«Σκανδαλώδης», «άσεμνη» και «αντικοινωνική» είναι μερικοί από τους χαρακτηρισμούς του Υπουργείου Πολιτισμού της Ουκρανίας για την ταινία «Μπρούνο», που οδήγησαν και στην απαγόρευση της προβολής της.
Η νέα κωμωδία του Σάσα Μπάρον Κοέν, «Μπρούνο» αφορά έναν ομοφυλόφιλο Αυστριακό δημοσιογράφο μόδας ο οποίος ταξιδεύει στις ΗΠΑ, ώστε να πραγματοποιήσει το όνειρό του να γίνει «ο μεγαλύτερος Αυστριακός σταρ από την εποχή του Χίτλερ». Ο σεναριογράφος και πρωταγωνιστής, Σάσα Μπάρον Κοέν απερρίφθη για δεύτερη φορά από την Ουκρανία καθώς είχε απαγορευτεί και η προβολής της προηγούμενης ταινίας του, «Μπόρατ».
Ειδική επιτροπή του Υπουργείου Πολιτισμού της Ουκρανίας συμπέρανε ότι η ταινία "Μπρούνο" περιέχει «καλλιτεχνικώς αδικαιολόγητη επίδειξη σεξουαλικών οργάνων και σχέσεων, ομοφυλοφιλικές πράξεις σε σκανδαλώδη και γραφική μορφή, άσεμνη γλώσσα, σαδισμό, αντικοινωνική συμπεριφορά η οποία μπορεί να προκαλέσει ζημιά που θα μπορούσε να δημιουργήσει ζημιά στην ηθική ανατροφή των πολιτών μας».
Παρά το σοκ που προκαλεί σε κάποιους, η ταινία αποδεικνύεται ιδιαίτερα δημοφιλής καθώς είναι πρώτη σε εισπράξεις, αυτή την περίοδο, στις ΗΠΑ και τη Βρετανία.
- enet.gr, 20:56 Τετάρτη 15 Ιουλίου 2009
Wednesday, July 15, 2009
Εντελώς ακατάλληλος για τους Ουκρανούς ο «Μπρούνο»
Thursday, July 9, 2009
Πορτοφολάδες, διαρρήκτες και γκέι
- Του Παύλου Θ. Κάγιου, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009
Ανατόμος της ανθρώπινης ψυχικής αγριότητας, της αδυναμίας να ξεφύγει ο άνθρωπος από τη μοναξιά και ψυχογράφος περιθωριακών και ακραίων χαρακτήρων υπήρξε ο Ρομπέρ Μπρεσόν. Πέθανε το ΄99 σε ηλικία 98 χρονών με 14 ταινίες στην καριέρα του, που η καθεμιά ήταν ένα ανεπανάληπτο φιλμ. Υπήρξε μια μοναδική περίπτωση στον παγκόσμιο κινηματογράφο με ταινίες που διακρίνονται για το αφαιρετικό ύφος στην αφήγηση και στην πλαστικότητα των εικόνων. Ο μέγας μινιμαλιστής στην ιστορία του παγκόσμιου κινηματογράφου. Η διασημότερη ταινία του Ρομπέρ Μπρεσόν είναι «Ο πορτοφολάς» («Ρickpocket»). Γυρισμένη- 1959- στο Παρίσι, περιγράφει την ιστορία του ερασιτέχνη πορτοφολά. Προβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βερολίνου το 1960 και καθιερώνει τον Μπρεσόν στο κινηματογραφικό στερέωμα. Για πρώτη φορά ο Γάλλος δημιουργός σκηνοθετεί και γράφει ο ίδιος το σενάριο, αντλώντας έμπνευση από τα υπαρξιακά διλήμματα του σύγχρονου ανθρώπου.
- Γέλιο, συγκίνηση και φανταχτερές διαρρήξεις προσφέρουν οι έξι νέες ταινίες, αλλά όλες μοιάζουν σαν απλές... οδοντόκρεμες μπροστά στον «Πορτοφολά» του Ρομπέρ Μπρεσόν
Παρά τον κίνδυνο να συλληφθεί και γοητευμένος από την παρανομία, ο Μισέλ γίνεται κλέφτης πορτοφολιών, μαθητεύει δίπλα σε «ειδικούς» και αντιμετωπίζει την τσιμπίδα του νόμου. Ενώ αρχικά βλέπει την κλοπή σαν χόμπι, πολύ γρήγορα αναγκάζεται να υποστεί τις συνέπειες, αφού συλλαμβάνεται από την Αστυνομία. Αρνείται τη βοήθεια των φίλων του και συνεχίζει την παράνομη δραστηριότητά του, γιατί αυτό δίνει νόημα στη ζωή του...
