόρρητα ερευνητικά προγράμματα με το μυαλό στη θέση του πιο θανάσιμου όπλου. Ανθρωποι που βλέπουν το μέλλον, διαβάζουν τη σκέψη του αντιπάλου, δημιουργούν νέες πραγματικότητες και μετακινούν τηλεκινητικώς πιστόλια. Ο σκηνοθέτης Πολ Μακ Γκουίγκαν (που είχε κάνει ένα δυνατό ξεκίνημα με το «Στοίχημα του Σλέβιν») προσπαθεί να βάλει σε τάξη το χάος με φόντο το Χονγκ Κονγκ και κεντρικό ήρωα έναν αποστασιοποιημένο πρώην πράκτορα, ο οποίος διαθέτει τέτοια φυσικά χαρίσματα ( Κρις Εβανς ) και επανέρχεται στη δράση με τη βοήθεια μιας εξίσου υπερφυσικής έφηβης ( Ντακότα Φάνινγκ ).
  • «Επτά ζωές» (2008, ΗΠΑ)
Ακόμη ένα αίνιγμα για αυτή την εβδομάδα, με τον Γουίλ Σμιθ (στη φωτογραφία) στον ρόλο ενός μυστηριώδους «καλού Σαμαρείτη» ο οποίος προσπαθεί να βελτιώσει τη ζωή επτά άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων, κοινό στοιχείο των οποίων είναι η ανάγκη άμεσης βοήθειας (οικονομικής, ιατρικής και ψυχικής). Το ερώτημα που υποτίθεται ότι κινεί το νήμα της ιστορίας είναι από πού πηγάζει το ενδιαφέρον του. Ωστόσο όλες οι καλές προθέσεις των δημιουργών της ταινίας καταρρέουν εξαιτίας της επίδειξης σκηνοθετικού ύφους από τον Γκαμπριέλε Μουτσίνο , ο οποίος περιπλέκοντας αδικαιολόγητα την ιστορία αδυνατεί να βρει τις ισορροπίες που θα κρατούσαν ζωντανό το ενδιαφέρον. Κρίμα, γιατί η αμέσως προηγούμενη συνεργασία των Σμιθ- Μουτσίνο, το «Κυνήγι της ευτυχίας», ήταν ένα μικρό διαμάντι.

  • ΤΟΥ Ι. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ |ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

ΟΛΕ ΚΡΙΣΤΙΑΝ ΜΑΝΤΣΕΝ: Μέρες θυμού


Αφίσα της ταινίας
Μπαίνοντας οι ναζί στις 9 Απρίλη του 1940 στην Κοπεγχάγη, δεν την βρήκαν άδεια, όπως την Αθήνα, ας πούμε! Πολλοί Δανοί χαιρέτισαν φασιστικά τους εισβολείς και παρέλασαν μαζί τους. Και εκείνοι ανταπέδωσαν! Αφησαν στη θέση της την εκλεγμένη δημοκρατικά δανέζικη αστική κυβέρνηση! Πολιτισμένα πράγματα, δηλαδή!

Από την πρώτη στιγμή της εισβολής, ωστόσο, ένα σημαντικό κομμάτι του δανέζικου λαού, με πρωτοπόρους τους κομμουνιστές (οι οποίοι άφησαν προσωρινά στην άκρη τις διαφορές τους και ενώθηκαν (ΒΟΡΑ), αντέδρασαν δυναμικά (έκδοση εφημερίδας, σαμποτάζ και άλλες δυναμικές ενέργειες). Ενα άλλο κομμάτι, οι αστοί δημοκράτες, πολλοί από τους οποίους πολέμησαν στη Φινλανδία εναντίον της Σοβιετικής Ενωσης, και αυτό έχει τη σημασία του, βγήκαν και αυτοί στην παρανομία!

Αυτοί οι τελευταίοι, με τους οποίους ασχολείται η ταινία (αντιστασιακή οργάνωση «Holger Danske»), συνδέθηκαν αμέσως με τη Μεγάλη Βρετανία, και συντόνισαν τις ενέργειές τους. Κάποιοι από αυτούς, όπως οι δυο πρωταγωνιστές της, ο «Flame» και ο «Citron» (ψευδώνυμα) με το θάρρος τους και τη δράση τους έγιναν λαϊκοί ήρωες.

