Showing posts with label Δαλιανίδης Γιάννης. Show all posts
Showing posts with label Δαλιανίδης Γιάννης. Show all posts

Sunday, January 1, 2017

Γιάννης Δαλιανίδης: Από τους πιο εμπορικούς σκηνοθέτες του ελληνικού κινηματογράφου

Ο Γιάννης Δαλιανίδης (31 Δεκεμβρίου 1923 – 16 Οκτωβρίου 2010) ήταν σκηνοθέτης και σεναριογράφος, από τους πιο εμπορικούς του Ελληνικού κινηματογράφου. Γεννήθηκε στην Θεσσαλονίκη και μεγάλωσε από θετούς γονείς. Ξεκίνησε την σταδιοδρομία του ως χορευτής και χορογράφος χρησιμοποιώντας το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Γιάννης Νταλ». Από το 1958 άρχισε να γράφει σενάρια για κινηματογραφικές ταινίες. Το πρώτο του σενάριο ήταν για την ταινία «Το Τρελοκόριτσο». Την σκηνοθετική σταδιοδρομία του ξεκίνησε το 1959 με την ταινία «η Μουσίτσα» και ακολούθησε την ίδια χρονιά η ταινία «Λαός και Κολωνάκι».
ΣΥΝΕΧΕΙΑ ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ: https://www.timesnews.gr

Sunday, October 24, 2010

Ο Γιάννης των μιούζικαλ



Του ΙΑΣΟΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ, Αδέσμευτος Τύπος, 24/10/2010

Σαν ελάχιστο αφιέρωμα στη μνήμη του κορυφαίου Ελληνα σκηνοθέτη του κλασικού ελληνικού κινηματογράφου, του Γιάννη Δαλιανίδη, που μας αποχαιρέτισε πριν από εννέα μέρες το περασμένο Σάββατο αναδημοσιεύουμε σήμερα εδώ κάποια αποσπάσματα μιας συνέντευξης που μου είχε παραχωρήσει σχετικά με την καριέρα του πριν από κάποια χρόνια για τις ανάγκες του βιβλίου μου «Στο τέλος μιλάει το πανί» (εκδόσεις «Αμμος»): 
…Ο ελληνικός κινηματογράφος χωρίζεται σε πριν και μετά τον Γιάννη Δαλιανίδη. Ισως να μην είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης που πέρασε αλλά είναι αυτός που τον καθόρισε περισσότερο. Για άλλους προς το καλό, για άλλους όχι. Ο Δαλιανίδης ασχολήθηκε με όλα τα κινηματογραφικά είδη: δράμα, κωμωδία, μιούζικαλ, αστυνομικό. Και σε όλα έβαλε τη σφραγίδα του. Πάνω απ’ όλα όμως η σημαντικότητά του βασίζεται στο γεγονός ότι με το μαγικό ραβδί του άλλαξε τους χρόνους και τους ρυθμούς του σινεμά στη χώρα μας, μεταφυτεύοντας την αμερικανική φιλοσοφία του είδους. Ο κόσμος τον ακολούθησε -στα χρόνια του ’60 η υπογραφή του μετρούσε όσο της Βουγιουκλάκη- και σε λίγο οι συνάδελφοί του. Το στυλ Δαλιανίδη -ακίνητα πλάνα, τραγούδια, χοροί, στιλιζαρισμένες πόζες- έκανε πάταγο. Ο Δαλιανίδης δεν έφυγε ποτέ από τον Φίνο... 
«Εγραφα πάντοτε. Και όταν ήμουν στο θέατρο ηθοποιός, αλλά και στα βαριετέ που έκανα με την Κούλα Νικολαϊδου, πολλά νούμερα απ’ αυτά που έπαιζα, τα έγραφα εγώ. Στο Στρατό γνώρισα τον Δημήτρη Αθανασιάδη, ο οποίος ανακατευόταν με την παραγωγή και το σινεμά. Χάρη σ’ αυτόν γνώρισα τους κινηματογραφικούς κύκλους της εποχής. Μάλιστα έπαιξα και σε κάποια έργα. Και όταν διάβασα περισσότερα ελληνικά σενάρια έκρινα ότι εγώ θα μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά καλύτερα. Επρεπε όμως να το αποδείξω. Πρώτα στον εαυτό μου και ύστερα στους άλλους. Ετσι έγραψα το «Τρελοκόριτσο». Τα «Τρελοκόριτσο» το έγραψα για την Αλίκη Βουγιουκλάκη… 
Θυμάμαι μια μέρα στην Ακαδημίας ήμουν στο πεζοδρόμιο και σταματάει ένα αυτοκίνητο. Βγαίνει κάποια και μου λέει ο Αθανασιάδης: «Να, αυτή είναι η Αλίκη». Ηταν ένα Θείο πλάσμα. Μόλις τότε, είχε βαφτεί ξανθιά. Μ’ άρεσε πάρα πολύ. Απ’ αυτήν εμπνεύστηκα «Το τρελοκόριτσο». Ηθελα να κάνω μια κωμωδία. Ποτέ δεν μ’ άρεσε να βγάζω το γέλιο από δύσμορφους ανθρώπους ή ανθρώπους που είχαν κάποιο ελάττωμα, και μέσα απ’ αυτό το ελάττωμα- το σωματικό αν θέλεις- να βγαίνει το γέλιο. Οχι. Ηθελα το γέλιο να βγαίνει από ωραία πλάσματα. Μην ξεχνάμε πως ο Λάσκος με πρωτόβγαλε στο θέατρο της Αθήνας. Με είχε δει στη Θεσσαλονίκη και μου είπε: «Αν κατέβεις κάτω, θα ’ρθεις οπωσδήποτε σε μένα». Ο Λάσκος ήταν ένα εκπληκτικός άνθρωπος, ειλικρινής, δεν ζήλευε τους συναδέλφους του, δεν είχε κακίες και μικρότητες. Μου είπε τότε: «Ρε Σαλονικιέ, θα μας τη φας τη δουλειά». Αυτό μου τόνωσε το ηθικό. Ημουν πια βέβαιος ότι κάτι συμβαίνει και ότι θα μπορέσω να το προωθήσω… 
…Το σενάριο του «Κατήφορου» το είχα γραμμένο. Θυμάμαι πως όταν το διάβαζα στους διάφορους δεν τους άρεσε και μου έλεγαν: «Τι θέλεις εσύ, τώρα με τα δράματα; Το στοιχείο σου εσένα είναι η κωμωδία»… 
…Ηταν ημέρα της γιορτής μου, θυμάμαι, και με ζήτησαν στο τηλέφωνο. Ηταν ένας υπάλληλος του Φίνου που μου είπε: «Κύριε Δαλιανίδη θέλει να σας μιλήσει ο κύριος Φίνος». Καταλαβαίνεις τι σήμαινε αυτό για μένα. Την επομένη πήγα, μπήκαμε στην αίθουσα προβολής -γιατί εκεί ο Φίνος συνήθιζε να κάνει τις συναντήσεις του- και μου είπε πως είχε δει την «Αλήθεια» με την Μπαρντό. Με αυτό σαν αφορμή μου είπε πως ήθελε να κάνει μια ταινία για τη νεολαία. Πήδησα ώς επάνω. «Το ’χω έτοιμο το σενάριο», του είπα. Του πήγα τον «Κατήφορο», τον διάβασε και του άρεσε πολύ. Μου άλλαξε όμως το φινάλε. Εγώ, στο φινάλε, είχα έναν δικηγόρο ο οποίος υπερασπιζόταν τη Ζωίτσα. Ο Φίνος όμως παρατήρησε: «Αφού είναι ο πατέρας της δικηγόρος, γιατί δεν την υπερασπίζεται ο ίδιος;». Ετσι, αυτά που είχα γράψει για τον τάδε δικηγόρο τα πέρασα στον πατέρα. Εγινε πολύ μελό το τέλος, αλλά ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος της τεράστιας επιτυχίας... 
…Αν αρχίσουμε να μιλάμε για τον Φίνο, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Τι να πρωτοπώ. Καταρχήν, αυτός ο άνθρωπος ήταν αφιερωμένος στον κινηματογράφο. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα, μα τίποτ’ άλλο. Κανένα ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο για κοσμικότητες και τέτοια. Το βασίλειό του ήταν το στούντιο. Εάν τον έβγαζες από τη Χίου, ήταν σαν το ψάρι έξω από το νερό. Ο Φίνος ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τα οικονομικά του. Αυτό είναι ένα άλλο μυστήριο. Εκανε τις πιο εμπορικές ταινίες και πάντα ήταν χρεωμένος… 
…Μετά τη «Μουσίτσα» η Αλίκη κατέφευγε σε μένα πάντα μετά από κάποια αποτυχία. Της «Ψεύτρας» προηγήθηκε το «Ταξίδι» που εμένα μου άρεσε πάρα πολύ. Η Αλίκη, όμως, εκεί έπαιζε ένα ρόλο τέτοιο, που ο κόσμος δεν τον ήθελε… 
…Και πάμε στο πρώτο μιούζικαλ. Μην ξεχνάς ότι προέρχομαι από το μουσικό θέατρο. Εχω κάνει σπουδές χορού. Ονειρό μου πάντα ήταν να κάνω μιούζικαλ. Δειλά - δειλά βέβαια. Στην πρώτη μου μουσική κωμωδία που ήταν το «Μερικοί το προτιμούν κρύο» είχα λίγα θεαματικά μέρη. 
Είπα, ας κάνω το πείραμά μου να δω πόσο περνάει, να δω πόσο μπορώ να συνδέσω τη μουσική με το θέαμα και την κωμωδία. Πάνω απ’ όλα, δεν θέλησα να κάνω κωμωδία που θα ήταν έξω από τα ελληνικά πράγματα. Το θέμα μου ήταν τελείως ελληνικό. Κανένας δεν παντρεύεται αν δεν παντρευτεί προηγουμένως η μεγάλη αδελφή. Εκεί στήριξα το μύθο. Και πέτυχε!.. 
…Οταν είσαι ισχυρός, οι ηθοποιοί δεν μπορούν να σου δημιουργήσουν πρόβλημα. Μια φορά ο Ηλιόπουλος με παρακαλούσε να μην παίξει ένα ρόλο στο «Κάτι να καίει». Πίστευε ότι τον αδικεί ο ρόλος και έπρεπε να παίξει κάποιον άλλο. Τη βραδιά της πρεμιέρας μου είπε: «Γιάννη συγγνώμη. Είχες δίκιο»… 
…Οταν ήρθε η στιγμή να κάνω διεθνή καριέρα ήταν λίγο αργά. Συγκεκριμένα, με είχαν προσεγγίσει από τη Σέβεν Αρτ, θυγατρική της Γουόρνερ, όταν είδαν το «Οι θαλασσιές οι χάντρες». Μου έκαναν πρόταση για να κάνω ταινίες που πρώτα θα παίζονταν στο σινεμά και μετά στην τηλεόραση. Αυτές τις ταινίες θα ’πρεπε να τις γυρίζω στο Μαϊάμι ή στη Φλόριντα επειδή τα σωματεία είχαν ανεβάσει τις τιμές στη Νέα Υόρκη. Αυτό συνηθιζόταν τότε στην Αμερική. Είχα πει, θυμάμαι, στον Φίνο: «Αυτή τη στιγμή δεν φιλοδοξώ να πάω στη Φλόριντα για να γυρίζω ταινίες για την τηλεόραση -δηλαδή ευτελείς ταινίες και φτηνές- για να βγάλω περισσότερα χρήματα και να αφήσω τους φίλους μου και τον τρόπο ζωής μου στην Ελλάδα». Το να έκανα μια ταινία και να πήγαινα στο Φεστιβάλ θα το 'θελα. Αυτό έμελλε να γίνει μερικά χρόνια αργότερα. Ετοίμαζα μια ταινία για το Φεστιβάλ, αλλά δυστυχώς ο Φίνος πέθανε. Η ταινία έφτασε στο πρώτο μοντάζ και με το θάνατο του Φίνου χάθηκαν τα νεγκατίφ και η κόπια εργασίας». 
Ηταν μια περίεργη ταινία που δεν έμοιαζε καθόλου με όλες όσες είχα κάνει. Παίζανε τρία αγόρια και μια καινούργια πρωταγωνίστρια που ήταν 16-17 ετών. Επαιζαν ο Χρήστος Λετονός, ο Χρήστος Νομικός, ο Βερλέκης. Η ταινία ήταν σαφώς πολιτική. «Φωτιά» λεγόταν… 
…Εγώ είχα το κοινό με το μέρος μου. Αυτό δεν σημαίνει πως έκανα πάντοτε αριστουργήματα. Εκανα και ταινίες που σήμερα βλέπω πως έχουν προβλήματα. Ταινίες που τώρα θα τις γύριζα διαφορετικά. Πολλά επίσης σενάρια είχαν λάθη. Δούλεψα με όλη μου την ψυχή, και ανάλογα με τα μέσα που μου δόθηκαν, ξόδεψα όλες μου τις δυνατότητες για να κάνω καλή δουλειά. Από κει και πέρα, μην ξεχνάμε, ζούμε σ’ έναν τόπο όπου τα πάθη είναι πολλά. Μικρός ο χώρος και μεγάλος ο ανταγωνισμός».

