Thursday, December 8, 2022

Τζον Κασσαβέτης



Ο Τζον Κασσαβέτης [John Cassavetes, πραγματικό όνομα Ιωάννης Νικόλαος Κασσαβέτης, 9 Δεκεμβρίου 1929 – 3 Φεβρουαρίου 1989], με καταγωγή από την Ζαγορά του Πηλίου, ήταν σκηνοθέτης, σεναριογράφος, παραγωγός και ηθοποιός. Ο Κασσαβέτης ήταν ένας από τους πρώτους σκηνοθέτες που ασχολήθηκαν με τον ανεξάρτητο κινηματογράφο.

Σπούδασε υποκριτική με τον Ντον Ρίτσαρντσον, ο οποίος χρησιμοποιούσε μια τεχνική υποκριτικής βασισμένη στη μυική μνήμη. Συνόδευσε την υποκριτική του με την κινηματογραφική έρευνα και αφήγηση από τις αρχές της καριέρας του και το δείγμα της δουλειάς χαρακτηρίζεται από τον πειραματισμό, το ρεαλισμό, τον αυτοσχεδιασμό, την έλλειψη μέσων παραγωγής και τη μορφή ντοκιμαντέρ των ταινιών.

Το καλλιτεχνικό σκηνοθετικό του στυλ φημίζεται για τον αυτοσχεδιασμό των ηθοποιών με τους οποίους συνεργάστηκε και για την ικανότητά του να αφηγείται ρεαλιστικές ιστορίες. Ο κινηματογράφος του Κασσαβέτη απασχόλησε μια σειρά ηθοποιών με τους οποίος διατηρούσε φιλικές σχέσεις για πολλά χρόνια όπως οι: Σέιμουρ Κασέλ, Μπεν Γκάζαρα και Πίτερ Φολκ, καθώς και συγγενικά του πρόσωπα όπως η σύζυγός του Τζίνα Ρόουλαντς (πρωταγωνίστρια των περισσότερών του ταινιών) με τη βοήθεια των οποίων περιέγραψε τις δυσκολίες στη ζωή των μεγαλουπόλεων και διηγήθηκε τις δυσκολίες στη ζωή των ζευγαριών.

Πρώτη σκηνοθετική απόπειρα του σκηνοθέτη ήταν η ταινία Σκιές (Shadows, 1959). Πέρα από τις ανεξάρτητες παραγωγές ο Κασσαβέτης πρωταγωνίστησε σε μια σειρά αξιομνημόνευτων χολιγουντιανών παραγωγών όπως την ταινία του Μάρτιν Ριτ Έσπασα τα Δεσμά μου (Edge of the City, 1957), το πολεμικό δράμα του Ρόμπερτ Όλντριτς Και οι 12 Ήταν Καθάρματα (The Dirty Dozen, 1967) και το θρίλερ του Ρόμαν Πολάνσκι Το Μωρό της Ρόζμαρι (Rosemary’s Baby, 1968). Από τις ταινίες εκείνες αποκόμισε τα χρήματα για να κάνει την παραγωγή των δικών του ταινιών. Ο σκηνοθέτης ήταν παντρεμένος με την ηθοποιό Τζίνα Ρόουλαντς με την οποία απέκτησε τρία παιδιά. Απεβίωσε το 1989 λόγω επιπλοκών κίρρωσης ήπατος.

Φιλμογραφία ως σκηνοθέτης

  • Σκιές (Shadows, 1959)
  • Όταν ο Πόθος Προστάζει (Too Late Blues, 1961)
  • Σε Περιμένει το Παιδί μας (A Child is Waiting, 1963)
  • Πρόσωπα (Faces, 1968)
  • Σύζυγοι (Husbands, 1970)
  • Μίνι και Μόσκοβιτς (Minnie and Moskowitz, 1971)
  • Μια Γυναίκα Εξομολογείται (A Woman Under the Influence, 1974)
  • Η Δολοφονία ενός Κινέζου Μπούκι / Ο Θάνατος ενός Κινέζου Πράκτορα Στοιχημάτων (The Killing of a Chinese Bookie, 1976)
  • Νύχτα Πρεμιέρας (Opening Night, 1977)
  • Γκλόρια (Gloria, 1980)
  • Ερωτική Θύελλα (Love Streams, 1984)
  • Big Trouble (1986)

Sunday, December 4, 2022

Γουόλτ Ντίσνεϊ (1901 – 1966) Αμερικανός δημιουργός κινουμένων σχεδίων, επιχειρηματίας, ηθοποιός φωνής και παραγωγός ταινιών

 


Ο Γουόλτερ Έλιας Ντίσνεϊ (Walter Elias "Walt" Disney, Γεννήθηκε 5 Δεκεμβρίου 1901 – Απεβίωσε 15 Δεκεμβρίου 1966) ήταν Αμερικανός δημιουργός κινουμένων σχεδίων, επιχειρηματίας, ηθοποιός φωνής και παραγωγός ταινιών. Θεωρείται πρωτοπόρος στη βιομηχανία του αμερικανικού animation. Μαζί με τον αδερφό του, Ρόι Ντίσνεϊ, ίδρυσε το Disney Brothers Studio (νυν The Walt Disney Company).