Με αλληγορίες και συμβολισμούς ο Ρομπέρ Μπρεσόν ακολουθεί τον ήρωά του στην αναζήτηση της ελευθερίας, μέσα από την «τέχνη» του πορτοφολά, φανερά επηρεασμένος από τον Ντοστογιέφσκι στο «Έγκλημα και Τιμωρία». Πρόκειται για έναν άντρα που δρα συνειδητά εκτός ηθικής, θεωρώντας την κλοπή μοναδικό τρόπο έκφρασης. Εδώ ακριβώς είναι που το φιλμ του Μπρεσόν ανατρέπει τα δεδομένα περί προσωπικής και κοινωνικής ηθικής, καθώς ο ήρωάς του είναι πάνω από τα δεδομένα της ανθρώπινης φύσης και μακριά από τις κατά συνθήκη κοινωνικές συμβάσεις. Στον πρωταγωνιστικό ρόλο συναντάμε τον ερασιτέχνη ηθοποιό, Μαρτίν Λα Σαλέ. Όσο και αν φαίνεται απίστευτο για έναν Γάλλο καλλιτέχνη, ο Μπρεσόν υπήρξε υπόδειγμα σιωπής. Λιτός σαν τον Καρλ Ντράγιερ και αθόρυβος, υποστήριζε πως το αυτί είναι πιο δημιουργικό από το μάτι. Είναι χαρακτηριστικό το απόσπασμα από μια μνημειώδη συνέντευξη του Μπρεσόν στον Ζαν Λικ Γκοντάρ και στον Μισέλ Ντελαέ για τα Cahiers du Cinema, το 1966: «Το μάτι είναι τεμπέλικο, ενώ το αυτί, αντίθετα, επινοεί. Είναι πολύ πιο προσεκτικό, ενώ το μάτι αρκείται να είναι δέκτης. Η ακοή είναι μια αίσθηση πολύ πιο βαθιά και γεμάτη συνειρμούς, αναρίθμητους. Το καλό, επίσης, με τον ήχο είναι ότι αφήνει τον θεατή ελεύθερο. Και σε αυτό πρέπει να τείνουμε: να αφήνουμε τον θεατή όσο το δυνατόν πιο ελεύθερο». Η μεγάλη κληρονομιά που μας άφησε, σκηνοθετώντας δεκατέσσερις ταινίες συνολικά, είναι ο δρόμος προς την αφαίρεση και τον μινιμαλισμό- με απίστευτο αριστούργημα το φιλμ «Στην τύχη του ο Μπαλταζάρ» (΄66). Το «Πορτοφολάς» είναι μια «θρησκευτική» παραβολή για την πτώση του ανθρώπου, τη μετάνοια και τη λύτρωσή του.
«Ο πορτοφολάς»Καμιά άβυσσος δεν παραβγαίνει σε αυτή της ανθρώπινης ψυχής Αλληγορικό και συμβολικό μινιμαλιστικό αριστούργημαΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 10 ΜΕ ΤΟΝΟ(Ο Ντοστογιέφσκι στην οθόνη)
Άσ΄ το καλύτερα
Για να κάνεις μια ταινία «φευγάτη», έξω από την κλασική δομή και την αφήγηση ενός φιλμ που να απογειώνεται, χρειάζεται να κατέχεις τα εκφραστικά σου μέσα. Αλλιώς το αποτέλεσμα μοιάζει γραφικό, αφελές και ανούσιο. Αυτό ακριβώς, δυστυχώς, συμβαίνει με το ανεξάρτητο φιλμ «Προς το παρόν» του Αντώνη Καλογιάννη. Ήρωάς της ένας νεαρός άγιος, που φτάνει «ουρανοκατέβατος» σε κάποιο νησί κι αφού κάνει το θαύμα του και βάζει τάξη στις καθημερινές αντιπαλότητες και εκκρεμότητες των κατοίκων, φεύγει για την επόμενη αποστολή του. Ο Αντώνης Καλογιάννης ήθελε να κάνει ένα φιλμ για την «υπέρβαση» της καθημερινότητας των ανθρώπων με όπλο την πίστη, «μια ταινία για τη δύναμη της πίστης, για την αγάπη, για τη γενναιοδωρία και τη συμπόνια». Μεγάλα λόγια και στόχοι, που στην καλύτερη περίπτωση σε κάνουν να πεις... το μεν σώμα πρόθυμο, το δε πνεύμα αδύνατο!
«Προς το παρόν»Άλλο πιστεύω στα θαύματα κι άλλο κάνω θαύματα Πολύ βαριά η καλογερικήΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ = ΑΣ΄ ΤΟ ΚΑΛΥΤΕΡΑ
Μελό του... σωλήναΤι κι αν η επιστήμη κάνει άλματα και γίνεται «αδίστακτη»; Όσο θα υπάρχουν... παλιοί άνθρωποι που γεννιούνται με τον παραδοσιακό τρόπο, τόσο το συναίσθημα και η αγάπη όσο και η ματαιοδοξία, η ανασφάλεια και η μικρότητα, δεν θα μας αφήνει να γίνουμε ρομποτάκια. Και στο οικογενειακό δράμα «Η αδελφή μου κι εγώ» («Μy sister΄s keeper») το δάκρυ πάει κορόμηλο και...
