Showing posts with label Χίλκοουτ Τζον. Show all posts
Showing posts with label Χίλκοουτ Τζον. Show all posts

Saturday, January 16, 2010

Η αγάπη πιο δυνατή και από τη συντέλεια του κόσμου

Η μεταφορά ενός μυθιστορήματος στον κινηματογράφο συνήθως αντιμετωπίζεται με καχυποψία τόσο από το κοινό όσο και από τους κριτικούς.

Ο πιτσιρικάς Κόντι Σμιτ-Μακ Φι και ο Βίγκο Μόρτενσεν σε σκηνή από την ταινία

Ο πιτσιρικάς Κόντι Σμιτ-Μακ Φι και ο Βίγκο Μόρτενσεν σε σκηνή από την ταινία

Πόσω μάλλον αν μιλάμε για το βραβευμένο με Πούλιτζερ βιβλίο του Κόρμακ ΜακΚάρθι, «Ο δρόμος», που εκτυλίσσεται σε μια μετα-αποκαλυπτική Αμερική, μέσα σε ένα σκοτεινό και κατεστραμμένο τοπίο, το οποίο μπορεί να «κολακεύουν» οι λέξεις, αλλά ως αναπαράσταση στη μεγάλη οθόνη, θεωρητικά, δεν θα είχε τίποτα ελκυστικό. Εκτός φυσικά από την ίδια την ιστορία, που αφηγείται μια δυνατή και συγκινητική σχέση ανάμεσα σε πατέρα και γιο.

Ο Αυστραλός σκηνοθέτης Τζον Χίλκοουτ, όμως, δεν πτοήθηκε. Εκανε τον «Δρόμο» χωρίς ειδικά εφέ, βουτηγμένο στην εφιαλτική ατμόσφαιρα και με φόντο μαύρα επιβλητικά τοπία, που αναζήτησε σε Νέα Ορλεάνη, Ορεγκον, Πενσιλβάνια κ.α. «Οταν διάβασα το βιβλίο, πριν χρόνια, με επηρέασε τόσο πολύ που δεν μπορούσα να σταματήσω να το σκέφτομαι», μας εξήγησε πριν λίγο καιρό ο Χίλκοουτ, που βρέθηκε στην Αθήνα, καλεσμένος του «Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου».

Μάλλον το πατρικό του ένστικτο ήταν αυτό που τον έκανε να συγκινηθεί τόσο με την ιστορία. Ενας πατέρας (Βίγκο Μόρτενσεν) διασχίζει με τον γιο του (εξαιρετικός ο πιτσιρικάς Κόντι Σμιτ-ΜακΦι) την Αμερική. Ζώα και φυτά έχουν εξαφανιστεί εξαιτίας μιας φυσικής καταστροφής βιβλικών διαστάσεων. Κατευθύνονται προς τον νότο, αναζητώντας μια καλύτερη τύχη, περιφέροντας τα υπάρχοντά τους σε ένα καρότσι του σούπερ μάρκετ. Εκτός από το πρωταγωνιστικό δίδυμο, βλέπουμε σε μικρούς ρόλους και τους Σαρλίζ Θερόν και Ρόμπερτ Ντιβάλ.

«Δεν είχα ξαναδεί παρόμοια σχέση πατέρα-γιου σε βιβλίο ή ταινία. Γύρισα πίσω στον "Κλέφτη ποδηλάτων" του Βιτόριο ντε Σίκα. Στις ταινίες συνήθως δεσπόζουν πατεράδες τύραννοι ή που απουσιάζουν από το σπίτι. Εδώ έχουμε μια πολύ συγκινητική σχέση. Είναι μια οικεία και ανθρώπινη ιστορία. Γενικά, δεν μου αρέσουν οι προφητικές ταινίες, αλλά τα ανθρώπινα θέματα. Στον "Δρόμο" παρακολουθούμε πώς συμπεριφέρονται οι άνθρωποι κάτω από φοβερές συνθήκες πίεσης», λέει. Και πραγματικά, η συγκεκριμένη οδύσσεια πατέρα και γιου μόνο θετικά συναισθήματα δεν δημιουργεί, αφού μαυρίζει η ψυχή σου, παρακολουθώντας τις περιπέτειές τους στην «αφανισμένη» από ζωή αμερικανική γη.

