Showing posts with label Gran Torino. Show all posts
Showing posts with label Gran Torino. Show all posts

Wednesday, March 4, 2009

Ο ΚΛΙΝΤ ΙΣΤΓΟΥΝΤ ΓΙΑ ΤΟΥΣ ΡΟΛΟΥΣ ΤΟΥ, ΤΗ ΘΡΗΣΚΕΙΑ, ΤΗ ΖΩΗ. Η έμπρακτη συγγνώμη για τον Βρώμικο Χάρι

«Σε αυτό το σενάριο αγάπησα  αμέσως το χιούμορ, το μήνυμα  ανθρωπιάς και το γεγονός ότι δεν  είμαστε ποτέ αρκετά ηλικιωμένοι  για να μάθουμε να ανεχόμαστε τους  άλλους», λέει ο αγέραστος Κλιντ  Ίστγουντ
  • «Μέσα στον Γουόλτ Κοβάλσκι ίσως και να υπάρχουν όλοι μου οι ρόλοι. Δεν ήθελα να ξαναπαίξω τον Βρώμικο Χάρι, αυτό είναι βέβαιο. Ο Κοβάλσκι δεν είναι σαν αυτόν. Είναι ένα είδος αντίκας», λέει ο Κλιντ Ίστγουντ στην γαλλική εφημερίδα «Le Figaro» για τον ρόλο του στην ταινία «Γ κραν Τορίνο». Πολλοί όμως ήταν εκείνοι που έσπευσαν να δουν τον Κοβάλσκι όχι απλώς ως έναν νέο Βρώμικο Χάρι, αλλά ως μια ευκαιρία για μια συγγνώμη εκ μέρους του εμβληματικού εκείνου ρόλου. Ο Κλιντ Ίστγουντ όμως δεν έχει τέτοιες προθέσεις. Και αρνείται οποιαδήποτε σχέση ανάμεσα στους δύο.
  • «Ο Κοβάλσκι είναι γεννημένος στο Ντιτρόιτ, την πρωτεύουσα της αυτοκινητοβιομηχανίας. Και διαπιστώνει ότι η τοπική βιομηχανία βρίσκεται στην ίδια κακή κατάσταση με τον ίδιο. Οι γείτονές του, η γυναίκα του, οι φίλοι του έχουν πεθάνει. Βιετναμέζοι μετανάστες έχουν εγκατασταθεί δίπλα του. Σιγά σιγά αρχίζει να αποκόβεται από όλα. Στο τέλος λέει πως ποτέ δεν ήξερε να επικοινωνεί με τα παιδιά του. Παρ΄ όλα αυτά θα αναπτύξει σχέσεις με τους μετανάστες της κοινότητας Χμονγκ που του δείχνουν την αναγκαία ανθρωπιά».
  • Ο Κλιντ Ίστγουντ λέει ότι ήταν η πρόκληση του σεναρίου που τον παρακίνησε να γυρίσει αυτήν την ταινία για έναν χαρακτήρα ρατσιστή, δυσανεκτικό σε όλους και στα πάντα, ο οποίος καταλήγει σε κάτι νέο: τον σεβασμό του άλλου, το μοίρασμα, την περιέργεια για μία κουλτούρα πέρα από τη δική του. Παραδέχεται επίσης ότι το μοντέλο της Φορντ Γκραν Τορίνο που πρωταγωνιστεί στην ταινία τού ανήκει από τα τέλη του ΄60. «Αυτό το αυτοκίνητο είναι ένα σύμβολο για μένα. Όταν το απέκτησα ήταν η βασίλισσα των αμερικανικών αυτοκινήτων και εγώ διαμορφωνόμουν ως ηθοποιός. Τελικά, είμαι το Γκραν Τορίνο. Εκείνο όπως κι εγώ είμαστε δεινόσαυροι. Προερχόμαστε από μία άλλη γενιά».
  • Έχουν περάσει περισσότερο από σαράντα χρόνια που ο ηθοποιός, σκηνοθέτης, παραγωγός Ίστγουντ κυριαρχεί στο αμερικανικό σινεμά. Ο καουμπόι των σπαγκέτι γουέστερν, ο επιθεωρητής που επιβάλλει τον νόμο με το Μάγκνουμ 44, ο λάτρης της τζαζ, ένας «χαμένος» της ζωής, ένας αντιστάρ. «Πιστεύω σε κάτι αλλά ποτέ δεν είχα χρόνο να σκεφτώ τη σχέση μου με τη θρησκεία. Σήμερα όμως αναρωτιέμαι και με ενδιαφέρει να μάθω τι υπάρχει μετά τον θάνατο. Κατά βάθος έχω πειστεί ότι υπάρχει κάποιος λόγος που ζούμε όλα αυτά. Δεν ξέρω ακριβώς το γιατί, αλλά σίγουρα υπάρχει αιτία».
  • Επιμέλεια: Έφη Φαλίδα, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 4 Μαρτίου 2009

ΙΝFΟ: Η ταινία «Γκραν Τορίνο» προβάλλεται ήδη και στις ελληνικές αίθουσες.