Ο Γιάννης Δαλιανίδης έμεινε πάντα παιδί


Αγάπησε τη ζωή και τον κινηματογράφο με μια καριέρα που έφτασε τις 70 ταινίες και περισσότερες από δέκα τηλεοπτικές σειρές
  • Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 24 Oκτωβρίου 2010
Οταν έλεγαν στον Γιάννη Δαλιανίδη να συναντηθεί με ανθρώπους του κινηματογράφου της γενιάς του, έλεγε: «Αφήστε με ήσυχο. Τι να πάω να κάνω με τους γέρους;». Κι ας ήταν και μικρότεροι σε ηλικία από εκείνον. Ο Δαλιανίδης, που άφησε την τελευταία του πνοή το περασμένο Σάββατο ενώ κοιμόταν, στα 87 του χρόνια, είχε μια ιδιαίτερη σχέση με τη νεότητα. Ηταν σαφώς μέχρι και την τελευταία στιγμή προοδευτικός, γνώριζε πάρα πολύ καλά τι συνέβαινε στις εξελίξεις της τέχνης και βρισκόταν κοντά στους νέους του κινηματογράφου, παρατηρώντας, ξεχωρίζοντάς τους και δίνοντάς τους συμβουλές.
Το 1966 είχε γράψει τους στίχους για το τραγούδι που ακουγόταν στο «Ραντεβού στον αέρα», το «Μένουμε πάντα παιδιά», ένα τραγούδι που τον ακολουθούσε σε όλη του τη ζωή. «Πάντα με τραγούδι η ζωή μας ξεκινά / Διώξε κάθε λύπη και το κέφι αρχινά / Οσο έχουμε τα νιάτα, νιάτα, νιάτα / Μ' ένα εύθυμο τραγούδι, μένουμε πάντα παιδιά». Τα νιάτα μπορεί να πέρασαν σε ό, τι αφορά την ηλικία, όμως ο Δαλιανίδης διατήρησε την παιδικότητα, τον ενθουσιασμό και την ενέργεια που είχε σε μια καριέρα που έφτασε τις σχεδόν 70 ταινίες και τις περισσότερες από δέκα τηλεοπτικές σειρές.
  • Θεσσαλονίκη
Κάθε Νοέμβριο, μέχρι και την τελευταία χρονιά, στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ήταν εκεί. Παρακολουθούσε ανελλιπώς όλες τις νέες ελληνικές ταινίες και είχε πάντα ένα εύστοχο σχόλιο να κάνει. Το ότι είχε γυρίσει την τελευταία του ταινία το 1987 (τα «Ισόβια») δεν τον είχε απομακρύνει στο ελάχιστο από τον κινηματογράφο και τους ανθρώπους του και οι νέοι άνθρωποι με ταλέντο πάντα τραβούσαν την προσοχή του. Στο τραπέζι, αργά μετά την τελευταία προβολή, θυμόταν με απόλυτη διαύγεια ιστορίες από τα γυρίσματα και όταν όλοι κατάκοποι ήθελαν να γυρίσουν στο ξενοδοχείο για να κοιμηθούν, εκείνος έλεγε «θα μείνω λίγο ακόμη για ένα ποτό. Δεν μπορώ να κάθομαι στο σπίτι».
Από το 1958, που έγραψε το πρώτο του σενάριο, το «Τρελοκόριτσο» και το 1959, που σκηνοθέτησε την πρώτη του ταινία, τη «Μουσίτσα», ο Γιάννης Δαλιανίδης δεν σταμάτησε ποτέ να ζει για τον κινηματογράφο και να δημιουργεί ταινίες κάθε είδους, από κωμωδίες μέχρι μιούζικαλ, δράματα και αστυνομικές περιπέτειες. Οι ταινίες του βρίσκονταν πάντα στις πρώτες θέσεις των εισπράξεων και μερικές απ' αυτές ήταν από τις ελάχιστες ελληνικές ταινίες εκείνης της περιόδου που ταξίδεψαν στο εξωτερικό και προβλήθηκαν με επιτυχία. Τα «Κορίτσια για φίλημα» έφτασαν στην Ισπανία ως «Muchachas carinosas», η «Στεφανία» προβλήθηκε στη Γαλλία ως «Stephania, fille perdue», ο «Εγωισμός» έφτασε στις πρώτες θέσεις του μεξικανικού box office ως «La Corrupcion» και «Οι θαλασσιές οι χάντρες» έκαναν διεθνή καριέρα ως «Les perles grecques».
O Γιάννης Δαλιανίδης μαζί με τον Φίνο ήταν οι άνθρωποι που καθόρισαν τη μορφή του ελληνικού εμπορικού κινηματογράφου και στήριξαν τη δημιουργία σταρ, όπως η Ρένα Βλαχοπούλου, η Ζωή Λάσκαρη, η Μάρθα Καραγιάννη, ο Κώστας Βουτσάς. Σήμερα πια και αφού έχουν περάσει δεκαετίες, ο Δαλιανίδης είναι απόλυτα δικαιωμένος, καθώς οι ταινίες του πέρασαν με απόλυτη επιτυχία τη δοκιμασία της αντοχής στον χρόνο. Ισως να μην ήταν ο καλύτερος σκηνοθέτης στην ιστορία του ελληνικού κινηματογράφου, όμως οι ταινίες του χαρακτηρίζονταν από την αγάπη του ίδιου για το σινεμά και την επιθυμία του να φτιάξει ταινίες που το κοινό θα θέλει να δει. «Εγώ είχα το κοινό με το μέρος μου», είχε πει μιλώντας στο βιβλίο του Ιάσονα Τριανταφυλλίδη «Στο τέλος μιλάει το πανί». «Αυτό δεν σημαίνει πως έκανα πάντα αριστουργήματα. Εκανα και ταινίες που σήμερα βλέπω πως έχουν προβλήματα. Ταινίες που τώρα θα γύριζα διαφορετικά. Πολλά, επίσης, σενάρια είχαν λάθη. Δούλεψα με όλη μου την ψυχή και ανάλογα με τα μέσα που μου δόθηκαν, ξόδεψα όλες μου τις δυνατότητες για να κάνω καλή δουλειά».
  • Διαφωνίες
Και το έκανε με πάθος, όρεξη και πείσμα. Και πάλι μαζί με τον Φίνο, ήταν οι δύο άνθρωποι που οραματίστηκαν μια ελληνική κινηματογραφική παραγωγή που να θυμίζει το χολιγουντιανό σύστημα, όσο ήταν αυτό εφικτό με τα μέσα που υπήρχαν. Η συνεργασία τους, ωστόσο, δεν ήταν πάντα ανέφελη. Ισχυρογνώμονες και οι δύο, βρέθηκαν συχνά σε διαφωνία. «Το πρώτο διάστημα», είχε πει ο Δαλιανίδης στην ίδια συνέντευξη, «επέμενα στις απόψεις μου και θα έλεγε κανείς πως ήμουν πολύ βεντέτα. Εβλεπα τα πράγματα με ένα συγκεκριμένο τρόπο και ήθελα έτσι να γίνουν. Πίστευα ότι ο σκηνοθέτης πρέπει να έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο και να κυριαρχεί σε μια δουλειά. Εστω κι αν ήσουν στη Φίνος Φιλμ». Στα γυρίσματα του «Κατήφορου» υπήρχε μια τέτοια διαφωνία. «Είχα κάνει ένα υποκειμενικό πλάνο του μπουκαλιού που γύριζε. Δεν μπορώ να πω ότι επρόκειτο για κάτι καινούργιο ή επαναστατικό. Του Φίνου δεν του άρεσε αυτό το πλάνο. Μέσα στην αίθουσα είχε πει «αυτόν τον πονόματο δεν θα τον βάλουμε». Του απάντησα: «Κύριε Φίνο, θα το δείτε μονταρισμένο, θα δείτε το πλάνο στη θέση του και αν δεν είναι καλό, τότε θα το συζητήσουμε». Δεν χρειάστηκε να το συζητήσουμε».
Με τον ίδιο τρόπο, ο Δαλιανίδης κατάφερε να επιβάλει τη Ρένα Βλαχοπούλου, την οποία δεν ήθελε καθόλου ο Φίνος γιατί την θεωρούσε αντιεμπορική. Ομως, ο Δαλιανίδης την χρειαζόταν για τα μιούζικαλ, τις μουσικές κωμωδίες, όπως εκείνος προτιμούσε να τα χαρακτηρίζει και οι οποίες χαρακτήρισαν τη φιλμογραφία του. Για το «Μερικοί το προτιμούν κρύο», το πρώτο του μιούζικαλ, είχε πει: «Φοβόμουν τα μουσικά μέρη. Αυτός ο φόβος μού δημιουργήθηκε όταν παιζόταν το «Γουέστ Σάιντ Στόρι». Ηταν σπουδαίο έργο και το είχα δει 10 - 15 φορές. Είδα, λοιπόν, πως κάθε φορά που άρχιζε ένα τραγούδι, το κοινό έβγαινε και κάπνιζε. Είπα ας κάνω το πείραμά μου να δω πόσο περνάει, να δω πόσο μπορώ να συνδέσω τη μουσική με το θέαμα και την κωμωδία. Πάνω απ' όλα, δεν θέλησα να κάνω κωμωδία που θα ήταν έξω από τα ελληνικά πράγματα. Το θέμα μου ήταν τελείως ελληνικό. Κανένας δεν παντρεύεται αν δεν παντρευτεί προηγουμένως η μεγάλη αδελφή. Εκεί στήριξα τον μύθο. Και πέτυχε. Δεν ξέρω αν ήταν εύκολο. Για μένα ήταν μεθύσι. Τι θα πει εύκολο ή δύσκολο;».
Οι είκοσι σημαντικότερες ταινίες του
- Η μουσίτσα (1959).
- Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος (1960).
- Ο Κατήφορος (1961).
- Νόμος 4000 (1962).
- Μερικοί το προτιμούν κρύο (1962).
- Οι κληρονόμοι (1964).
- Η χαρτοπαίχτρα (1964).
- Εγωισμός (1964).
- Κορίτσια για φίλημα (1965).
- Ραντεβού στον αέρα (1966).
- Οι θαλασσιές οι χάντρες (1966).
- Στεφανία (1966).
- Δάκρυα για την Ηλέκτρα (1966).
- Νύχτα γάμου (1967).
- Γοργόνες και μάγκες (1968).
- Ξύπνα Βασίλη (1969).
- Οταν η πόλη πεθαίνει (1969).
- Η Παριζιάνα (1969).
- Αυτοί που μίλησαν με τον θάνατο (1970)

