Showing posts with label Polanski Roman. Show all posts
Showing posts with label Polanski Roman. Show all posts

Wednesday, January 14, 2009

«Δεν έχω σκοπό να επιστρέψω ποτέ ξανά στις ΗΠΑ», υποστηρίζει ο Ρομάν Πολάνσκι

Παρά την εκστρατεία αθώωσης

ΤΟ ΒΗΜΑ, Τετάρτη 14 Ιανουαρίου 2009 [ 18:33 ]

Ο σκηνοθέτης Ρομάν Πολάνσκι υποστήριξε ότι δεν σχεδιάζει να επιστρέψει ξανά στις Ηνωμένες Πολιτείες, παρά την εκστρατεία που έχει ξεκινήσει για να σταματήσει η δίωξή του με την κατηγορία του βιασμού, το 1977, μιας 13χρονης κοπέλας.

Ο συνήγορος του Ρ.Πολάνσκι, Τσαντ Χάμελ, δήλωσε ότι η δικαστική διαμάχη του 75χρονου σκηνοθέτη πηγάζει από την επιθυμία του να αποδοθεί δικαιοσύνη και όχι από τη θέλησή του να επιστρέψει στις ΗΠΑ.

«Ο κ. Πολάνσκι δεν έχει σχέδια να επιστρέψει ποτέ στις ΗΠΑ. Αλλά αυτό που θα γίνει εδώ θα αφήσει μια κληρονομία για το σύστημα δικαιοσύνης» αναφέρει έγγραφο του συνηγόρου του σκηνοθέτη.

Σύμφωνα με το έγγραφο, η απόρριψη της υπόθεσης βιασμού θα δείξει ότι η δικαστική κακοδιαχείρηση πρέπει να τιμωρείται.

Η υπόθεση ήρθε ξανά στο προσκήνιο μετά την προβολή του φιλμ «Roman Polanski: Wanted and desired», το οποίο, σύμφωνα με τους συνηγόρους του σκηνοθέτη αποδεικνύει ότι υπήρξε κακός χειρισμός της υπόθεσης και ανάρμοστες επαφές ανάμεσα στον Εισαγγελέα του Λος Αντζελες και τον δικαστή της υπόθεσης Πολάνσκι.

Πριν από μερικές ημέρες, η 45χρονη, σήμερα, Σαμάνθα Γκέιμερ, το κορίτσι που κατηγορείται ότι αποπλάνησε ο Πολάνσκι, ζήτησε να σταματήσει η δίωξη του σκηνοθέτη.

Ο πολωνικής καταγωγής 75χρονος Πολάνσκι ζει αυτοεξόριστος στο Παρίσι, αφότου διέφυγε από τις ΗΠΑ το 1978. Τότε είχε παραδεχτεί ότι είχε έρθει σε σεξουαλική επαφή με το 13χρονο κορίτσι, στο Λος Αντζελες.

Στην αρχή είχε κατηγορηθεί για έξι κακουργήματα και αντιμετώπιζε έως και ισόβια κάθειρξη. Όμως, έκανε συμφωνία με τον εισαγγελέα, δήλωσε ένοχος για τη σεξουαλική επαφή με ανήλικη και οι κατηγορίες για τα πέντε κακουργήματα αποσύρθηκαν.

Λίγο αργότερα διέφυγε στη Γαλλία, και ο δικαστής εξέδωσε ένταλμα για τη σύλληψή του, το οποίο ισχύει ακόμη.

Η ακρόαση της υπόθεσης έχει οριστεί για τις 21 Ιανουαρίου στο Λος Αντζελες.

Monday, January 12, 2009

Να σταματήσουν οι διώξεις κατά του σκηνοθέτη Ρομάν Πολάνσκι

ΑΠΕ Τρίτη, 13 Ιανουαρίου 2009 06:45

Το θύμα της υπόθεσης που ανάγκασε το Ρομάν Πολάνσκι να εγκαταλείψει τις ΗΠΑ ζήτησε την Δευτέρα από τις εισαγγελικές αρχές να αποσύρουν τη δίωξη σε βάρος του σκηνοθέτη ο οποίος απειλείται με φυλάκιση επειδή πριν από 31 χρόνια είχε ερωτικές σχέσεις με μια 13χρονη.

Στις 2 Δεκεμβρίου ο 75χρονος σκηνοθέτης κατέθεσε αίτηση σε δικαστήριο του Λος Άντζελες με αίτημα να σταματήσει η σε βάρος του δίωξη. Οι συνήγοροί του υποστήριξαν ότι έχουν αποδείξεις που δείχνουν ότι ο Πολάνσκι δεν έτυχε δίκαιης δίκης την εποχή εκείνη.

Ωστόσο, στις 6 Ιανουαρίου η εισαγγελία ζήτησε από το δικαστή να απορρίψει το αίτημα του Πολάνσκι εφόσον δεν παρουσιαστεί ο ίδιος στο δικαστήριο. Ο Γάλλος σκηνοθέτης θεωρείται "φυγάς" και καταζητείται από την αμερικανική δικαιοσύνη από τις αρχές του 1978, όταν εγκατέλειψε τις ΗΠΑ για να αποφύγει τη φυλάκιση.

Το θύμα του Πολάνσκι όμως, η 45χρονη, σήμερα, Σαμάνθα Γκάιμερ, ζήτησε με τη σειρά της να σταματήσουν οι δικαστικές διώξεις. "Ήμουν το 13χρονο κορίτσι που ο Ρομάν Πολάνσκι αποπλάνησε στις 10 Μαρτίου 1977 (...) Ζήτησα να τελειώσει αυτή η υπόθεση. Πίεσα τον εισαγγελέα και το δικαστήριο να εγκαταλείψουν τη δίωξη" γράφει στο αίτημά της υποστηρίζοντας ότι "όσο αληθινές και αν είναι, η δημοσιοποίηση των λεπτομερειών βλάπτουν εμένα, τον άνδρα μου, τα τρία παιδιά μου και τη μητέρα μου".

Η Γκάιμερ είχε ζητήσει άλλες δύο φορές, το 1995 και το 1997, να σταματήσουν οι διώξεις, αλλά χωρίς επιτυχία.