Ο Τζον Χίλκοουτ βλέπει παρ' όλα αυτά ένα παράθυρο ελπίδας. «Ο ίδιος ο ΜακΚάρθι έχει πει ότι το βιβλίο είναι για την ανθρώπινη καλοσύνη και ηθική και το πώς καταρρέει κάθε έννοια ηθικής σε τέτοιες συνθήκες. Το παιδί, λοιπόν, είναι το μόνο που συμπεριφέρεται με συμπόνια και έχει πίστη. Γι' αυτό στο τέλος σώζεται. Αυτό το βρίσκω εξαιρετικά ελπιδοφόρο. Οπότε θα διαφωνήσω με όσους ισχυρίζονται ότι είναι ένα σκοτεινό βιβλίο», εξηγεί.

Το άγχος του ήταν φυσικά η αντίδραση του συγγραφέα όταν θα έβλεπε το βιβλίο του στη μεγάλη οθόνη. Αν και ο Χίλκοουτ έμεινε πιστός στην αρχική ιστορία, μόλις ο ΜακΚάρθι είδε το αποτέλεσμα του είπε ότι έλειπαν τέσσερις γραμμές από την ταινία! Και ενώ αρχικά του Τζον Χίλκοουτ του κόπηκαν τα πόδια, για καλή του τύχη, είχε γυρίσει την εν λόγω σκηνή και την πρόσθεσε στο τελικό μοντάζ. «Πρόκειται για μια στιχομυθία όπου το παιδί ρωτάει τον πατέρα του "τι θα έκανες αν πέθαινα;". Κι εκείνος απαντά: "Θα πέθαινα για να είμαι μαζί σου". Είναι η μοναδική στιγμή όπου λένε ευθέως ότι αγαπιούνται και ο ΜακΚάρθι τη θεωρούσε απαραίτητη. Τελικά συμφωνώ μαζί του», λέει.

Αν κρίνουμε και από την πρώτη ταινία τού Χίλκοουτ, το γουέστερν «Η Πρόταση», του αρέσει να κινηματογραφεί ήρωες που επιβιώνουν κάτω από δύσκολες συνθήκες. «Γοητεύομαι από ακραίους κόσμους, όπως αυτούς που έχτισαν οι αρχαίοι συγγραφείς, που περιστρέφονται γύρω από συγκρούσεις. Αυτή είναι η ουσία του θεατρικού έργου: να παλεύει ο άνθρωπος εναντίον του εαυτού του και της φύσης. Αυτό σκεφτόμουν σήμερα που ανέβηκα μια βόλτα στον λόφο της Ακρόπολης», διηγείται.

Και το επόμενο πρότζεκτ του βασίζεται σε αντισυμβατικούς ήρωες. Πρόκειται για μια ταινία με γκάνγκστερ, που εκτυλίσσεται στη Δυτική Βιρτζίνια του '30. Είναι βασισμένο πάλι σε βιβλίο, αλλά τη διασκευή του υπογράφει ο καλός του φίλος και κουμπάρος Νικ Κέιβ, ο οποίος έχει βαφτίσει τον γιο του σκηνοθέτη.

Απ' ό,τι φαίνεται τρίτωσε το... κακό. Σε κάθε ταινία του Χίλκοουτ ο Κέιβ βάζει το χεράκι του. Στην «Πρόταση» είχε υπογράψει το σενάριο και στον «Δρόμο» το σάουντρακ. Τους συνδέει βαθιά φιλία, όπως λέει ο Χίλκοουτ, «από τα άγρια χρόνια της νιότης, που ήταν δύσκολα. Τώρα ο Νικ έχει ηρεμήσει...». Τι τη διατηρεί; «Μάλλον το ότι ο Νικ στον ελεύθερο χρόνο του βλέπει ταινίες και εγώ αντίστοιχα ακούω μουσική. Μεγάλωσα στην Αμερική του '60 και οι γονείς μου με πήγαιναν σε συναυλίες του Μάντι Γουότερς και του Μπομπ Ντίλαν. Και ο Νικ έχει αγάπη για τα αμερικάνικα μπλουζ, το φολκ, την κάντρι, το ροκ. Επομένως, η σχέση μας πατάει στην κοινή αισθητική και το γούστο», διηγείται.