Ο Δαλιανίδης από απέναντι

  • Αγγελόπουλος, Βούλγαρης, Παπαστάθης και Κούτρας μιλούν για τον τελευταίο μάστορα του παλιού ελληνικού σινεμά
Οταν ο τελευταίος σημαντικός δημιουργός του παλιού ελληνικού κινηματογράφου. Και με το θάνατο του Γιάννη Δαλιανίδη γράφτηκαν και οι τίτλοι τέλους μιας ολόκληρης εποχής. Ομως το σινεμά που σήμερα μας ξυπνά τόσο νοσταλγικά συναισθήματα, είχε ξεθωριάσει ήδη από τις αρχές του '70, όταν τη σκυτάλη πήρε ο Νέος Ελληνικός Κινηματογράφος.
Ο Γ. Δαλιανίδης στη Ρόδο, σκηνοθετώντας το «Κορίτσια για φίλημα». (Από το βιβλίο του Ι. Τριανταφυλλίδη «Ταινίες για φίλημα»).
Πώς βλέπουν σήμερα το σινεμά του Δαλιανίδη οι σημαντικοί σκηνοθέτες του «άλλου» ελληνικού κινηματογράφου;
«Εμείς ήρθαμε σε απόλυτη ρήξη με αυτό το σινεμά» λέει ο Λάκης Παπαστάθης. «Ημασταν παιδιά του ευρωπαϊκού κινηματογράφου και της ελληνικής λογοτεχνίας. Κάποιοι βέβαια από μας ξεπήδησαν από εκεί. Να μας επηρέασαν όμως; Εμένα, τον Παντελή, τον Θόδωρο, τη Φρίντα, την Τόνια; Θα ήταν αστείο να πούμε κάτι τέτοιο».
Ωστόσο αναγνωρίζει πολλά στον Δαλιανίδη: «Μια συγκινητική, ηρωική θα έλεγα, προσπάθεια να μιμηθεί τα μιούζικαλ του εξωτερικού με ελάχιστα μέσα. Μια ικανότητα να πλησιάζει το κοινό κι ένα ένστικτο να αναδεικνύει πρωταγωνιστές. Υπήρξε ένας από τους στυλοβάτες της κινηματογραφικής βιομηχανίας του Φίνου (οι άλλοι δύο ήταν ο Σακελλάριος και ο Δημόπουλος). Εκατομμύρια Ελληνες συγκινήθηκαν με τις ταινίες του και έζησαν μέσα στις σκοτεινές αίθουσες το όνειρο μιας άλλης ζωής, χαρούμενης, πιο ερωτικής, πιο εύκολης και σχεδόν πάντα με ευτυχη κατάληξη σαν παρηγοριά για τα δύσκολα χρόνια στην Ελλάδα. Ομως ήταν πικραμένος από τη στάση της δικής μου γενιάς απέναντί του. Και είχε δίκιο. Σε ένα «Παρασκήνιο» που του έκανα στα τέλη της δεκαετίας του 1970, η αξέχαστη Σούλα Αλεξανδροπούλου τον ρώτησε γιατί δεν συμμετείχαν οι ταινίες του στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. «Δεν πάω στο φεστιβάλ γιατί πιστεύω πως υπάρχει μια προκατάληψη εναντίον των ταινιών μου», είχε απαντήσει. «Είναι σαν να πέφτω στο λάκκο των λεόντων».
Αναρωτιέμαι τι ταινίες θα έκανε αν δημιουργούσε στα δικά μας χρονια, δουλεύοντας σε έναν ουσιαστικά επιδοτούμενο από το κράτος κινηματογράφο, χωρίς να τον ελέγχει κανείς για το πόσα εισιτήρια κάνει. Ή μήπως αυτός ο ξεκάθαρος προσανατολισμός του παλιού εμπορικού κινηματογράφου τον βοηθούσε να συγκροτήσει μέσα του με βεβαιότητα τους κώδικες και τα μυστικά ενός κινηματογράφου που επικοινωνεί με τις πλατιές μάζες;»
* Σύμφωνα με τον Θόδωρο Αγγελόπουλο, «την εποχή που η "Αναπαράσταση" γέννησε έναν άλλο κινηματογράφο, όλοι οι παλαιοί κινηματογραφιστές αντιμετώπισαν αρνητικά την προσπάθεια αυτή». Ολοι εκτός από τον Δαλιανίδη: «Θυμάμαι να μας εύχεται καλή δουλεια όταν φεύγαμε παρέα με έναν βοηθό του για το ταξίδι της "Αναπαράστασης". Μόνο αυτός και ο Γρηγορίου έμειναν κοντά μας. Ο Γιάννης», προσθέτει, «δοκιμάστηκε σε όλα τα είδη, έβγαλε μεγάλους κωμικούς και στόχευσε σε ένα μεγάλο κοινό σε αντίθεση με μας που απευθυνόμασταν σε μια άλλη γενια θεατών, όπως γίνεται σήμερα που πάει να ξεκινήσει ένας νέος κινηματογράφος. Βέβαια τότε βγαίναμε από έναν πόλεμο κι έναν εμφύλιο. Η ανάγκη για κωμωδία ήταν επιτακτική».
Ο ίδιος λέει ότι δεν είχε δει καμιά ταινία του Δαλιανίδη. «Η πρώτη ελληνική ταινία που είδα στη ζωή μου ήταν ο "Δράκος" του Κούνδουρου. Και μετά δυο τρεις ακόμα. Μόνο ο Κατσουρίδης έκανε μια δυο ταινίες που με ενδιέφεραν».
  • «Σινεμά δεν σημαίνει μόνο έρευνα»
* Ο Παντελής Βούλγαρης, αντίθετα, δηλώνει πως απόλαυσε πολλές ταινίες του Δαλιανίδη. «Και του Σακελλάριου, και του Τσιφόρου, και του Δημόπουλου και του Τζαβέλλα. Θυμάμαι τις εξαιρετικές ερμηνείες ηθοποιών όπως ο Βουτσάς ή ο Κούρκουλος. Το σινεμά αυτό εξυπηρέτησε μια πλευρά που υπάρχει ακόμα. Σινεμά δεν είναι μόνο ο κινηματογράφος έρευνας ή πολιτικής τοποθέτησης».
Βοηθός του Δαλιανίδη σε δύο ταινίες, ο Βούλγαρης θυμάται πάντα την ευγένεια και το χιούμορ του. «Νιώθω πως έφυγε ευτυχής γιατί αγάπησε πολύ τον κινηματογράφο και οι ταινίες του αγαπήθηκαν από τον κόσμο. Και ήταν δίπλα μας, όχι απέναντί μας. Προσωπικά, δεν με επεηρέασε, αλλά είναι φυσικό κάθε γενιά να διαγράφει το παρελθόν και να ξεκινάει από την αρχή. Οπως και τώρα, οι καινούριοι εντοπίζουν θέματα που εμείς τα αγνοούμε».
* Κατά πολύ νεότερος, ο Πάνος Κούτρας («Στρέλλα»), που στο παρελθόν δημιούργησε το ανατρεπτικό νεο-μιούζικαλ «Η επίθεση του γιγαντιαίου μουσακά», επισημαίνει μια πιο απρόοπτη πτυχή του έργου του Δαλιανίδη: «Δεν ξέρω πόσο συνειδητά το έκανε, αλλά πιστεύω ότι με τις ταινίες του υπηρέτησε τον queer κινηματογράφο. Ολ' αυτά τα πολύχρωμα μιούζικαλ με τα φτερά και τα πούπουλα βγάζουν ένα υπόγειο γκέι χιούμορ, μια ειρωνεία, ένα είδος κώδικα μεταξύ των γκέι: αυτό που σήμερα στο εξωτερικό ονομάζουν "camp χιούμορ". Λαμβάνοντας υπόψη και την εποχή του, νιώθω πως συνεισέφερε στην γκέι κουλτούρα και εγώ προσωπικά απολαμβάνω πολύ το χιούμορ του. Δημιούργησε άλλωστε γκέι είδωλα όπως η Μαίρη Χρονοπούλου, η Ρένα Βλαχοπούλου, η Αλίκη Βουγιουκλάκη, με τον ίδιο τρόπο που στο εξωτερικό αγαπήθηκαν ηθοποιοί όπως η Ντίτριχ και η Μινέλι».
«Κάποτε», υποστηρίζει, «πρέπει στην Ελλάδα να αναγνωρίσουμε την συνεισφορά ομοφυλόφιλων δημιουργών, όπως ο Τσαρούχης, ο Κουν, ο Χατζιδάκις, ο Δαλιανίδης, μιλώντας ανοιχτά για την ταυτότητά τους». *