Thursday, January 8, 2009

Ρομάν Πολάνσκι, «Παραδώσου και κάτσε στο σκαμνί»


Η δήλωση του γραφείου του εισαγγελέα του Λος Αντζελες στο δικαστήριο, προχθές Τρίτη, ήταν ξεκάθαρη. Αν θέλει ο Ρομάν Πολάνσκι να πάψει η δίωξη εναντίον του, που εκκρεμεί εδώ και τριάντα ένα χρόνια, θα πρέπει να γυρίσει στην Αμερική και να παραδοθεί. Ο σκηνοθέτης τον περασμένο μήνα ζήτησε από το Ανώτερο Δικαστήριο του Λος Αντζελες να δώσει τέλος στη δίωξη για λόγους «δικαστικής και εισαγγελικής παρεκτροπής». Την είχε αποκαλύψει το ντοκιμαντέρ της Μαρίνα Ζένοβιτς «Ρομάν Πολάνσκι: Wanted and Desired».

Θύμα νο1: Η δεκατριάχρονη τότε (1977) Σαμάνθα Γκέιμερ, που βιάσθηκε από τον Ρομάν Πολάνσκι
Ο διάσημος σκηνοθέτης του «Μωρού της Ρόζμαρι», της «Τσαϊνατάουν», των «Πειρατών», της «Ενατης Πύλης» και του «Πιανίστα» το είχε σκάσει από τις ΗΠΑ τρεις δεκαετίες πριν, προκειμένου να αποφύγει τη σύλληψη για τη διαβόητη υπόθεση βιασμού, το 1977, μιας ανήλικης που είχε φωτογραφίσει για γαλλικό περιοδικό.

Ο σαραντατριάχρονος τότε Πολάνσκι βίασε τη 13χρονη Σαμάνθα Γκέιμερ στο σπίτι του απόντα φίλου του, Τζακ Νίκολσον, αφού πρώτα την είχε ποτίσει σαμπάνια με χάπια «Κουαλούντ». Αρχικά είχε συλληφθεί, αλλά αφέθηκε ελεύθερος έπειτα από καταβολή εγγύησης 2.500 δολαρίων. Σε συμφωνία με τις Αρχές ομολόγησε το έγκλημά του και δήλωσε πρόθυμος να εκτίσει την προτεινόμενη ποινή φυλάκισης 90 ημερών, ενώ ο δικηγόρος του κοριτσιού είχε δηλώσει στο δικαστή πως οι Γκέιμερ δεν ήθελαν τη φυλάκισή του, αλλά την ομολογία του και τη θεραπεία του πάθους του.

Το '78 όμως ο Πολάνσκι το έσκασε από τη χώρα, όταν η υπόθεση, διογκωμένη από τον κιτρινισμό των μίντια της εποχής και τη φιλοδοξία του αρμόδιου δικαστή Λόρενς Ρίτενμπαντ -που μεταξύ άλλων παρέβλεψε την αρχική συμφωνία του κατηγορούμενου με τις Αρχές- έδειχνε πως θα είχε άσχημη εξέλιξη. Ο Ρίτενμπαντ, προκειμένου να γίνει διάσημος, είχε σκοπό να προτείνει ποινή φυλάκισης πενήντα χρόνων.

Πέρσι το ντοκιμαντέρ της Μαρίνα Ζένοβιτς βγήκε στις αίθουσες εξηγώντας γιατί ο κατηγορούμενος πίσω στο 1978 είχε κάθε λόγο να... το βάλει στά ποδια. Το είχε παραδεχτεί ακόμα και το θύμα του. Γράφοντας το 2003 στους «Λος Αντζελες Τάιμς» ένα σχόλιο με το οποίο τασσόταν υπέρ της βράβευσης του Πολάνσκι με Οσκαρ για τον «Πιανίστα», η Σαμάνθα Γκέιμερ αναρωτιόταν: «Ποιος δεν θα σκεφτόταν να το σκάσει από τις ΗΠΑ αν αντιμετώπιζε ποινή πενηντάχρονης φυλάκισης από έναν δικαστή που ξεκάθαρα ενδιαφερόταν περισσότερο για τη φήμη του από ό,τι για τη δίκαιη κρίση και τη μοίρα του θύματος;». Η Γκέιμερ εξηγούσε, μάλιστα, πως χάρη στον υπερβάλλοντα ζήλο του δικαστή συχνά ένιωθε πως και αυτή και ο Πολάνσκι καταδικάστηκαν ισόβια.

Θύμα νο2: Ο βιαστής Ρομάν Πολάνσκι, που ακόμα δεν κατάφερε να έχει μια φυσιολογική δίκη
Σήμερα στα εβδομήντα πέντε του, ο Πολωνός σκηνοθέτης που επέζησε από το Ολοκαύτωμα και τη δολοφονία της γυναίκας του, Σάρον Τέιτ, από τους ανθρώπους του Τσαρλς Μάνσον, βλέπει από το σπίτι του στο Παρίσι, την ιστορία να επαναλαμβάνεται. Ζητά να πάψει να διώκεται για μια υπόθεση που εξελίχθηκε σε κακοδικία σε βάρος του, μετατρέποντάς τον από θύτη σε θύμα και σχεδόν εξορίζοντάς τον σαν σκηνοθέτη από τη Μέκκα της κινηματογραφικής βιομηχανίας. Αλλά βλέπει τον αρμόδιο εισαγγελέα να υποβάλει την υπόθεση για επανεξέταση, ανασύροντας στοιχεία από το φάκελο που μιλάνε ξανά για «σεξουαλική επαφή με ανηλίκη... σοδομισμό παιδιού ...κατάσταση μέθης..... στοματικό έρωτα» κ.λπ. κ.λπ.

Η ακρόαση της υπόθεσης θα γίνει στις 21 Ιανουαρίου από τον δικαστή Πίτερ Εσπινόζα. Μένει να δούμε αν θα δώσει ένα δίκαιο τέλος σε αυτή την άχαρη ιστορία ή θα χρησιμοποιήσει κι αυτός το σκάνδαλο - αντίκα ως επαγγελματικό... βοήθημα.