ευχαριστιέσαι ένα μελό που δεν υποτιμά τη νοημοσύνη σου.
Κατά το στόρι: η ζωή της Σάρας, του Μπράιαν Φιτζέραλντ και του μικρού τους γιου αλλάζει μια για πάντα όταν μαθαίνουν πως η δίχρονη κόρη τους, η Κέιτ, έχει λευχαιμία. Η μοναδική ελπίδα των γονιών είναι να κάνουν ακόμα ένα παιδί, το οποίο θα μπορέσει να σώσει τη ζωή της Κέιτ. Για κάποιους, αυτή η κίνηση θέτει πολλά ηθικά διλήμματα.
Για τους Φιτζέραλντ όμως, και ειδικά για τη Σάρα, δεν υπάρχει άλλη επιλογή. Και αυτό που χρειάζεται για να γίνει αυτό πραγματικότητα είναι η Άννα. Ο δεσμός της Κέιτ (Σοφία Βασίλιεβα) και της Άννας (Άμπιγκεϊλ Μπρέσλιν) είναι πολύ πιο στενός απ΄ ό,τι μεταξύ των περισσότερων αδελφών. Παρά το ότι η Κέιτ είναι μεγαλύτερη, εξαρτάται από τη μικρότερη αδελφή της.
Στην πραγματικότητα η ζωή της εξαρτάται εξ ολοκλήρου από τη ζωή της Άννας. Καθ΄ όλη τη διάρκεια της νεαρής ζωής τους, οι δύο αδελφές αναγκάζονται να υπομένουν διάφορες ιατρικές «δοκιμασίες» στα δωμάτια νοσοκομείων, γεγονός που ενισχύει τον στενό οικογενειακό δεσμό τους.
Η Σάρα (Κάμερον Ντίαζ)- μια τρυφερή σύζυγος και μητέρα που άφησε την καριέρα της ως δικηγόρου για να φροντίσει την κόρη τηςαισθάνεται πολύ συχνά «εγκλωβισμένη» εξ αιτίας του δύσκολου ρόλου να σώσει την Κέιτ. Ο στοργικός της σύζυγος, Μπράιαν (Τζέισον Πάτρικ), φαίνεται συχνά αδύναμος και παθητικός μπροστά στη δύναμη και την αποφασιστικότητα που δείχνει η γυναίκα του. Και ο μοναδικός τους γιος, ο Τζέσι (Έβαν Έλινγκσον), φαίνεται πως είναι παραμερισμένος, καθώς η Άννα και η Κέιτ «κλέβουν την παράσταση».
Μέχρι που η Άννα, 11 χρονών πλέον, λέει «μέχρι εδώ!». Ζητώντας να πάρει την κατάσταση στα χέρια της, αναθέτει στον δικηγόρο Κάμπελ Αλεξάντερ (Άλεκ Μπόλντουιν) να την υπερασπιστεί, αρχίζοντας μια δικαστική διαμάχη που σπάει στα δύο την οικογένεια και που αφήνει «ξεκρέμαστη» τη ζωή της Κέιτ.
Βασισμένη στο μπεστ σέλερ της Τζόντι Πίκουλτ, η ταινία «Η αδελφή μου κι εγώ» μιλάει (έμμεσα και... χολιγουντιανά) για το βιολογικό δικαίωμα του κάθε οργανισμού στον πλανήτη Γη να είναι αυτός και μόνο αυτός υπεύθυνος για τη μοίρα της ζωής του- πέρα από το δεδομένο φορτίο της κληρονομικότητας...- χωρίς παρεμβάσεις «σοφών» ιατρικών επιστημόνων και πανικόβλητων γονιών...«Η αδελφή μου κι εγώ»Πιασμένοι στο δόκανο της επιστήμης και της οικογένειας Μελό που σέβεται τη σκέψη σου Πόση ελευθερία βούλησης έχουμε;ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 5 (συγκινείσαι και σκέφτεσαι)
Δράμα του αυτοκινητοδρόμουΈνα αλληγορικό οικογενειακό δράμα με πρωταγωνιστές δύο από τους καλύτερους ηθοποιούς του μοντέρνου ευρωπαϊκού κινηματογράφου, την Ιζαμπέλ Ιπέρ και τον Ολιβιέ Γκουρμέ, είναι το «Σπίτι με θέα» («Ηοme») της 39χρονης σκηνοθέτιδας Ούρσουλα Μέγιερ (συμμετοχή στην Εβδομάδα Κριτικής του Φεστιβάλ Καννών).
Η Μάρτε και ο Μισέλ έχουν τρία παιδιά και ζουν μια ήσυχη και αγαπημένη οικογενειακή ζωή. Όλα αυτά θα αλλάξουν, όταν ξαφνικά δίπλα στο σπίτι τους θα κατασκευαστεί ένας αυτοκινητόδρομος. Πηγή απίστευτου θορύβου αλλά και άλλων κινδύνων, ο δρόμος θα αναστατώσει την οικογένεια που θα προσπαθήσει απεγνωσμένα να κρατήσει τους κανονικούς ρυθμούς της.