Tuesday, October 19, 2010

«Δεν ήθελα να κάνω µιούζικαλ κι ας επέµενε ο Δαλιανίδης!»

  • ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΑΝΤΙΟ ΣΤΟΝ ΓΝΩΣΤΟ ΣΚΗΝΟΘΕΤΗ
  • Του Παύλου Θ. Κάγιου, ΤΑ ΝΕΑ: Τρίτη 19 Οκτωβρίου 2010
Ο Γιάννης Δαλιανίδης σκηνοθέτησε περισσότερες  από 60 ταινίες, στις περισσότερες από τις οποίες  είχε γράψει και το σενάριο
Τι κι αν ήταν η πρωταγωνίστρια σε µερικά από τα πιο διάσηµα και πολυπαιγµένα µιούζικαλ του ελληνικού κινηµατογράφου χάρη στον Γιάννη Δαλιανίδη η Ζωή Λάσκαρη. «Δεν τα ήθελα καθόλου. Προτιµούσα τα ερωτικά δράµατα», είπε στα «ΝΕΑ» η δηµοφιλής ηθοποιός λίγο πριν πει το ύστατο χαίρε στον σκηνοθέτη και µέντορά της
«Η Ζωίτσα ήταν η µεγάλη µου αδυναµία», έλεγε πάντα ο Γιάννης Δαλιανίδης. Και η Ζωή Λάσκαρη θυµήθηκε χτες, µιλώντας στα «ΝΕΑ», τις καθηµερινές κουβέντες τους.

Στάθηκε δε στο πείσµα της να µην παίζει σε µιούζικαλ, όπως της ζητούσε ο σκηνοθέτης, γιατί προτιµούσε τα ερωτικά δράµατα. «Δεν καταλαβαίνω αυτή την ανασφάλειά σου. Στα µιούζικαλ αστράφτεις κι όλα τα βλέµµατα δεν χορταίνουν να σε βλέπουν», της έλεγε ο Γιάννης Δαλιανίδης.

Ζωή Λάσκαρη: «Γιάννη, σε αγαπάω, σε λατρεύω, αλλά δεν µου αρέσουν τα µιούζικαλ, νιώθω ότι δεν µου πάει το είδος».

Γιάννης Δαλιανίδης: «Μα, τι λες Ζωίτσα, είσαι κορίτσαρος, σαν τα κρύα τα νερά, λες κι έχεις γεννηθεί για το µιούζικαλ!».

Ζ.Λ.: «Οταν βλέπω µετά τα µιούζικαλ, νιώθω πως φαίνοµαι αµήχανη, λες και δεν ξέρω τι να κάνω τα χέρια µου, το σώµα µου». Γ.Δ: «Ξέρεις, όµως, πως όλη η Ελλάδα που σε βλέπει, και κυρίως οι άντρες, έχει εντελώς αντίθετη γνώµη. Λάµπεις, αστράφτεις σε µιούζικαλ όπως το "Μερικοί το προτιµούν κρύο" (1962). [Και δεν ήταν το µόνο. Ακολούθησαν οι ταινίες «Κορίτσια για φίληµα» (1965), «Οι θαλασσιές οι χάντρες» (1967), «Μια κυρία στα µπουζούκια» (1968), «Μαριχουάνα στοπ» (1971)].

Γ.Δ.: «Ξανασκέψου το, Ζωή». Ζ.Λ.: «Σε παρακαλώ, δώσε µου ερωτικά δράµατα και θα δεις».

Αλλωστε είχε ήδη στο ενεργητικό της τον «Κατήφορο», την πρώτη συνεργασία της µε τον Γιάννη Δαλιανίδη, το 1961, η Ζωή Κουρούκλη (όπως ήταν το πραγµατικό της όνοµα). Το ερωτικό δράµα που απογείωσε την καριέρα της ήρθε δύο χρόνια µετά τη στέψη της – µόλις στα 16 της – ως Σταρ Ελλάς (το 1959). Και η επιτυχία της ταινίας (έκοψε κάπου 165.000 εισιτήρια) την οδήγησε σε αποκλειστικό συµβόλαιο µε τη Φίνος Φιλµ.

Μόνο που ο Φιλοποίµην Φίνος τής ζήτησε να αλλάξει το επίθετό της, ώστε να µην υπάρχει σύγχυση µε την πρώτη της εξαδέλφη και τραγουδίστρια Ζωή Κουρούκλη.

Από την ονοµασία ενός δρόµου στην Κυψέλη λοιπόν ο Γιάννης Δαλιανίδης τής χάρισε το επίθετο Λάσκαρη.

Ο «Κατήφορος» ήταν µόνον η αρχή για τη δραµατική Ζωή Λάσκαρη. Ακολούθησαν ο «Νόµος 4000», ο «Ιλιγγος» (1963), το «Χωρίς ταυτότητα» (την ίδια χρονιά), ο «Εγωισµός» (1964), το «Δάκρυα για την Ηλέκτρα» (1966), η θρυλική «Στεφανία» (1967, που έκανε καριέρα και στο εξωτερικό) και το «Γυµνοί στο δρόµο» (1969), ταινίες στις οποίες η Ζωή Λάσκαρη κάνει µερικές από τις καλύτερες εµφανίσεις της. «Αυτές οι ταινίες είναι ό,τι ωραιότερο έχω κάνει», είπε στα «ΝΕΑ». «Πάντα τα ερωτικά δράµατα µε τάραζαν. Και για να πω την αλήθεια µου, δεν θέλω να ωριµάσω. Θέλω να είµαι πάντα νέα στο µυαλό και στη ψυχή. Γιατί να ωριµάσω; Μετά την ωρίµαση, σαπίζεις...».
  • Τα «παιδιά του» τον αποχαιρέτησαν
«Απόψε κλαίει ο ουρανός...» ψιθύριζαν υπό καταρρακτώδη βροχή τα «παιδιά» του Γιάννη Δαλιανίδη τον συνόδευσαν χτες το µεσηµέρι στην τελευταία του κατοικία στο Α’ Νεκροταφείο. Στο µικρό για µια ώρα διάλειµµα της νεροποντής τελέσθηκε η – πολιτική, όπως είχε ζητήσει ο ίδιος – κηδεία του σκηνοθέτη στην οποία τον αποχαιρέτησε σύσσωµο το ελληνικό σινεµά.

Σε πρώτο πλάνο οι ηθοποιοί που χρωστάνε το όνοµά τους σε εκείνον – το σχολίαζαν οι ίδιοι µεταξύ τους σε πηγαδάκια. «Ψυχούλα», έλεγαν, είναι η λέξη που χαρακτήριζε την προσωπικότητα του Γιάννη Δαλιανίδη, ο οποίος στάθηκε από τους πρωτεργάτες της ακµής του παλιού ελληνικού κινηµατογράφου και εµπνευστής όλων των σταρ που επί δεκαετίες τρέφονται µε τον µύθο αυτών των ταινιών του. Μαζί µε εκατοντάδες θεατές των ταινιών του τον αποχαιρέτησαν µε θερµό χειροκρότηµα φωνάζοντας «αθάνατος». Τάφηκε δίπλα στη φωνή του λαϊκού τραγουδιού Ρίτα Σακελλαρίου.

«Πήρε µια µικρή βιοτεχνία, τον ελληνικό κινηµατογράφο, κι έφτιαξε µια εθνική βιοµηχανία και ποτέ του δεν διαλάλησε το κατόρθωµά του.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης ήταν άνθρωπος µε παιδεία, µέναµε στην ίδια πολυκατοικία και συνεχώς έρχονταν στα αυτιά µου ήχοι κλασικής µουσικής που άκουγε. Ο ίδιος έχτισε τον µύθο του από την εποχή που χόρευε ως Γιάννης Νταλ µέχρι τη δεκαετία του ‘60 που έφτασε στην κορυφή, µα ποτέ δεν είχε την ανάγκη να τον εκµεταλλευτεί. Πάντα είχε ένα παρηγορητικό λόγο για τους συνανθρώπους του. Ακόµα κι όταν, σε σχολή κινηµατογράφου της Αγγλίας, οι ταινίες του αποτελούσαν µάθηµα για τους νέους κινηµατογραφιστές σπουδαστές» ανέφερε µεταξύ άλλων ο Κώστας Γεωργουσόπουλος στον επικήδειό του.

