Showing posts with label Φελίνι Φεντερίκο. Show all posts
Showing posts with label Φελίνι Φεντερίκο. Show all posts

Thursday, January 19, 2017

Φεντερίκο Φελίνι

Ο Ιταλός σκηνοθέτης Federico Fellini [20 Ιανουαρίου 1920 στο Ρίμινι – 31 Οκτωβρίου 1993 στη Ρώμη] υπήρξε από τους διασημότερους κινηματογραφιστές της περιόδου μετά από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τις ταινίες του, λίγο-πολύ τις έχουν δει εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο. Και είναι φυσικά γνωστές: La stradaLa dolce vitaOtto e mezzo [1/2], Satyricon κ.ά.
Όταν έγινε 12 ετών, το έσκασε από το σπίτι του για να ακολουθήσει ένα τσίρκο. Ένα στοιχείο που μαζί με πολλά άλλα, εξηγεί την αγάπη του για τους κλόουν που εμφανίζονται σε όλα τα έργα του. Στα 17 του εγκατέλειψε την ηρεμία της επαρχιακής λουτρόπολης, στην οποία γεννήθηκε και μεγάλωσε, για να πάει στη Ρώμη.

Wednesday, November 3, 2010

Ντόλτσε βίτα, 50 χρόνια μετά

  • Tου Κωστα Θ. Καλφοπουλου, Η Καθημερινή, Tετάρτη, 3 Nοεμβρίου 2010
«Τι ανάμνηση έχεις σήμερα από την ‘‘Ντόλτσε Βίτα’’;» ρωτάει ο δημοσιογράφος Κονστάντσο Κονσταντίνι τον Φεντερίκο Φελίνι, για την περίφημη ταινία, κι ο Ιταλός σκηνοθέτης δίνει αμέσως το στίγμα, λέγοντας «Για μένα η ‘‘Ντόλτσε Βίτα’’, πιο πολύ κι από τη Βία Βένετο, συνδέεται με την Ανίτα Εκμπεργκ», η οποία, ειρήσθω εν παρόδω, όπως αναφέρει ο Φελίνι, θύμιζε στον Μαρτσέλο Μαστρογιάνι «στρατιώτη της Βέρμαχτ», παραδεχόμενος πάντως ότι «δεν είχε δει τέτοια θαυμαστή ομορφιά, τόσο απίστευτη».
Η «Ντόλτσε Βίτα», μία «ταινία χωρίς σενάριο», είναι κατεξοχήν μια ταινία για την «αιώνια πόλη» και την «αιώνια γυναίκα», για το σώμα της πόλης και της γυναίκας, πέρα από ψυχαναλυτικές προσεγγίσεις, και, κυρίως, για την περιπλάνηση και τον πόθο για αποπλάνηση: η femme fatale ως αστεακή αλληγορία κατ’ εξοχήν. Ταυτόχρονα είναι το πορτρέτο της ιταλικής μητρόπολης μετά τον νεορρεαλισμό και της Ανίτας Εκμπεργκ, σε μια εποχή που ο ευρωπαϊκός (εθνικός) κινηματογράφος μπορούσε να ανταγωνιστεί επάξια το Χόλιγουντ, στην παραγωγή ταινιών και σταρ. Η Σουηδέζα Κέρστιν Ανίτα Μαριάνε Εκμπεργκ, που την απαθανάτισε και ο Μπομπ Ντίλαν στο I shall be free (1963), είναι η Γυναίκα-πόλη: έρχεται από τον μύθο της αρχαίας Ρώμης και εγκαθιδρύει τον σύγχρονο μύθο της αιώνιας πόλης, με εκείνο το δαιμονικό «υπο-σημείο» του Ρολάν Μπαρτ, «ένα είδος ανάλαφρης ακαταστασίας», όπως ο ξανθός χείμαρρος των μαλλιών της ακτινοβολούσε μια «αγέρωχη υγεία λέαινας» (Φελίνι). Υπερβαίνει (πρόσκαιρα, αλλά καταλυτικά) την Μπριζίτ Μπαρντό, αποδεικνύοντας ότι «όταν ο Θεός έπλασε τη γυναίκα» είχε δαιμονικά κέφια και, ταυτόχρονα, συμπληρώνει τη Σοφία Λόρεν. Η Εκμπεργκ είναι, όπως η Ρώμη, πληθωρική, αισθησιακή και ταυτόχρονα παρακμιακή: μια Σειρήνα του άστεως, μια γοργόνα της Φοντάνα ντι Τρέβι, (σαν να) αναδύεται από το περίφημο σιντριβάνι, όπου συμπαρασύρει τον Μαστρογιάνι σε μια βόλτα στην Αχερουσία «των αισθήσεων και των παραισθήσεων». Στο πρόσωπο της Ανίτας Εκμπεργκ ο θεατής αναγνωρίζει την Αριάδνη στον «Λαβύρινθο του Φελίνι», όπως τιτλοφορείται η έκθεση στο Μουσείο Σύγχρονης Τέχνης της Ρώμης (30.10.2010-30.1.2011), για να χαθεί στην «Πόλη των Γυναικών».