Saturday, December 13, 2008

Η σκοτεινή πλευρά του Ρομάν Πολάνσκι

Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η Καθημερινή, Kυριακή, 14 Δεκεμβρίου 2008

Εδώ και σχεδόν μισό αιώνα, ο Ρομάν Πολάνσκι βρίσκεται στην κινηματογραφική επικαιρότητα, από το εντυπωσιακό ντεμπούτο του το 1962 με το «Μαχαίρι στο νερό». Στη μακρά καριέρα του, ο 75χρονος σήμερα σκηνοθέτης, πέρασε διάφορες δημιουργικές φάσεις, καλές και κακές, όμως τα γεγονότα της προσωπικής του ζωής συχνά απασχόλησαν τον κόσμο περισσότερο από τις ταινίες του.

Ο σκηνοθέτης του «Μωρού της Ρόζμαρι», της «Τσάιναταουν» και πιο πρόσφατα του «Πιανίστα» και του «Ολιβερ Τουίστ», έζησε από νωρίς προσωπικές τραγωδίες. Η μητέρα του δολοφονήθηκε από τους ναζί στο Ολοκαύτωμα, ενώ μια ακόμη δολοφονία ήρθε να επηρεάσει ξανά τη ζωή του ύστερα από αρκετά χρόνια. Το 1969 η ομάδα του Τσαρλς Μάνσον δολοφόνησε τη γυναίκα του σκηνοθέτη, την ηθοποιό Σάρον Τέιτ, ενώ εκείνη ήταν οκτώ μηνών έγκυος. Το τραγικό γεγονός έκανε ιδιαιτέρως συμπαθή τον Πολάνσκι στην κοινή γνώμη και εκείνος τα επόμενα χρόνια γύρισε μερικές από τις σημαντικότερες ταινίες του.

Ζητεί επανεξέταση

Λίγα χρόνια αργότερα, όμως, το 1977, ο Πολωνός σκηνοθέτης βρέθηκε στο μάτι του κυκλώνα, όταν κατηγορήθηκε για τον βιασμό ενός 13χρονου κοριτσιού κατά τη διάρκεια μιας φωτογράφισης. Ο Πολάνσκι δεν έμεινε στην Αμερική για να αντιμετωπίσει τις συνέπειες και την καταδίκη του και διέφυγε στην Ευρώπη, όπου επέλεξε να ζήσει μέχρι και σήμερα στη Γαλλία. Ακόμη και όταν κέρδισε το Οσκαρ σκηνοθεσίας το 2003 για τον «Πιανίστα», δεν μπόρεσε να επιστρέψει στην Αμερική, καθώς η σύλληψή του θα ήταν άμεση. Τώρα ο Πολάνσκι ζητάει να επανεξεταστεί η περίπτωσή του, καθώς έχουν περάσει τριάντα χρόνια από το αδίκημα, ενώ και το τότε θύμα του, η Σαμάνθα Γκάιμερ, έχει δηλώσει επανειλημμένως από το 1997 ότι τον έχει συγχωρήσει.

Είναι κατάλληλη, λοιπόν, η χρονική στιγμή για την προβολή ενός ντοκιμαντέρ που ασχολείται με αυτή τη σκοτεινή πλευρά της ιστορίας του πολυβραβευμένου σκηνοθέτη. Το «Roman Polanski: Wanted and desired» της Μαρίνα Ζένοβιτς, που παρουσιάστηκε στα φεστιβάλ των Καννών και του Σάντανς, προβάλλεται από την Πέμπτη και στις ελληνικές αίθουσες. Πρόκειται για ένα συνδυασμό φιλμ αρχείου από την περίοδο της ανάκρισης και της δίκης και συνεντεύξεων που έχουν γίνει σήμερα στους περισσότερους από τους εμπλεκόμενους στην υπόθεση. Σκοπός, να αποκαλύψει περισσότερα για την υπόθεση, καθώς αυτό που έχει μείνει τριάντα χρόνια μετά, είναι περισσότερο οι εντυπώσεις και λιγότερο η αλήθεια, που περιλαμβάνει τα γεγονότα που επηρέαζαν τη συμπεριφορά του σκηνοθέτη εκείνη την περίοδο, αλλά και την εμμονή του δικαστή που χειρίστηκε την υπόθεση, με τις περιπτώσεις διασήμων. Οπως λέει η σκηνοθέτις του ντοκιμαντέρ, «τον Ιανουάριο του 2003 υπήρχε ένα άρθρο στους Los Angeles Times που έθετε το ερώτημα αν ο Πολάνσκι μπορεί να επιστρέψει στο Λος Αντζελες και αν θα έπαιρνε μια υποψηφιότητα για τον «Πιανίστα». Λίγο μετά, η Σαμάνθα Γκάιμερ και ο δικηγόρος της εμφανίστηκαν στην εκπομπή του Λάρι Κινγκ όπου δημοσίως εκείνη συγχώρησε τον Πολάνσκι. Εκείνο το βράδυ ο δικηγόρος της είπε κάτι, με το οποίο άρχισε η πεντάχρονη οδύσσειά μου. Είπε, «αυτό που συνέβη εκείνη τη μέρα, τόσο στον Πολάνσκι, όσο και στο αμερικανικό δικαστικό σύστημα, πιστεύω ότι ήταν μια μέρα ντροπής». Οπως σημειώνει η σκηνοθέτις, «ήξερα ότι ο Πολάνσκι εγκατέλειψε τη χώρα, όμως δεν μπορούσα να φανταστώ γιατί ή πώς ο δικηγόρος της Γκάιμερ πίστευε ότι ο Πολάνσκι είχε αδικηθεί. Ηταν κάτι που μου προκάλεσε το ενδιαφέρον. Συνειδητοποίησα ότι ο μόνος τρόπος για να βρω την αλήθεια ήταν να μιλήσω με τους ανθρώπους που ήταν εκεί. Και ανακάλυψα ότι αν και έχουν περάσει τριάντα χρόνια, αυτή η μακρά παρεξήγηση προκαλεί ακόμη έντονα συναισθήματα σε όσους είχαν εμπλακεί».

