Saturday, November 21, 2009

«Οι Βαλκάνιοι λέμε τις πιο δυνατές ιστορίες»

  • Ως Γκόραν Πασχάλης συστήθηκε ο Σέρβος σκηνοθέτης Γκόραν Πασκάλιεβιτς στο masterclass που έδωσε. Πρέπει να ήταν το πιο συνωστισμένο τού φεστιβάλ. Δεν υπήρχε ούτε κενό... σκαλάκι.

Αγαπημένη ταινία του Γκόραν Πασκάλιεβιτς είναι το «Ονειρο χειμωνιάτικης νύχτας» (2004), στο οποίο έπαιζε κι ένα αυτιστικό κοριτσάκι

Αγαπημένη ταινία του Γκόραν Πασκάλιεβιτς είναι το «Ονειρο χειμωνιάτικης νύχτας» (2004), στο οποίο έπαιζε κι ένα αυτιστικό κοριτσάκι

Αποκάλυψε ότι ο παππούς του ήταν Θεσσαλονικιός. Γι' αυτό και θεωρεί μεγάλη τιμή τον «Χρυσό Αλέξανδρο» που του δόθηκε. Τόσο πολύ που άφησε σε δεύτερη μοίρα το αφιέρωμα που του έκανε πριν δύο χρόνια το «ΜοΜΑ» στη Νέα Υόρκη.

Παρόλο που έχει γυρίσει μια ταινία στην Αμερική -«Twilight time» (1982) με τον Καρλ Μάλντεν- και έκτοτε του έκαναν πολλές προτάσεις, θέλει να μείνει μακριά από το Χόλιγουντ. «Προτιμώ να δουλεύω με Σέρβους παρά με Αμερικανούς ηθοποιούς. Ο Αμερικανός παραγωγός μου ήθελε να ακολουθούμε πιστά το σενάριο. Εγώ όμως δεν δουλεύω χωρίς αυθορμητισμό. Δεν μπορώ να μπω σε ένα σύστημα, όπως είναι το χολιγουντιανό. Αυτή η ταινία δεν μου άρεσε καθόλου γιατί ένιωσα ότι έχασα την ψυχή μου», έλεγε.

«Η ψυχή μου είναι βαλκανική», επέμενε ο σκηνοθέτης της «Πυριδιταποθήκης». Και παρότρυνε τους θεατές να συγκρίνουν τον βαλκανικό με τον γαλλικό κινηματογράφο. «Δείχνει τη γαλλική κοινωνία σαν παράδεισο ενώ οι βαλκανικές ταινίες απεικονίζουν έναν κόσμο γεμάτο προβλήματα. Μπορεί οι δικές μας να είναι πιο φτηνές, αλλά έχουν πιο δυνατές ιστορίες», είπε. Και έχει απόλυτο δίκιο.

Οι δικές του είναι συνήθως εμπνευσμένες από τις κοινωνικοπολιτικές συνθήκες της Γιουγκοσλαβίας και ειδικά τις επιπτώσεις του πολέμου στη ζωή των απλών ανθρώπων. Οσο χιούμορ και να κρύβουν οι καθημερινές ιστορίες περιθωριακών ηρώων που επιλέγει, ο πυρήνας τους είναι πάντοτε σκοτεινός και υπονομευτικός απέναντι στο καθεστώς. Την τόλμη του την έχει πληρώσει. Οταν με αφορμή την ταινία «Ειδική θεραπεία» (1980) είχε πει σε δημοσιογράφο ότι αναφέρεται σε δικτάτορες, όπως ο Στάλιν και ο Τίτο, του έκοψαν τις επιχορηγήσεις για τρία χρόνια. Τότε ήταν που πήγε στην Αμερική να δουλέψει.

Αγαπημένη από τις ταινίες του είναι το «Όνειρο χειμωνιάτικης νύχτας» (2004) -μια αλληγορία για τη σκληρή πραγματικότητα της σύγχρονης Σερβίας- διότι έναν από τους τρεις βασικούς χαρακτήρες ερμηνεύει ένα αυτιστικό κορίτσι, παίζοντας τον εαυτό της. Η τελευταία του, πάντως, το «Ταξίδια του μέλιτος», που προβλήθηκε χθες, ήταν η πρώτη σερβο-αλβανική παραγωγή στην ιστορία του κινηματογράφου.

Ο «ιδεολόγος της αταξίας» ξεσκόνισε τις φωτογραφίες του

  • Χωράνε 19 ταινίες σε 250 φωτογραφίες; Χωράει το έργο του Νίκου Κούνδουρου σε μια έκθεση φωτογραφίας; Σίγουρα όχι. Ομως το άρωμά του αναδύεται. Η αισθητική, η εικαστικότητά, η ιδιαίτερη γραφή του εκφέρεται με τις δυνατές εικόνες που ο ίδιος επέλεξε.

Το «Σημάδι της Αφροδίτης» («Μικρές Αφροδίτες») απέσπασε το 1963 το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου

Το «Σημάδι της Αφροδίτης» («Μικρές Αφροδίτες») απέσπασε το 1963 το βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βερολίνου

Ουσιαστικά ο Νίκος Κούνδουρος επέλεξε κινηματογραφικά καρέ (negatif) μεγέθους μόλις 35 χιλιοστών και με τη βοήθεια της σύγχρονης τεχνολογίας τα μεγέθυνε και τα εκτύπωσε σε μεγάλο φορμά (50x120 εκατοστά), ώστε να αποτελούν αυτόνομους πίνακες φωτογραφικής τέχνης. Και το πέτυχε.