Υπερεκτιμημένη ταινία

  • Πριν από λίγες εβδομάδες έγραφα από αυτή εδώ τη στήλη για την ταινία του Θόδωρου Αγγελόπουλου «Η σκόνη του χρόνου». Τότε εξέφραζα την άποψη ότι η ταινία αδικήθηκε από τους κριτικούς. Σήμερα, επιθυμώ να κάνω κάτι ανάλογο, αλλά από την ανάποδη, με άλλη ταινία: το «Gran Torino» του Κλιντ Ιστγουντ. Φιλμ που έτυχε θετικότατης υποδοχής από την κριτική. Δύο σχόλια προκαταβολικά: πρώτον, το ότι διαβάζω τους Ελληνες κριτικούς κινηματογράφου αποδεικνύει πώς, αν μη τι άλλο, εκτιμώ την άποψή τους, με ενδιαφέρει. Δεύτερον, εκτιμώ ιδιαιτέρως τον σκηνοθέτη Ιστγουντ. Το «Bird» ήταν σπουδαία ταινία, η διπλή «Ιβοτζίμα» είχε σπάνια δύναμη, το «Σκοτεινό ποτάμι» επίσης, για να μη μιλήσω για το «Million Dollar Baby». Ναι - λυπάμαι όμως αλλά το «Gran Torino» μου φάνηκε παιδαριώδες.

  • Ας αφήσουμε στην άκρη την σχεδόν σαχλή αποτύπωση της αποξένωσης ανάμεσα στον πρωταγωνιστή και στα παιδιά και τα εγγόνια του. Ειδικά τα τελευταία εμφανίζονται σαν καρικατούρες ανθρώπων, μέσα από χιλιομασημένα στερεότυπα. Το χάσμα ανάμεσα στον Κοβάλσκι και την οικογένειά του αποτυπώνεται με απίστευτες σεναριακές ευκολίες και υπεραπλουστεύσεις. Απορώ, πως το φινάλε της ταινίας δεν χαρακτηρίστηκε σαν μια αναληθοφανή «αμερικανιά» επίσης εύκολου μελοδραματισμού - διότι, ταπεινή άποψη, αυτό είναι.
  • Εχω την αίσθηση ότι η ταινία κρίθηκε στις προθέσεις της: πώς ένας ρατσιστής μπορεί να μεταμορφωθεί. Ευγενής στόχος, πλην όμως, το πέρασμα του Κοβάλσκι από τον φανατισμό στην ανθρωπιά, δίνεται απλοϊκά. Ο αγέλαστος Αμερικανός που φτύνει μόλις βλέπει «σχιστομάτη», την αμέσως επόμενη στιγμή αποδέχεται πρόσκληση για φαγητό. Εχει μεσολαβήσει μόνο ένα επεισόδιο με μια ομάδα νέγρων του δρόμου, από τα χέρια των οποίων ο Κοβάλσκι σώζει την κόρη της ασιατικής οικογένειας και γειτόνων του. Ούτε και αυτή του η κίνηση δικαιολογείται δραματουργικά. Υποτίθεται ότι ο Ιστγουντ αποδομεί τον «βρώμικο Χάρι» της νεανικής του ζωής - λυπάμαι, μα ως επιχείρημα για να αξιολογηθεί η ταινία δεν μου λέει απολύτως τίποτα.
  • Το χειρότερο απ’ όλα είναι ότι η ταινία είναι πληκτική. Το μοναδικό ενδιαφέρον στοιχείο, τα προσωπικά του φαντάσματα από τον πόλεμο, περνάει ανεκμετάλλευτο. Απομένει μόνον η ίδια η μορφή του Ιστγουντ. Το «Gran Torino» δεν αλλάζει τη γενική άποψη: Respect.

Tου Ηλια Μαγκλινη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 04/03/2009

Thursday, February 26, 2009

Κλιντ Ιστγουντ: Η εξιλέωση του επιθεωρητή Κάλαχαν

“Gran Torino”. Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ

Ο 79χρονος σήμερα Κλιντ Ιστγουντ είναι από μόνος του ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι πλήρως αποκωδικοποιημένο, του παγκόσμιου κινηματογράφου, σε μια μοναδική διαδρομή, που ουσιαστικά ξεκινά το 1964, όταν ερμήνευσε τον θρυλικό “Άνθρωπο χωρίς όνομα" στο “Για μια χούφτα δολάρια” του Σέρτζιο Λεόνε, τον μυθολογικό ήρωα που έρχεται από το πουθενά, ως απόλυτος δραματουργικός καταλύτης, περιβεβλημένος με επιτηδευμένο φορμαλισμό, "απελευθερώνοντας το γουέστερν από τα δεσμά της αμερικανικής ηθικολογίας", όπως έγραψε η Αμερικανίδα κριτικός Πωλίν Καέλ, και φτάνει στο προσωπικό του πέρασμα στη σκηνοθεσία το 1971 - “Play misty for me”, “Bird” “Οι Ασυγχώρητοι”, “Οι γέφυρες του Μάντισον”, “Million dollar baby”, “Γράμματα από την Ιβοτζίμα”, κινηματογραφικά διαμάντια σε μια καριέρα με απίστευτες διακυμάνσεις, αλλά και σταθερή ωρίμανση...