Saturday, December 19, 2009

Το «8½» του Φελίνι έγινε... «Εννιά»

«Η σκηνοθεσία είναι σαν να κάνω έρωτα. Οταν σκηνοθετώ, νιώθω πιο ζωντανός από οποιαδήποτε άλλη στιγμή. Αλλά πριν ξεκινήσω το «8½», μου συνέβη αυτό που πάντοτε φοβόμουν. Κι ήταν πιο τρομακτικό απ' ό,τι μπορούσα να φανταστώ. Υπέφερα από τον μεγαλύτερο φόβο: δημιουργικό αδιέξοδο». Τι ευχάριστη ειρωνεία.

Ο Ντάνιελ Ντέι Λούις και η Τζούντι Ντεντς σε σκηνή από την ταινία

Ο Ντάνιελ Ντέι Λούις και η Τζούντι Ντεντς σε σκηνή από την ταινία Την ώρα που ο Φεντερίκο Φελίνι βίωνε τον τρομακτικό εφιάλτη της έλλειψης έμπνευσης, σκηνοθετούσε μία από τις σημαντικότερες ταινίες της προσωπικής του φιλμογραφίας, αλλά και του παγκόσμιου κινηματογράφου.

Το δημιουργικό του μπλοκάρισμα γέννησε έναν από τους πιο γοητευτικούς κινηματογραφικούς ρόλους, του Γκουίντο Ανσέλμι, ενός σκηνοθέτη που είναι ένα βήμα πριν από το γύρισμα της ένατης ταινίας του, αλλά δεν έχει σενάριο στα χέρια του. Χαμένος στα στούντιο της Τσινετσιτά, περιτριγυρισμένος από τις γυναίκες της ζωής του, αναζητά το έναυσμα για να πει την περιβόητη φράση «μοτέρ πάμε». Τον υποδύθηκε ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι. Με το που κυκλοφόρησε το 1963 το «8½», ντυμένο με τις υπέροχες μουσικές του Νίνο Ρότα, οι κριτικές υποδέχτηκαν τον Φελίνι ως ιδιοφυΐα. Η απόπειρα διασκευής του σε μιούζικαλ είναι βαρύ φορτίο. Ακόμα και για τον Ρομπ Μάρσαλ τού «Σικάγο» των έξι Οσκαρ. Και στο περιβόητο «Nine» κρατάει τα ηνία. Υπογράφει σκηνοθεσία, χορογραφία, παραγωγή.

Βασισμένο στο ομώνυμο μιούζικαλ, που ανέβηκε στο Μπρόντγουεϊ το 1982 σε μουσική και στίχους του Μόρεϊ Γιέστον -ο ίδιος υπογράφει τη μουσική επιμέλεια της ταινίας- αλλά και φόρος τιμής στην ταινία του Φελίνι, το «Nine» του Μάρσαλ έχει έναν γερό άσο στο μανίκι:το εντυπωσιακό του καστ. Προκαλεί το ενδιαφέρον αλλά γεννά και μεγάλες προσδοκίες.

Ο Ντάνιελ Ντέι Λούις, ως Γκουίντο, πλαισιώνεται από ένα σέξι dream team γυναικών ηθοποιών. Μαριόν Κοτιγιάρ, Πενέλοπε Κρουζ, Τζούντι Ντέντς, Φέργκι, Κέιτ Χάντσον, Νικόλ Κίντμαν, Σοφία Λόρεν. Το σενάριο υπογράφουν οι Μάικλ Τόλκιν και Αντονι Μινγκέλα, δύο άνθρωποι που αγάπησαν ιδιαίτερα τον ιταλικό κινηματογράφο. Ο Μινγκέλα πέθανε πέρυσι, προτού προλάβει να το δει ολοκληρωμένο.