«Απόψε κλαίει ο ουρανός γιατί αποχαιρετάµε τον Γιάννη της ψυχής µας...» ξεκίνησε το δικό του σύντοµο αντίο ο Μίµης Πλέσσας. Αντίο στον Γιάννη Δαλιανίδη που, µαζί γύρισαν όλα τα µιούζικαλ της Φίνος Φιλµ και τους αποκαλούσαν κάποτε στα στούντιο της Φίνος «Διόσκουρους». Με λυγµούς ο ηθοποιός Γιάννης Βογιατζής προσπάθησε να πει δυο λόγια, αλλά στάθηκε αδύνατο. Δίπλα του, απέναντι στη σορό του σκηνοθέτη, οι Ζωζώ Σαπουντζάκη, Μίµης Πλέσσας, Ντίνος Κατσουρίδης, Καίτη Ιµπροχώρη. Και παραδίπλα οι Ζωή Λάσκαρη, Κώστας Βουτσάς, Μάρθα Καραγιάννη και η απαρηγόρητη Ντόρα, η γυναίκα που τον φρόντιζε στο σπίτι του τα τελευταία χρόνια.

«Ηταν όλοι τους παιδιά του». Και µαζί µε αγαπηµένους φίλους, είπαν το στερνό αντίο στον δασκαλό τους οι Μαρινέλλα, Φαίδων Γεωργίτσης, Νίκος Γαλανός, Ρίκα Διαλυνά, Στάθης Ψάλτης, Μπέττυ Λιβανού, Γιώργος Κατσαρός, Θόδωρος Αγγελόπουλος, Γιώργος Τσεµπερόπουλος, Νίκος Τριανταφυλίδης, Τάκης Βουγιουκλάκης, Αλέξανδρος Αντωνόπουλος, Δάκης, Βάσια Τριφύλλη, Σταµάτης Γαρδέλης, Σοφία Αλιµπέρτη, Λάκης Κοµνηνός, Δάνης Κατρανίδης, Πέτρος Φιλιππίδης, Γιάννης Βούρος, Νίκος Καβουκίδης, Μιχάλης Μητρούσης, Τάκης Ζαχαράτος, Βάνα Μπάρµπα, Χάρης Ρώµας, Αλέξανδρος Λυκουρέζος, Ηλίας Ψινάκης, Γρηγόρης Βαλλιανάτος, Μάνος Ελευθερίου, Γιάννης Μπέζος, Βάσια Παναγοπούλου, Μιχάλης Ρέππας, Βίκυ Σταυροπούλου, Μάνος Ευστρατιάδης, Ζαχαρία Ρόχας, Ισαβέλλα Μαυράκη, Ιάσων Τριανταφυλλίδης, Χάρης Παπαδόπουλος κ.ά.

Γιάννης Δαλιανίδης, ο πατέρας του ελληνικού μιούζικαλ

  • Παναγιωτης Παναγοπουλος, Η Καθημερινή, Tρίτη, 19 Oκτωβρίου
ΑΠΩΛΕΙΑ. Ηταν πολλά τα κινηματογραφικά «παιδιά» του Γιάννη Δαλιανίδη, στη μακρά και λαμπερή καριέρα του στον κινηματογράφο, σε θέατρο και τηλεόραση. Χθες, στην πολιτική –όπως ήθελε ο ίδιος– κηδεία του στο Α΄ Νεκροταφείο, ήταν εκεί, μαζί με μερικούς από τους στενότερους συνεργάτες του, αλλά και ηθοποιούς της νεότερης γενιάς. Ηταν εκεί για να τον αποχαιρετίσουν η Μάρθα Καραγιάννη, η Ζωή Λάσκαρη, ο Κώστας Βουτσάς, ο Μίμης Πλέσσας, αλλά και η Ελένη Ράντου, ο Πέτρος Φιλιππίδης και ο Γιάννης Μπέζος, όπως και ο Θόδωρος Αγγελόπουλος και ο Φώτης Κουβέλης.
Για «ένα παιδί έκθετο, που το υιοθέτησε όλη η Ελλάδα» μίλησε ο Κώστας Γεωργουσόπουλος, που εκφώνησε τον επικήδειο. Η αγάπη του Γιάννη Δαλιανίδη για τον κινηματογράφο και το θέαμα γενικότερα οδήγησε σε σχεδόν 70 ταινίες και αρκετές τηλεοπτικές σειρές, που κέρδισαν το στοίχημα της διάρκειας στον χρόνο και της αποδοχής από το κοινό.
Από το 1959, που σκηνοθέτησε τη «Μουσίτσα», την πρώτη του ταινία, ο Δαλιανίδης, ο οποίος γεννήθηκε το 1923 στη Θεσσαλονίκη και έκανε τα πρώτα του βήματα ως χορευτής, δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με τον κινηματογράφο.
Μπορεί να θεωρείται –και να είναι– ο πατέρας του ελληνικού μιούζικαλ, όμως ασχολήθηκε με την ίδια επιτυχία με όλα τα είδη, την κωμωδία, το δράμα, την αστυνομική ταινία. Η φιλμογραφία του διαθέτει σχεδόν αποκλειστικά επιτυχίες. «Κατήφορος», «Ζητείται ψεύτης», «Νόμος 4000», «Μερικοί το προτιμούν κρύο», «Οι κληρονόμοι», «Κάτι να καίει», «Η χαρτοπαίχτρα», «Εγωισμός», «Ραντεβού στον αέρα», «Οι θαλασσιές οι χάντρες», «Στεφανία», «Δάκρυα για την Ηλέκτρα», «Νύχτα γάμου», «Γοργόνες και μάγκες», «Η Παριζιάνα», «Γυμνοί στο δρόμο».
Οπως έλεγαν αρκετοί άνθρωποι που τον γνώριζαν καλά, το βασικό του γνώρισμα ήταν ότι δεν γέρασε ποτέ. Και ακόμη και μέχρι το τέλος έκανε σχέδια, παρακολουθούσε ταινίες, διέκρινε ταλέντα και είχε πάντοτε καλά λόγια και συμβουλές για τους νέους ανθρώπους που ήθελαν να ασχοληθούν με τον κινηματογράφο.

Γιάννης Δαλιανίδης: Ο σκηνοθέτης που αγαπούσε (και) τους σκηνοθέτες

  • Δύο έλληνες κινηματογραφιστές με διεθνή καριέρα θυμούνται τη συνάντησή τους με τον Γιάννη Δαλιανίδη

Ηταν μια μέρα του 1968 όταν ο Γιάννης Δαλιανίδης, που πέθανε το περασμένο Σάββατο και κηδεύτηκε χθες στο Α΄ Νεκροταφείο Αθηνών, συνάντησε για πρώτη φορά τον Θόδωρο Αγγελόπουλο. Ο δεύτερος θυμάται με συγκίνηση τον τρόπο με τον οποίο ο Δαλιανίδης αντιμετώπισε τον νέο συνάδελφό του δίνοντάς του κουράγιο για την πρώτη ταινία του. «Ηταν ο μόνος σκηνοθέτης της παλιάς γενιάς που ήρθε να μας δει και να μας πει “καλή δουλειά”» μας είπε χθες ο Αγγελόπουλος στο Α΄ Νεκροταφείο αναφερόμενος στην πρώτη ταινία που επρόκειτο να σκηνοθετήσει, την «Αναπαράσταση». «“Καλή δουλειά και θα πας μπροστά και μακριά” μου είχε πει συγκεκριμένα. Δεν έχω ξεχάσει τα λόγια του από τότε».
Η «Αναπαράσταση» τον τοποθέτησε αμέσως στο πάνθεον των μεγάλων ελλήνων κινηματογραφικών δημιουργών. Και βέβαια το κινηματογραφικό ύφος του ήταν εντελώς διαφορετικό από εκείνο του Γιάννη Δαλιανίδη: «Ο καλός λόγος του Δαλιανίδη υπήρξε τεράστια βοήθεια για μένα:να μου μιλήσει έτσι ένας σκηνοθέτης χωρίς μάλιστα να έχει υπόψη του την ταινία αφού δεν είχε ακόμη γυριστεί». Ενα παρόμοιο περιστατικό έζησε και ένας άλλος σκηνοθέτης, ο Γιάννης Σμαραγδής. «Τον συνάντησα για μία και μοναδική φορά στη ζωή μου, την εποχή που ο “Καβάφης” είχε βγει στις αίθουσες» μας είπε χθες ο ίδιος από εκεί όπου κάνει την προετοιμασία της επόμενης ταινίας. «Μαζί με τους δημοσιογράφους Λιάνα Κανέλλη και Αντώνη Πρέκα συμμετέχαμε στην παρουσίαση ενός βιβλίου- δεν θυμάμαι ποιο. Πλησίασα τον Δαλιανίδη και προς έκπληξή μου τον είδα να σηκώνεται όρθιος για να μου δώσει ένα από τα πιο θερμά καλωσορίσματα που δέχθηκα ποτέ στη ζωή μου. Κανένας συνάδελφος σκηνοθέτης δεν μου έχει απευθυνθεί με παρόμοιο τρόπο. Τα μάτια του έλαμπαν από ειλικρίνεια και δεν μπόρεσα να κρύψω τα δάκρυά μου. Είχε δει τον “Καβάφη” και έλεγε καλά λόγια για την ταινία. Προσπάθησα να του κάνω και εγώ φιλοφρονήσεις και μου είπε:“Αχ, αγάπη μου, εμένα οι ταινίες μου δεν θαυμάστηκαν εκτός Ελλάδας”. Δεν το είπε όμως με παράπονο αλλά ως παρατηρητής. Ηξερε πώς να φερθεί και ήξερε πώς να μεταφράσει τον μέσο Ελληνα...».

Η γενναιοδωρία του Γιάννη Δαλιανίδη σε ό,τι είχε σχέση με τους νεότερους καλλιτέχνες υπήρξε παροιμιώδης. «Επαιρνε τους ηθοποιούς από το χέρι και τους έκανε σταρ- αν και ο ίδιος τους ήθελε πάντα ηθοποιούς» ανέφερε μιλώντας για τον θανόντα στην αίθουσα πολιτικών κηδειών ο θεατρικός κριτικός Κώστας Γεωργουσόπουλος. «Είχε πάντα έναν καλό λόγο να πει».

Monday, October 18, 2010

Το «τελευταίο αντίο» στον σκηνοθέτη Γιάννη Δαλιανίδη είπε πλήθος κόσμου ["Το Βήμα"]

Προσωπικότητες από τους χώρους της τέχνης, της διανόησης και της πολιτικής απηύθυναν σήμερα το απόγευμα , το ύστατο χαίρε στον Γιάννη Δαλιανίδη, στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών, όπου, κατά την επιθυμία του εκλιπόντος, τελέσθηκε η πολιτική του κηδεία.