Στην τελευταία του ταινία, με τον τίτλο “Gran Torino” (παρεμπιπτόντως, και για όσους έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν για τον... αποκλεισμό της, η ταινία θα είναι υποψήφια για τα Οσκαρ της επόμενης χρονιάς) πρωταγωνιστεί ξανά ο ίδιος, ως συνταξιούχος εργάτης αυτοκινητοβιομηχανίας. Είναι ο Γουόλτ Κοβάλσκι, πολωνικής καταγωγής, δύσθυμος χαρακτήρας και εξαιρετικά συντηρητικός στις απόψεις του βετεράνος του πολέμου της Κορέας, περνάει τις μέρες του επισκευάζοντας το σπίτι του, πίνοντας μπίρα και πηγαίνοντας μια φορά τον μήνα στο κουρείο. Η γυναίκα έχει πεθάνει, με τελευταία της επιθυμία ο Γουόλτ να εξομολογηθεί επιτέλους στον παπά της ενορίας... Εκείνος όμως νιώθει κοντά του πλέον μονάχα το γέρικο σκυλί του, την Νταίζη. Στη γειτονιά του είναι πια εντελώς απομονωμένος: Οι παλιοί γείτονές του έχουν μετακομίσει ή πέθαναν και έχουν αντικατασταθεί από Ασιάτες μετανάστες, τους οποίους ο Γουόλτ απεχθάνεται. Τα πάντα γύρω του φθαρμένα, “ξεπερασμένα”, τα πρόσωπα ξένα, ο Γουόλτ περιμένει μονάχα το τέλος.

Μέχρι τη νύχτα που κάποιος προσπαθεί να κλέψει το κρυφό καμάρι του, ένα Gran Torino του '72 -“Δεν τα φτιάχνουν πια όπως τότε”. Ο υποψήφιος κλέφτης είναι ο ντροπαλός έφηβος γείτονάς του Τάο (Μπι Βανγκ), που μια συμμορία της περιοχής τον υποχρέωσε, σαν “δοκιμασία”, να κλέψει το αυτοκίνητο.

Ο Γουόλτ όμως εμποδίζει την κλοπή, ακυρώνει τα σχέδια της συμμορίας και γίνεται άθελά του ο ήρωας της γειτονιάς - ειδικά στα μάτια της μητέρας και της μεγαλύτερης αδερφής του Τάο, της Σου, η οποία επιμένει ότι ο Τάο πρέπει τώρα να δουλέψει για τον Γουόλτ προκειμένου να εξιλεωθεί. Ο Γουόλτ αρχικά δεν θέλει να έχει καμία σχέση με όλους αυτούς τους ανθρώπους, όμως τελικά υποχωρεί και βάζει τον μικρό να κάνει κάποιες μικροεπισκευές που θα αναμορφώσουν τη γειτονιά...

Μέσα από την φυσική ευγένεια και τον αυθορμητισμό του Τάο και της οικογένειάς του, ο Γουόλτ, αυτός ο “συνταξιούχος Κάλαχαν”, αρχίζει σιγά-σιγά να συνειδητοποιεί πως “αντικειμενικά” βρίσκεται πιο κοντά σε αυτούς τους βασανισμένους ανθρώπους- μετανάστες της διπλανής πόρτας παρά στα ίδια του τα παιδιά και τα εγγόνια. Θα “βγάλει” τελικά έξω, στο φως, το καταπιεσμένο καλύτερο κομμάτι του εαυτού του, όπως κρυμμένο κρατούσε για χρόνια και το καμάρι του, το Gran Torino. Θα δώσει την απάντηση στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι νέοι φίλοι του με έναν φαινομενικά “καουμπόικο” τρόπο -όμως όχι, αυτή τη φορά ο “επιθεωρητής Κάλαχαν” θυσιάζεται, ως μάρτυρας... Η πρώτη σκέψη που έρχεται μετά στο μυαλό είναι ότι ΄'και πάλι” ο Κλιντ Ισγουντ επέλεξε μια “προσωπική”, μοναχική λύση, περιφρονώντας τις συλλογικότητες, έστω με καλές προθέσεις. Πάλι λάθος. Η ακραία “θυσία” του δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει εάν δεν κατάφερνε να αφυπνίσει την κοινότητα των μεταναστών, που καταγγέλλουν πια τους τραμπούκους... Είναι πράγματι εντυπωσιακό ότι το έργο του μεγάλου αυτού δημιουργού συνεχίζει να εξελίσσεται, ανατρέποντας το αξιακό σύστημα που ο ίδιος είχε εγκαθιδρύσει στο παρελθόν. Πόσοι δημιουργοί μπορούν σήμερα να κάνουν κάτι ανάλογο;

“Μικρές ελευθερίες”. Σκηνοθεσία: Κώστας Ζάπας. Να μια ελληνική ταινία που θα σας κάνει να αναθεωρήσετε πολλές από τις απόψεις σας για το ελληνικό σινεμά: Χαρακτήρες στα όρια του ρεαλισμού και της υπέρβασής του, με δάνεια από το ΄”θέατρο της σκληρότητας”. Ένας αυταρχικός άντρας κάπου στην αθέατη πλευρά της ελληνικής επαρχίας εμπορεύεται μετανάστες και νεαρές πόρνες από τις Βαλκανικές χώρες. Δεν διστάζει να εκπορνεύσει και την ανήλικη κόρη του, ενώ σήμερα φαίνεται να έχει σειρά και ο γιος του. Λόγος παραληρηματικός, σώματα που υποφέρουν και βιώνουν τη σεξουαλικότητα σαν βαθιά πληγή, κάμερα στο χέρι, ανορθόδοξα καδραρίσματα, σινεμά με τη λογική της γροθιάς στο στομάχι του θεατή.