Άλλο τίποτα από οn the road «κλίμα» σε αυτό το φιλμ, αλλά το αποτέλεσμα είναι, ουσιαστικά, η άρνηση του είδους road movie. Υπάρχει κίνηση στο φιλμ, αλλά όχι με την έννοια του ταξιδιού. Μάλλον συμβαίνει το ακριβώς αντίθετο: το ταξίδι αφορά τους άλλους, τους «εκτός κάδρου», εκείνους που περνούν συνεχώς μπροστά από τα μάτια των μελών αυτής της οικογένειας, των ηρώων της ταινίας. Ένα σοφιστικέ «οικογενειακό δράμα».
«Σπίτι με θέα»
Όλα είναι δρόμος, αλλά για τους άλλους, όχι για εμάς Ο ίλιγγος των άλλων, φέρνει χάος μέσα μας
ΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4 (σύγχυση και ασυνεννοησία)
Και ξαφνικά άφραγκοιΣε πιάνει η ψυχή σου παρακολουθώντας το ιταλικό φιλμ «Συννεφιές με λιακάδα» («Giorni e nuvole») του Σίλβιο Σολντίνι. Κι αυτό όχι επειδή το φιλμ είναι κακό ή ψυχοπλακωτικό, αλλά γιατί μας δείχνει τον ευρωπαϊκό... παράδεισο της ανεργίας και των απολύσεων που ζούμε στις ημέρες μας.
Ήρωες της ταινίας η Έλσα και ο Μικέλε, ένα ευκατάστατο ζευγάρι που χαίρει κοινωνικής εκτίμησης. Έχουν μια κόρη είκοσι χρονών και μια εύκολη ζωή- πολυτελές σπίτι, σκάφος και διεθνείς διακοπές... Όμως, αυτός ακριβώς ο κόσμος τους γυρίζει ανάποδα και, προτού καν να το καταλάβουν έχουν πιάσει πάτο. Ο Μικέλε απολύεται, το σπίτι βγαίνει στο σφυρί, πουλάνε το σκάφος ώστε να εξοφλήσουν τα χρέη τους, αλλά τίποτα, αυτά είναι έτοιμα να τους πνίξουν...
Και, ως γνωστόν, «όπου υπάρχει φτώχεια υπάρχει και γκρίνια». Κάτι που τελικά ξεπερνιέται από τη στιγμή που θα καταλάβουν ότι μόνο η αγάπη τους μπορεί να τους σώσει. Πολύ καλή η Μαργαρίτα Μπέι στον πρωταγωνιστικό ρόλο, λίγο «διεκπεραιωτικός» ο Αντόνιο Αλμπανέζε. Το μέγα πρόβλημα της ταινίας, όμως, είναι η απλή, ρεαλιστική απεικόνιση της καθημερινότητας. Μοιάζει με «δελτίο ειδήσεων» ενός οικογενειακού-οικονομικού δράματος. Αλλά ο κινηματογράφος δεν είναι μόνο «αναπαράσταση της πραγματικότητας»...
«Συννεφιές με λιακάδα»Ούτε ψωμί ούτε τουλίπες για τον σημερινό ΕυρωπαίοΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4 (για την ειλικρίνειά του)
Κοσμοπολίτες κλέφτεςΜε συνεχείς αναφορές στο «Ριφιφί», το «Τοπ Καπί» και τον Ζυλ Ντασσέν, οι «Εντιμότατοι διαρρήκτες» («Τhe code»), κινούνται στη μεριά των κοσμοπολίτικων γκανγκστερικών ταινιών με ανατροπέςείδος που κατέχει απ΄ έξω κι ανακατωτά το Χόλιγουντ. Βάζουν, λοιπόν, τον Αντόνιο Μπαντέρας (ρυτιδιάζει, αλλά ταλέντο δεν λέει να βάλει με τίποτα...) και τον Μόργκαν Φρίμαν (τι υπέροχος ηθοποιός, ακόμα κι εδώ!) να είναι δυο κλέφτες... περιωπής. Ο Μόργκαν Φρίμαν είναι ένας χαλαρός και πανούργος αρχικλέφτης που ζει σύμφωνα με τον Κώδικα των Κλεφτών: κάνε τη δουλειά, προστάτευσε τον συνεργάτη σου, μη δειλιάσεις και ποτέ μα ποτέ μη συνεργαστείς με την Αστυνομία. Αυτή τη φορά έχει βάλει στο μάτι τα δύο τελευταία αυγά Faberge, τα οποία φυλάσσονται σε μια απόρθητη αποθήκη. Για την πολύπλοκη αυτή ληστεία συνεργάζεται με τον Αντόνιο Μπαντέρας, έναν νεαρό και ριψοκίνδυνο κλέφτη. Όλα δείχνουν να πηγαίνουν σύμφωνα με το σχέδιο, μέχρι που κάποιος- ή κάποια- σπάει τον Κώδικα...