Τον Έλληνα σκηνοθέτη που συνέδεσε το όνομά του με τη χρυσή εποχή του κινηματογράφου αποχαιρέτισαν, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς Φ.Κουβέλης, οι βουλευτές Γ.Βούρος και Β.Αποστολάτος και ο δήμαρχος Αθηναίων, Ν. Κακλαμάνης.

Ήταν επίσης εκεί, η Ζωή Λάσκαρη με τον Αλ. Λυκουρέζο, η Μαρινέλλα, ο Μίμης Πλέσας, ο Γ. Κατσαρός, ο Γιάννης Μπέζος, η Ζωζώ Σαπουντζάκη, ο Φώτης Μεταξόπουλος, ο Κώστας Βουτσάς, η Μάρθα Καραγιάννη, ο Φ.Γεωργίτσης, ο Τάκης Ζαχαράτος, η Βάνα Μπάρμπα, ο Κ. Γεωργουσόπουλος και πλήθος εκπροσώπων του θεάτρου και του καλλιτεχνικού κόσμου, που φώναξαν «αθάνατος» στην έξοδο της σορού από την αίθουσα του κοιμητηρίου.

Κατά επιθυμία του Γιάννη Δαλιανίδη, το αντίτιμο των στεφάνων κατατέθηκε στους λογαριασμούς των παιδικών χωριών SOS, στο «Χαμόγελο του παιδιού» και την Κιβωτό.

Ανάμεσα στα ελάχιστα στεφάνια, που εστάλησαν, ήταν εκείνα του Συνδέσμου Ελλήνων Παραγωγών και της Ένωσης Σκηνοθετών-Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου.

Η Εταιρία Ελλήνων Σκηνοθετών εκπροσωπήθηκε από το ΔΣ της και σε συλλυπητήριο τηλεγράφημά της, της οποίας ο εκλιπών υπήρξε ιδρυτικό μέλος, τονιζόταν, μεταξύ άλλων: «Ο Γιάννης Δαλιανίδης με την ζωή του, το έργο και την δράση του, υπήρξε ένα πρότυπο ανθρώπου που οι αρετές του σπανίζουν διαρκώς στις μέρες μας. Εκτός από ακούραστος εργάτης του Κινηματογράφου ήταν πάνω από όλα πολίτης του κόσμου».

Από την πλευρά της, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου εξέφρασε την συμπαράστασή της στην οδύνη των οικείων του, καθώς και σεβασμό κι εκτίμηση για το μεγάλο έργο που άφησε πίσω του.

«Οι ταινίες του ξεχείλιζαν ελπίδα ακόμα και σε πολύ δύσκολες εποχές κι αυτό είναι μια κληρονομιά που καλούμαστε όχι μόνο να διαφυλάξουμε αλλά και να εξελίξουμε» ανέφερε η Ακαδημία σε ανακοίνωσή της.

Ο γνωστός σκηνοθέτης, που καθιέρωσε τα μιούζικαλ -τις «μουσικές κωμωδίες» όπως τις χαρακτήριζε- στον ελληνικό κινηματογράφο, «έφυγε» το Σάββατο σε ηλικία 87 ετών.

Το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν με αναπνευστικά προβλήματα και πολυοργανική ανεπάρκεια.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1923 και μεγάλωσε από θετούς γονείς. Ξεκίνησε την καριέρα του ως χορευτής και χορογράφος, με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Γιάννης Νταλ».

Αξέχαστες θα μείνουν οι παραγωγές «Ζητείται Ψεύτης», «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο», «Κορίτσια για Φίλημα», «Τέντι μπόι Αγάπη μου», «Ραντεβού στον Αέρα», «Γοργόνες και Μάγκες», «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», «Μαριχουάνα Στοπ» και πολλές άλλες.

Τη δεκαετία του 1970 άρχισε να εργάζεται και για την τηλεόραση, υπογράφοντας αρκετές σειρές, οι περισσότερες απ' τις οποίες σημείωσαν μεγάλη επιτυχία.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artid=361428&dt=18/10/2010#ixzz12lqaTFg1

«Εφυγε» ο Γιάννης Δαλιανίδης ["Ριζοσπάστης"]


Κηδεύτηκε χτες το μεσημέρι από το Α' Νεκροταφείο (με πολιτική κηδεία) ο Γιάννης Δαλιανίδης. Ο γνωστός σκηνοθέτης και σεναριογράφος, δημιουργός δεκάδων ελληνικών ταινιών, πέθανε την περασμένη Παρασκευή σε ηλικία 87 ετών. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη το 1923, Ο Γ. Δαλιανίδης ξεκίνησε την καριέρα του ως χορευτής και χορογράφος, χρησιμοποιώντας το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Γιάννης Νταλ». Το 1958 έγραψε το πρώτο του σενάριο, για την ταινία «Το Τρελοκόριτσο». Ενα χρόνο μετά, ξεκίνησε την καριέρα του ως σκηνοθέτης με τη «Μουσίτσα» και ακολούθησε την ίδια χρονιά η ταινία «Λαός και Κολωνάκι». Το 1961 ξεκίνησε η συνεργασία του με την «Φίνος Φιλμς» με την ταινία «Ο Κατήφορος». Εκτοτε δούλεψε κατ' αποκλειστικότητα στη «Φίνος Φιλμς» μέχρι το 1977, που γυρίστηκε η τελευταία ταινία της εταιρείας «Ο κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται». Συνολικά ο Γ. Δαλιανίδης σκηνοθέτησε πάνω από 60 ταινίες, στις περισσότερες από τις οποίες είχε γράψει το σενάριο ο ίδιος. Συλλυπητήριο τηλεγράφημα προς την οικογένειά του έστειλαν ο υπουργός Πολιτισμού - Τουρισμού και η Εταιρεία Ελλήνων Λογοτεχνών. ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τρίτη 19 Οχτώβρη 2010

Το «τελευταίο αντίο» στον σκηνοθέτη Γιάννη Δαλιανίδη είπε πλήθος κόσμου

Τελέσθηκε η πολιτική κηδεία του

Ο Γιάννης Δαλιανίδης «έφυγε» το Σάββατο σε ηλικία 87 ετών
Ο Γιάννης Δαλιανίδης «έφυγε» το Σάββατο σε ηλικία 87 ετών
Προσωπικότητες από τους χώρους της τέχνης, της διανόησης και της πολιτικής απηύθυναν το απόγευμα της Δευτέρας, το ύστατο χαίρε στον Γιάννη Δαλιανίδη, στο Α΄Νεκροταφείο Αθηνών, όπου τελέσθηκε η πολιτική του κηδεία.

Τον Έλληνα σκηνοθέτη που συνέδεσε το όνομά του με τη χρυσή εποχή του κινηματογράφου αποχαιρέτισαν, μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος της Δημοκρατικής Αριστεράς Φ.Κουβέλης, οι βουλευτές Γ.Βούρος και Β.Αποστολάτος και ο δήμαρχος Αθηναίων, Ν. Κακλαμάνης.

Ήταν επίσης εκεί, η Ζωή Λάσκαρη με τον ο Αλ.Λυκουρέζο, η Μαρινέλλα, ο Μίμης Πλέσας, ο Γ. Κατσαρός, ο Γιάννης Μπέζος, η Ζωζώ Σαπουντζάκη, ο Φώτης Μεταξόπουλος, ο Κώστας Βουτσάς, η Μάρθα Καραγιάννη, ο Φ.Γεωργίτσης, ο Τάκης Ζαχαράτος, η Βάνα Μπάρμπα, ο Κ.Γεωργουσόπουλος και πλήθος εκπροσώπων του θεάτρου και του καλλιτεχνικού κόσμου, που φώναξαν «αθάνατος» στην έξοδο της σορού από την αίθουσα του κοιμητηρίου.

Κατά επιθυμία του Γιάννη Δαλιανίδη, το αντίτιμο των στεφάνων κατατέθηκε στους λογαριασμούς των παιδικών χωριών SOS, στο «Χαμόγελο του παιδιού» και την Κιβωτό.

Ανάμεσα στα ελάχιστα στεφάνια, που εστάλησαν, ήταν εκείνα του Συνδέσμου Ελλήνων Παραγωγών και της Ένωσης Σκηνοθετών-Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου.

Η Εταιρία Ελλήνων Σκηνοθετών εκπροσωπήθηκε από το ΔΣ της και σε συλλυπητήριο τηλεγράφημά της, της οποίας ο εκλιπών υπήρξε ιδρυτικό μέλος, τονιζόταν, μεταξύ άλλων: «Ο Γιάννης Δαλιανίδης με την ζωή του, το έργο και την δράση του, υπήρξε ένα πρότυπο ανθρώπου που οι αρετές του σπανίζουν διαρκώς στις μέρες μας. Εκτός από ακούραστος εργάτης του Κινηματογράφου ήταν πάνω από όλα πολίτης του κόσμου».

Από την πλευρά της, η Ελληνική Ακαδημία Κινηματογράφου εξέφρασε την συμπαράστασή της στην οδύνη των οικείων του, καθώς και σεβασμό κι εκτίμηση για το μεγάλο έργο που άφησε πίσω του.

«Οι ταινίες του ξεχείλιζαν ελπίδα ακόμα και σε πολύ δύσκολες εποχές κι αυτό είναι μια κληρονομιά που καλούμαστε όχι μόνο να διαφυλάξουμε αλλά και να εξελίξουμε» ανέφερε η Ακαδημία σε ανακοίνωσή της.

Ο γνωστός σκηνοθέτης, που καθιέρωσε τα μιούζικαλ -τις «μουσικές κωμωδίες» όπως τις χαρακτήριζε- στον ελληνικό κινηματογράφο, «έφυγε» το Σάββατο σε ηλικία 87 ετών.

Το τελευταίο διάστημα νοσηλευόταν με αναπνευστικά προβλήματα και πολυοργανική ανεπάρκεια.

Ο Γιάννης Δαλιανίδης γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1923 και μεγάλωσε από θετούς γονείς. Ξεκίνησε την καριέρα του ως χορευτής και χορογράφος, με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο «Γιάννης Νταλ».

Αξέχαστες θα μείνουν οι παραγωγές «Ζητείται Ψεύτης», «Μερικοί το Προτιμούν Κρύο», «Κορίτσια για Φίλημα», «Τέντι μπόι Αγάπη μου», «Ραντεβού στον Αέρα», «Γοργόνες και Μάγκες», «Μια Κυρία στα Μπουζούκια», «Μαριχουάνα Στοπ» και πολλές άλλες.