“Καρουζέλ”. Σκηνοθεσία: Σταμάτης Τσαρουχάς. Κοινωνικό δράμα, με θέμα την ιστορία μιας νέας γυναίκας που, κουβαλώντας τα ψυχολογικά τραύματα του παρελθόντος (τον βιασμό που υπέστη στα εφηβικά της χρόνια) αγωνίζεται να “κερδίσει” τη ζωή της. Φωτογράφος στο επάγγελμα, αφιερώνει πολύ χρόνο στη φροντίδα ανήλικων παιδιών που έχουν κακοποιηθεί, ενώ συγχρόνως, για βιοποριστικούς λόγους, έχει ανοίξει μαζί με μια φίλη της ένα καφέ. Ομως, κάποιες περίεργες συμπτώσεις αρχίζουν να ξαναφέρνουν στην επιφάνεια τα τραύματα της ηρωίδας... Δυστυχώς η σκηνοθεσία αλλά και το άτεχνο σενάριο δεν μπορούν να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στην “εσωτερικότητα” της ιστορίας, και περιορίζονται σε μια “καταγραφή” των εξωτερικών χαρακτηριστικών.

“Επτά ζωές”. Σκηνοθεσία: Γκαμπριέλ Μουτσίνο. Ο Γουίλ Σμιθ ευθύνεται για τον θάνατο επτά ατόμων σε τροχαίο -ανάμεσά τους και η αγαπημένη του γυναίκα. Προσπαθώντας να εξιλεωθεί, και να “χαρίσει” επτά “κομμάτια ζωής” σε ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη, “κλέβει” την ταυτότητα του αδελφού του που έχει πρόσβαση σε εκατομμύρια φακέλους προσωπικών δεδομένων. Δαιδαλώδης σκηνοθεσία, με αναφορές στα “21 γραμμάρια” που μένουν στα μισά της διαδρομής...

“Γκίνες”. Σκηνοθεσία: Αλέξης Καρδαράς. Ο καλός ηθοποιός Γιώργος Πυρπασόπουλος χαραμίζεται εδώ σε μια, επιεικώς, “σουρεαλιστική” ελληνική ταινία... Γκαντέμης χαρτοπαίχτης με το παρατσούκλι «Γκίνες» αναζητάει χρυσάφι θαμμένο σε κάποια ερημική ταβέρνα..

“Push, το επικίνδυνο χάρισμα”. Σκηνοθεσία: Πολ ΜακΓκίγκαν. Μέτριο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, που κινείται στον χώρο της κατασκοπίας, με ήρωες ανθρώπους που διαθέτουν τηλεπαθητικές και “παραφυσικές” ικανότητες.

“Μια ιστορία με θέμα την αγάπη”. Σκηνοθεσία: Όλε Μπόρνενταλ. Μια γυναίκα με απώλεια μνήμης. Ένας άντρας που θέλει να ξεχάσει τη βαρετή ζωή του. Μια γυναίκα που θέλει να κρατήσει τον άντρα που αγαπάει... Είναι βέβαιο ότι ο έρωτας προϋποθέτει την απώλεια της ταυτότητάς σου, την εξιδανίκευση του παρόντος; Ο Δανός σκηνοθέτης Ολε Μπόρνενταλ αναπτύσσει με στοιχεία θρίλερ την ιστορία ενός άντρα που θέλει να αλλάξει τη ζωή του και βρίσκει στον έρωτα μια “έξοδο κινδύνου”... Επιτήδευση στη σκηνοθεσία, που γρήγορα αναγκάζει τον θεατή σε υπερ-προσπάθεια, αν δεν παραιτηθεί γρήγορα...

“Μέρες θυμού”. Σκηνοθεσία: Όλε Κρίστιαν Μάντσεν. Δανέζικη παραγωγή, που εμβαθύνει στο σκοτεινό ιστορικό παρελθόν της χώρας κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, με επίκεντρο την ιστορία των δύο πιο γνωστών αντιστασιακών εκείνης της περιόδου. Μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στις αίθουσες της Δανίας.

“Η ιστορία του Ντεσπερό”. Σκηνοθεσία: Σαμ Φελ, Ρόμπερτ Στίβενχαγκεν. Μέτριο ανιμέισον, με έναν ακόμη ποντικο-ήρωα, στα χνάρια του Ρατατούη.