Τι προέκυψε, λοιπόν, από αυτή την έρευνα; «Εχοντας μιλήσει στους περισσότερους εμπλεκόμενους, ανακάλυψα ότι η φυγή του Πολάνσκι σκέπασε ό,τι είχε συμβεί κατά τη διάρκεια της ανακριτικής διαδικασίας. Επίσης συνειδητοποίησα πόσο τραγικές ήταν οι επιπτώσεις για όλους. Ο Πολάνσκι παραμένει στη Γαλλία, χωρίς να μπορεί να ταξιδέψει στην Αμερική ή σε χώρες που έχουν συμφωνία παράδοσης με την Αμερική υποδίκων για σεξουαλικά εγκλήματα. Η Σαμάνθα Γκάιμερ θα είναι για πάντα γνωστή ως «το κορίτσι που έκανε σεξ με τον Ρομάν Πολάνσκι». Τόσο η υπεράσπιση όσο και η πολιτική αγωγή έχουν δηλώσει τις τύψεις τους για τον τρόπο με τον οποίο ξεδιπλώθηκε η υπόθεση. Η ταινία δεν είναι μια έκφραση συγγνώμης προς τον Πολάνσκι. Αυτό που ήθελα ήταν να ερευνήσω την ίδια την υπόθεση και τι ακριβώς συμβαίνει όταν τα ΜΜΕ και η δημόσια γνώμη μπαίνουν μέσα σε μια δικαστική αίθουσα».

Στο «Roman Polanski: Wanted and desired» μιλούν ο ίδιος ο σκηνοθέτης, η Σαμάνθα Γκάιμερ, οι δικηγόροι της υπόθεσης και από τις δύο πλευρές, άνθρωποι από το περιβάλλον του σκηνοθέτη, όπως φίλοι του, αλλά και η Μία Φάροου, πρωταγωνίστρια του «Μωρού της Ρόζμαρι».

Thursday, December 11, 2008

«Άφεση αμαρτιών»[;] στον Ρόμαν Πολάνσκι

Σκηνή από το ντοκυμαντέρ της Μαρίνας Ζένοβιτς με τον πολωνό σκηνοθέτη Ρόμαν Πολάνσκι να δέχεται την «επίθεση» των φωτορεπόρτερ κατά την εκδίκαση της υπόθεσης βιασμού 13χρονης το 1977

Η σκηνοθέτις Μαρίνα Ζένοβιτς ρίχνει φως στη σκοτεινή υπόθεση βιασμού με πρωταγωνιστή τον πολωνό σκηνοθέτη, το 1977

ΤΟΥ Ι. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 11 Δεκεμβρίου 2008

Το σκάνδαλο του βιασμού της 13χρονης (το 1977) Σαμάνθα Γκάιγκερ από τον Ρόμαν Πολάνσκι επανέρχεται στο προσκήνιο με το ντοκυμαντέρ «Roman Ρolanski: Wanted and desired» της πολωνικής καταγωγής Αμερικανίδας Μαρίνας Ζένοβιτς - μια απόπειρα να φωτιστεί ένα από τα πιο διάσημα σκάνδαλα της σόου μπίζνες των τελευταίων 30 χρόνων.

Οταν ο Πολάνσκι αποδέχθηκε την ενοχή του στην κατηγορία της παράνομης σεξουαλικής πράξης σε ανήλικο (αρχικώς του είχαν αποδοθεί έξι κατηγορίες), ο δικαστής Λόρενς Ρίτενμπαντ αποφάσισε την προσωρινή κράτησή του, την ώρα που τόσο ο συνήγορος του Πολάνσκι όσο και ο δικηγόρος της Γκάιγκερ είχαν συμφωνήσει να μη φυλακιστεί. Διψασμένος για δημοσιότητα ο Ρίτενμπαντ δήλωσε στον Τύπο ότι αν ο Πολάνσκι ήθελε να αποφύγει την ποινή, δεν είχε παρά να εγκαταλείψει τη χώρα. Και έτσι έπραξε. «Ημουν ένα ποντίκι εναντίον πεινασμένων γατών» δήλωσε ο σκηνοθέτης.

Ολοι οι βασικοί «παίκτες» του σκανδάλου Πολάνσκι, συμπεριλαμβανομένης της Γκάιγκερ, δέχθηκαν να συμμετάσχουν στην προσπάθεια της Ζένοβιτς. Ολοι εκτός από τον ίδιον τον Πολάνσκι- είπε στη Ζένοβις ότι δεν θέλησε να μιλήσει για να μη νομίσουν ότι «προσπαθεί να διαφημίσει τον εαυτό του» - και βεβαίως τον δικαστή Ρίτενμπεργκ, ο οποίος δεν ζει πλέον. Από την πλευρά της η Γκάιγκερ, μητέρα τριών παιδιών σήμερα, δηλώνει στο ντοκυμαντέρ ότι τον έχει συγχωρήσει.

Από το φιλμ δεν λείπουν οι αναφορές στο τραγικό παρελθόν του Πολάνσκι. Ωστόσο το πιο ενδιαφέρον σημείο του είναι ότι, χωρίς ποτέ να τον αγιοποιεί ή να τον δικαιώνει, σχολιάζει το διεφθαρμένο νομοθετικό σύστημα των ΗΠΑ. Είναι εμφανές ότι ο Ρίτενμπαντ καταπάτησε κάθε έννοια πρωτοκόλλου και νομικής διαδικασίας, ενώ στην ταινία επισημαίνεται επίσης η αποπροσανατολιστική εξουσία των ΜΜΕ που είχε ως αποτέλεσμα τον διασυρμό ενός διάσημου ευρωπαίου σκηνοθέτη, του οποίου το στοιχειωμένο παρελθόν και το «αλλόκοτο» έργο ανέκαθεν «κάθονταν βαριά» στο στομάχι της Αμερικής.

Δυνατά κοινωνικά δράματα από Βέλγιο και Τουρκία
Η Αρτα Ντομπρόσι σε σκηνή της ταινίας των αδελφών Νταρντέν «Η σιωπή της Λόρνα», όπου κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο μιας αλβανίδας μετανάστριας
Τρία χρόνια μετά το «Παιδί», την ταινία που τους χάρισε έναν δεύτερο Χρυσό Φοίνικα στις Κάννες (ο πρώτος ήταν για τη «Ροζετά», το 1999), οι βέλγοι αδελφοί Ζαν-Πιερ και Λυκ Νταρντέν επιστρέφουν με τη «Σιωπή της Λόρνα» («Le silence de Lorna», 2008, Βέλγιο). Και αυτή τη φορά «κινούνται» στον κόσμο των μεταναστών της Λιέγης.