Οι πρώτες κριτικές, που ακολούθησαν την πρεμιέρα στο Λονδίνο, είναι γενναιόδωρες. «Εκλεπτυσμένο, σέξι και στιλιστικά άψογο», έγραψε το «Variety». Ενώ ο «Γκάρντιαν» το αποθέωσε. «Είναι πολύ συγκινητική ταινία. Το κοινό θα την αγαπήσει. Οι γυναίκες είναι εκθαμβωτικές αλλά και τραγικές. Τα χορευτικά νούμερα είναι εξαιρετικά. Ο Μάρσαλ υπηρέτησε το εγχείρημα αξιοθαύμαστα. Δεν είναι προσπάθεια να πάρει τα εύσημα. Ο Τόλκιν έγραψε το πρώτο σενάριο, ο Μινγκέλα το αναθεώρησε και το παρέδωσε λίγο προτού πεθάνει. Η ταινία ανήκει και στους τρεις, αλλά και στον Ντάνιελ Ντέι Λούις, ο οποίος έχει ένα μοναδικό μείγμα γοητείας αλλά και μοχθηρίας. Παραμένει, όμως, μια ταινία για έναν προνομιούχο κακομαθημένο άνθρωπο που επιχειρεί μια καταβύθιση στην ψυχή του. Κι αυτό είναι ένα δίλημμα που δεν βλέπουμε συχνά».

Η επιλογή του Ντάνιελ Ντέι Λούις αρχικά φάνηκε παράδοξη. Τον έχουμε δει σε εξαιρετικούς ρόλους -δύο μάλιστα του χάρισαν Οσκαρ- αλλά να... χορεύει και να τραγουδά; Κι όμως. Οι κριτικές τον απογειώνουν λέγοντας ότι είχε ανέκαθεν το ταλέντο, αλλά μάλλον δεν το είχε ανακαλύψει. Καταφέρνει να περπατήσει πάνω σε μια λεπτή γραμμή και να ερμηνεύσει έναν άνθρωπο, του οποίου η φαντασία καλπάζει την ίδια στιγμή που όλα γύρω του, και ο ίδιος, καταρρέουν.

Κάτι ήξερε ο Ρομπ Μάρσαλ, που επέμεινε. Αν και η πρώτη του επιλογή ήταν ο Ξαβιέ Μπαρδέμ, μόλις αυτός αρνήθηκε, στράφηκε στον Ντέι Λιούς. Ο Ιρλανδός ηθοποιός, τόσο ακριβοθώρητος στις επιλογές του, δεν είδε με καλό μάτι τον ρόλο του Γκουίντο. Επειδή όμως ο Μάρσαλ του έγινε στενός κορσές, όπως εξομολογείτο, είπε τελικά το «ναι».

«Είμαι σίγουρη ότι ο Φελίνι θα κολακευόταν με την επιλογή του Ντέι Λιούς, αφού ο Γκουίντο είναι άλτερ έγκο του Φελίνι. Τον φαντάζομαι να λέει κάτι σαν... "Τόσο καλός ηθοποιός, τόσο ωραίος, τόσο....αδύνατος"», είπε η Σαρλότ Τσάντλερ, συγγραφέας τού «Εγώ, ο Φελίνι».

Για τους γυναικείους ρόλους, ο Ρομπ Μάρσαλ έκανε κάστινγκ... ολόκληρο το Χόλιγουντ, προτού καταλήξει σε μερικές από τις πιο καλοπληρωμένες ηθοποιούς. Σε οποιονδήποτε άλλον σκηνοθέτη, ενδεχομένως τόσες γυναίκες, και μάλιστα σταρ, θα προκαλούσαν ισχυρό πονοκέφαλο. Οι μόνες πάντως, που είναι στα «λημέρια» τους είναι η Νικόλ Κίντμαν, η οποία είχε παίξει στο «Moulin Rouge» και η Μαριόν Κοτιγιάρ -που είχε ερμηνεύσει την Εντίθ Πιάφ. Η πρώτη ερμηνεύει την πρωταγωνίστρια και μούσα του Γκουίντο, και η δεύτερη την αφοσιωμένη γυναίκα του, που ζει στη σκιά του και παράτησε την καριέρα της ως ηθοποιός για χάρη του. Οι υπόλοιπες κάνουν ντεμπούτο στο μιούζικαλ. Ολες όμως παρακολούθησαν εντατικά μαθήματα φωνητικής και χορού.