  • Τερζής Κ., Η Αυγή, 26/02/2009


Οι ταινίες της εβδομάδας

Και ξανά τα ίδια, Παντελάκη μου. Πάλι βγάζουν τον αμέτρητο οι διανομείς, μόλις πήραμε μια ανάσα από τα Οσκαρ, αλλά εμείς με τρία θα ασχοληθούμε και πολλά είναι! «Gran Torino» του Κλιντ Ιστγουντ με μπόλικη υπερεκτίμηση από μια σκοπιά, «Μέρες θυμού», που είναι από τα καλύτερα φιλμ που είδα φέτος και μας έρχεται από Δανία (μην τρομάζετε, για πολεμικό σασπένς πρόκειται κι όχι για έργο των «λεσχών») και «Επτά ζωές», που θα γελάσω με τις αντιδράσεις γύρω από αυτό ενώ πρόκειται για δράμα.


Διότι η άγνοια, όπως και στην περίπτωση του «Gran Torino», θα κάνει κι εδώ το θαύμα της. Υπάρχει κι ένα ελληνικό, το «Γκίνες», αλλά δυστυχώς για Μπερλινάλε και Οσκαρ δεν ήταν έτοιμο για προβολή κι έτσι δεν έχω γνώμη. (Ρεπορτάζ στη διπλανή στήλη.)

«Gran Torino»

«Gran Torino»

Κάθε χρόνο, στην περίοδο γύρω από τα Οσκαρ κι αμέσως μετά, ανακαλύπτεται και μία ταινία που κατά τη γνώμη ορισμένων θα έπρεπε να είναι στα Οσκαρ και δεν ήταν. Φέτος το ρόλο αυτό παίζει το «Gran Torino» του «αδικημένου» των Οσκαρ (θα γελάσει κάθε πικραμένος και κάθε παρδαλό κατσίκι) Κλιντ Ιστγουντ.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.

Προσωπικά η ταινία με συγκίνησε κυρίως ως περίπτωση, γύρω από τον ήρωα, κι επειδή ως ήρωας εμφανίζεται η «μουράκλα» που λέγεται Κλιντ Ιστγουντ. Αυτοί, όμως, που κάνουν ταινίες, δηλαδή στο Λος Αντζελες που το συζήτησα με κινηματογραφιστές και με μέλη της Ακαδημίας, δεν τους είδα να συμμερίζονται την άποψή μου. Κατακεραυνώνουν την ταινία κινηματογραφικά και δεν μπορούν να δεχτούν τη στατικότητα της κάμερας έξω από ένα σπίτι σαν να πρόκειται για φοιτητική ταινία. Την κατακεραυνώνουν διότι έχει γυριστεί με τους κανόνες του Χόλιγουντ, μεγάλου στούντιο κι από ένα σούπερ σταρ. Αν ήταν ταινία του ανεξάρτητου με κάποιο ρολίστα χαμηλής αμοιβής θα μπορούσαν, όπως μου είπαν, να τη δεχτούν. Για ταινία του Κλιντ Ιστγουντ, όμως, είναι κάθετα αντίθετοι. Σαν να την έκανε στο πόδι. Επίσης κακοχαρακτήρισαν τον ίδιο τον Κλιντ διότι μάζεψε γύρω του διάφορους αγνώστους θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο θα ικανοποιούσε το απωθημένο του, να τον δεχτούν και ως ηθοποιό στην Ακαδημία κι όχι μόνο ως σκηνοθέτη. Και η ματαιοδοξία των ηθοποιών είναι παροιμιώδης. Τελικά αυτούς που ήθελε να πείσει δεν τους έψησε. Στο κοινό, όμως, η ταινία άρεσε. Ανάμεσα σε αυτούς που άρεσε περιλαμβάνομαι κι εγώ. Ωστόσο όφειλα να μεταφέρω τις ενστάσεις.

«Μέρες θυμού»

«Μέρες θυμού»

  • «Μέρες Θυμού» (Flame and Citron). Δανία, 2008. Σκηνοθεσία: Ολε Κρίστιαν Μάντσεν. Παίζουν: Μαντς Μίκελσεν

Αυτή είναι από τις καλύτερες ταινίες φέτος. Και μακάρι να το συνεχίσουν αυτό μερικοί τολμηροί διανομείς, μια και στις μέρες μας τολμηρό θεωρείται να φέρεις ευρωπαϊκές ταινίες που γίνονται για κοινό κι όχι εκείνες των φεστιβάλ που στέλνουν και το λάθος μήνυμα περί ευρωπαϊκού και κάνουν τον κόσμο να τρομάζει.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.


Το «Μέρες θυμού», μια παραλλαγή τίτλου τού «Μέρες οργής» του Δανού «πατριάρχη» Καρλ Ντράγερ, αφηγείται ένα περιστατικό από την εθνική αντίσταση της Δανίας, κάτι που αγνοούμε πλήρως κι έχουμε μηδαμινή κινηματογραφική αναφορά γι’ αυτό. Κυρίως από το αντάρτικο πόλεων στη γερμανοκρατούμενη Κοπεγχάγη, που, όπως συμπεραίνουμε από την ταινία, ήταν περισσότερο δωσιλογοκρατούμενη. Οι δωσίλογοι είχαν εισχωρήσει παντού κι η ιστορία αναφέρεται σε μια ομάδα που εκτελεί συνεργάτες του κατακτητή.