Κεντρικό πρόσωπο μια αλβανίδα μετανάστρια, η Λόρνα ( Αρτα Ντομπρόσι ), η οποία έχει πάρει τη βελγική υπηκοότητα μέσω «λευκού» γάμου με έναν τοξικομανή ( Ζερεμί Ρενιέ ). Προκειμένου να κερδίσει περισσότερα χρήματα, η Λόρνα συμφωνεί να λάβει μέρος σε ένα περίπλοκο σχέδιο εξολόθρευσης του συζύγου της και να κάνει ακόμη έναν λευκό γάμο με ρώσο μαφιόζο, ο οποίος επίσης θέλει τη βελγική υπηκοότητα. Ενας αστάθμητος παράγοντας όμως θα χαλάσει τα σχέδιά της.

Αγοραπωλησίες γάμων και διαζυγίων, στυγνή εκμετάλλευση του ανθρώπινου πόνου, μόνη δίοδος για την κατάκτηση του ονείρου ο θάνατος. Ακόμη μια φορά η αναξιοπρέπεια, ο κυνισμός και η απληστία είναι στοιχεία που κατακλύζουν το σύμπαν μιας ιστορίας των αδελφών Νταρντέν. Και ακόμη μια φορά η αθόρυβη σκηνοθεσία του ντουέτου όχι απλώς σε συνεπαίρνει, αλλά σπάζει κόκαλα. Παρ΄ όλα αυτά το φως της λύτρωσης διακρίνεται- έστω αχνό- στον ορίζοντα. Απλοί, χωρίς ποτέ να γίνονται ψυχροί, συναισθηματικοί, χωρίς ποτέ να καταφεύγουν στο εύκολο μελό, οι Νταρντέν υπογράφουν μια ταινία πλατιάς απήχησης (ίσως την πιο εμπορική τους), κάτι στο οποίο συμβάλλει έντονα το στοιχείο του θρίλερ, που λειτουργεί στην εντέλεια. Ψυχή της ταινίας όμως είναι η πανέμορφη πρωταγωνίστριά της, η 29χρονη Αρτα Ντομπρόσι από το Κοσσυφοπέδιο, η οποία, όπως όλα δείχνουν, έχει μπροστά της ένα λαμπρό μέλλον.

Μια τυπική τουρκική οικογένεια, που ζει μέσα στο ψέμα, στην αποξένωση και στην αδυναμία επικοινωνίας, «ακτινογραφείται» στους «Τρεις πιθήκους»
▅ Ο παράξενος τίτλος της ταινίας «Τρεις πίθηκοι» («Τhree monkeys», Τουρκία, 2008) του Νούρι Μπίλγκε Τζεϊλάν προέρχεται από έναν γιαπωνέζικο μύθο σύμφωνα με τον οποίο τρεις σοφοί πίθηκοι κλείνουν, ο καθένας με τα χέρια του, κάποιο σημείο του προσώπου τους. Ο πρώτος τα μάτια για να μη βλέπει, ο δεύτερος τα αφτιά για να μην ακούει και ο τρίτος το στόμα για να μη μιλάει. Ο Τζεϊλάν προσαρμόζει αυτόν τον μύθο στο τρίο των πρωταγωνιστών της ταινίας, δηλαδή στα μέλη μιας τυπικής τουρκικής οικογένειας ( Γιαβούζ Μπινγκόλ ο πατέρας, Χατιτζέ Ασλάν η μητέρα, Ριφάτ Σουνγκάρ ο γιος) που ζουν μέσα στο ψέμα, στην αποξένωση και στην αδυναμία επικοινωνίας. Το αποτέλεσμα είναι ένα πέρα για πέρα ασυνήθιστο οικογενειακό δράμα εμπλουτισμένο από κάδρα που κόβουν την ανάσα με τη συμμετρία και την αρμονία τους σε «ξεθωριασμένο» έγχρωμο φιλμ. Ο Τζεϊλάν είναι πολύ σπουδαίος σκηνοθέτης, διότι το όπλο του δεν σταματά ποτέ να είναι η εικόνα. Παρακολουθώντας τους «Τρεις πιθήκους» νιώθεις ότι βλέπεις το έργο ενός άξιου συνεχιστή της αισθητικής του Μικελάντζελο Αντονιόνι.

ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

«Οταν η Γη σταματήσει» («Τhe day the earth stood still», 2008, ΗΠΑ) του Σκοτ Ντέρικσον. Το διάσημο b-movie επιστημονικής φαντασίας του Ρόμπερτ Γουάιζ (παραγωγής 1951) επιστρέφει με μια εκσυγχρονισμένη ανακατασκευή, σύμφωνα με την οποία ένας εξωγήινος με καλές προθέσεις ( Κιάνου Ριβς, φωτογραφία) επισκέπτεται τη Γη για να μας προειδοποιήσει ότι βρισκόμαστε στο χείλος της ολοκληρωτικής καταστροφής. Ο Σκοτ Ντέρικσον ακολούθησε σχεδόν πλάνο προς πλάνο το πρωτότυπο έργο, αλλά στην εποχή των «Χ Files» και του «Μatrix» μια τέτοια ταινία είναι αδύνατον να επαναφέρει τη χαριτωμένη αφέλεια της πρωτότυπης.

«Χριστούγεννα στα τέσσερα» («Four Christmases», ΗΠΑ, 2008) του Σεθ Γκόρντον. Στην προσπάθειά του να ξεφύγει από τους χωρισμένους γονείς του κατά τις γιορτές των Χριστουγέννων, ένα ανύπαντρο ζευγάρι φανατικών εργένηδων ( Ρις Γουίδερσπουν,Βινς Βον, φωτογραφία) καταφέρνει ακριβώς το αντίθετο. Αναγκάζεται να μοιράσει την ημέρα των Χριστουγέννων στο σπίτι: του μπαμπά του ( Ρόμπερτ Ντιβάλ ), της μαμάς του (Σίσι Σπέισεκ ), της μαμάς της ( Μαίρη Στινμπέργκεν ) και του μπαμπά της ( Τζον Βόιτ ). Εξυπνη ιδέα, προβλέψιμη εξέλιξη και χαϊλάιτ οι σκηνές αμηχανίας του θηριώδους Βον, που έχει θεσπίσει ένα εντελώς προσωπικό στυλ ως κωμικός παίζοντας τον μπουνταλά με το κοφτερό μυαλό.