Ως παραγωγός ταινιών, κατέχει ρεκόρ για τα περισσότερα Βραβεία Ακαδημίας που απέσπασε ποτέ ένα άτομο, έχοντας κερδίσει συνολικά 26 Όσκαρ από 59 υποψηφιότητες. Κέρδισε τρεις Χρυσές Σφαίρες, δύο εκ των οποίων στην κατηγορία Σπουδαίο Επίτευγμα και ένα Βραβείο Έμμυ, μεταξύ άλλων τιμών. Αρκετές από τις ταινίες του συμπεριλαμβάνονται στο Εθνικό Μητρώο Κινηματογράφου της Βιβλιοθήκης του Κογκρέσου.

Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ γεννήθηκε το 1901 στο Σικάγο των ΗΠΑ. Ήταν γιος της δασκάλας Φλόρα Κολ και του εργολάβου οικοδομών Έλιας Ντίσνεϋ, Είχε τρεις αδελφούς και μια αδελφή. Σε ηλικία δεκατεσσάρων χρόνων, άρχισε να σπουδάζει ζωγραφική στο Ινστιτούτο Τέχνης του Κάνσας Σίτυ (Μιζούρι) και σε ηλικία 20 ετών άρχισε να εργάζεται σε ένα καλλιτεχνικό στούντιο στην ίδια πόλη.

Για να αντικαταστήσουν τον χαρακτήρα Όσβαλτ το Τυχερό Κουνέλι (Oswald the Lucky Rabbit), ο Ντίσνεϊ και ο δημιουργός κινουμένων σχεδίων Ουμπ Άιουερκς δημιούργησαν τον χαρακτήρα Μίκι Μάους, πιθανώς εμπνευσμένος από ένα οικόσιτο ποντίκι που είχε υιοθετήσει ο πρώτος την περίοδο που εργαζόταν στο στούντιο Laugh-O-Gram, ωστόσο οι απαρχές του χαρακτήρα είναι ασαφείς. Το αρχικό όνομα επιλογής του Ντίσνεϋ για τον χαρακτήρα ήταν Μόρτιμερ Μάους (Mortimer Mouse), ωστόσο, η εικαστική καλλιτέχνιδα Λίλιαν Μπάουντς θεώρησε ότι ήταν πολύ πομπώδες, και αντιπρότεινε το Μίκυ. Ο Άιουερκς προσάρμοσε τα πρόμο σκίτσα του Ντίσνεϊ ώστε ο Μίκι να γινόταν πιο εύκολο να προσαρμοστεί στη διαδικασία του animation, και ο Ντίσνεϊ έδωσε τη φωνή του στον χαρακτήρα μέχρι το 1947. Ο ίδιος περίγραψε τον τρόπο προσέγγισης του χαρακτήρα ως εξής:

"Έπρεπε ο Μίι να είναι απλός στον σχεδιασμό του. Τα αυτιά του ήταν στρογγυλά, ο κορμός του είχε το σχήμα αχλαδιού και τα πόδια του κατέληγαν σε δύο μεγάλες πατούσες, όπως ενός παιδιού που χρησιμοποιεί τα παπούτσια του πατέρα του. Δεν θέλαμε να του δώσουμε χέρια ποντικού, γιατί έπρεπε να θυμίζει άνθρωπο. Έτσι του φορέσαμε γάντια και του αφαιρέσαμε ένα δάκτυλο, γιατί τα πέντε έμοιαζαν υπερβολικά σε ένα τόσο μικρό σώμα".

Σύμφωνα με τα λόγια ενός εργαζόμενου της Disney, "Ο Ουμπ σχεδίασε την εξωτερική εμφάνιση του Mickey, αλλά ο Γουόλτ του έδωσε την ψυχή του".

Ο Mickey Mouse παρουσιάστηκε για πρώτη φορά τον Μάιο του 1928 σε ένα τεστ προβολής της ταινίας μικρού μήκους Plane Crazy, αλλά αυτή και η δεύτερη ταινία παρωδίας, The Gallopin' Gaucho, απέτυχαν να βρουν διανομέα. Μετά από την επιτυχία που σημείωσε τη ταινία του 1927, The Jazz Singer, ο Ντίσνεϋ χρησιμοποίησε συγχρονισμένο ήχο στην τρίτη ταινία μικρού μήκους, Steamboat Willie, εμπνευσμένη από την ταινία Steamboat Bill Jr. (1928), για να δημιουργήσει το πρώτο καρτούν με ήχο. Όταν η διαδικασία του animation είχε ολοκληρωθεί, ο Ντίσνεϊ υπέγραψε συμβόλαιο με τον Πατ Πάουερς, πρώην στέλεχος της Universal Pictures, για να χρησιμοποιήσει το σύστημα ηχογράφησης ήχου «Powers Cinephone». Η ταινία, η οποία έχει διάρκεια 7½ λεπτά, προβλήθηκε για πρώτη φορά στις 18 Νοεμβρίου του 1928 στο Colony Theater της Νέας Υόρκης, και έλαβε διθυραμβικές κριτικές. Ο Πάουερς έγινε διανομέας των πρώτων καρτούν με ήχο του Ντίσνεϊ, τα οποία σύντομα έγιναν δημοφιλή.