Πέρα από την εξαιρετική πλοκή, το σενάριο βάζει κι ερωτήματα που ελληνική ταινία ούτε που θα τολμούσε διότι θα έπεφταν πάνω της να της κολλήσουν ρετσινιές εθνικής προδοσίας κ.λπ. Η ελληνική ανεπίσημη λογοκρισία είναι μοναδική στον κόσμο διότι ξεκινάει πάντα από τη ρετσινιά και το διασυρμό. Μόνο που στη Δανία οι άνθρωποι είναι πολιτισμένοι και δημοκρατικοί και μπορεί ο κόσμος και προβληματίζεται καθώς ψυχαγωγείται.

Κινηματογραφικά και σκηνοθετικά εξαιρετική, με υψηλά στάνταρντ παραγωγής, ατμοσφαιρική φωτογραφία και ωραίους ηθοποιούς.

«Επτά ζωές»

«Επτά ζωές»
  • «Επτά ζωές» (Seven pounds). ΗΠΑ, 2008. Σκηνοθεσία: Γκαμπριέλε Μουτσίνο. Παίζουν: Γουίλ Σμιθ

Η ταινία αυτή έχει ως κάρμα της το να αγαπηθεί μόνο στην Ιταλία. Επειδή ο σκηνοθέτης είναι Ιταλός, οι Ιταλοί αισθάνονται περήφανοι για τις ταινίες του κι επειδή είναι Ιταλοί οικτίρουν εκείνους που δεν τις γνωρίζουν. Συγχρόνως το ότι τον κάλεσαν στην Αμερική να σκηνοθετήσει τις δύο τελευταίες ταινίες του Γουίλ Σμιθ το παίρνουν ακόμα πιο πολύ πάνω τους. Και βλέποντάς το, επειδή εκεί τα πάντα ντουμπλάρονται, αισθάνονται ότι βλέπουν και ακούν μια ιταλική ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί ο Γουίλ Σμιθ, που επίσης τους είναι αγαπητός.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.


Οι εκτός Ιταλίας θα αναρωτηθούν τι έπαθε ο Γουίλ Σμιθ και το γύρισε στο δράμα. Οντως ως δράμα παραείναι στενόχωρο και όλο δείχνει να γίνεται στα καλά του καθουμένου. Μόνο μέσω Μουτσίνο μπορείς να καταλάβεις τι παίχτηκε, αλλά πόσοι ξέρουν το ιταλικό σινεμά ώστε να ξέρουν και τι ακριβώς κάνει ο Μουτσίνο, ήτοι ένα τρυφερό ιταλικό δράμα αλλά με τον Γουίλ Σμιθ…
  • Επίσης προβάλλονται

«Μικρές ελευθερίες» και «Καρουσέλ»: Δύο ελληνικά, αντιπροσωπευτικά τού πού βρίσκεται ο κινηματογράφος μιας χώρας που δεν διαθέτει πλατό για να γυρίζονται ελληνικές και ξένες παραγωγές και που παρά τις κρατικές σπατάλες απουσιάζουμε από παντού. Και τα δύο φιλμ είναι ενδεικτικά τού πού βρισκόμαστε.

ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Ελεύθερος Τύπος, Πέμπτη, 26.02.09

Βρώμικος Χάρι χωρίς Μάγκνουμ

Ο Κλιντ Ιστγουντ ταξιδεύει με ένα Ford στον Παράδεισο των Αμερικανών κλασικών

Gran Torino **** Δράμα. Σκηνοθεσία: Κλιντ Ιστγουντ. Ερμηνεία: Κλιντ Ιστγουντ, Μπι Βανγκ, Ανεϊ Χερ, Κρίστοφερ Κάρλεϊ, Μπράιαν Χάλεϊ.

ΚΡΙΤΙΚΗ. Στην τελευταία του ταινία ο Κλιντ Ιστγουντ ενσαρκώνει έναν βετεράνο του αμερικανικού ονείρου σε μια εχθρική Αμερική, απονευρωμένη από τις παραδοσιακές αξίες της. Ο ευθυτενής γέροντας Γουόλτ Κοβάλσκι, ο αντι–ήρωας του «Gran Torino», είναι ένας «ξένος» σε μια χώρα που μόνον οι ξένοι είναι πιστοί στ’ όνειρό της. Είναι ένας ιθαγενής – «βάρβαρος» στη «Γη της Επαγγελίας» στην οποία συρρέουν οι νέοι άποικοι: οι οικονομικοί μετανάστες από την Ασία και από άλλες γωνιές του Τρίτου Κόσμου. Το «Gran Torino» ξεκινάει με μια κηδεία, με τον Κοβάλσκι δίπλα στη σορό της συντρόφου του σαν φρουρός που θέλει να κρατήσει σε απόσταση τα κοράκια: τον γιο του, τη νύφη του και τα εγγόνια του που συμπεριφέρονται σαν μακρινοί κληρονόμοι.

Στην πρώτη επιπόλαιη ματιά το «Gran Torino» μοιάζει σχηματικό, σαν καρικατούρα ενός γερασμένου «Βρώμικού Χάρι» που αυτοσαρκάζεται υπονομεύοντας την ξενοφοβία του. Κοιτώντας πιο προσεκτικά πίσω από τον θυμό και τη συσσωρευμένη οργή αυτού του ζωντανού σκιάχτρου θα ανακαλύψουμε μια σπαρακτική ταινία από τον τελευταίο των Μοϊκανών της κλασικής αφήγησης.