Τη δεκαετία του 1970 άρχισε να εργάζεται και για την τηλεόραση, υπογράφοντας αρκετές σειρές, οι περισσότερες απ' τις οποίες σημείωσαν μεγάλη επιτυχία. [Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ]

Ο μετρ της χρυσής εποχής του σινεμά

Ο μετρ της χρυσής εποχής του σινεμά
Ο πιο εμπορικός σκηνοθέτης του κινηματογράφου μας, ο εμπνευστής του μιούζικαλ, που έχρισε αστέρες πολλούς νεαρούς ηθοποιούς, έσβησε στα 87 του προχθές το πρωί

Ο Γιάννης Δαλιανίδης ήταν ηγετική μορφή του ελληνικού κινηματογράφου. Ηταν αυτός που όρισε τη χρυσή εποχή του, την εμπορική του ακτινοβολία. Ο ίδιος έχρισε αστέρες του σινεμά πολλούς νεαρούς ηθοποιούς και ακούραστα δούλεψε πάνω σε διαφορετικά κινηματογραφικά είδη: το δράμα, την κωμωδία, το μιούζικαλ, το αστυνομικό θρίλερ, βάζοντας σε όλα τη σφραγίδα του.

Εζησε 87 χρόνια πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, το πρωινό του Σαββάτου, στις 16 Οκτωβρίου, περιστοιχισμένος από αγαπημένα πρόσωπα στο Νοσοκομείο Μετροπόλιταν, όπου νοσηλευόταν τις τελευταίες ημέρες με νεφρική ανεπάρκεια και σοβαρά βεβαρημένη υγεία.
Η πολιτική κηδεία του θα πραγματοποιηθεί σήμερα, στις 3.00 μ.μ., από το Α' Νεκροταφείο Αθηνών. Η επιθυμία του ήταν αντί στεφάνων τα χρήματα να δοθούν σε παιδικές οργανώσεις.
Παραγωγικότατος και πολυσχιδής, άλλαξε το σινεμά στην Ελλάδα μεταφέροντας την αμερικανική κουλτούρα του "κινηματογράφου του είδους" στα εγχώρια δεδομένα. Η υπογραφή του ήταν εγγύηση και σημαντική όσο και της Αλίκης Βουγιουκλάκη. Τα μιούζικάλ του έκαναν πάταγο στο κοινό, την ίδια ώρα που το ελληνικό σινεμά βίωνε μια τεράστια αλλαγή ύφους και ρυθμών. Γεννημένος στη Θεσσαλονίκη στις 31 Δεκεμβρίου του 1923, ο Γιάννης Δαλιανίδης μεγάλωσε από θετούς γονείς και σπούδασε στη Δραματική Σχολή του Ωδείου Θεσσαλονίκης.
Μετά την αποφοίτησή του πήγε στη Βιέννη, όπου σπούδασε χορό στη Σχολή Μούσλιγκερ. Ξεκίνησε ως χορευτής, χορογράφος και ηθοποιός στο μουσικό θέατρο με το καλλιτεχνικό ψευδώνυμο Γιάννης Νταλ, όμως γρήγορα τον κέρδισε το σινεμά. Το 1949 εμφανίστηκε ως ηθοποιός στην ταινία "Δύο κόσμοι", ενώ από το 1958 άρχισε να γράφει σενάρια. Το πρώτο του σενάριο ήταν για την ταινία "Το τρελοκόριτσο" και το πρώτο του σκηνοθετικό πόνημα ήταν, το 1959, η "Μουσίτσα".
Την ίδια χρονιά ακολούθησε η ταινία "Λαός και Κολωνάκι". Ως σεναριογράφος, ο ίδιος συνέχισε να γράφει σενάρια αισθηματικών κομεντί ή να διασκευάζει θεατρικά έργα και να τα σκηνοθετεί σε διάφορες εταιρείες, μέχρι το 1961. Τη χρονιά αυτή πέρασε το κατώφλι τής Φίνος Φιλμ. Το κοινωνικό δράμα "Κατήφορος" απογείωσε το όνομά του μετά την τεράστια επιτυχία του. Εκτοτε ο ακούραστος Δαλιανίδης δούλεψε κατ' αποκλειστικότητα στη Φίνος Φιλμ μέχρι το 1977, που γυρίστηκε η τελευταία ταινία της εταιρείας "O κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται".
Ως σκηνοθέτης ήταν ο πιο εμπορικός του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ πίστεψε στα νέα πρόσωπα και συνεργάστηκε με τους σημαντικότερους συνθέτες, όπως ήταν ο Μάνος Χατζιδάκις, ο Σταύρος Ξαρχάκος, ο Μίμης Πλέσσας και ο Κώστας Καπνίσης. Χάρη σ' αυτόν γεννήθηκε το μιούζικαλ στο εγχώριο σελιλόιντ - το 1962 με το "Μερικοί το προτιμούν κρύο" που έσπασε τα ταμεία.
  • Η «σφραγίδα» του
Το στυλ του -ακίνητα πολύχρωμα πλάνα που παρέπεμπαν στην αισθητική του χολιγουντιανού τεχνικολόρ, χοροί και στιλιζαρισμένες πόζες των ηθοποιών- ήταν το σήμα κατατεθέν του. Ανάλογη ιλιγγιώδης επιτυχία συνόδευσε τα επόμενα μιούζικαλ που γύρισε, αναδεικνύοντάς τον σε μετρ του είδους και ταυτίζοντας το όνομά του μ' αυτό.
Χαρακτηριστικό του ήταν ότι γύριζε αρκετές ταινίες κάθε χρονιά (τις περισσότερες σε δικά του σενάρια) χωρίς ποτέ να πέφτει από την κορυφή της εμπορικότητας. Το 1970 σήμανε το ντεμπούτο του στο θέατρο με το "Μαριχουάνα στοπ" και με το τέλος του εμπορικού κινηματογράφου πραγματοποίησε στροφή στην τηλεόραση το 1974 με το "Λούνα Παρκ", μια από τις πιο επιτυχημένες και μακρόχρονες τηλεοπτικές σειρές, σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του.
Αλλη επιτυχημένη του τηλεοπτική σειρά ήταν "Τα Λιονταράκια". Στις αρχές της δεκαετίας του '80 και μέχρι το 1985 καταπιάστηκε και με τις νεανικές κοινωνικές ταινίες, όπως ήταν τα περίφημα "Τσακάλια" το 1981. Ως δημιουργός, ο ίδιος επέδειξε σε κάθε χρονική περίοδο μοναδική ικανότητα να πιάνει τον παλμό της εκάστοτε γενιάς, γεγονός που αποδείχτηκε και με τις σειρές που γύρισε στην ιδιωτική τηλεόραση, όπως ήταν το "Ρετιρέ" και οι "Mικρομεσαίοι" αλλά και οι μεταφορές δύο βιβλίων - το "Τρίτο στεφάνι" του Κώστα Ταχτσή και "Το χρώμα του φεγγαριού" της Αλκυόνης Παπαδάκη, με τη μουσική επένδυση του Σταμάτη Κραουνάκη.
  • Η ΣΧΕΣΗ ΤΟΥ ΜΕ ΤΗ ΜΑΝΑ ΟΛΥΜΠΙΑ
Ο Γιάννης Δαλιανίδης μεγάλωσε από τη θετή του μάνα Ολυμπία για να αναπτύξει μια ξεχωριστή συμπάθεια για τους ανθρώπους που μεγάλωναν υιοθετημένα παιδιά. Η ιστορία του με την πραγματική του μητέρα που, όπως λέει ο ίδιος εμφανίστηκε την εποχή της ακμής του για να καρπωθεί τα οφέλη, τον πλήγωσε πολύ. Προκειμένου να αφήσει τα γεγονότα πίσω του και να μπορέσει να ορθοποδήσει, πήρε την κυρία Ολυμπία και από τη Θεσσαλονίκη μετακόμισε στην Αθήνα όπου έκαναν μια νέα αρχή. Ερωτηθείς για τη ζωή του είχε πει: «Βαδίζω με το γήρας μου προς το τέλος πολύ ήσυχα και πολύ γεμάτος. Διότι έκανα αυτό που ήθελα, γιατί αγαπήθηκα πάρα πολύ και κυριαρχεί βέβαια η αγάπη αυτής της γυναίκας, της μητέρας μου». 
ΓΝΩΡΙΣΕ ΤΗ ΜΕΓΑΛΗ ΟΘΟΝΗ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ
  • Ο χορευτής που έγινε «ψυχή» του Φίνου
Ο Γιάννης Δαλιανίδης ήταν ένας πολύ δημοφιλής δημιουργός που με το έργο του χάραξε αλλαγές στην πορεία της εγχώριας κινηματογραφικής παραγωγής. Ηταν όμως κι αγαπητός σε πολλούς άνθρωπος -μόνο καλά πράγματα άκουγες γι’ αυτόν από τον στενό του κύκλο- που γνώρισε τη δόξα παραμένοντας πάντα σεμνός και ταπεινός.
Θεσσαλονικιός στην καταγωγή, μεγάλωσε με τη θετή μητέρα του Ολυμπία. Στα 10 του άρχισε να παίζει στο παιδικό θέατρο, ενώ ήταν και στη χορωδία της ΧΑΝ. Το καλλιτεχνικό στερέωμα τον μαγνήτιζε, φανερώνοντάς του τις μεγάλες του αγάπες: τον χορό, τον κινηματογράφο, το θέατρο.
Το σινεμά το γνώρισε παιδάκι σε έναν από τους χώρους της Διεθνούς Εκθεσης Θεσσαλονίκης που ήταν σαν αλάνα αλλά και στην πλατεία Αριστοτέλους, όπου υπήρχαν πέντε θερινοί κινηματογράφοι. Εκεί καθόταν πάντα στην πρώτη σειρά, εκεί ήρθε σε επαφή με τον χώρο εργασίας, καθώς δούλευε με αντάλλαγμα τις δωρεάν προβολές. Αργότερα, ένας φίλος που διδάχτηκε κλακέτες τον έφερε σε πρώτη επαφή με τον χορό, που σπούδασε αργότερα στη Βιέννη. Ο αχόρταγος όμως Γιάννης Δαλιανίδης ήθελε να τα γνωρίσει όλα. Ηθελε να παίζει, να σκηνοθετεί, να χορεύει, να τραγουδά, να γράφει όχι μόνο σενάρια αλλά και μουσική. Περιέργως, τον κέρδισε ο έρωτας της κάμερας.
Ξεκινώντας να σκηνοθετεί για το σινεμά, ανακάλυψε τη χαρά της δημιουργίας. «Ζούσα με την επιθυμία να γράψω, να δημιουργήσω, να φτάσω... Να βρίσκομαι στο πλατό. Να γυρίζω ταινίες... Κυνηγούσα τη χαρά της δημιουργίας - όποια ποιότητα κι αν είχε αυτή η δημιουργία...», είχε πει ο ίδιος σε συνέντευξή του στο περιοδικό «ΣΙΝΕΜΑ».
Από την πρώτη στιγμή που ασχολήθηκε με το σελιλόιντ, ο Δαλιανίδης προτιμούσε το δράμα. Ο Φίνος μάλιστα του ζήτησε να γυρίσει μια ταινία σαν τους «Ζαβολιάρηδες», μια γαλλική παραγωγή που μιλούσε για τα νιάτα της εποχής και έκανε ιδιαίτερη επιτυχία στην Ευρώπη. Με το σενάριο του «Κατήφορου» που ο ίδιος έγραψε, ο Δαλιανίδης έκανε το πρώτο μικρό θαύμα του.
Μάζεψε άγνωστους νεαρούς ηθοποιούς και χωρίς μεγάλα ονόματα (η Αλίκη Βουγιουκλάκη είχε αρνηθεί και η επιλογή της Τζένης Καρέζη απορρίφθηκε) ξεκίνησε κάνοντας δοκιμαστικά σε νέα κορίτσια. Από τα πολλά που είδε, επέλεξε τη 18χρονη Ζωή Κουρούκλη, που στα 16 της είχε πάρει το στέμμα της Σταρ Ελλάς. Της έδωσε κι ένα ψευδώνυμο -«Ζωή Λάσκαρη»- για να μην την μπερδεύουν με την τραγουδίστρια εξαδέλφη της και την έβγαλε στο προσκήνιο. Οσο για τον Νίκο Κούρκουλο, αυτός δεν ήταν μέσα στις προτιμήσεις του Φίνου που θεωρούσε απαράδεκτη τη συμμετοχή του ηθοποιού σε ταινίες μικρότερων εταιρειών παραγωγής. Πείστηκε να τον δεχθεί από μια φωτογραφία του σε θεατρική παράσταση.
Η πρώτη έξοδος της ταινίας στις αίθουσες στάθηκε αποτυχημένη. Με την επιμονή, παρ’ όλα αυτά του Φίνου, ο «Κατήφορος» επέστρεψε στους κινηματογράφους για να κόψει το 1961 στην Αθήνα και στον Πειραιά 161.331 εισιτήρια, αριθμός που την ανέδειξε σε πιο εμπορική ταινία της χρονιάς.
Με τα μιούζικαλ, από την άλλη, ο Γιάννης Δαλιανίδης ασχολήθηκε έχοντας το μεράκι του χορού. Για την ακρίβεια, δεν του άρεσε ο όρος μιούζικαλ, αλλά προτιμούσε να τα αποκαλεί μουσικές ταινίες. Η πρώτη του μουσική ταινία, το «Μερικοί το προτιμούν κρύο», είχε λίγη μουσική και χορευτικά. Αφού πέτυχε, οι απαιτήσεις για συνεχή παραγωγή ανάλογων φιλμ αυξήθηκαν. Και ο σκηνοθέτης φρόντιζε να έχει πάντα στα χέρια του μια καλή κωμωδία με τη συνδρομή των ηθοποιών του, όπως ήταν η Μάρθα Καραγιάννη, η Ρένα Βλαχοπούλου, ο Ντίνος Ηλιόπουλος, ο Κώστας Βουτσάς κ.ά.
  • Η ΦΙΛΜΟΓΡΑΦΙΑ ΤΟΥ
  • 1959 Η μουσίτσα