«Ονόμασα stop carre την έκθεση, με την ελπίδα ο θεατής να θελήσει να πατήσει κάποιο αόρατο κουμπί και να τις βάλει σε κίνηση. Κρέμασα το ημερολόγιο 50 χρόνων παιδεμού με τα σχήματα, το φως και τα σκοτάδια της δουλειάς μου. Καταθέτω τα κατακερματισμένα κομμάτια της ζωής μου στον κινηματογράφο...», εξηγεί ο ίδιος.

Οι 250 φωτογραφίες εκτίθενται σε τρεις διαφορετικούς χώρους: από απόψε (και έως 6/12) στο μουσείο Μπενάκη της Πειραιώς 138, από την ερχόμενη Τετάρτη (και έως 16/1) στο μουσείο Γ. Γουναρόπουλου (Γ. Γουναρόπουλου 6 & Φρυγίας στα Ιλίσια) και από την 1η Δεκεμβρίου (έως 31/12) στη νέα στέγη της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, στο κτίριο «Λαΐς» (Ιερά Οδός 48 & Μεγ. Αλεξάνδρου).

Το μεγάλο αφιέρωμα στον Ελληνα σκηνοθέτη περιλαμβάνει και προβολές των ταινιών του και στους τρεις χώρους, ομιλίες για το έργο του, ακόμη και μουσικές εκδηλώσεις. Οπως η συναυλία της Ντόρας Μπακοπούλου την 1η Δεκεμβρίου στην Ταινιοθήκη (στις 8 μ.μ.), με το έργο «Για μια μικρή λευκή αχιβάδα», που ο Μάνος Χατζιδάκις έχει αφιερώσει στον Νίκο Κούνδουρο.

Ο «ιδεολόγος της αταξίας», όπως ο ίδιος χαρακτηρίζει τον εαυτό του, εμφανίστηκε στον κινηματογράφο με τη «Μαγική πόλη» το 1954. Μας έδωσε 19 ταινίες, από τις οποίες αρκετές (όπως οι «Παράνομοι» ή το «Ποτάμι») απαγορεύτηκαν και ξεχάστηκαν δεκαετίες ολόκληρες σε αποθήκες. Ακόμη και ο αναγνωρισμένος «Δράκος», θυμόταν χθες, όταν πρωτοπαίχτηκε το 1956 κατέβηκε μετά από δύο κιόλας μέρες. «Για χρόνια ολόκληρα πλήρωνα στον Σπ. Σκούρα τα εισιτήρια που εγγυήθηκα ότι θα έκανα...», λέει.

«Για χρόνια πλήρωνα στον Σκούρα τα εισιτήρια που εγγυήθηκα ότι θα έκανα με τον "Δράκο"...», θυμήθηκε χθες ο Νίκος Κούνδουρος

«Για χρόνια πλήρωνα στον Σκούρα τα εισιτήρια που εγγυήθηκα ότι θα έκανα με τον "Δράκο"...», θυμήθηκε χθες ο Νίκος Κούνδουρος

Το 1963, όμως, ήρθε το «Σημάδι της Αφροδίτης», που απέσπασε στο φεστιβάλ του Βερολίνου το βραβείο σκηνοθεσίας, καθώς και το βραβείο της διεθνούς Ενωσης Κριτικών. «Και έγινα πλούσιος», είπε ο Νίκος Κούνδουρος. Περιέγραψε γλαφυρότατα πώς διαπραγματεύτηκε με τους Γερμανούς την πώλησή της. Ξεναγώντας μας, πάντως, στην έκθεση αποκαλύφθηκε μπροστά στις φωτογραφίες μιας άλλης ταινίας, του «Μπάιρον, μπαλάντα για ένα δαίμονα» (1992). «Ο,τι και να λένε, θεωρώ πως είναι ό,τι καλύτερο έχω κάνει...».

Τις φωτογραφίες τις «πείραξε», τις «διόρθωσε», όπως είπε. Σε κάποιες αφαίρεσε κάτι, ένα πρόσωπο για παράδειγμα, και σε άλλες πρόσθεσε. «Εβγαλα ότι δεν μου άρεσε και χωρίς σκόνη και παράσιτα τις παραδίδω...».

Η έκθεση, την οποία συνδράμει και η Διεθνής Συνομοσπονδία Κινηματογραφικών Αρχείων (FIAF), συνοδεύεται από ομώνυμο λεύκωμα (εκδόσεις Ergo).

Στην Ταινιοθήκη της Ελλάδος ενδιαφέρον παρουσιάζει και το κινηματογραφικό αφιέρωμα (σε συνεργασία με το Ιδρυμα Μελίνα Μερκούρη), που εστιάζει στην ασπρόμαυρη περίοδο του δημιουργού. Πλαισιώνεται από μια επιλογή ταινιών (Ντασσέν, Μανθούλη, Θέου, Κύρου, Κακογιάννη, Γρηγορίου κ.ά.), οι οποίες «αποτυπώνουν την εμφάνιση του πρώτου κύματος του εγχώριου σινεμά d' auteur», σύμφωνα με τη γενική γραμματέα της Ταινιοθήκης, αναπλ. καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών, Μαρία Κομνηνού. «Ηδη από τη δεκαετία του '50 της μετεμφυλιακής Ελλάδας, τα τρομερά αυτά παιδιά του πρώτου κύματος της κινηματογραφοφιλίας, συναντούν τους Τσαρούχη, Χατζιδάκι, Μαργαρίτα Λυμπεράκη, Θεοδωράκη και Βασιλικό και αρχίζει η πρώτη άνοιξη του ελληνικού κινηματογράφου», τόνισε.