Τη σκηνοθεσία αυτής της τυπικής κοσμοπολίτικης γκανγκστερικής ταινίας την διεκπεραιώνει η Μίμι Λέντερ («Ολέθρια Σύγκρουση»). Μια ταινία για μια ευχάριστη καλοκαιρινή βραδιά.
«Εντιμότατοι διαρρήκτες»Μόργκαν Φρίμαν- Αντόνιο Μπαντέρας ως Ζαν Γκαμπέν- Αλέν Ντελόν ή Ζαν Πολ ΜπελμοντόΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 4 (το βλέπεις με γρανίτα ή τζιν τόνικ)
Κουνήματα γοφώνΑν την βαθμολογήσεις ως τη χειρότερη ταινία που έχεις δει στη ζωή σου, της βάζεις 10! Μόνο έτσι μπορείς να αντιμετωπίσεις αυτό το πράγμα που λέγεται «Μπρούνο» («Βruno») και μας κουβάλησαν για να το δούμε στα Village Φαλήρου και στην είσοδο μας κατάσχεσαν τα κινητά μας τηλέφωνα για να μην κάνουμε... υποκλοπές. Να σκεφτείτε ότι το «Βorat» (το προηγούμενο φιλμ του ίδιου διδύμου σκηνοθέτη- πρωταγωνιστή) είναι... θεός μπροστά στον τραγελαφικό «Μπρούνο», που γελάς μόνο αν σκεφτείς την ηλιθιότητα που τον δέρνει.
Το 2006, ο βραβευμένος κωμικός Σάσα Μπάρον Κοέν σε συνεργασία με τον σκηνοθέτη Λάρι Τσαρλς έφεραν στη μεγάλη οθόνη τον «Μπόρατ», έναν απίθανο ρεπόρτερ από το Καζαχστάν, δημιουργώντας μια προκλητική κωμωδία με εισπράξεις 260 εκατομμυρίων δολαρίων παγκοσμίως.
Αυτή τη φορά το δίδυμο Κοέν- Τσαρλς βάζει έναν γκέι μανιώδη της μόδας που έχει βάλει ως στόχο της ζωής του να γίνει ο πιο διάσημος Αυστριακός μετά τον... Αδόλφο Χίτλερ, να περιδιαβάζει στον πλανήτη σε αναζήτηση της δόξας προκαλώντας τα πλήθη με την ανάρμοστη συμπεριφορά του και καταγράφοντας τον μεσαιωνικό συντηρητισμό της «πολιτισμένης» Δύσης πάνω στα ζητήματα του σεξ. Αυτή είναι η ιδέα και η πρόθεση.
Αλλά στην πράξη λείπουν τα πάντα: σενάριο, έμπνευση, έξυπνες ατάκες, ρυθμός. Ακόμα και ο Σάσα Μπάρον Κοέν ελάχιστα σε πείθει ως... τρελή, απελευθερωμένη κι αλλοπαρμένη γκέι φιγούρα.
«Μπρούνο»Άλλο απελευθέρωση, άλλο «κούνημα» των γοφών και τσαλίμια Ούτε μία στιγμή τρελής κι αλλοπαρμένης σάτιραςΒΑΘΜΟΛΟΓΙΑ: 0 (μακριά κι αλάργα)
Ενας «Πορτοφολάς» βγάζει νοκ άουτ τον «Μπρούνο»
Ελευθεροτυπία, Πέμπτη 9 Ιουλίου 2009
ΚΡΙΤΙΚΗ: ΝΙΝΟΣ ΦΕΝΕΚ ΜΙΚΕΛΙΔΗΣ
Η επανέκδοση του αριστουργηματικού «Πορτοφολά» του Ρομπέρ Μπρεσόν είναι ένας βασικός λόγος για να πάτε αυτές τις μέρες στο σινεμά, αν αγαπάτε τον καλό κινηματογράφο.
Ενώ, αν θέλετε να γελάσετε, υπάρχει ο «Μπρούνο» του Σάσα Μπάρον Κοέν. Στο πρόγραμμα και οι ταινίες: «Το σπίτι με θέα» της Ούρσουλα Μέγερ, η ελληνική «Προς το παρόν» του Αντώνη Καλογιάννη, η περιπέτεια «Εντιμότατοι διαρρήκτες» της Μίμι Λέντερ, το μελό «Η αδερφή μου κι εγώ» του Νικ Κασσαβέτη και η ιταλική «Συννεφιές με λιακάδα» του Σίλβιο Σολντίνι.