Η Πενέλοπε Κρουζ -εκτελεί ένα αισθησιακό νούμερο- είναι η σέξι ερωμένη του Γκουίντο. Η Κέιτ Χάντσον είναι μια δημοσιογράφος της «Βογκ». Η τραγουδίστρια Στέισι Φέργκιουσον, γνωστή ως Φέργκι, παριστάνει την πόρνη Σαρακίνα, στην οποία πήγαινε μικρός. Η Τζούντι Ντεντς υποδύεται το δεξί του χέρι, την πιστή του ενδυματολόγο.

Τη μητέρα του Γκουίντο υποδύεται ένας μύθος του ιταλικού σινεμά, η Σοφία Λόρεν. Ο Ρομπ Μάρσαλ προειδοποίησε από την αρχή ότι ο ρόλος της θα ήταν μικρός. Της είπε, όμως, ότι δεν θα κάνει την ταινία χωρίς αυτή. Για την εμπειρία της, η Σοφία Λόρεν δήλωσε: «Για ένα κορίτσι από την Ιταλία, το να παίζει σε αμερικάνικο μιούζικαλ, είναι... κάτι». *

Φόρος τιμής για το Maestro

Δεν είναι η πρώτη φορά που ένας σκηνοθέτης αποτίει φόρο τιμής στο «8½» του Φελίνι. Το έχουν κάνει στο παρελθόν ο Μπόμπ Φόσε («All that jazz»), ο Γούντι Αλεν («Stardust memories»), κ.ά. Και ο Ρομπ Μάρσαλ όμως, το πήρε προσωπικά γιατί είναι μια ιστορία για το ίδιο το σινεμά και τη δημιουργία. Αλλά και για το πάθος ενός άντρα για τις γυναίκες. Ο Γκουίντο, αν και έχει πολλά στοιχεία του Φελίνι, ίσως τελικά αποτελούσε την φαντασίωση που έκανε ο ίδιος για τον εαυτό του.

Στην ταινία, όλες οι γυναίκες του Γκουίντο έχουν ένα κομμάτι του. Καμία δεν τον έχει ολόκληρο. Ούτε καν ο ίδιος. Δηλώνουν τη σχέση τους μέσα από χορευτικά νούμερα, τα οποία υπάρχουν ως φαντασιώσεις στο μυαλό του. Και ο Φελίνι, άλλωστε, ήταν οπαδός της φράσης «τα όνειρα είναι η μόνη πραγματικότητα». Οπως ακριβώς και ο Γκουίντο είχε μια ιδιότυπη σχέση με τον ρεαλισμό και το παραμύθι. «Οταν ήμουν μικρός», έχει διηγηθεί, «οι γονείς μου με πήγαν στο τσίρκο. Είχα έντονη την αίσθηση ότι εκεί με περίμεναν....».

«8½» του Φεντερίκο Φελίνι

Γκουίντο: Μαρτσέλο Μαστρογιάνι

Λουίζα: Ανούκ Εμέ

Κάρλα: Σάντρα Μιλό

Κλόντια: Κλαούντια Καρντινάλε

Σαρακίνα: Εντρα Γκάλε

Μητέρα: Τζουντίνα Ριζόνε

«Nine» του Ρομπ Μάρσαλ:

Γκουίντο: Ντάνιελ Ντέι Λούις

Λουίζα: Μαριόν Κοτιγιάρ

Κάρλα: Πενέλοπε Κρούζ

Κλόντια: Νικόλ Κίντμαν

Λίλι: Τζούντι Ντέντς

Στεφανί: Κέιτ Χάντσον

Μητέρα: Σοφία Λόρεν

Σαρακίνα: Στέισι Φέργκιουσον

Saturday, July 25, 2009

Φεντερίκο Φελίνι «Και το πλοίο φεύγει»