* Info: είσοδος ελεύθερη και στους τρεις χώρους. Πληροφορίες: μουσείο Μπενάκη τηλ.: 210-3453111, Ταινιοθήκη τηλ.: 210-3609695, Μουσείο Γουναρόπουλου τηλ.: 210-7487657.

Αθεος ιερέας και αστυνόμος με συνείδηση

  • Η διαθήκη ενός άθεου Καθολικού ιερέα του 17ου αιώνα στάθηκε η βάση για την πολύ ενδιαφέρουσα ταινία «Η διαθήκη του ιερέα Ιωάννη Μελιέ» του Δημήτρη Κολλάτου, που είδαμε στο ελληνικό τμήμα του φεστιβάλ.

Ο Δημήτρης Κολλάτος με τη «Διαθήκη του ιερέα Ιωάννη Μελιέ» υπογράφει την πιο συγκροτημένη ταινία του εδώ και χρόνια

Ο Δημήτρης Κολλάτος με τη «Διαθήκη του ιερέα Ιωάννη Μελιέ» υπογράφει την πιο συγκροτημένη ταινία του εδώ και χρόνια

Η διαθήκη αυτή αρνείται την κόλαση και τον παράδεισο και χαρακτηρίζει την ιστορία του Ιησού παραμύθι, που κρατάει τους φτωχούς και τους καταπιεσμένους από οποιαδήποτε αντίδραση ή εξέγερση προς όφελος της Εκκλησίας (και όχι μόνο της καθολικής) και των πλουσίων. Την ανακαλύπτει ο πατέρας Ιωάννης, ένας νέος καθολικός ιερέας στην Τήνο, κι αρχίζει να την εφαρμόζει στα ανατρεπτικά του κηρύγματα.

Ο Κολλάτος παρουσιάζει το αντιθρησκευτικό αυτό μανιφέστο του μέσα από την πορεία του νεαρού ιερέα του, ενώ, παράλληλα, σε μια σειρά φλας-μπακ (γυρισμένα σε μαυρόασπρο, εικαστικά αυστηρό φιλμ που θυμίζει ταινίες του Μπρεσόν), καταγράφει την πορεία του ίδιου του πατέρα Μελιέ (τον ερμηνεύει πολύ συγκρατημένα ο Κολλάτος), στο χωριό του οποίου κάποια στιγμή ταξιδεύει και ο πατήρ Ιωάννης. Το σενάριο στηρίζεται ουσιαστικά στα γραφτά από τη διαθήκη του Μελιέ (και το βιβλίο που έγραψε ο ίδιος ο Κολλάτος), διαθήκη που επηρέασε τον Ντιντερό (πιθανόν και τον Βολταίρο) και πολλούς άλλους. Η ταινία, αναπόφευκτα, φέρνει στον νου τον «Γαλαξία» του Λουίς Μπουνιουέλ. Εκείνο όμως που πιστεύω ότι της λείπει είναι το χιούμορ και κάποιος σουρεαλισμός, που θα την απογείωναν. Πάντως, όπως έχει, παραμένει η πιο συγκροτημένη και σοβαρή δουλειά, εδώ και πολλά χρόνια, του σκηνοθέτη της.

Για όσους θέλουν να δουν μερικές πράγματι εξαιρετικές ταινίες, πρέπει να ψάξουν στο αφιέρωμα στον φιλιππινέζικο κινηματογράφο στο τμήμα «Μέρες ανεξαρτησίας». Ιδιαίτερα τις ταινίες των Μπριγιάντι Μεντόζα, Λαβ Ντίαζ και Ράγια Μαρτίν. Ο Μεντόζα είναι αναμφισβήτητα ο πιο σημαντικός και ο πιο γνωστός στο δυτικό κοινό σκηνοθέτης. Το αφιέρωμα προβάλλει τρεις ταινίες του («Λόλα», «Tirador» και «Kinatay»). Σε όλες κάνει μια έντονη κριτική ενός διεφθαρμένου κοινωνικού και πολιτικού συστήματος. Αναμφισβήτητα, η πιο συγκλονιστική, η πιο σκληρή είναι το «Kinatay» (σίγουρα όχι για όσους δεν έχουν γερά νεύρα), βουτηγμένη σε μια κατάμαυρη ατμόσφαιρα, από τις πιο σημαντικές του φεστιβάλ.

Πρωταγωνιστής της ταινίας, που βασίζεται σε πραγματικό γεγονός, είναι νεαρός μαθητευόμενος αστυνομικός που, για να βγάλει μερικά έξτρα χρήματα, αποφασίζει να συμμετάσχει σε μια περίεργη «επιχείρηση» που του προτείνει διεφθαρμένος αστυνομικός: την απαγωγή, την κακοποίηση και την άγρια δολοφονία μιας πόρνης.