Ο πορτοφολάς
Pickpocket. Γαλλία, 1959. Σκηνοθεσία-σενάριο: Ρομπέρ Μπρεσόν. Ηθοποιοί: Μαρτέν Λασάλ, Πιερ Λεμαρί, Μαρίκα Γκριν. 75'
******«Ο πορτοφολάς» του Ρομπέρ Μπρεσόν
Ενας πορτοφολάς βρίσκει τη λύτρωση μέσα από τον έρωτα, σε μια αριστουργηματική ταινία, δοσμένη με λιτότητα, οικονομία κι εκπληκτική ελλειπτικότητα -σε επανέκδοση.
ΟΡομπέρ Μπρεσόν είναι από τους σπάνιους εκείνους σκηνοθέτες που με τα πιο λιτά, αυστηρά μέσα καταφέρνει να δείξει με τον καλύτερο τρόπο τη δύναμη μιας καθαρά κινηματογραφικής γλώσσας. Στον «Πορτοφολά» του, που προβάλλεται σε επανέκδοση, γυρισμένο την ίδια χρονιά με την ταινία του Γκοντάρ «Με κομμένη την ανάσα», ο Μπρεσόν στρέφεται στην παράδοση, χρησιμοποιώντας απλά μέσα (το γκρο πλάνο, ένα σφιχτό, γρήγορο μοντάζ, μαζί με μια εμπνευσμένη χρήση του ήχου), για να αφηγηθεί, με οικονομία και ελλειπτικότητα (η ταινία διαρκεί μόνο 75 λεπτά), την ιστορία του και να δημιουργήσει την αλλόκοτη, γοητευτική ατμόσφαιρά του.
Μέσα από μια ιστορία, εμπνευσμένη από το «Εγκλημα και τιμωρία» του Ντοστογιέφσκι, ο Μπρεσόν αφηγείται τις περιπέτειες του Μισέλ, ενός πορτοφολά (Μαρτέν Λασάλ), που βρίσκει τη λύτρωση χάρη στον έρωτά του για μια νεαρή γυναίκα (Μαρίκα Γκριν). «Ημουν κυρίαρχος του κόσμου», σχολιάζει, αμέσως μετά την πρώτη του κλοπή, ο Μισέλ. Αυτή ακριβώς η αίσθηση, και όχι τόσο η ανάγκη ν' αποκτήσει λεφτά, είναι που τον σπρώχνει στις υπόλοιπες κλοπές. Με τον Μπρεσόν να δημιουργεί μια ερωτική σχέση ανάμεσα στον πορτοφολά και τις κλοπές του, που τονίζονται μέσα από τα συνεχή γκρο πλάνα με χέρια, πορτοφόλια, σακάκια, τσάντες και άλλες λεπτομέρειες που σχετίζονται με τις διάφορες κλοπές. Λεπτομέρειες που μοντάρει με εκπληκτική χορογραφία και που αποκτούν μια ξεχωριστή διάσταση χάρη στους ήχους και τη (λιγοστή, αλλά υποβλητική) μουσική. Με απόγειο τις σκηνές των κλοπών στο Γκαρ ντε Λιόν, με τον Μισέλ και τους συνεργάτες του -όλοι μη επαγγελματίες ηθοποιοί που ερμηνεύουν τους ρόλους τους με τρόπο ουδέτερο- να κλέβουν με εκπληκτική δεξιοτεχνία, ταχύτητα και ρυθμό τα διάφορα θύματά τους ανάμεσα στο πλήθος που κινείται στο σταθμό τρένου. Αριστούργημα!
Bruno
ΗΠΑ, 2009. Σκηνοθεσία: Λάρι Τσαρλς. Σενάριο: Σάσα Μπάρον Κοέν, Αντόνι Χάινς, Νταν Μέιζερ, Τζεφ Σάφερ. Ηθοποιοί: Σάσα Μπάρον Κοέν, Γκούσταβ Χάμαρστεν. 82 λεπτά.
** ½Ο Σάσα Μπάρον Κοέν στον «Bruno» του Λάρι Τσαρλς
Διασκεδαστική, με απολαυστικά, «πρόστυχα», γκαγκ, σατιρική κωμωδία με τον Αυστριακό γκέι, ειδικό της μόδας, Μπρούνο, να φτάνει στο Χόλιγουντ αναζητώντας τη φήμη.