Στις 9 Ιουνίου του 1934, έκανε την πρώτη του κινηματογραφική εμφάνιση σε δευτερεύοντα ρόλο η πάπια Ντόνταλντ Φοντλερόι Ντακ (Donald Fauntleroy Duck), στο επτάλεπτο επεισόδιο της σειράς Silly Symphonies, ονόματι The Wise Little Hen. Το όνομά του είναι παρμένο από τον Αυστραλό παίκτη κρίκετ, Ντόναλντ Μπράντμαν. Η κακόκεφη και νευρική πάπια δημιουργήθηκε ως αντίθεση στον καλό Mickey Mouse. Οι χαρακτήρες που σχεδιάστηκαν έπειτα, έγιναν όλοι δημοφιλείς: η Μίνι Μάους, ο Πλούτο, ο Γκούφι, τα τρία γουρουνάκια. Όλα ανθρωπόμορφα και ρεαλιστικά, αποτέλεσμα προσεκτικής παρατήρησης και δημιουργικής φαντασίας. Παράλληλα, η αρχική βιοτεχνία εξελίχθηκε σε βιομηχανία για να καθιερωθεί ως αυτοκρατορία. Το 1934, το καλλιτεχνικό και τεχνικό προσωπικό ξεπερνούσε τα 700 άτομα.

Εκτός από την παραγωγή ταινιών, η εταιρία προώθησε και εμπορικές επιχειρήσεις (παιχνίδια, ρούχα, βιβλία κ.ο.κ.) με σήμα κατατεθέν τους ήρωες.

Στην πρώτη ταινία μεγάλου μήκους της Disney, Η Χιονάτη και οι Επτά Νάνοι (1937), εφαρμόστηκαν νέες τεχνικές όπως το πολυπλάνο, για λήψεις με πολλαπλά επίπεδα βάθους, και δαπανήθηκαν κολοσσιαία, για την εποχή, ποσά (1.500.000 δολάρια, περίπου). Η ταινία γνώρισε τεράστια επιτυχία και έφερε στα ταμεία εκείνης της χρονιάς (1938) 8.000.000 δολάρια, ποσό που θεωρήθηκε πρωτοφανές. Ακολούθησε ο Πινόκιο (1940) και μετά η Φαντασία (1940), ταινία βασισμένη στην κλασική μουσική συνοδευόμενη από την εικόνα. Το Ντάμπο, το ελεφαντάκι (1941), ταινία μεγάλου μήκους της εταιρείας με θέμα ένα μικρό ελεφαντάκι, το Μπάμπι (1942), που αφηγείται την ζωή ενός ελαφιού από μικρό μέχρι την ενηλικίωσή του, το Σαλούδος Αμίγκος (1943) και το Τρεις Καμπαλέρος (1945), όπου κινούμενα σχέδια εμφανίζονταν μαζί με ανθρώπους, το Μουσική και Χαρά (1946), το Ώρα για Διασκέδαση (1947), που περιελάμβανε δυο ταινίες μικρού μήκους (Μπόνγκο και Ο Μίκι και η Φασολιά), και το Νοσταλγικές Μελωδίες (1948), το Ίκαμποντ και ο κύριος Τοντ (1949), η Σταχτοπούτα (1950), η Αλίκη στη Χώρα των Θαυμάτων (1951) ο Πίτερ Παν (1953) η Λαίδη και ο Αλήτης (1955), η Ωραία Κοιμωμένη (1959), τα 101 Σκυλιά της Δαλματίας (1961), το Σπαθί του Βασιλιά Αρθούρου (1963), η Μαίρη Πόππινς (1964) ήταν μερικές από τις κριτικές επιτυχίες που απέφεραν στον Ντίσνεϊ 22 βραβεία Όσκαρ. Το 1963 ο Γουόλτ συμμετείχε στην σειρά Disneyland και σε πολλά επεισόδεια με τον χαρακτήρα Λούντβιχ Φον Ντρέικ γνωστό για την γνώση του σε κάθε θέμα αφού κατέχει 1000 πτυχία.

Ο Ντίσνεϋ δημιούργησε το θεματικό πάρκο με το όνομα Disneyland στο Άναχαϊμ της Καλιφόρνια, το οποίο άνοιξε στις 17 Ιουλίου του 1955.

Ο Γουόλτ Ντίσνεϊ νυμφεύθηκε την εικαστική καλλιτέχνιδα Λίλιαν Μπάουντς, η οποία εργαζόταν στο τμήμα "μελάνι και ζωγραφική" του Disney Studio. Ο γάμος τους πραγματοποιήθηκε τον Ιούλιο του 1925 στο Αϊντάχο.

Απεβίωσε στις 15 Δεκεμβρίου του 1966, σε ηλικία 65 ετών, από καρκίνο του πνεύμονα. Είχε δηλώσει: «Θα ήθελα το όνομα Ντίσνεϊ να είναι συνώνυμο με θεάματα ποιότητας που απευθύνονται σε όλες τις ηλικίες», αφήνοντας μια άτυπη διαθήκη στους κληρονόμους του. Οι ισχυρισμοί περί παγώματός του με την κρυογονική μέθοδο, μέχρι να ανακαλυφθεί θεραπεία, είναι αστικός μύθος.