Ευκαιρία για τον Μεντόζα να κάνει ένα καυστικό σχόλιο πάνω στις αστυνομικές μεθόδους αλλά και τη διαφθορά στον χώρο της αστυνομίας και σε μια κοινωνία που την αποδέχεται. Η ταινία είναι δοσμένη μέσα από συνεχή νυχτερινά τράβελινγκ, που δημιουργούν ένα είδος κατάδυσης στην κόλαση. Φτάνει στις πιο άγριες στιγμές της με τον ακρωτηριασμό του πτώματος του κοριτσιού. *

Η Ιαπωνία είναι γεμάτη νέους με κατάθλιψη

Ο Κότζι Γουακαμάτσου είναι μια αντισυμβατική προσωπικότητα, όπως και το σινεμά του. Οσο οργισμένος ήταν ο ίδιος από μικρός -έζησε στο δρόμο, έγινε γκάνγκστερ, είχε συνεχώς μπλεξίματα με την αστυνομία- τόσο επιθετικές και ανατρεπτικές ήταν οι ταινίες του. Είναι από τους πρωτοπόρους της Pink Eiga, ενός κινηματογραφικού είδους που αναπτύχθηκε στην Ιαπωνία τη δεκαετία του 1960 -σε εποχές λογοκρισίας- και συνδύαζε τον ερωτισμό με τον πολιτικό λόγο.

«Στην Ιαπωνία, οι σκηνοθέτες χαϊδεύουν την εξουσία. Το βρίσκω άθλιο», λέει ο Κότζι Γουακαμάτσου

«Στην Ιαπωνία, οι σκηνοθέτες χαϊδεύουν την εξουσία. Το βρίσκω άθλιο», λέει ο Κότζι Γουακαμάτσου

Ηρθε στο 50ό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης για το αφιέρωμα στο έργο του που πραγματοποιεί το τμήμα «Ημέρες Ανεξαρτησίας», με καλλιτεχνικό διευθυντή τον Λευτέρη Αδαμίδη.

Σήμερα, στις 3 μ.μ., στην αίθουσα «Τζον Κασσαβέτης», θα προβληθεί η ταινία του «Ενωμένος Κόκκινος Στρατός» (2008) με θέμα τη φράξια που δημιουργήθηκε το 1972 στην Ιαπωνία μέσα στους κόλπους των φοιτητικών κινημάτων ως αντίδραση στη χρήση της χώρας ως στρατιωτικής βάσης από τους Αμερικανούς στο Βιετνάμ.

  • Πώς αποφασίσατε να κάνετε το «Ενωμένος Κόκκινος Στρατός»;

«Ηθελα να ερευνήσω τους λόγους για τους οποίους το νέο αριστερό κίνημα στην Ιαπωνία κατέρρευσε μέσα σε ελάχιστο χρόνο αλλά και τι οδήγησε στο θάνατο πολλών από εκείνους τους ανθρώπους».

  • Ποια είναι η προσωπική σας εμπειρία από τις εξεγέρσεις τότε; Διάβασα ότι υπήρξατε φίλος με ορισμένους τρομοκράτες.

«Το 1968 ήταν το πλέον δυναμικό έτος του φοιτητικού κινήματος στην Ιαπωνία. Είχαμε το Βιετνάμ, στη διάρκεια του οποίου η ιαπωνική κυβέρνηση έστειλε όπλα και πυρομαχικά, εμπλέκοντας με αυτόν τον τρόπο τη χώρα στη δολοφονία Βιετναμέζων. Σε συνδυασμό με αυτά που έγιναν στο Β' Παγκόσμιο Πόλεμο δημιουργήθηκε οργή. Το 1971, ο συνεργάτης μου, σκηνοθέτης και σεναριογράφος, Μασάο Αντάτσι, καθώς επέστρεφε από τις Κάνες, πήγε στην Παλαιστίνη παίρνοντας μαζί την ταινία του The "Red Army/PFLP: Declaration of World War". Οταν γύρισε στην Ιαπωνία οι ακτιβιστές έκαναν καμπάνια να προβληθεί. Πολλοί θεωρούσαν ότι ο μόνος δρόμος είναι ο ένοπλος αγώνας και πήγαν σε αραβικές χώρες. Αυτό έκανε και ο Αντάτσι. Βγήκε ένταλμα έρευνας στο σπίτι του επειδή γύριζε πολιτικές ταινίες, είχε σχέση με τον Κόκκινο Στρατό, αλλά και με εμένα. Τελικά του αφαιρέθηκε το διαβατήριο».

  • Είναι αλήθεια ότι βάλατε φωτιά στο σπίτι σας για τις ανάγκες μιας σκηνής του «Ενωμένου Κόκκινου Στρατού»;

«Εβαλα ενέχυρο σπίτι και γραφείο στην τράπεζα, πούλησα τον κινηματογράφο που είχα στη Ναγκόγια και διέλυσα το σκηνικό που προέβλεπε το σενάριο για το ορεινό κατάλυμα στην Ασάμα. Δεν είχα πια τίποτε. Αν, όμως, ο άνθρωπος έχει κάπου να ακουμπήσει το κεφάλι του και λίγο ρύζι να φάει, μπορεί να ζήσει μια χαρά. Τα έκανα όλα μόνος μου. Προβάλαμε την ταινία σε σχολεία αλλά και σε αίθουσες με μεγάλη επιτυχία. Ξεπληρώνω με αυτήν μια υποχρέωση στο γεγονός ότι μέχρι σήμερα είμαι ζωντανός, έχοντας περάσει από τα κινήματα αντίστασης του '68 και χωρίς καν να έχω επιστρατευτεί».