Το σεμνό και λιπόσαρκο «Gran Torino» είναι το πιο γρήγορο εξπρές του Κλιντ Ιστγουντ για τον παράδεισο των μεγάλων κλασικών του αμερικανικού κινηματογράφου με δύο σταθμούς στο ενδιάμεσο: το «Μillion Dollar Baby» και τον «Βρώμικο Χάρι». Το 1956, στην «Αιχμάλωτη της ερήμου», ο Τζον Φορντ έφερε το γουέστερν στο απόγειό του σκηνοθετώντας την εσωτερική μεταμόρφωση ενός τραγικού «χλωμού προσώπου» που ταυτίζεται όλο και πιο πολύ με τον εχθρό του: τον νομάδα Ινδιάνο της ερήμου. (Ο αναχρονιστικός Τζον Γουέιν ενσαρκώνει το ελεύθερο πνεύμα του λευκού πιονιέρου στην Αγρια Δύση το οποίο βρίσκει υλική υπόσταση μόνον μέσα από την περιπέτεια.) Σήμερα, ο Ιστγουντ δανείζεται τα στερεότυπα ενός b–movie (αυτό ήταν επί της ουσίας ο «Βρώμικος Χάρι» για το αμερικανικό σινεμά των αρχών του ’70) για να σκιαγραφήσει την ψυχή ενός ανθρώπου που είναι έωλος.

Ο Κοβάλσκι βρίσκεται ανάμεσα στο πτώμα μιας παχύσαρκης, κυνικής οικογένειας (που καταναλώνει με βουλιμία και χωρίς σεβασμό από τα έτοιμα) και στο δράμα μιας οικογένειας «κίτρινων μιασμάτων» που διατρέχουν πολλούς κινδύνους στη σύγχρονη Αγρια Δύση. Ο ξεροκέφαλος Κοβάλσκι προετοιμάζεται τελετουργικά για τον εξαγνισμό του (την πρώτη και μοναδική εξομολόγηση της ζωής του, που γίνεται έμπρακτα κι όχι στα λόγια) πριν από το τελευταίο μεγάλο ταξίδι.

Βρίζει σαν θερμοκέφαλος ρατσιστής και φτύνει διαρκώς το χώμα της κόλασης που κάποτε ήταν ο παράδεισός του.

Η γειτονιά του, που βρίσκεται σε μια πάλαι ποτέ ακμάζουσα πόλη χάρη στην αυτοκινητοβιομηχανία, είναι μια «βαρετή νεκρή ζώνη» για το κινητό της νεαρής κακομαθημένης εγγονής του (την οποία θα χαστούκιζε ευχαρίστως ο Κοβάλσκι).

Ενα γκέτο μεταναστών, που ο Κοβάλσκι δεν τους αντέχει γιατί ξυπνούν τις ενοχές του για φρικτά πράγματα που διέπραξε στα χρόνια της Κορέας.

«Αυτό που στοιχειώνει περισσότερο έναν άντρα είναι οι πράξεις που έκανε χωρίς να ’χει διαταχτεί από κανέναν να τις κάνει», λέει σ’ έναν ιερέα που βάλθηκε να τον εξομολογήσει.

  • Στις σκιές των ρόλων του

Ο Κοβάλσκι είναι ένας αναχρονιστικός κινηματογραφικός χαρακτήρας, φτιαγμένος από σκιές ρόλων που έχει ενσαρκώσει ο Ιστγουντ στο παρελθόν. Από τη σκιά του επιθεωρητή Κάλαχαν με το Μάγκνουμ στο χέρι. Από τη σκιά του προπονητή πυγμαχίας Φράνκι, στο «Μillion Dollar Baby», που βασανίζεται από τις ενοχές για εξαφανισμένη κόρη του και γίνεται ο πατέρας μιας φτωχής σερβιτόρας. Από τη σκιά του πιστολέρο χωρίς όνομα στα σπαγγέτι του Λεόνε…

Το «Gran Torino» είναι μια ελεγεία για την γκρίζα όψη της λευκής Αμερικής, με έναν γέροντα που κόβει ό, τι τον δένει με τα παιδιά και εγγόνια του για να γίνει ο πατέρας ενός νεαρού σχιστομάτη που βλέπει την Αμερική και τ’ όνειρό της σαν μονόδρομο. O τίτλος της ταινίας είναι δανεισμένος από ένα θρυλικό κουπέ της κραταιάς αμερικανικής βιομηχανίας που σήμερα παραπαίει: το Grand Torino του 1972 της Ford.