Υστερα από τον ξεκαρδιστικό «Μπόρατ», ο Αγγλος τηλεοπτικός κωμικός Σάσα Μπάρον Κοέν στρέφεται, με τη νέα του αυτή ταινία σ' ένα είδος ψευδο-ντοκιμαντέρ, σε μια προσπάθεια να συνεχίσει τα κωμικά γκαγκ που εκφράζουν τους διάφορους τηλεοπτικούς χαρακτήρες του. Εδώ, ο Κοέν ερμηνεύει τον Μπρούνο, έναν γκέι Αυστριακό, ειδικό της μόδας, τον μεγαλύτερο Αυστριακό σούπερ σταρ από την εποχή του Χίτλερ, που όταν χάνει τη δουλειά του αποφασίζει ν' αναζητήσει την τύχη του στο Λος Αντζελες, ακολουθούμενος από τον βοηθό του, Λουτζ (ο Σουηδός ηθοποιός Γκούσταβ Χάμαρστεν). Τη φορά αυτή στο στόχαστρο του Σάσα-Μπρούνο είναι το Χόλιγουντ και η μανία της διασημότητας. Ανάμεσα στις απολαυστικές σκηνές αναφέρω εκείνες με τον Μπρούνο να σατιρίζει τον Τομ Κρουζ και άλλους «στρέιτ» σταρ ή εκείνες με το ταξίδι του Μπρούνο στη Μέση Ανατολή αν και η σκηνή του με το μαύρο παιδάκι που υιοθετεί είναι κάπως αμήχανη. Αλλες, όπως το μοντάζ με σκηνές από γκέι σεξ, κινούνται στο πνεύμα της χοντρής φαρσοκωμωδίας του Μπένι Χιλ, ενώ υπάρχουν άλλες που δεν καταφέρνουν να προκαλέσουν το αναμενόμενο γέλιο. Πολλά από τα γκαγκ της ταινίας, πρέπει να πω, είναι αρκετά τολμηρά, συχνά «πρόστυχα» (με πέη κ.λπ.), και ίσως θίξουν μερικούς. Μετά τον «Μπόρατ», πάντως, είναι δύσκολο να πρωτοτυπήσεις.
Το σπίτι με θέα
Home. Γαλλία, 2009. Σκηνοθεσία: Ούρσουλα Μέγερ. Σενάριο: Μέγερ, Αντουάν Ζακού, Ολιβιέ Λοράλ, Ζιλ Τοράν, Ραφαέλ Βαλμπρούν. Ηθοποιοί: Ιζαμπέλ Ιπέρ, Ολιβιέ Γκουρμέ, Αντελαΐντ Λερού, Μαντλίν Μπαντ. 97'
** ½«Το σπίτι με θέα» της Ούρσουλα Μέγερ, με την Ιζαμπέλ Ιπέρ. Ο αυτοκινητόδρομος που περνάει πλάι στο σπίτι τους κινδυνεύει να οδηγήσει στην τρέλα μια οικογένεια σε μια αλληγορική, διανθισμένη με μαύρο χιούμορ, ταινία.
Με τα εφιαλτικά αποτελέσματα του καθημερινού βασανιστικού θορύβου στη ζωή μιας οικογένειας που ζει κοντά σ' έναν αυτοκινητόδρομο καταπιάνεται η αλληγορική αυτή ταινία, είδος αντί-road movie, της ελβετικής καταγωγής Γαλλίδας σκηνοθέτριας Ούρσουλα Μέγερ. Η μητέρα (Ιζαμπέλ Ιπέρ) και ο πατέρας (Ολιβιέ Γκουρμέ) ζουν μια ήσυχη, ατονική ζωή, με τα τρία παιδιά τους σ' ένα σπίτι κοντά σ' έναν εγκαταλειμμένο αυτοκινητόδρομο. Οταν όμως ο αυτοκινητόδρομος αρχίζει να φτιάχνεται και τελικά να λειτουργεί, τα πράγματα αλλάζουν κι η οικογενειακή ισορροπία καταστρέφεται. Ο συνεχής θόρυβος, μέρα νύχτα, το καυσαέριο, οι παρεμβάσεις των περαστικών, αρχίζουν να δηλητηριάζουν την υγεία και τη ζωή τους. Μόνη δυνατή λύση είναι η απομόνωση, που όμως προκαλεί τα δικά της προβλήματα.
Η Μέγερ αρχίζει την αφήγησή της απλά, διανθίζοντας τις σκηνές της με χιούμορ (συχνά μαύρο), πριν προχωρήσει, σταδιακά, να δώσει έναν άλλο, εφιαλτικό, που αγγίζει τα όρια της τραγωδίας, τόνο στην ιστορία της, τόνο από τον οποίο δεν λείπει το σασπένς. Με την Ιζαμπέλ Ιπέρ να δίνει, με εσωτερική δύναμη, τη βασανισμένη μητέρα.
Προς το παρόν
Ελλάδα, 2008. Σκηνοθεσία-σενάριο: Αντώνης Καλογιάννης. Ηθοποιοί: Γιώργος Παπαπαύλου, Ειρήνη Θαλάσση, Θέμης Σερμιέ, Σταύρος Παπαχρήστος, Ιλεάννα Χορν.