Ο αξιόλογος Φεντερίκο Φελίνι υπογράφει τη σκηνοθεσία της σαρκαστικής ταινίας «Και το πλοίο φεύγει». Η κρουαζιέρα του ποταμόπλοιου «Γκλόρια Ν» στην Αδριατική, τον Ιούλη του 1914, είναι μια νεκρική πομπή, στη διάρκεια της οποίας οι στάχτες μια διάσημης τραγουδίστριας θα σκορπιστούν στο νησί όπου γεννήθηκε, σύμφωνα με την επιθυμία της. Στο κατάστρωμα του πλοίου βρίσκονται οι πιο μεγάλοι θαυμαστές της: τραγουδιστές, μαέστροι, διευθυντές όπερας, φίλοι της μουσικής, όπως επίσης ένας Αυστριακός μέγας δούκας, συνοδευόμενος από μια πριγκίπισσα και την ακολουθία του. Το ταξίδι διεξάγεται κανονικά, ώσπου, όπως λέει ο σχολιαστής, ένας ρεπόρτερ που καλύπτει το γεγονός με ένα κινηματογραφικό συνεργείο, «κατά τη διάρκεια της τρίτης νύχτας, όλα άρχισαν να γίνονται πιο παράξενα»... Παίζουν: Φρέντι Τζόουνς, Μπάρμπαρα Τζέφορντ, Πίτερ Σέλιε, Νόρμα Γουέστ, Ελίζα Μαϊνάρντι, Φιορέντζο Σέρα (Τετάρτη, 29/7, «Βουλή ΤV», 22.30).

Monday, May 18, 2009

Με το πενάκι του Φεντερίκο Φελίνι

  • ΤΑ ΤΟΛΜΗΡΑ ΣΚΙΤΣΑ ΤΟΥ ΙΤΑΛΟΥ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΣΤΗ ΓΙΑ ΠΡΩΤΗ ΦΟΡΑ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