  • Ποια είναι η άποψή σας για τη σύγχρονη τρομοκρατία, που έχει ολοένα και περισσότερο την όψη θρησκευτικού φανατισμού;


«Δεν ξέρω τι ονομάζουμε τρομοκρατία. Μπορούμε να θεωρήσουμε τρομοκρατικό γεγονός την 11η Σεπτεμβρίου. Αλλά θεωρώ τρομοκρατία και την ατομική βόμβα που έριξε η Αμερική στην Ιαπωνία ή όσα έκαναν οι Αμερικανοί στο Βιετνάμ. Υπάρχουν δύο είδη τρομοκρατίας: εκείνη που έχει σχέση με την προστασία της χώρας και εκείνη που έχει σχέση με την επίθεση σε μια άλλη. Παρ' όλο που εδώ και δύο δεκαετίες έχω σχετιστεί με την Παλαιστίνη και δεν συμφωνώ με το να βάζουμε και τα δύο είδη "τρομοκρατίας" στο ίδιο τσουβάλι, πιστεύω ότι η αιματοχυσία πρέπει να σταματήσει. Η ρίζα του προβλήματος βρίσκεται στο Ισραήλ. Αλλά και η Παλαιστίνη χρησιμοποιεί βίαιες μεθόδους».

  • Υπάρχει κάποιου είδους κληρονομιά του «Κόκκινου Στρατού» στη σημερινή Ιαπωνία;

«Αμφιβάλλω. Η Ιαπωνία αλλάζει όπως και οι γειτονικές χώρες, Κορέα και Κίνα. Θεωρώ όμως ότι η Αριστερά στην Ιαπωνία έχει την ίδια συμπεριφορά με τους θεατές του θεάτρου. Μόλις τελειώσει το πανηγύρι, όλοι πηγαίνουν σπίτι τους. Κι έτσι, όλα πάνε κατά διαβόλου».

  • Ποια ήταν η κεντρική ιδέα τής Pink Eiga; Με ποιον τρόπο ο ερωτισμός συνδέεται με τον πολιτικό λόγο;

«Το όνομα -που σκέφτηκε ένας δημοσιογράφος- καθιερώθηκε για λόγους εντυπωσιασμού. Δεν νομίζω ότι γύρισα ποτέ ροζ ταινία. Οι ταινίες πίνκου έιγκα αλλά και οι γιάκουζα (γκανγκστερικές) έχουν αξία. Στη δική μας περίπτωση, οι θεατές έρχονταν για να δούνε γυναικείο γυμνό και εμείς τους ξεγελούσαμε με αυτόν τον τίτλο. Στο τέλος του '70 οι ταινίες της Pink Eiga άρχισαν να θεωρούνται ανοιχτά αντάρτικες, ένα είδος τακτικού νόμιμου στρατού. Οταν άρχισαν να τις επαινούν, σταμάτησα να ασχολούμαι με το είδος».

  • Η ταινία σας «Secrets behind the wall» προκάλεσε το 1965 μέχρι και διπλωματικό επεισόδιο μεταξύ Ιαπωνίας και Γερμανίας...

«Προβλήθηκε στο επίσημο πρόγραμμα τού Φεστιβάλ Βερολίνου και θεωρήθηκε ντροπή για την Ιαπωνική Ενωση Κινηματογράφου και εθνική ατίμωση. Ξεκίνησε τεράστια φασαρία. Η ταινία έδειξε στον κόσμο και τη χώρα μας το πραγματικό πρόσωπο της Ιαπωνίας. Μέχρι τότε, οι νεανικές ιαπωνικές ταινίες έδειχναν τους νέους να οδηγούν BMW, να κάνουν βόλτες με γιοτ και να παίζουν κιθάρα. Καμία δεν έδειχνε ότι η χώρα ήταν γεμάτη καταθλιπτικούς νέους ανθρώπους».

  • Αναγνωρίζετε σύγχρονα κινήματα στο σινεμά ή σε άλλες μορφές τέχνης με τον επαναστατικό χαρακτήρα της Pink Eiga;

«Ο κινηματογράφος της Ιαπωνίας είναι εξαρτημένος από τις κρατικές επιχορηγήσεις. Ετσι, οι σκηνοθέτες χαϊδεύουν την εξουσία. Το βρίσκω άθλιο. Θεωρούν ότι ο κινηματογράφος δεν πρέπει να ανακατεύεται με την πολιτική και τα κινήματά της».

  • Υπάρχουν ιαπωνικές ταινίες που σας τραβούν το ενδιαφέρον;

«Δεν με ενδιαφέρει κανένας άλλος Ιάπωνας σκηνοθέτης».

*Ευχαριστούμε για τη μετάφραση τον Γκο Χιρασάουα (κριτικό κινηματογράφου και στενό φίλο του Κότζι) και τον Πάνο Ευαγγελίδη. *

Το σινεμά συμφιλιώνει τη Μέση Ανατολή

  • 50ό ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗΣ

  • Πολιτικά και κοινωνικά προβλήματα στο σύγχρονο Ισραήλ κυριάρχησαν στις δυο ταινίες που είδαμε χθες σε διάφορα προγράμματα του φεστιβάλ Θεσσαλονίκης.

Σκηνή από την ταινία «Ατζαμί», που αναφέρεται στους κατοίκους μιας φτωχικής πολυπολιτισμικής συνοικίας της Γιάφα (Εβραίοι, μουσουλμάνοι, χριστιανοί)

Σκηνή από την ταινία «Ατζαμί», που αναφέρεται στους κατοίκους μιας φτωχικής πολυπολιτισμικής συνοικίας της Γιάφα (Εβραίοι, μουσουλμάνοι, χριστιανοί)

* Στην περιοχή Ατζαμί, μια φτωχική πολυ-πολιτισμική συνοικία (Εβραίων, Μουσουλμάνων, Χριστιανών) της Γιάφα εκτυλίσσεται η εξαιρετική «Ατζαμί» τού διεθνούς διαγωνιστικού τμήματος, που συν-σκηνοθέτησαν ο Παλαιστίνιος, κάτοικος της Γιάφα, Σκαντάρ Κόπτι και ο Εβραίος Γιαρόν Σάνι.