1959 Λαός και Κολωνάκι
1959 Eνας βλάκας και μισός
1960 Χριστίνα
1960 Το κοροϊδάκι της δεσποινίδος
1960 Κρουαζιέρα στη Ρόδο
1961 Ο σκληρός άντρας
1961 Ο Κατήφορος
1961 Ζητείται ψεύτης
1962 Ο Δήμος από τα Τρίκαλα
1962 Ο ατσίδας
1962 Νόμος 4000
1962 Μερικοί το προτιμούν κρύο
1962 Η κυρία του κυρίου
1963 Χωρίς ταυτότητα
1963 Ενα κορίτσι για δύο
1963 Ιλιγγος
1963 Η ψεύτρα
1964 Οι κληρονόμοι
1964 Κάτι να καίει
1964 Η χαρτοπαίχτρα
1964 Εγωισμός
1965 Τέντυ μπόυ αγάπη μου
1965 Κορίτσια για φίλημα
1965 Ιστορία μιας ζωής
1965 Ενα έξυπνο έξυπνο μούτρο
1966 Ραντεβού στον αέρα
1966 Οι θαλασσιές οι χάντρες
1966 Ο ξυπόλυτος πρίγκηψ
1966 Η Στεφανία
1966 Δάκρυα για την Ηλέκτρα
1967 Νύχτα γάμου
1967 Γαμπρός απ’ το Λονδίνο
1968 Το παρελθόν μιας γυναίκας
1968 Ολγα αγάπη μου
1968 Ο ψεύτης
1968 Ο Μικές παντρεύεται
1968 Μια κυρία στα μπουζούκια
1968 Ενας ιππότης για τη Βασούλα
1968 Γοργόνες και μάγκες
1969 Το ανθρωπάκι
1969 Οταν η πόλη πεθαίνει
1969 Ο γόης
1969 Ξύπνα Βασίλη
1969 Η Παριζιάνα
1969 Γυμνοί στον δρόμο
1970 Μια τρελή τρελή σαραντάρα
1971 Το κοροϊδάκι της πριγκηπέσσας
1971 Ο κατεργάρης
1971 Ο επαναστάτης ποπολάρος
1971 Μια Ελληνίδα στο χαρέμι
1971 Μαριχουάνα στοπ
1972 Ο μάγκας με το τρίκυκλο
1972 Ο εχθρός του λαού
1972 Η αμαρτία της ομορφιάς
1973 Η Μαρία της σιωπής
1973 Είκοσι γυναίκες κι εγώ
1974 Οι εραστές του ονείρου
1977 Ο κυρ Γιώργης εκπαιδεύεται
1981 Τα τσακάλια
1982 Η στροφή
1982 Βασικά καλησπέρα σας (Οι ραδιοπειρατές)
1983 Οι επικίνδυνοι
1983 Καμικάζι αγάπη μου
1984 Ελα να αγαπηθούμε ντάρλινγκ
1986 Περάστε φιλήστε τελειώσατε
1987 Μπανάνες
1987 Ισόβια
  • ΜΙΜΗΣ ΠΛΕΣΣΑΣ
  • Κάθε ταινία μας γινόταν μια μεγάλη επιτυχία
"Στην επαγγελματική καριέρα μας μάς αποκαλούσαν Διόσκουρους, γιατί όλα τα μιούζικαλ ήταν σε μουσική δική μου. Κάθε ταινία μας γινόταν μια μεγάλη επιτυχία, ένα νέο αστέρι", δήλωσε ο μουσικοσυνθέτης Μίμης Πλέσσας, επί σειρά ετών στενός συνεργάτης του Γιάννη Δαλιανίδη, προσθέτοντας: "Θα μου λείψει πολύ". "Εφυγε ένας από τους πιο λατρεμένους ανθρώπους στη ζωή μου", δήλωσε η επιστήθια φίλη του Μάρθα Καραγιάννη. "Με τον Γιάννη μέναμε στην ίδια γειτονιά... μ' έβγαλε στο σινεμά και σ' αυτόν χρωστάω την καριέρα μου. Αυτός είδε πάνω μου όλα όσα έγιναν μετά".
"Ο Γιάννης Δαλιανίδης θα παραμείνει τόσο επίκαιρος και τόσο ζωντανός, όσο και οι ταινίες του, που έχουν κατακτήσει ξεχωριστή θέση στην καρδιά και στη ζωή των Ελλήνων", τονίζει μεταξύ άλλων στο συλλυπητήριο μήνυμά του το υπουργείο Πολιτισμού. Τα συλλυπητήριά τους για την απώλεια του δημιουργού εξέφρασαν τα κόμματα της Βουλής και ο δήμαρχος Αθηναίων, Νικήτας Κακλαμάνης.
  • «Διαβάστε μας, έχουμε γούστο»...
Η ΓΝΩΜΗ ΤΟΥ για όλους και για όλα παρέμεινε έως το τέλος ξεκάθαρη, συμπυκνωμένη στο σημείωμα που έγραψε στην αυτοβιογραφία του «Ο κινηματογράφος, τα πρόσωπα κι εγώ», που κυκλοφόρησε το 2005 από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

«Ολοι εσείς που αγαπήσατε τον ελληνικό κινηματογράφο και τους ανθρώπους του, όταν διαβάζετε κάτι σχετικό (και ιδιαίτερα τις αυτοβιογραφίες τους), να κρατάτε «μικρό καλάθι», γιατί το ίδιο γεγονός ο καθένας το αφηγείται όπως τον συμφέρει, έτσι ώστε να ικανοποιεί το δόλιο το «εγώ» του. Αυτό ισχύει και για το δικό μου το βιβλίο. Όσο κι αν θέλω να είμαι αντικειμενικός -το θέλω άραγε;- την άποψη που με συμφέρει θα προβάλω. Μικρό καλάθι λοιπόν. Εμείς οι άνθρωποι του θεάματος είμαστε εγωκεντρικά πλάσματα. Το σύμπαν κινείται πέριξ του εαυτού μας. Αν ήταν αλλιώς τα πράγματα, δεν θα καταφεύγαμε σε αυτοβιογραφίες... Οπως και να ‘χουν τα πράγματα, διαβάστε μας. Εχουμε γούστο. Αλλωστε μας αγαπάτε. Δεν το ‘παμε;».
  • ΑΝΤΑ ΔΑΛΙΑΚΑ, ΕΘΝΟΣ, 18/10/2010