Ο Φεντερίκο Φελίνι σκιτσάρισε τον  εαυτό του με το χαρακτηριστικό  κασκόλ του να πανηγυρίζει για το  Όσκαρ που πήρε το 1993, λίγους μήνες  πριν πεθάνει
  • Προκλητικές. Τολμηρές. Σεξουαλικές. Γυναίκες γεννημένες πρωταγωνίστριες πάνω σε χαρτοπετσέτες και τσαλακωμένα χαρτιά. Ο δημιουργός τους, διάσημος σκηνοθέτης (με τέσσερα Όσκαρ, έναν Χρυσό Φοίνικα, δύο Αργυρούς Λέοντες και ένα Αυτοκρατορικό Βραβείο), παραμένει ένας άγνωστος, αλλά ταλαντούχος σκιτσογράφος. Αυτή η άγνωστη καλλιτεχνική φλέβα του Φεντερίκο Φελίνι αναδεικνύεται για πρώτη φορά στην Ελλάδα μέσα από μια έκθεση με 80 πρωτότυπα σχέδιά του από τη δεκαετία του ΄30 (τα πρώτα του σχέδια το 1937, με τα οποία κέρδισε το πρώτο χαρτζιλίκι του) ώς τα τελευταία του, λίγο πριν από τον θάνατό του, το 1993, όπου απεικονίζει τον εαυτό του να κρατάει το Όσκαρ συνολικής προσφοράς στον κινηματογράφο και να πετάει.
  • «Πρόκειται για μια σειρά από απολαυστικά έγχρωμα σχέδια που έχουν αυτόνομη καλλιτεχνική αξία, όχι μόνο επειδή φέρουν την υπογραφή του Φεντερίκο Φελίνι», λέει στα «ΝΕΑ» η ιστορικός τέχνης Ελισάβετ Πλέσσα, που επιμελείται την έκθεση, η οποία θα ταξιδέψει στην Αθήνα από το Ίδρυμα Φελίνι στην Ιταλία. «Είναι σχέδια που γέννησαν τις ταινίες του, όχι σχέδια προετοιμασίας, που προσφέρουν στον αναγνώστη τη δυνατότητα να γνωρίσουν μια άγνωστη πλευρά του σπουδαίου σκηνοθέτη», προσθέτει ο θεωρητικός της φωτογραφίας και του κινηματογράφου, Πλάτων Ριβέλλης που συνεπιμελείται την έκθεση.
  • Αυτοδίδακτος, ο Φεντερίκο Φελίνι πήρε τους πρώτους μαρκαδόρους δώρο από τη μητέρα του. Και στη συνέχεια, το σκίτσο τού έγινε σχεδόν εμμονή. Το πρώτο χαρτζιλίκι το έβγαλε στα 17 του, όταν ο διευθυντής ενός κινηματογράφου στο Ρίμινι του ζήτησε να φτιάξει καρικατούρες διάσημων ηθοποιών για να διακοσμήσει την αίθουσα.
  • Γράφτηκε στη Νομική, αλλά στο μυαλό του είχε πώς θα κάνει καριέρα σκιτσογράφου: αρχίζει συνεργασία με γνωστά ιταλικά περιοδικά («Ρopolo di Roma», «Cine illustrato», «La signorina grandi firme», «Cinemagazzino», «Μarc΄Αurelio») και ανοίγει δικό του μαγαζί όπου κάνει καρικατούρες για τους Αμερικανούς στρατιώτες που απελευθέρωσαν τη Ρώμη.
  • «Ακόμη κι όταν μπήκε στον κόσμο του κινηματογράφου, όμως, συνέχισε να σκιτσάρει», εξηγούν οι δύο επιμελητές, που επισημαίνουν πως τα σχέδια έχουν σχέση όχι μόνο με το ενδιαφέρον του Φελίνι για την ψυχανάλυση, αλλά και με την κινηματογραφική πορεία του, καθώς τα πρώτα σχέδια που συμπίπτουν με τις ασπρόμαυρες ταινίες του έχουν λιγότερα χρώματα, ενώ μετά το 1965 που κυκλοφορεί η πρώτη έγχρωμη ταινία του, τα χρώματα στα σκίτσα γίνονται εκρηκτικά.
  • «Γι΄ αυτό και η έκθεση είναι χωρισμένη σε τρεις ενότητες: Στα σκίτσα που απεικονίζονται φίλοι του, όπως ο Μαρτσέλο Μαστρογιάνι και ο Νίνο Ρότα. Σε εκείνα που αποτύπωνε τους ήρωες των ταινιών του, διότι ο Φελίνι δεν είχε στον νου του ηθοποιούς όταν έπλαθε ρόλους. Αντιθέτως σχεδίαζε στο χαρτί τούς ήρωές του και στη συνέχεια αναζητούσε τον κατάλληλο ηθοποιό. Και τέλος παρουσιάζονται τα όνειρα: 10 ομοιοτυπικές αναπαραγωγές, σελίδες από το Βιβλίο Ονείρων, όπου έχουν συγκεντρωθεί τα όνειρα- δικά του, αλλά και φίλων τουπου σχεδίαζε στο χαρτί», επισημαίνουν η Ελισάβετ Πλέσσα και ο Πλάτων Ριβέλλης. Η έκθεση θα συμπληρωθεί με προβολή πέντε ταινιών του Φελίνι με αυτοβιογραφικές αναφορές, διάλεξη και κατάλογο.
ΙΝFΟ
«Όνειρα και εμμονές: τα σχέδια του Φεντερίκο Φελίνι» στο Ίδρυμα Θεοχαράκη (Β. Σοφίας 9 και Μέρλιν) από 5 Ιουνίου έως 20 Σεπτεμβρίου.

Με μια ματιά
1920: Γεννιέται στο Ρίμινι. Ο πατέρας του ήταν εμπορικός αντιπρόσωπος ειδών ζαχαροπλαστικής.
1937:
Πρώτα σχέδια με μολύβι και πινέλο.
1939:
Γράφεται στη Νομική Σχολή. Δεν παίρνει ποτέ πτυχίο. Αρχίζει καριέρα σκιτσογράφου.
1943: Γάμος με την ηθοποιό του θεάτρου Τζουλιέτα Μασίνα.
1945: Αρχίζει η συνεργασία του με τον μεγάλο σκηνοθέτη Ρομπέρτο Ροσελίνι.
1948:
Εμφανίζεται για πρώτη και τελευταία φορά ως ηθοποιός στην ταινία τού Ροσελίνι«Το θαύμα».
1951: Προβάλλεται η πρώτη ταινία του «Τα φώτα του βαριετέ».
1954: Παρά την επιτυχία της ταινίας του «La Strada», παθαίνει κρίση κατάθλιψης κι αρχίζει ψυχανάλυση.
1965: Γυρίζει την πρώτη έγχρωμη ταινία του «Η Ιουλιέτα των πνευμάτων».
1993: Απονομή του βραβείου Όσκαρ για το σύνολο του έργου του. Πεθαίνει στις 31 Οκτωβρίου στη Ρώμη.
  • Της Μαίρης Αδαμοπούλου. ΤΑ ΝΕΑ: Δευτέρα 18 Μαΐου 2009