Προς το παρόν, οι δύο δημιουργοί είναι σε φάση αναζήτησης παραγωγών. «Είναι δύσκολοι καιροί για τον κινηματογράφο, και ειδικά στην Αμερική. Μπορεί να ακούγεται ειρωνικό, καθώς η Αμερική κυριαρχεί στον κινηματογράφο, αλλά αυτή έχει πλέον τα μεγαλύτερα προβλήματα. Νομίζω ότι πλέον αναλαμβάνει η Ευρώπη το παιχνίδι. Οταν επενδύεις σε μια ταινία, παίρνεις ένα μεγάλο ρίσκο. Και στην Αμερική αυτή τη στιγμή κανείς δεν θέλει να ρισκάρει...». **

*Βγαίνει στις αίθουσες στις 28 Ιανουαρίου.

Sunday, October 18, 2009

Το τέλος της ψευδαίσθησης

  • Η καταστροφή του περιβάλλοντος, οι φυσικές καταστροφές καθώς και η οικονομική κρίση οδήγησαν πρόσφατα στο γύρισμα ταινιών με θέμα την καταστροφή του πλανήτη μας.


Ανάμεσά τους και «Ο δρόμος», συγκλονιστική, βουτηγμένη σε μαύρη ατμόσφαιρα ταινία, βασισμένη στο μελλοντολογικό μυθιστόρημα του Κόρμακ Μακ Κάρθι, που είδαμε στο πρόσφατο φεστιβάλ της Βενετίας και που προβάλλεται αυτές τις μέρες στο «Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου 2009».

Σκηνοθέτης ο Αυστραλός Τζον Χίλκοουτ, γνωστός μας ήδη από την ταινία «Η πρόταση», γύρω από τον απάνθρωπο τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζονται οι Αβορίγινες στην Αυστραλία.

«Ο δρόμος» αφηγείται την οδύσσεια ενός πατέρα (Βίγκο Μόρτενσεν) και του παιδιού του, που διασχίζουν μια ερειπωμένη Αμερική, μέσα από γκρίζα τοπία, αντιμέτωποι με κανιβαλιστικές συμμορίες, στην προσπάθειά τους να επιβιώσουν σ' έναν κατεστραμμένο πλανήτη.

Με τους Σαρλίζ Θέρον, Ρόμπερτ Ντιβάλ, Γκάι Πιρς και Μόλι Πάρκερ, να ερμηνεύουν τους δεύτερους ρόλους. Πριν έρθει στην Αθήνα για να παρουσιάσει την ταινία του στο φεστιβάλ, συναντήσαμε τον σκηνοθέτη.

- Δείξατε την ταινία στο συγγραφέα;

«Ναι. Του κάναμε μια προβολή μόλις τελειώσαμε την ταινία. Καθόμουν σε αναμμένα κάρβουνα. Μόλις τέλειωσε η προβολή, βγήκε βιαστικά έξω χωρίς να πει τίποτα και εξαφανίστηκε. Ομως επέστρεψε ύστερα από μερικά λεπτά και μου είπε ότι ήταν κατενθουσιασμένος. Είχε πάει απλώς στην τουαλέτα! Το μόνο που του έλειψε από το βιβλίο, όπως μας είπε, ήταν τέσσερις γραμμές, που τελικά τις αποκαταστήσαμε γιατί είχε δίκιο».

- Ποιες ήταν αυτές οι γραμμές;

«Σε μια σκηνή στην παραλία το παιδί ρωτάει τον πατέρα του, τι θα έκανες αν πέθαινα, κι εκείνος του απαντά, "κι εγώ θα πέθαινα", και το παιδί του λέει, «δηλαδή για να είσαι μαζί μου» κι ο πατέρας του απαντά, "ναι, για να είμαι μαζί σου". Είναι τρυφερό, και προαναγγέλλει αυτό που θα επακολουθήσει».