Μέσα από διάφορα επεισόδια, οι δύο σκηνοθέτες παρουσιάζουν τα προβλήματα, τα αδιέξοδα και τις, συχνά αιματηρές, συγκρούσεις των κατοίκων της επικίνδυνης αυτής περιοχής: ενός αθώου Αραβα που προσπαθεί να ξεπληρώσει σε μια ομάδα γκάνγκστερ το χρέος του μεγαλύτερου αδερφού του για να μη τον σκοτώσουν, ενός άλλου Παλαιστίνιου από τη Ναμπλίς, που βρίσκεται παράνομα στην περιοχή και που εργάζεται για να καλύπτει τις ιατρικές συνταγές της μητέρας του, ενός Ισραηλίτη αστυνομικού, που προσπαθεί να βρει τον εξαφανισμένο στρατιώτη αδερφό του κι ενός απολιτικού Αραβα (τον ερμηνεύει ο Σκαντάρ Κόπτι, ένας από τους σκηνοθέτες της ταινίας) που τον μισούν οι συμπατριώτες του επειδή τα έχει φτιάξει με μια Ισραηλινή και ο οποίος κάθε τόσο παρενοχλείται από την ισραηλινή αστυνομία εξαιτίας του μπλεγμένου με το λαθρεμπόριο ναρκωτικών αδερφού του.

Εκείνο που πετυχαίνουν οι σκηνοθέτες είναι να συνδυάσουν, με τον καλύτερο και πιο αρμονικό τρόπο, τα πολιτικά με τα προσωπικά προβλήματα των χαρακτήρων τους (τους ερμηνεύουν ερασιτέχνες ηθοποιοί), τοποθετώντας τους σε γνήσιες καταστάσεις και αυθεντικούς χώρους. Το στοιχείο αυτό τους δίνει την ευκαιρία να τονίσουν την ανθρώπινη -με όλες τις αδυναμίες τους- πλευρά τους έτσι ώστε να τους γνωρίσουμε και να τους συμπονέσουμε. Δεν τους εμποδίζει, όμως, από το να τονίσουν τη σκληρότητα της ζωής και των τυχαίων περιστάσεων, που οδηγούν σε απρόσμενες τραγωδίες, στις οποίες συχνά μπλέκονται και αθώοι άνθρωποι. Ακριβώς μέσα από αυτά τα πάθη, τα μίση και τα λάθη, αλλά και την αναγνώριση των λαθών αυτών, πηγάζει, μας λένε οι δύο σκηνοθέτες -ο Εβραίος και ο Παλαιστίνιος - η συμφιλίωση. Το δείχνει και η απρόσκοπτη και τόσο ζεστή συνεργασία τους.

* Ο πόλεμος και η φρίκη του είναι στο επίκεντρο και της ταινίας «Λίβανος» του Ισραηλινού Σάμουελ Μάοζ, που κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο φετινό Φεστιβάλ Βενετίας -προβλήθηκε στο τμήμα «Μέρες Ανεξαρτησίας» του φεστιβάλ. Βασισμένη στις εμπειρίες του ίδιου του σκηνοθέτη, παρουσιάζει την εφιαλτική περιπέτεια τεσσάρων 20χρονων αγοριών, μελών του ισραηλινού στρατού, που στον πρώτο πόλεμο του Λιβάνου, το 1982, στέλνονται μ' ένα τανκ να κάνουν έρευνες σε εχθρική πόλη. Η αποστολή μετατρέπεται σε μια αιματηρή εμπειρία -ανάμεσα στις πιο συγκλονιστικές στιγμές, η σκηνή με τη γυναίκα που καίγεται. Ο σκηνοθέτης την καταγράφει με τρόπο ρεαλιστικό, δημιουργώντας μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα τρόμου -ολόκληρη σχεδόν η ταινία είναι γυρισμένη μέσα στο τανκ- που τη ζει, σε κάθε λεπτό, μαζί με τους τέσσερις νεαρούς στρατιώτες, και ο θεατής. *

Από μέρα... σε μέρα

  • ** Ελυσε κάθε απορία, αν βέβαια υπήρχε, ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, χθες στη συνέντευξη Τύπου της κριτικής επιτροπής του Διεθνούς Διαγωνιστικού Τμήματος, της οποίας είναι πρόεδρος. «Ηρθα στο φεστιβάλ μόνο και μόνο επειδή το σνομπάρισαν οι άλλοι.

«Ηρθα στο φεστιβάλ γιατί το σνομπάρισαν οι άλλοι», είπε ο Τεό

«Ηρθα στο φεστιβάλ γιατί το σνομπάρισαν οι άλλοι», είπε ο Τεό

Υπάρχει μια ολόκληρη ομάδα σκηνοθετών που απέχει. Είναι λάθος τους. Γι' αυτό είμαι εδώ». Δεν θα μπορούσε να είναι πιο σαφής. Τα συμπεράσματα δικά σας.