Η ταινία, και αυτό την κάνει ξεχωριστή, δεν παγιδεύεται από το όνομα των ηρώων ή από την αντιστασιακή συμμετοχή της Δανίας στον αντιναζιστικό πόλεμο, γενικά! Ψάχνει να βρει την αλήθεια για τις δυνάμεις που έδρασαν, και με τον τρόπο που έδρασαν, στη γερμανική κατοχή! Πολύ σοφά αφήνει στην άκρη τους κομμουνιστές (οι οποίοι, σύμφωνα με την ιστορική αλήθεια, αλλά και την ταινία, δεν ήταν μπλεγμένοι σε ίντριγκες αλλά πολεμούσαν αγνά τον φασίστα εχθρό και γι' αυτό, τόσο η Ιστορία όσο και η ταινία, έχουν μόνον καλά λόγια να πουν), και καταπιάνεται με τις ενδο-αστικές πολιτικές πλεκτάνες, τα μεγάλα οικονομικά συμφέροντα της αστικής τάξης και τις εθνικές και διεθνείς συγκρούσεις για την εξουσία! Η ταινία, εξαιρώντας τους κομμουνιστές, καταλήγει, τελικά, πως η αντίσταση της αστικής τάξης της Δανίας ενάντια στο ναζισμό δεν ήταν και τόσο καθαρή! (Σας θυμίζει Ελλάδα, ίσως; Δίκιο έχετε!)

Ο πολύ καλός και πολύ δημιουργικός σκηνοθέτης Ολε Κρίστιαν Μάντσεν, με εξαιρετικό κινηματογραφικό τρόπο, με τη δράση του, με τις θαυμάσιες ερμηνείες των ηθοποιών του, με τις σωστά δραματουργικά επιλεγμένες γωνίες της μηχανής του, με τους πολύ καλούς φωτισμούς του, με τη λειτουργική μουσική και τους επίσης λειτουργικούς ήχους του, με την «αντιστασιακή» δραματική ατμόσφαιρα που δημιούργησε, με το εντεινόμενο «μυστήριο», μας μπάζει δυναμικά σε έναν κόσμο που, με λίγες εξαιρέσεις, όπως οι δύο κεντρικοί ήρωες, μπάζει! Στο τέλος η ταινία, και μαζί της και ο θεατής, θα καταλήξουν πως η αστική τάξη, τελικά, είναι ενιαία και έχει ενιαίες συμπεριφορές και αντιδράσεις! Κάποιες φορές, βέβαια, κάποιοι αστοί αναγκάζονται να καταφύγουν σε σκληρότερα μέτρα (ναζισμός, επιθετικοί πόλεμοι, Βιετνάμ, Ιράκ, κλπ.) και κάποιοι άλλοι να τους εναντιώνονται! Στόχος και σκοπός και των δύο πλευρών είναι η εξουσία και οι απολαβές της! Το πρόσχημα, βέβαια, εξαρτάται από τις περιστάσεις!

Κανένας δεν πρέπει να αρκεστεί στο πρώτο επίπεδο της ταινίας, που είναι η δράση, οι παλικαρισμοί και οι ατομικές - προσωπικές συγκρούσεις των ηρώων. Στοιχεία άφθονα στην ταινία. Ο καλός Δανός σκηνοθέτης, είναι φανερό, σε άλλα έχει το μυαλό και εκεί θέλει να κατευθύνει το θεατή του. Στην ανάλγητη στάση και δράση της δανέζικης αστικής τάξης, ακόμα και σε κρίσιμες εθνικές στιγμές, για τη νομή της εξουσίας! Με αυτήν την έννοια, η ταινία είναι άκρως τολμηρή, κριτική και διδακτική!

Παίζουν: Θούρε Λίντχαρντ, Μαντς Μίκελσεν, Στίνε Στένγκαντε, Πέτερ Μίγκιντ, κ.ά.