  • Του Δημητρη Mπουρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/02/2009

Wednesday, February 25, 2009

ΚΛΙΝΤ ΙΣΤΓΟΥΝΤ: Gran Torino



Ο 78χρονος σήμερα Κλιντ Ιστγουντ (γεννήθηκε στις 31 Μάη του 1930) με τη δουλειά του, η οποία ξεπερνάει τα πενήντα χρόνια (από το 1970 σκηνοθετεί, προηγουμένως εργαζόταν μόνον σαν ηθοποιός), έχει καταφέρει να αποσπάσει τον παγκόσμιο σεβασμό! Ο παλιός καουμπόη του Σέρτζιο Λεόνε, σιγά σιγά, μεθοδικά, δημιουργικά, έβαλε τη δική του σφραγίδα στον παγκόσμιο κινηματογράφο. Σήμερα το όνομά του είναι μια εγγύηση! Ο θεατής μπαίνει άφοβα και με δημιουργική προσμονή στις ταινίες του! Ταινίες οι οποίες, παρόλο τον πολιτικό συντηρητισμό του δημιουργού τους, σύμφωνα με δικές του δηλώσεις, και κόντρα σε αυτόν το συντηρητισμό, είναι καθαρά προοδευτικά κινηματογραφικά έργα!

Δε μας παίρνει ο χώρος να απαριθμήσουμε τα βραβεία του και τις επιτυχίες του! Πάντως, πολύ μεγάλες κινηματογραφικές επιτυχίες φέρουν την υπογραφή του («Γράμματα από την Ιβο Ζίμα», «Μίλιον ντόλαρ μπέιμπι», «Οι γέφυρες του Μάντισον» κ..α). Το «Gran Torino» είναι η τελευταία του δημιουργία. Μια ευαίσθητη «χειροποίητη», για τα αμερικάνικα -και τα δικά του- μέτρα ταινία!

Η ιστορία είναι πολύ απλή, όπως και η κινηματογράφηση, επίσης! Ενας βετεράνος της Κορέας, ο οποίος σκότωνε ό,τι κουνιόταν στην ασιατική χώρα το 1952, «γιατί έτσι τον διέταζαν», στο τέλος του βίου του βλέπει όλους αυτούς που πολέμαγε, τους εχθρούς του δηλαδή, να έχουν περικυκλώσει το σπίτι του, στην ίδια του την πατρίδα! Ολοι αυτοί οι σχιστομάτηδες, τους οποίους σκότωνε χωρίς να τους γνωρίζει, έχουν στήσει τα σπίτια τους δίπλα στο δικό του. Στην πραγματικότητα τον έχουν περικυκλώσει! Κάποιο πρωί διαπιστώνει πως είναι ο τελευταίος Αμερικάνος κάτοικος της περιοχής, και το σπίτι του το μόνο σπίτι στο οποίο κυματίζει η αμερικανική σημαία! Παντού γύρω του Ασιάτες! Ο Εφιάλτης του!

Ο βετεράνος αν εξακολουθούσε να ήταν ακόμα γερός, νέος και ανώριμος, ίσως να μην έφτανε ποτέ στις διαπιστώσεις που έφτασε. Οτι, δηλαδή, είχε πολλά περισσότερα να πει -και να κάνει - με αυτούς τους ανθρώπους, οι οποίοι είναι τρυφεροί και ευγενικοί, από την ίδια του την οικογένειά του, τα παιδιά του και τις νύφες του, από τους συμπατριώτες του, τελικά. Στο τέλος της ταινίας, και της ζωής του, δε θα διστάσει να θυσιαστεί για εκείνους. Για εκείνους που σκότωνε και μισούσε άκριτα!

Ναι, πράγματι, η τελευταία ταινία του Κλιντ Ιστγουντ κρυπτο-θρησκευτίζει! Ο ίδιος γίνεται ένα είδος Χριστού που σταυρώνεται για τη σωτηρία του κόσμου (των κατατρεγμένων Ασιατών). Μάλιστα το τελικό μήνυμα της ταινίας είναι κάτω τα όπλα (ο πόλεμος). Ωστόσο, δεν έχουμε να κάνουμε με ένα χαζό έργο! Ο Κλιντ Ιστγουντ έχει, πια, αποκτήσει κριτική ματιά και έχει αποφασίσει να μη διστάζει να πει την αλήθεια του! Ετσι, μέχρι να φτάσουμε στο ειρηνόφιλο και θρησκευτικό φινάλε, το οποίο είναι σίγουρα μια (ηλικιακή;) υποχώρηση, ο Ιστγουντ δεν άφησε τίποτα στο απυρόβλητο και ασχολίαστο. Από την κριτική του δε γλίτωσε το δολοφονικό αμερικάνικο κράτος (το οποίο σπέρνει το φυλετικό μίσος και δολοφονεί χωρίς έλεος). Δε γλίτωσε ούτε η εκκλησία (με την άγνοιά της και την υποκρισία της). Δε γλίτωσε ούτε η οικογένεια (ένας θεσμός που, φαίνεται, στις αναπτυγμένες χώρες έχει φάει τα ψωμιά του).

Σίγουρα δεν έχουμε να κάνουμε με μεγάλη ταινία! Τη «ζημιά» της, όμως, την κάνει! Αναγκάζει, ειδικά τους Αμερικανούς, να κοιτάξουν πίσω τους, να κοιτάξουν δίπλα τους, να κοιτάξουν μπροστά τους! Το τράβηγμα του πιστολιού σε καμία περίπτωση δεν είναι λύση! Το μαρτυράνε οι εκατόμβες των νεκρών, αλλά και η αναποτελεσματικότητα της βίας.

Παίζουν: Κλιντ Ιστγουντ, Μπι Βανγκ, Ανεϊ Χερ, Κρίστοφερ Κάρλεϊ κ.ά.