Νίκος Κούρκουλος (1934 - 2007) Ηθοποιός, ενώ υπήρξε και διευθυντής στο Εθνικό Θέατρο



 Ο Νίκος Κούρκουλος (Αθήνα, 5 Δεκεμβρίου 1934 - 30 Ιανουαρίου 2007) ήταν ηθοποιός, ενώ υπήρξε και διευθυντής στο Εθνικό Θέατρο. Υπήρξε επίσης ποδοσφαιριστής, αλλά και ένθερμος υποστηρικτής του Παναθηναϊκού.

Γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του 1934 στην Αθήνα, στην περιοχή του Ζωγράφου και ήταν το δεύτερο από τα τέσσερα παιδιά της οικογένειας του Αλκίνοου Κούρκουλου, που ήταν κουρέας με καταγωγή από την Κέρκυρα.

Στα νιάτα του υπήρξε ποδοσφαιριστής στον Παναθηναϊκό και από σύμπτωση πήρε την απόφαση να γίνει ηθοποιός, όπως ο ίδιος έλεγε. Σπούδασε στην Δραματική Σχολή του Εθνικού Θεάτρου και στο πλευρό του Μάνου Κατράκη, από την οποία αποφοίτησε το 1958. Την πρώτη θεατρική του εμφάνιση έκανε στο έργο Η κυρία με τις καμέλιες με τον θίασο Λαμπέτη - Χορν (1958-59). Η θεατρική του πορεία στη συνέχεια έχει ως εξής: 1959-60: Συμμετοχή στο θίασο Βεργή στο έργο Nίκη χωρίς φτερά. 1964: Πύργος του Φραντς Kάφκα και Ιούλιος Καίσαρ του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ. 1967: Ποτέ την Κυριακή («Ίλια Ντάρλιγκ») στις H.Π.A., σε σκηνοθεσία Ζυλ Ντασέν με τη Μελίνα Μερκούρη, παράσταση για την οποία κέρδισε την υποψηφιότητα για Βραβείο Τόνυ. 1971: Η δίκη του Φραντς Kάφκα. 1972: Συγκροτεί δικό του θίασο. Ανεβάζει το Tάνγκο του Σλάβομιρ Μρόζεκ. 1974: Δημιουργεί το θέατρο «KAΠΠA» όπου στεγάζει τον θίασό του. 1975: Όπερα της πεντάρας του Μπέρτολτ Μπρεχτ. 1976: Ο γλάρος του Άντον Τσέχοφ. 1982: Οιδίπους τύραννος του Σοφοκλή. 1983: Ανταπόκριση του Oύγκο Μπέτι. 1986: Ψηλά από τη γέφυρα του Άρθουρ Μίλερ. 1987: Στη φωλιά του κούκου του Ντέιλ Bάσερμαν. 1988: Σκηνοθέτησε το Φτωχέ μου φονιά του Πάβελ Kόχουτ. 1992: Τελευταία εμφάνιση στο θέατρο, με τον Φιλοκτήτη του Σοφοκλή, στην Επίδαυρο. 1993: Πρόεδρος του Δ.Σ. του Εθνικού Θεάτρου. 1994: Καλλιτεχνικός διευθυντής του Εθνικού Θεάτρου. Ίδρυσε την Πειραματική Σκηνή και το Εργαστήρι Ηθοποιών, έθεσε σε μόνιμη λειτουργία την Παιδική Σκηνή του Θεάτρου, ενώ στις καινοτομίες του καταγράφηκε και η τεράστια επιτυχία του μιούζικαλ Βίρα τις άγκυρες των Ρέππα-Παπαθανασίου, σε σκηνοθεσία Σταμάτη Φασουλή, ως το πρώτο μουσικό έργο στην ιστορία του Εθνικού Θεάτρου, αφιερωμένο στην ελληνική επιθεώρηση.

Κινηματογραφική και τηλεοπτική παρουσία

Στον κινηματογράφο διακρίθηκε σε ρόλους "ζεν-πρεμιέ" και πρωταγωνίστησε σε κοινωνικά δράματα, όπως ΟργήΟ κατήφορος (1961), Ορατότης μηδέν (1970). Αξιόλογη ήταν και η ερμηνεία του σε πολεμικά δράματα, όπως Το χώμα βάφτηκε κόκκινο, ενώ από τη φιλμογραφία του δεν έλειψε και η παρουσία του σε ξενόγλωσσες ταινίες. Στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, πήρε δύο φορές το βραβείο Α΄ ανδρικού ρόλου για την ερμηνεία του στις ταινίες Αδίστακτοι (1965) και Ο Αστραπόγιαννος (1970). Η τελευταία του κινηματογραφική παρουσία ήταν στην ταινία Το φράγμα (1982). Στην τηλεόραση πρωταγωνίστησε στη σειρά Το 13ο κιβώτιο, στον τηλεοπτικό σταθμό ΑΝΤ1.