Sunday, January 20, 2008

Federico Fellini (20 Ιανουαρίου 1920 – 1993)

Photograph:Federico Fellini, 1965.

Federico Fellini, 1965. Paris Match/Pictorial Parade

Ο Ιταλός σκηνοθέτης Federico Fellini [20 Ιανουαρίου 1920 στο Ρίμινι – 31 Οκτωβρίου 1993 στη Ρώμη] υπήρξε από τους διασημότερους κινηματογραφιστές της περιόδου μετά από το Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Τις ταινίες του, λίγο-πολύ τις έχουν δει εκατομμύρια άνθρωποι σε όλο τον κόσμο. Και είναι φυσικά γνωστές: La strada, La dolce vita, Otto e mezzo [8 1/2], Satyricon κ.ά.

Photograph:(From left) Giulietta Masina, Anthony Quinn, and Aldo Silvani in La strada (1954), directed by Federico Fellini.

(From left) Giulietta Masina, Anthony Quinn, and Aldo Silvani in La strada (1954), directed by Federico Fellini.

Early in his career he helped inaugurate the Neorealist cinema movement, but he soon developed his own distinctive style of typically autobiographical films that imposed dreamlike or hallucinatory imagery upon ordinary situations and portrayed people at their most bizarre.

After an uneventful provincial childhood during which he developed a talent as a cartoonist, Fellini at age 19 moved to Rome, where he contributed cartoons, gags, and stories to the humour magazine Marc'Aurelio. During World War II, Fellini worked as a scriptwriter for the radio program Cico e Pallina, starring Giulietta Masina, the actress who became Fellini's wife in 1943 and who went on to star in several of the director's greatest films during the course of their 50-year marriage. In 1944 Fellini met director Roberto Rossellini, who engaged him as one of a team of writers who created Roma, città aperta (1945; Open City or Rome, Open City), often cited as the seminal film of the Italian Neorealist movement. Fellini's contribution to the screenplay earned him his first Oscar nomination.

Photograph:Marcello Mastroianni and Anita Ekberg in La dolce vita (1960), directed by Federico Fellini.

Marcello Mastroianni and Anita Ekberg in La dolce vita (1960), directed by Federico Fellini.

Fellini quickly became one of Italy's most successful screenwriters. Although he wrote a number of important scripts for such directors as Pietro Germi (Il cammino della speranza [1950; The Path of Hope]), Alberto Lattuada (Senza pietá [1948; Without Pity]), and Luigi Comencini (Persiane chiuse [1951; Drawn Shutters]), his scripts for Rossellini are most important to the history of the Italian cinema. These include Paisà (1946; Paisan), perhaps the purest example of Italian Neorealism; Il miracolo (1948; “The Miracle,” an episode of the film L'Amore), a controversial work on the meaning of sainthood; and Europa '51 (1952; The Greatest Love), one of the first films in postwar Italy that began to move beyond the documentary realism of the Neorealist period toward an examination of psychological problems and Existentialist themes.

http://www.photographers.it/articoli/foto1/secchiaroli/Ffmastro.jpg

Fellini made his debut as director in collaboration with Lattuada on Luci del varietà (1951; Variety Lights). This was the first in a series of works dealing with provincial life and was followed by Lo sceicco bianco (1951; The White Sheik) and I vitelloni (1953; Spivs or The Young and the Passionate), his first critically and commercially successful work. This film, a bitterly sarcastic look at the idle “mama's boys” of the provinces, is still considered by some critics to be Fellini's masterpiece...

[συνέχεια:Encyclopædia Britannica]