- Πώς εξηγείτε το γύρισμα αρκετών ταινιών για το τέλος του κόσμου;

«Πιστεύω πως σήμερα έχουμε μεγαλύτερη επίγνωση της περιβαλλογικής καταστροφής και των κινδύνων της για την ανθρωπότητα. Είναι και η οικονομική κρίση και οι πόλεμοι... Ζούσαμε σε μια ψευδαίσθηση και τώρα η ψευδαίσθηση έσβησε».

- Πώς διαλέξατε τους ηθοποιούς σας;

«Οι συνθήκες γυρίσματος ήταν πολύ δύσκολες και δεν υπήρχαν πολλοί πρόθυμοι να παίξουν. Ο Βίγκο (Μόρτενσεν) είναι εξαιρετικός άνθρωπος, έχει και την εξωτερική φυσιογνωμία που χρειάζεται για να γίνει πειστικός ως πατέρας. Το πρόσωπό του μου θύμιζε, όπως και το βιβλίο άλλωστε, τα πρόσωπα στα "Σταφύλια της οργής", πρόσωπα της μεγάλης οικονομικής κρίσης. Σωματικά είχε αυτό που ζητούσαμε, να εκπροσωπεί τον Καθένα».

Παρέα με τον Νικ Κέιβ

- Υπήρχαν πολλές δύσκολες σκηνές;

«Ολες ήταν δύσκολες. Επρεπε να διατηρήσουμε την ανθρωπιά και την ποίηση που υπήρχε στο βιβλίο. Είχα όμως για διευθυντή φωτογραφίας τον Χαβιέ Αγκιρσαρόμπε και τον Νικ Κέιβ που έγραψε τη μουσική και όλους τους συνεργάτες που βοήθησαν να μεταφερθεί όσο πιο σωστά και ωραία η ατμόσφαιρα της ταινίας. Βέβαια, το κλειδί παραμένουν οι ηθοποιοί».

- Πώς τα πάτε με τον Κέιβ;

«Εχουμε δουλέψει μαζί σε όλες μου τις ταινίες. Είμαστε κι οι δύο από τη Μελβούρνη, κάναμε παρέα από νέοι, ήμασταν στο ίδιο ροκ συγκρότημα. Ταιριάξαμε αμέσως. Εκείνος βλέπει ταινίες κι εγώ ακούω μουσική. Εχει μια λυρική, ποιητική ποιότητα που ταιριάζει στις ταινίες μου. Κι αρέσουν και στους δυο μας οι ακραίοι κόσμοι - ό,τι καλύτερο και ό,τι χειρότερο συναντάς στον άνθρωπο».

- Γι' αυτό οι κακοί είναι τόσο κακοί;

«Αυτό συμβαίνει όταν όλα καταρρέουν. Ο τυφώνας "Κατρίνα" είναι ένα πρόσφατο παράδειγμα. Ο πανικός, το χάος, οι λεηλασίες και το πλιάτσικο που ακολούθησαν, ήταν θλιβερά. Σε τέτοιες στιγμές η ανθρωπιά και η αλληλεγγύη εξαφανίζονται. Αυτό μου αρέσει στον Μακ Κάρθι: αναγνωρίζει πως όλοι μέσα μας κρύβουμε ένα μυαλό ερπετού. Κι όμως, εστιάζει στην καλοσύνη».

- Δυσκολευτήκατε να βρείτε όλα αυτά τα φυσικά ντεκόρ;

«Ψάξαμε σε πέντε διαφορετικές πολιτείες. Πήγαμε στη Νέα Ορλεάνη, στο Σεντ Χέλενς, όπου το βουνό είχε ανατιναχτεί, πήγαμε στο Ορεγκον όπου υπήρχαν παραλίες με γκρίζα άμμο, πήγαμε στην Πενσυλβάνια όπου υπήρχαν περιοχές σε πλήρη εγκατάλειψη και σε περιοχές με εγκαταλειμμένα ορυχεία. Και με τη βοήθεια του ταλαντούχου καλλιτεχνικού διευθυντή μας καταφέραμε να δώσουμε αυτή την αφανισμένη γη». *