** ½Η άφιξη ενός ξένου σ' ένα νησί προκαλεί διάφορα γεγονότα σε μια ταινία δοσμένη με ποίηση και σουρεαλιστικά στοιχεία.
Μπορεί στα πρώτα λεπτά της ταινίας αυτής του Αντώνη Καλογιάννη να μην ξέρεις προς τα πού θέλει να σε οδηγήσει ο σκηνοθέτης, από κάποια όμως στιγμή κι ύστερα όσα συμβαίνουν στην οθόνη σε κάνουν ν' αναγνωρίσεις πως έχεις να κάνεις μ' έναν σκηνοθέτη με πρωτότυπο κινηματογραφικό μάτι. Οπως έγραφα και στην ανταπόκρισή μου από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, η ταινία του δεν έχει κάποια συγκεκριμένη ιστορία, εκτός από την άφιξη ενός ασυνήθιστου νέου (ίσως σωτήρα) σ' ένα νησί όπου παρακολουθούμε να συμβαίνουν διάφορα, συχνά άσχετα μεταξύ τους, πράγματα: ένας γέρος, εξαιτίας της αρρώστιας του γιου του, έχει εγκαταλείψει την ταβέρνα του, ένας παπάς, στη γιορτή των Αγίων Αναργύρων, ελπίζει να βρει άγιο νερό στο βουνό, ένα παιδάκι εστιάζεται στα παράξενα παιχνίδια του, ένας πρωτότυπος αστυνομικός είναι έτοιμος να βοηθήσει όλους, μια τραγουδίστρια περιφέρεται τραγουδώντας ένα όμορφο τραγούδι, και πολλά άλλα. Ο σκηνοθέτης παραθέτει τις σκηνές του, αφήνοντάς μας να τις απορρίψουμε ή ν' ανακαλύψουμε την ομορφιά τους: όπως η ποιητική εκείνη μ' έναν κόκορα που βγαίνει από το κοτέτσι και περιφέρεται σ' ένα χωράφι πριν επιστρέψει σ' αυτό -από τις πιο όμορφες, με μια δόση μπουνιουελικού σουρεαλισμού, σκηνές που έχω δει σε ελληνική ταινία. Από τους ηθοποιούς ξεχωρίζει ο Θέμης Σερμιέ στον ρόλο ενός απολαυστικού αστυνομικού.
Οι άλλες ταινίες
Εντιμότατοι διαρρήκτες
(The Code). ΗΠΑ, 2009. Σκηνοθεσία: Μίμι Λέντερ. Σενάριο: Τεντ Χάμφρεϊ. Ηθοποιοί: Μόργκαν Φρίμαν, Αντόνιο Μπαντέρας, Ράντα Μισέλ, Ρόμπερτ Φόρστερ. 104'
*
Ενας δεινός επαγγελματίας κλέφτης προσπαθεί, με τη βοήθεια ενός νεότερου συνεργάτη, να πετύχει το «μεγάλο κόλπο» σε μια μέτρια περιπέτεια. Γκανγκστερική περιπέτεια με ληστείες («heist films» είναι ο αμερικανικός όρος) είναι η ταινία που σκηνοθέτησε η Μίμι Λέντερ, με τον Μόργκαν Φρίμαν στον ρόλο ενός άσου στις κλοπές γκάνγκστερ, που, για να μπορέσει να κλέψει τα περιβόητα «αβγά Faberge» για τη ρωσική μαφία, συνεργάζεται με ένα νέο κλεφτρόνι (Αντόνιο Μπαντέρας), εντυπωσιασμένος από μια τολμηρή ληστεία του.
Η αδελφή μου κι εγώ
(My sister's keeper) ΗΠΑ, 2009. Σκηνοθεσία: Νικ Κασσαβέτης. Σενάριο: Κασσαβέτης & Τζέρεμι Λέβεν. Ηθοποιοί: Κάμερον Ντίαζ, Τζέισον Πάτρικ, Αλεκ Μπόλντουιν, Αμπιγκέιλ Μπρέσλιν. 109'
½
Δακρύβρεχτο μελόδραμα γύρω από ένα ζευγάρι (Ντίαζ - Πάτρικ) το οποίο αποφασίζει να κάνει ένα ακόμη παιδί για να μπορεί με διάφορες μεταγγίσεις να κρατήσει στη ζωή το μεγαλύτερο παιδί του που πάσχει από λευχαιμία. Τα πράγματα όμως μπλέκονται όταν η 11χρονη πια Αννα (Σοφία Βασίλιεβα) αποφασίζει να κινήσει αγωγή στους γονείς της...
Συννεφιές με λιακάδα
(Giorni e nuvole). Ιταλία, 2007. Σκηνοθεσία: Σίλβιο Σολντίνι. Ηθοποιοί: Μαργκερίτα Μπούι, Αντόνιο Αλμπανέζε, Τζιουζέπε Μπατίστον. 119'
Η ζωή της Ελσας και του Μικέλε, ενός ευκατάστατου, ευτυχισμένου ζευγαριού, ανατρέπεται όταν ο Μικέλε ξαφνικά αποκαλύπτει πως εδώ και μερικούς μήνες είναι χωρίς δουλειά. Μια ακόμη επίκαιρη ιστορία, που το θέμα της θυμίζει εκείνο του «Αντίζηλου» του Γάλλου Λοράν Καντέ. Σκηνοθετημένη από τον Σίλβιο Σολντίνι («Ψωμί και τουλίπες»).