Προσωπική ζωή

Σύζυγός του ήταν η Μελίτα Κουτσογιάννη - Κούρκουλου, βοηθός σκηνοθέτη, με την οποία δούλεψαν μαζί στο θέατρο - και δημιούργησαν το Θέατρο ΚΑΠΠΑ. Γνωρίστηκαν σε ένα πάρτι στις αρχές της δεκαετίας του '60. Ο έρωτας ήρθε δύο χρόνια αργότερα, όταν η γοητευτική κοπέλα χτύπησε την πόρτα του στο καμαρίνι του θεάτρου ΡΕΞ, για να τον συγχαρεί για την ερμηνεία του στην παράσταση Η γειτονιά των αγγέλων, όπου έπαιζε με την Τζένη Καρέζη. Ο έρωτας ήταν κεραυνοβόλος. Ο Νίκος Κούρκουλος και η Μελίτα παντρεύτηκαν το 1966, την περίοδο που ξεκίνησε να γυρίζεται η ταινία Το χώμα βάφτηκε κόκκινο. Κουμπάρος ήταν ο ηθοποιός και συγγραφέας Νότης Περγιάλης.

Απέκτησαν δύο παιδιά, τον Άλκη Κούρκουλο (Αλκίνοος), ο οποίος ακολούθησε το δρόμο του πατέρα του, και την Μελίτα Κούρκουλου - Κυριακοπούλου - ο μπαμπάς της επέμενε να πάρει το όνομα της γυναίκας που λάτρεψε, Μελίτα - η οποία ασχολείται με τη διαφήμιση και τις δημόσιες σχέσεις. Γι' αυτές τις γυναίκες, τις γυναίκες της ζωής του, ο Νίκος Κούρκουλος τραγούδησε το 1984 με τον Γιάννη Πάριο ένα τραγούδι, το οποίο όμως δεν κυκλοφόρησε ποτέ στο εμπόριο. Ήταν κουμπάροι με την ηθοποιό και καλή του φίλη Μαίρη Χρονοπούλου, η οποία βάπτισε τον γιο του, Άλκη.

Σταθμός στη ζωή του Νίκου Κούρκουλου ήταν η γνωριμία του με τη Μαριάννα Λάτση (1953) το καλοκαίρι του 1986 κατά τη διάρκεια παράστασης στο Αρχαίο Θέατρο της Επιδαύρου. Ο ίδιος σε συνέντευξή του το 1994 στον Νίκο Χατζηνικολάου περιέγραψε με το ίδιο πάθος και το ίδιο καρδιοχτύπι την πρώτη στιγμή που αντίκρισε τον μεγάλο και τελευταίο έρωτα της ζωής του, λέγοντας: «Κάνω έτσι και παγώνω... Ξαφνικά βλέπω ένα πλάσμα να ανεβαίνει τις κερκίδες και αυτό ήταν».

Εκείνη την εποχή η Μαριάννα Λάτση ήταν παντρεμένη, από το 1982, με τον δάσκαλο του σκι και δήμαρχο Βουλιαγμένης, Γρηγόρη Κασιδόκωστα, με τον οποίο απέκτησε έναν γιο, τον Πάρη (1982), ενώ το διαζύγιό τους βγήκε το 1987. Παράλληλα, ο Νίκος Κούρκουλος ζήτησε διαζύγιο από τη σύζυγό του, Μελίτα, με την οποία διατήρησαν μία άψογη σχέση αγάπης και σεβασμού όλα τα μετέπειτα χρόνια.

Ο Νίκος Κούρκουλος απέκτησε άλλα δύο παιδιά από τον γάμο του με τη Μαριάννα Λάτση το 2003, (με την οποία παντρεύτηκε μετά τον θάνατο του πατέρα της), την Εριέττα (1993) και τον Φίλιππο (1998).

Η τελευταία γυναίκα που "μπήκε" στη ζωή του Νίκου Κούρκουλου ήταν η εγγονή του, Αμαλία (2004). Καρπός του γάμου της κόρης του με τον επιχειρηματία Μενέλαο Κυριακόπουλο, το 2003.

Το 2001, διαγνώστηκε ότι ο ηθοποιός έπασχε από καρκίνο στο ρινοφάρυγγα. Παρά τα προβλήματα υγείας, συνέχιζε να αγωνίζεται για το Εθνικό Θέατρο. Απεβίωσε στις 30 Ιανουαρίου 2007, σε ηλικία 73 ετών. Κηδεύτηκε στις 31 Ιανουαρίου 2007, στο νεκροταφείο Ζωγράφου, στη γειτονιά όπου μεγάλωσε.