«Αmerican teen» (ΗΠΑ, 2008) της Νανέτ Μπέρσταϊν. Τα προβλήματα, οι χαρές, οι πλάκες και οι κακίες πέντε εφήβων ενώ προετοιμάζονται για την ενηλικίωση. Πρωταγωνιστούν μαθητές, ενώ η ταινία γυρίστηκε κατά τη διάρκεια της τελευταίας χρονιάς τους στο σχολείο. Ανάμεσά τους οι Χάνα Μπέιλι,Κόλινς Κλέμενς,Μέγκαν Κρίζμανιτς.

Sunday, September 14, 2008

ΡΟΜΑΝ ΠΟΛΑΝΣΚΙ. Θύτης και θύμα

Η Μαρίνα Ζένοβιτς ρίχνει φως σε ένα από τα πιο διάσημα σκάνδαλα της σοουμπίζ με πρωταγωνιστή τον πολωνοεβραίο σκηνοθέτη

Με τις εκκεντρικότητές τους τάραξαν το σύμπαν τη δεκαετία του '70. Σήμερα ο πολωνοεβραίος σκηνοθέτης Ρόμαν Πολάνσκι και ο αμερικανός δημοσιογράφος Χάντερ Τόμπσον τροφοδοτούν με τις παράξενες ιστορίες τους δύο ντοκυμαντέρ. Τα «Roman Polanski: Wanted and desired» και «Gonzo: The life and work of Dr. Hunter S. Thompson» ξεχωρίζουν στο πρόγραμμα του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας που αρχίζει στις 17 Σεπτεμβρίου.


Τον Μάρτιο του 1977 η Πολιτεία του Λος Αντζελες απέδωσε στον Ρόμαν Πολάνσκι έξι κατηγορίες, ανάμεσα στις οποίες ο βιασμός ανηλίκου υπό την επήρεια ναρκωτικών


«Μου αρέσουν τα νεαρά κορίτσια - όπως άλλωστε αρέσουν στους περισσότερους άντρες...» παραδέχθηκε σε τηλεοπτική συνέντευξή του στο Παρίσι ο Ρόμαν Πολάνσκι αρκετά χρόνια μετά το ξέσπασμα του περιβόητου σεξουαλικού σκανδάλου που το 1978 τον ανάγκασε να εγκαταλείψει διά παντός την Αμερική. Το σκάνδαλο δεν ήταν άλλο από τον βιασμό της 13χρονης (το 1977) Σαμάνθα Γκάιγκερ στο σπίτι του Τζακ Νίκολσον, φίλου του Πολάνσκι και πρωταγωνιστή στην κλασική ταινία του «Τσαϊνατάουν».

Η παραπάνω δήλωση - που τουλάχιστον φανερώνει ειλικρίνεια - χρησιμοποιείται στο ντοκυμαντέρ «Roman Polanski: Wanted and desired» («Ρόμαν Πολάνκσι: Καταζητούμενος και επιθυμητός») μέσω του οποίου η αμερικανίδα (πολωνικής καταγωγής) σκηνοθέτιδά του Μαρίνα Ζένοβιτς προσπάθησε να ρίξει φως σε ένα από τα πιο διάσημα σκάνδαλα της σoουμπίζ των τελευταίων 30 χρόνων.

Τον Μάρτιο του 1977 η Πολιτεία του Λος Αντζελες απέδωσε στον πολωνοεβραίο σκηνοθέτη έξι κατηγορίες ανάμεσα στις οποίες ο εξαναγκασμός για χρήση παραισθησιογόνων ουσιών σε ανήλικο και ο βιασμός ανηλίκου υπό την επήρεια ναρκωτικών. Αρχικώς ο Πολάνσκι δήλωσε αθώος. Αργότερα όμως ο δικηγόρος του Ντάγκλας Ντάλτον, ένα από τα πρόσωπα που μιλούν στο ντοκυμαντέρ, κατάφερε να μειώσει τις κατηγορίες σε μία (παράνομη σεξουαλική πράξη σε ανήλικο) με αντάλλαγμα την ομολογία ενοχής του Πολάνκσι.

Οταν ο Πολάνσκι αποδέχθηκε την ενοχή του ο δικαστής Λόρενς Ρίτενμπαντ αποφάσισε την προσωρινή κράτησή του υπό ψυχιατρική παρακολούθηση στις φυλακές Τσίνο της Καλιφόρνιας. Ωστόσο τόσο ο Ντάλτον όσο και ο δικηγόρος της Γκάιγκερ, Ρότζερ Γκάνσον - ο οποίος επίσης μιλάει στο ντοκυμαντέρ -, είχαν συμφωνήσει να μη φυλακιστεί ο Πολάνσκι αλλά να τεθεί υπό επιτήρηση.

Ο Ρίτενμπαντ αρνήθηκε.

Την ημέρα της αποφυλάκισής του, 18 Ιανουαρίου του 1978, ο ίδιος δικαστής δήλωσε αποφασισμένος να επιβάλει νέα προσωρινή κράτηση για μεγαλύτερο χρονικό διάστημα. Σύμφωνα με το ντοκυμαντέρ ο διψασμένος για δημοσιότητα Ρίτενμπαντ δήλωσε στον Τύπο πως αν ο Πολάνσκι ήθελε να αποφύγει την ποινή, δεν είχε παρά να εγκαταλείψει τη χώρα. Ο τελευταίος δεν το σκέφτηκε πολύ. Εφυγε αμέσως. «Ημουν ένα ποντίκι εναντίον πεινασμένων γατών» δήλωσε αργότερα ο σκηνοθέτης.

Αμέσως μετά τη φυγή του Πολάνσκι από τη χώρα οι Ντάλτον και Γκάνσον ζήτησαν αντικατάσταση του δικαστή ισχυριζόμενοι ότι ο Ρίτενμπαντ λειτουργούσε με προκατάληψη. Για λόγους σκοπιμότητας ο Ρίτενμπαντ παραχώρησε την υπόθεση σε άλλον δικαστή, ο οποίος ανακοίνωσε πως «αν ο κατηγορούμενος επέστρεφε στις ΗΠΑ θα συνεχιζόταν η επιβολή μιας ποινής της οποίας η διάρκεια θα αποφασιζόταν άμα τη αφίξει του στη χώρα».