** Το πρώτο πράγμα που ζητήθηκε από τα μέλη της κριτικής επιτροπής ήταν να απαντήσουν στο ερώτημα που θέτει φέτος το φεστιβάλ: «Why cinema now?». Το συμπέρασμα από τις απαντήσεις; Αμηχανία, προσωπικές εξομολογήσεις, γενικότητες και αερολογίες. Απ' ό,τι φαίνεται η ερώτηση είναι κενή περιεχομένου. Αν δεν βρίσκουν κάτι ουσιώδες και έξυπνο να απαντήσουν καταξιωμένοι άνθρωποι του σινεμά, τι να πούμε οι υπόλοιποι; Ισως... «why not cinema now?».

** Περισσότερο νόημα έχει ένα άλλο ερώτημα: «Where is greek cinema?». Δεν αναφέρομαι μόνο στην αποχή των «κινηματογραφιστών στην ομίχλη», που συνέβαλε στην υποτονικότητα της διοργάνωσης. Αναφέρομαι κυρίως στο επετειακό αφιέρωμα του φεστιβάλ για τον εορτασμό των πενήντα χρόνων του. Περιορίστηκε σε μια εκδήλωση, όπου τιμήθηκαν ο Νίκος Κούνδουρος και άλλοι σημαντικοί άνθρωποι του κινηματογράφου και προβλήθηκε το «Ποτάμι». Η αίθουσα δεν ήταν γεμάτη και βάζω στοίχημα ότι οι περισσότεροι ήρθαν για να δουν την ταινία του Κούνδουρου και όχι για λόγους συναισθηματικούς ή έστω ιστορικούς.

Ο κ. Οσκαρ, Σιντ Γκάνις, πρότεινε: «Κάντε κι εσείς Ακαδημία Κινηματογράφου»

Ο κ. Οσκαρ, Σιντ Γκάνις, πρότεινε: «Κάντε κι εσείς Ακαδημία Κινηματογράφου»

* Το κοινό δεν συγκινείται με επετείους -η προχθεσινή εκδήλωση συνέπεσε με αυτή του Πολυτεχνείου- ούτε διψάει για ιστορική μνήμη. Το ίδιο ισχύει προφανώς και για το φεστιβάλ, που ξεμπέρδεψε στο... πόδι με τα πενήντα του χρόνια με μια τελετή που μόνο αμηχανία και στενοχώρια μπορούσε να προκαλέσει. Δεν είδαμε ούτε καν ένα αναμνηστικό-αναδρομικό «τρέιλερ». Τόσοι και τόσοι σκηνοθέτες πέρασαν από το φεστιβάλ, τόσες και τόσες ταινίες. Πού χάθηκε μισός αιώνας ελληνικού σινεμά; Τον πήρε... το ποτάμι;

* Μία σημαντική προσωπικότητα του κινηματογράφου, ο ελληνικής καταγωγής Σιντ Γκάνις, πρόεδρος της Ακαδημίας των Οσκαρ για μια τετραετία (αποχώρησε πριν από δύο μήνες), ήρθε στη Θεσσαλονίκη. Αφού του έγινε ένα μικρό briefing για τα ημέτερα προβλήματα (αποσύνδεση των Κρατικών Βραβείων από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης και ίδρυση Ακαδημίας Κινηματογραφιστών, που θα αναλάβει την απονομή τους) η θέση του ήταν αυτονόητη. «Φαντάζομαι πόσο απογοητευμένοι είναι οι σκηνοθέτες σας. Είμαι υπέρ της ίδρυσης Ακαδημίας. Είναι ο πιο ασφαλής και δίκαιος τρόπος να απονέμονται τα βραβεία και όχι όπως τώρα, από μια επιτροπή που αλλάζει κάθε χρόνο και την αποτελούν πενήντα άτομα από όλους τους κλάδους του κινηματογραφικού χώρου», είπε. Είναι και αντίθετος στα χρηματικά βραβεία. Εθεσε, τέλος πάντων, στη διάθεσή μας τον σχεδιασμό της διαδικασίας των Οσκαρ. Το ίδιο έκανε και ο Περ Χολστ, Δανός παραγωγός και μέλος της Ευρωπαϊκής Ακαδημίας Κινηματογράφου, που απονέμει τα ευρωπαϊκά Οσκαρ, τα γνωστά μας «Φελίξ». Οι καλές ιδέες είναι ευπρόσδεκτες.

Ευχάριστη κομεντί με γεύση από Τσιώλη

  • Μια γεύση από το σινεμά του Σταύρου Τσιώλη μάς έδωσε ο Σταύρος Καπλανίδης με την πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του, «Καντίνα». Βασίζεται άλλωστε σε ένα ωραίο, γεμάτο έξυπνες, συχνά απολαυστικές καταστάσεις, σενάριο του σκηνοθέτη του «Ερωτα στη χουρμαδιά».

Εξαιρετικές οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών στην «Καντίνα» του Σταύρου Καπλανίδη. Εδώ, ο Ερρίκος Λίτσης και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης

Εξαιρετικές οι ερμηνείες όλων των ηθοποιών στην «Καντίνα» του Σταύρου Καπλανίδη. Εδώ, ο Ερρίκος Λίτσης και ο Αλέξανδρος Λογοθέτης

Πρόκειται για μια ελαφριά κομεντί, που εκτυλίσσεται στη διάρκεια ενός 24ώρου σε μια καντίνα στημένη στην άκρη ενός παραλιακού δρόμου. Κύρια πρόσωπα, ο 40άρης ιδιοκτήτης της, Φίλιππος (Αλέξανδρος Λογοθέτης), ο βοηθός του, Οδυσσέας (Ερρίκος Λίτσης), και ο Ναθαναήλ (Ιωσήφ Πολυζωίδης), ένας μυστηριώδης Καλαματιανός, εραστής της μητέρας του Φίλιππου, μπλεγμένος με τη μαφία, που κάνει και τον σεκιουριτά.