Φιλμογραφία

 
ΈτοςΤίτλοςΡόλοςΆλλες πληροφορίες
1957Ο μπαρμπα-Γιάννης ο κανατάςΧρόνης 
Το τελευταίο ψέμαΠαύλος 
1959Αμαρυλλίς, το κορίτσι της αγάπηςαφεντικό 
ΜπουμπουλίναΓιάννος Γιάννουζας 
Ερωτικές ιστορίεςΠέτρος 
1960Καλημέρα, ΑθήναΜίμης Αποστολόπουλος 
Η κυρία δήμαρχοςΔημήτρης Προκόπης 
Το χαμίνιΓιώργος Ξενίδης 
2000 ναύτες και ένα κορίτσιΡένος 
1961Μάνα μου, τον αγάπησα  
Για σένα, την αγάπη μουΆρης 
Ο κατήφοροςKώστας Πετράκης 
1962ΟργήΠαύλος Βενιέρης 
Το ταξίδιΣτέφανος 
1963Δίψα για ζωήΣτέφανος 
1964ΑμφιβολίεςΓιάννης Σιγανός 
Ένας μεγάλος έρωταςΑλέξης Βαλσάμης 
Το χώμα βάφτηκε κόκκινοΟδυσσέας Χορμόβας 
ΛόλαΆρης 
Συντρίμμια της ζωήςΚαζαμπλάντ 
Η λαίδη του λιμανιούΝίκος 
1965ΑδίστακτοιΣτάθης ΚούγιαςΒραβείο Α΄ Ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Επιτάφιος για εχθρούς και φίλουςΤζίμι Μέρφι 
Κατηγορώ τους ανθρώπουςεισαγγελέας Φίλιππος Γιαννάς 
1966Κοινωνία, ώρα μηδένΆγγελος Μουρούζης 
1968Κατάσκοποι στον ΣαρωνικόΝταν Χόλαντ 
Σικάγο στη ΡώμηΕνρίκο 
1969Γυμνοί στον δρόμοΑνδρέας 
1970Ορατότης μηδένΆγγελος Κρεούζης 
Ο ΑστραπόγιαννοςΓιάννος Ζαχαρής (Αστραπόγιαννος)Βραβείο Α΄ Ανδρικού ρόλου στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
1971Κατάχρησις εξουσίαςΧαρίδημος Σιώντης / Στάθης Θεοδωρέλος 
1972Με φόβο και πάθοςΝίκος Φαναριώτης 
Ο εχθρός του λαούΣταύρος Βουτσινάς 
1973Θέμα συνειδήσεωςδρ Γεραλής 
1974Η δίκη των δικαστώνδικαστής Αθανάσιος Πολυζωίδης 
1979Ένα γελαστό απόγευμαΔημήτρης Βενιέρης 
1980Έξοδος κινδύνουΝίκος 
1982Το φράγμαπολιτικός μηχανικός 

Τηλεοπτικές σειρές

  • "Το 13o Κιβώτιο" (1992) ΑΝΤ1

Τηλεοπτικό θέατρο

  • Ο αντρειωμένος (1971) ΥΕΝΕΔ
  • Η ανταπόκριση (1985) ΕΡΤ

Θέατρο

  • Η κυρία με τις καμέλιες (Θίασος Λαμπέτη-Χορν) (1959)
  • Τα φτερά της Νίκης (Θίασος Βεργή) 1959
  • Ένα κουτό κορίτσι (Με Τζ.Καρέζη) (1963)
  • Η γειτονιά των αγγέλων (Με Τζ.Καρέζη) (1963)
  • Δις Διευθυντής (Με Τζ.Καρέζη) (1964)
  • Ιούλιος Καίσαρ (Θίασος Μάνου Κατράκη) (1964 - καλοκαίρι)
  • Ο πύργος (1964) (Προσκήνιο Αλ.Σολωμού)
  • Να ντύσουμε τους γυμνούς (1964) (Προσκήνιο Αλ.Σολωμού)
  • Illya Darling (Broadway) (1967)
  • Η δίκη (1971)
  • Τάνγκο (1972-73)
  • Ταμπούρλα στη νύχτα (1974)
  • Όπερα της πεντάρας (Σκην Ντασσέν) Με Μελίνα Μερκούρη
  • Ο γλάρος (1976) (Με Αλ.Αλεξανδράκη, Ν.Γαληνέα, Ξ.Καλογεροπούλου)
  • Η επιστροφή (Πίντερ) (με Αλ.Αλεξανδράκη, Ν.Γαληνέα, Β.Διαμαντόπουλο)
  • Μονό ζευγάρι (Με Στ. Παράβα)
  • Πρόσκληση στον Πύργο (Με Κ.Δανδουλάκη)
  • Oedipus Rex (Broadway) (1984)
  • Ψηλά από τη γέφυρα (1985-6)
  • Στη Φωλιά του Κούκου (1988)
  • Γεια σου (1989)

Πηγές

  • Έλληνες - Ελληνίδες ηθοποιοί
  • Θόδωρος "Έξαρχος: Έλληνες ηθοποιοί - Αναζητώντας τις ρίζες", Βραβείο Ακαδημίας Αθηνών
  • www.retrodb.gr
  • www.90lepta.com
  • www.ibdb.com/broadway-cast-staff/nikos-kourkoulos-101009

Φριτς Λανγκ (1890 – 1976) Αυστριακός σκηνοθέτης

 


Ο Φριτς Λανγκ (Friedrich Anton Christian Lang, 5 Δεκεμβρίου 1890 – 2 Αυγούστου 1976) ήταν Αυστριακός σκηνοθέτης και, μαζί με τον Φρίντριχ Βίλχελμ Μούρναου, ο βασικός εκπρόσωπος του γερμανικού εξπρεσιονισμού. Το Ινστιτούτο Βρετανικού Κινηματογράφου του έδωσε μάλιστα το χαρακτηρισμό "Master of Darkness".