Το κακό βέβαια είχε πλέον συμβεί. Ο Πολάνσκι έμελλε να μείνει για πάντα στιγματισμένος.

Ολοι οι βασικοί «παίκτες» του σκανδάλου Πολάνσκι δέχθηκαν να λάβουν μέρος στην προσπάθεια της Ζένοβιτς. Ολοι εκτός από τον ίδιο τον Πολάνσκι και βεβαίως τον δικαστή Ρίτενμπεργκ που δεν ζει πλέον. «Πέντε χρόνια προσπαθούσα να πείσω τον Πολάνσκι να μιλήσει» μας είπε η σκηνοθέτις στο τελευταίο φεστιβάλ των Καννών απ' όπου άρχισε η ευρωπαϊκή καριέρα του ντοκυμαντέρ της. «Του έγραψα, επικοινώνησα τηλεφωνικώς με το γραφείο του, προσπάθησα να τον συναντήσω στο Παρίσι. Τίποτε». Οταν ο περιορισμένος χρόνος δεν της επέτρεπε άλλη καθυστέρηση (έπρεπε να προλάβει το φεστιβάλ του Σάντανς όπου η ταινία έκανε πρεμιέρα), η Ζένοβιτς αποφάσισε να προχωρήσει χωρίς τον Πολάνσκι, ο οποίος αργότερα της είπε ότι δεν θέλησε να μιλήσει για να μη νομίσουν ότι «προσπαθεί να διαφημίσει τον εαυτό του».

Η Ζένοβιτς αρνήθηκε να μοιραστεί την προσωπική άποψή της για την υπόθεση, ισχυριζόμενη ότι όταν το περιστατικό του βιασμού συνέβη, η ίδια ήταν τινέιτζερ και δεν θυμάται πολλά πράγματα. Από την πλευρά της η Γκάιγκερ, μητέρα τριών παιδιών σήμερα, δηλώνει στο ντοκυμαντέρ ότι έχει συγχωρήσει τον Πολάνσκι (το έχει κάνει και στο παρελθόν σε συνέντευξή της στον Λάρι Κινγκ).

Παράλληλα η Ζένοβιτς μάς θυμίζει όλες τις τραγωδίες που έχουν συνοδεύσει τον ταραγμένο βίο του Πολάνσκι, που στα χρόνια του Β´ Παγκοσμίου Πολέμου έχασε τη μητέρα του στον θάλαμο αερίων του Αουσβιτς και σώθηκε ο ίδιος χάρη στον πατέρα του. Οταν οι δυο τους συναντήθηκαν το 1945, ο μικρός Ρόμαν είχε ταλαιπωρηθεί στα χέρια συγγενών που είχαν αναλάβει την ανατροφή του. Η σκληρότητα και η βία επρόκειτο να ακολουθήσουν τον Πολάνσκι βρίσκοντας χώρο ακόμη και στις ταινίες του που χαρακτηρίστηκαν έργα «διεστραμμένου μυαλού». Το 1968 ο μαθητής τού Αντρέι Βάιντα στην κινηματογραφκή σχολή του Λοτζ κατέκτησε το Χόλιγουντ με «Το μωρό της Ροζμαρί» που έκανε δημοφιλή τον... σατανισμό. Εναν χρόνο αργότερα έμαθε τηλεφωνικώς ότι η έγκυος πρώτη σύζυγός του, Σάρον Τέιτ, είχε σφαγιασθεί από τον Τσαρλς Μάνσον και τη συμμορία του.

Ωστόσο το πιο ενδιαφέρον σημείο στο «Wanted and desired» είναι ότι ξεφεύγει από ένα πορτρέτο του Ρόμαν Πολάνσκι και, χωρίς ποτέ να τον αγιοποιεί ή να τον δικαιώνει, σχολιάζει το διεφθαρμένο νομοθετικό σύστημα των ΗΠΑ. Είναι εμφανές ότι ο Ρίτενμπαντ καταπάτησε κάθε έννοια πρωτοκόλλου και νομικής διαδικασίας. Στην ταινία επισημαίνεται επίσης η αποπροσανατολιστική εξουσία των ΜΜΕ που είχε ως αποτέλεσμα τον διασυρμό ενός διάσημου ευρωπαίου σκηνοθέτη του οποίου το στοιχειωμένο παρελθόν και «αλλόκοτο» έργο ανέκαθεν «κάθονταν» βαριά στο στομάχι της πουριτανικής Αμερικής.

Ακόμη και ο τίτλος του ντοκυμαντέρ, «Wanted and desired», σε τι άλλο θα μπορούσε να παραπέμπει αν όχι στην τεράστια διαφορά ανάμεσα στην αμερικανική και στην ευρωπαϊκή αντίληψη. «Στις Ηνωμένες Πολιτείες ο Πολάνσκι είναι καταζητούμενος» κατέληξε η Ζένοβιτς «την ώρα που στη δεύτερη πατρίδα του, τη Γαλλία, θα είναι για πάντα επιθυμητός».

Παρασκευή 26 Σεπτ. 22.30, Δαναός 1 «Roman Polanski: Wanted and desired» (ΗΠΑ) της Μαρίνας Ζένοβιτς.


ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ, Το ΒΗΜΑ, 14/09/2008

ΑΝΤΕΡ Σ. ΤΟΜΠΣΟΝ, Ψυχεδέλεια και ιδιοφυΐα

Ενα πορτρέτο του κορυφαίου δημοσιογράφου και συγγραφέα επιχειρεί ο Αλεξ Γκίμπνεϊ εστιάζοντας στη δεκαετία 1965-1975

Με τις εκκεντρικότητές τους τάραξαν το σύμπαν τη δεκαετία του '70. Σήμερα ο πολωνοεβραίος σκηνοθέτης Ρόμαν Πολάνσκι και ο αμερικανός δημοσιογράφος Χάντερ Τόμπσον τροφοδοτούν με τις παράξενες ιστορίες τους δύο ντοκιμαντέρ. Τα «Roman Polanski: Wanted and desired» και «Gonzo: The life and work of Dr. Hunter S. Thompson» ξεχωρίζουν στο πρόγραμμα του φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας που αρχίζει στις 17 Σεπτεμβρίου.