Ο Καπλανίδης παρακολουθεί από κοντά τον βασικό πρωταγωνιστή του, καταγράφοντας με την κάμερά του τα διάφορα, διανθισμένα με λεπτό χιούμορ επεισόδια: με τον Φίλιππο να αντιμετωπίζει με κατανόηση και φιλική πάντα διάθεση τους περαστικούς από την καντίνα του, από μια νεαρή γυναίκα, που σταματά με το αυτοκίνητό της για να τον βοηθήσει, μέχρι μια παρέα που του αφηγείται τη θλιβερή ιστορία του Ελληνοαμερικανού φίλου τους, που αποφάσισε να γυρίσει στην Ελλάδα.

Η σκηνοθετική ματιά του Καπλανίδη είναι απλή, με πολλά (υπερβολικά, θα έλεγα) κοντινά και γκρο πλάνα, που χαλάνε τον ρυθμό της, χωρίς τη μεγάλη εκείνη φαντασία ή την πρωτοτυπία που συναντάμε στις ταινίες του Τσιώλη. Πάντως, καταφέρνει να κάνει την ταινία του ευχάριστη και να μας προσφέρει μερικές ωραίες σκηνές, διανθισμένες με λεπτό χιούμορ. Ανάμεσά τους κι εκείνη με τον Οδυσσέα να εξηγεί στον Φίλιππο πώς μπορεί να κτίσει ξενοδοχείο στον δημόσιο χώρο όπου έχει στημένη την καντίνα του, χωρίς να κυνηγηθεί για την παρανομία του από το κράτος. Στις καλές στιγμές της και οι ωραίες ερμηνείες όλων των ηθοποιών.

Ενδιαφέρουσες ήταν και οι δύο ταινίες του χθεσινού διαγωνιστικού τμήματος.

Στοιχεία τρόμου χρησιμοποιεί ο Λι Σέο στον «Αγνοούμενο», μια συγκλονιστική ταινία για τη σχέση αφέντη-δούλου

Στοιχεία τρόμου χρησιμοποιεί ο Λι Σέο στον «Αγνοούμενο», μια συγκλονιστική ταινία για τη σχέση αφέντη-δούλου

* Η σχέση αφέντη-δούλου σε μια αποξενωμένη κοινωνία είναι στο επίκεντρο της κορεάτικης ταινίας «Αγνοούμενος» του Λι Σεο. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί στοιχεία τρόμου (ένας από τους πρωταγωνιστές είναι ένας αλλόκοτος, κατά συρροήν δολοφόνος) για να φτιάξει μια δυνατή, συγκλονιστική ταινία, όπου η εξαφάνιση ανθρώπων και ζώων (σκυλιών) καταντά να μην έχει καμιά σημασία. Καταγράφει τις σχέσεις ανάμεσα στα πρόσωπά του (ιδιαίτερα ανάμεσα στον διευθυντή ενός μεσιτικού γραφείου και τον κακομοίρη μισοπάλαβο τύπο, που τον μεταχειρίζεται σαν σκυλί) χωρίς υποχωρήσεις στο συναίσθημα ή στον μελοδραματισμό, με ένα ρεαλισμό που αγγίζει τα όρια της σκληρότητας. Και μας δίνει την ωμή εικόνα μιας κοινωνίας, που η απουσία επαφής και ανθρωπιάς την οδηγούν στην αποξένωση και, τελικά, στην καταστροφή της.

* Αντίθετα, στη μεξικανική ταινία «Προορισμός: Βορράς» του Ριγομπέρτο Περεσκάνο εκείνο που κυριαρχεί είναι η ευαισθησία και η ανθρωπιά στις σχέσεις των απλών, καταπιεσμένων ανθρώπων. Ο Αντρές είναι ένας νέος, παντρεμένος άντρας, που η φτώχεια και η ανεργία τον σπρώχνουν να εγκαταλείψει το ορεινό χωριό του, με στόχο να διασχίσει τα σύνορα για να φτάσει στις ΗΠΑ, όπου ελπίζει να βρει μια καλύτερη ζωή. Κάθε φορά που η προσπάθειά του αποτυγχάνει, ο Αντρές επιστρέφει στη συνοριακή πόλη της Τιχουάνα, όπου γνωρίζεται με τρεις ανθρώπους, την Ελα (ιδιοκτήτρια ενός μίνι-μάρκετ), τη νεαρή Κάτα, που εργάζεται εκεί, και τον Ασένσιο, έναν φίλο τους, που προσπαθεί να τον βοηθήσει να διασχίσει τα σύνορα. Ο σκηνοθέτης καταγράφει με απλότητα, ειλικρίνεια και αυθεντικότητα, συχνά με ποιητική διάθεση, τη σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα στα πρόσωπα ώς την τελική απόφαση των τριών φίλων του Αντρές να τον βοηθήσουν μ' ένα εντελώς πρωτότυπο τρόπο να φτάσει στις Ηνωμένες Πολιτείες. Μια απλή, όμορφη, πέρα για πέρα συγκινητική ταινία, που σε κάνει, για μια ακόμη φορά, να διερωτάσαι: γιατί οι δικοί μας σκηνοθέτες να μη γυρίζουν τέτοιες; *