Γεννήθηκε το 1890 στη Βιέννη. Μετά το σχολείο, παρακολούθησε για σύντομο διάστημα μαθήματα στην Ανώτερη Τεχνική Σχολή της Βιέννης, ενώ αργότερα άρχισε να παίρνει μαθήματα ζωγραφικής. Στο διάστημα μεταξύ 1910 και 1914 ταξίδεψε στην Ευρώπη και, όπως ο ίδιος ισχυρίζονταν, στην Ασία και τη Βόρεια Αφρική. Με το ξέσπασμα του Α' Παγκοσμίου Πολέμου, επιστρέφει στη Βιέννη και κατατάσσεται στο στρατό. Τον Ιούνιο του 1916 τραυματίζεται σοβαρά και καθώς αναρρώνει γράφει μερικά σενάρια για ταινίες. Το 1918 επιστρέφει στη Βιέννη με νευρικές διαταραχές από τους βομβαρδισμούς και για σύντομο διάστημα δουλεύει ως ηθοποιός, προτού δεχθεί τη δουλειά του σεναριογράφου στην εταιρεία παραγωγής Decla του Έριχ Πόμερ στο Βερολίνο. Εκεί, εργάστηκε για λίγο ως σεναριογράφος αλλά γρήγορα στράφηκε στη σκηνοθεσία συνεργαζόμενος με εταιρείες όπως η UFA και η Nero-Film.

Το 1920 γνωρίζει την ηθοποιό και συγγραφέα Τέα φον Χάρμπου (1889 - 1954), η οποία έγραψε σχεδόν πάντοτε μαζί του τα σενάρια των πιο γνωστών του ταινιών: Dr. Mabuse der SpielerDie NibelungenMetropolis, και Ο Δράκος του Ντίσελντορφ. Παντρεύονται το 1922 για να χωρίσουν το 1933. Την ίδια χρονιά απαγορεύεται από το Γ' Ράιχ η προβολή της ταινίας του Testament des Dr. Mabuse και ο Λανγκ φεύγει για το Παρίσι, για να καταλήξει, ένα χρόνο αργότερα στην Αμερική. Αρχικά υπογράφει συμβόλαιο με την ΜGΜ και τα επόμενα είκοσι χρόνια θα σκηνοθετήσει αρκετές αμερικανικές ταινίες. Το 1950 σκηνοθετεί τις τρεις τελευταίες του ταινίες στα γερμανικά, οι οποίες έτυχαν άσχημης υποδοχής από το κοινό. Το 1964, σχεδόν τυφλός, έγινε πρόεδρος της επιτροπής του Φεστιβάλ των Καννών. Ως σκηνοθέτης είχε τη φήμη του τελειομανούς και κακού χαρακτήρα που κακομεταχειριζόταν τους ηθοποιούς. Πέθανε στην Καλιφόρνια το 1976.

Friday, December 2, 2022

Ζαν-Λικ Γκοντάρ (1930 – 2022)  Γάλλος σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και κριτικός κινηματογράφου

 


Ο Ζαν-Λικ Γκοντάρ (Jean-Luc Godard, 3 Δεκεμβρίου 1930 – 13 Σεπτεμβρίου 2022)  ήταν Γάλλος σκηνοθέτης, σεναριογράφος, ηθοποιός και κριτικός κινηματογράφου. Το όνομά του ταυτίζεται συχνά με τη νουβέλ βαγκ, ίσως το πιο σημαντικό κίνημα στην ιστορία του κινηματογράφου, καθώς υπήρξε ένας από τους πρωτοπόρους της, αλλά η καριέρα του επεκτείνεται πέρα από αυτήν την περίοδο, έχοντας σκηνοθετήσει πάνω από 100 ταινίες συνολικά.

Ο Γκοντάρ ήταν μέλος μιας ομάδας ταινιοκριτικών του περιοδικού Cahiers du Cinema, οι οποίοι αποφάσισαν να φτιάξουν δικές τους ταινίες και να φέρουν μια επανάσταση στο μέσο, διότι ήταν δυσαρεστημένοι με την ποιότητα του Γαλλικού Κινηματογράφου εκείνη την εποχή. Αυτή η ομάδα ήταν η βάση της Νουβέλ Βαγκ. Το 1968, ο Γκοντάρ εγκατέλειψε τη Νουβέλ Βαγκ και ίδρυσε μαζί με τον Jean-Pierre Gorin την κινηματογραφική ομάδα Dziga Vertov Group, ονομασμένη από τον γνωστό Σοβιετικό σκηνοθέτη. Επρόκειτο για μια ομάδα πολιτικά ενεργών σκηνοθετών οι οποίοι ομαδικά και ανώνυμα δημιουργούσαν πειραματικές και πολιτικές ταινίες οι οποίες υποστήριζαν κινήματα όπως ο Μαοϊσμός και ο Μαρξισμός.

Όπως και οι σύγχρονοί του σκηνοθέτες της νουβέλ βαγκ, ο Γκοντάρ επέκρινε το κυρίαρχο ρεύμα του γαλλικού κινηματογράφου για "Παράδοση στην Ποιότητα", το οποίο "έδινε περισσότερο βάση στη τέχνη παρά στη καινοτομία, έδινε προνόμια σε καταξιωμένους σκηνοθέτες παρά στους νέους, και προτιμούσε τα σπουδαία έργα του παρελθόντος παρά τον πειραματισμό". Για να αμφισβητήσει αυτή την παράδοση, άρχισε μαζί με ομοϊδεάτες του κριτικούς, να σκηνοθετούν τις δικές τους ταινίες. Πολλές ταινίες του Γκοντάρ αμφισβητούν και τους κώδικες του παραδοσιακού Χόλυγουντ μαζί με αυτές του Γαλλικού κινηματογράφου. Αρκετές του ταινίες εκφράζουν τις ακροαριστερές πολιτικές του απόψεις. Οι ταινίες του επίσης καταδεικνύουν τη γνώση του για την ιστορία του κινηματογράφου μέσω των αναφορών του σε παλαιότερες ταινίες. Επιπλέον οι ταινίες του Γκοντάρ συχνά αναφέρονται στον υπαρξισμό, μιας και ήταν μανιώδης αναγνώστης του υπαρξισμού και της Μαρξιστικής φιλοσοφίας. Η ριζοσπαστική του προσέγγιση στους κινηματογραφικούς κώδικες, στην πολιτική και τη φιλοσοφία, τον κατατάσσουν ως σκηνοθέτη με τη μεγαλύτερη επιρροή στο γαλλικό νουβέλ βαγκ.

Το 2002 σε ψηφοφορία κριτικών του κινηματογραφικού περιοδικού Sight & Sound, του βρετανικού ινστιτούτου κινηματογράφου (BFI), κατετάγη τρίτος ανάμεσα στους δέκα καλύτερους σκηνοθέτες όλων των εποχών. Δέκα χρόνια αργότερα, το Sight & Sound ονόμασε την ταινία του Με Κομμένη Την Ανάσα την 13η καλύτερη ταινία όλων των εποχών. Στην ίδια ψηφοφορία, τρεις άλλες ταινίες του συμπεριλήφθηκαν στην λίστα των 50 καλύτερων ταινιών. Αυτές ήταν Η Περιφρόνηση, Ο Τρελός Πιερό και το Histoire(s) du Cinema. Λέγεται ότι έχει δημιουργήσει ένα από τα μεγαλύτερα σώματα κριτικής ανάλυσης από οποιονδήποτε άλλο σκηνοθέτη μέχρι τα μέσα του εικοστού αιώνα. Το 2010 βραβεύτηκε με το Τιμητικό Όσκαρ, αλλά δεν παρέστη στην τελετή απονομής των βραβείων. Οι ταινίες του Γκοντάρ ενέπνευσαν πολλούς σκηνοθέτες, συμπεριλαμβανομένων των Μάρτιν Σκορσέζε, Κουέντιν Ταραντίνο, Στίβεν Σόντερμπεργκ και Πιερ Πάολο Παζολίνι. Το 2015 κέρδισε για πρώτη φορά στην καριέρα του βραβείο στο Διεθνές Φεστιβάλ των Καννών, το οποίο μοιράστηκε μαζί με ακόμα μία ταινία. To 2018 η ταινία του Le Livre d'Image κέρδισε το πρώτο βραβείο Ειδικού Χρυσού Φοίνικα.

Επιλεγμένη φιλμογραφία

ΈτοςΜεταφρασμένος τίτλοςΑυθεντικός τίτλος
1960Με κομμένη την ανάσαÀ bout de souffle
1961Η Κυρία Θέλει ΈρωταUne Femme Est Une Femme
1962Ζούσε τη ζωή τηςVivre sa vie
1963Οι καραμπινιέροιLes Carabiniers
1963Ο μικρός στρατιώτηςLe petit soldat
1963Η περιφρόνησηLe Mépris
1964Bande à partBande à part
1965ΑλφαβίλAlphaville
Ο τρελός ΠιερρόPierrot le Fou
1966Συνέβη στην ΑμερικήMade in U.S.A.
19672 ή 3 πράγματα που ξέρω γι' αυτήν2 ou 3 choses que je sais d'elle
Η κινέζαLa Chinoise
Ένα ΣαββατοκύριακοWeek-end(Weekend)
1972Όλα πάνε καλάTout va bien
1980Ο σώζων εαυτόν σωθήτωSauve qui peut (la vie)
1983Όνομα: ΚάρμενFirst name : Carmen
1985Χαίρε ΜαρίαJe vous salue, Marie
1989Histoire(s) du CinémaHistoire(s) du Cinéma
1993Χαίρε ΣαράγεβοJe vous salue, Sarajevo
2000Για την αρχή του 21ου αιώναDe l'origine du XXIe siècle
2001Η ελεγεία ενός έρωταÉloge de l'amour
Στο Σκοτάδι του ΧρόνουDans le noir du temps
2004Η δική μας μουσικήNotre musique
2010Film SocialismeFilm socialisme
2014Αποχαιρετισμός στη γλώσσαAdieu au langage
2018Το Βιβλίο της ΕικόναςLe Livre d'Image

Πηγές

  • Grant, Barry Keith, επιμ. (2007). Schirmer Encyclopedia of Film. Detroit: Schirmer Reference. ISBN 0-02-865791-8.
  • Brody, Richard. 2008. Everything is Cinema: The Working Life of Jean-Luc Godard. ISBN 978-0-8050-6886-3