Ο Χάντερ Τόμπσον συνεργάστηκε με το περιοδικό «Rolling Stone», για το οποίο κάλυψε την προεκλογική εκστρατεία του προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον το 1972, βγάζοντας πολλά άπλυτα στη φόρα


Το 1971 το αθλητικό περιοδικό «Sports Illustrated» ανέθεσε στον νεαρό δημοσιογράφο Χάντερ Στόκτον Τόμπσον να καλύψει τον αγώνα ταχύτητας Mint 400 κάπου στην έρημο της Νεβάδας, κοντά στο Λας Βέγκας. Ο Τόμπσον πήγε μαζί με τον δικηγόρο του και αυτό που τελικά προέκυψε από το ρεπορτάζ ήταν μια νέα πρόταση δημοσιογραφικού στυλ το οποίο ο ίδιος αποκάλεσε «gonzo»- όρος που έμεινε στην ιστορία. Ενα δείγμα: «Βρισκόμασταν κάπου ανάμεσα στο Μπάρστοου και το άκρο της ερήμου όταν τα ναρκωτικά άρχισαν να επενεργούν. Το πορτμπαγκάζ έμοιαζε με κινητό εργαστήρι του Σώματος Ναρκωτικών της αστυνομίας. Είχαμε 2 σακούλες χόρτο, 75 χάπια μεσκαλίνης, 5 φύλλα blotter acid υψηλής ενέργειας, ένα βαζάκι αλατιού μισογεμάτο κοκαΐνη και έναν ολόκληρο γαλαξία από πολύχρωμα uppers, downers, screamers, laughers... Επίσης ένα τέταρτο τεκίλα, ένα τέταρτο ρούμι, μια κάσα Μπαντβάιζερ, ένα όγδοο γαλονιού ωμού αιθέρα και 2 ντουζίνες amyls... Οχι ότι τα χρειαζόμασταν όλ' αυτά για το ταξίδι, όμως από τη στιγμή που εγκλωβίζεσαι σε μια σοβαρή συλλογή ναρκωτικών έχεις την τάση να το σπρώχνεις ως εκεί που δεν πάει άλλο... Και ξαφνικά, ένας τρομερός βρυχηθμός γύρω μας και ο ουρανός γέμισε με κάτι πλάσματα που θύμιζαν τεράστιες νυχτερίδες και όρμαγαν με φόρα και έσκουζαν και βουτούσαν γύρω από το αυτοκίνητο που έτρεχε με περίπου 100 μίλια την ώρα με τη σκεπή κατεβασμένη, πρόσω ολοταχώς για το Λας Βέγκας. Και μια φωνή ούρλιαζε: "Χριστέ μου! Τι είναι όλ' αυτά τα καταραμένα ζώα;.."».

Ελάχιστη σημασία είχε βέβαια ο αγώνας και η ανταπόκριση. Αυτό που ο Τόμπσον κατέγραψε στο «ρεπορτάζ» ήταν τις ίδιες τις εμπειρίες του από τα οδυνηρά «ταξίδια» ντοπαρίσματος. Εμπειρίες παρμένες μέσα από το ψυχεδελικό παραλήρημα και τις παρενέργειες των ναρκωτικών που καταβρόχθιζε με λύσσα, λες και προσπαθούσε να γνωρίσει τον κόσμο έχοντας κηρύξει χημικό πόλεμο με τον εγκέφαλό του! Γράψιμο στο πόδι, άμεσο, ζωντανό, βιωματικό, πολλές φορές φτηνό όσο το θέμα. Αρχική ιδέα του Τόμπσον ήταν να κρατήσει σημειώσεις σε ένα χοντρό σημειωματάριο και να τις παραδώσει ακατέργαστες.

Χωρίς να το γνωρίζει, η Αμερική είχε μόλις ανακαλύψει ένα ταλέντο το οποίο μπορούσε να αντλήσει ποίηση μέσα από τα σκουπίδια. Ο Τόμπσον, ο οποίος είχε ήδη γράψει ένα βιβλίο για τους Hell's Angels αφού έζησε για έναν χρόνο μαζί τους, κέρδισε αμέσως αναγνώριση, χρήμα και τη φήμη ενός από τους πιο τραχείς, κωμικούς και... επικίνδυνους γραφιάδες της χώρας του. Στολισμένο με τα εφιαλτικά σκίτσα του Ραλφ Στέντμαν, το ρεπορτάζ πρωτοδημοσιεύτηκε στο περιοδικό «Rolling Stone» και αργότερα εκδόθηκε ως βιβλίο («Fear and loathing in Las Vegas»). Αυτή ήταν η αρχή της γόνιμης συνεργασίας του Τόμπσον με το «Rolling Stone» για το οποίο το 1972 κάλυψε την προεκλογική καμπάνια του προέδρου των ΗΠΑ Ρίτσαρντ Νίξον, βγάζοντας πολλά άπλυτα στη φόρα.

«Gonzo: The life and work of Dr. Hunter S. Thompson» είναι και ο τίτλος του ντοκυμαντέρ το οποίο γύρισε για τον Χάντερ Τόμπσον ο Αλεξ Γκίμπνεϊ, βραβευμένος με Οσκαρ σκηνοθέτης ενός άλλου ντοκυμαντέρ, του «Taxi to the dark side». Αδιαφορώντας για τα παιδικά χρόνια του (ο Τόμπσον γεννήθηκε στο Λουιβίλ του Κεντάκι και μεγάλωσε χωρίς πατέρα, στο πλευρό της βιβλιοθηκαρίου μητέρας του η οποία είχε δύο ακόμη παιδιά), αλλά και για τα χρόνια της παρακμής, το φιλμ εστιάζει στην πιο δημιουργική περίοδο του Τόμπσον, από το 1965 ως το 1975. Του ανθρώπου τον οποίο ο Τομ Γουλφ αποκάλεσε «σπουδαιότερο κωμικογράφο της αμερικανικής λογοτεχνίας».

Ο Χάντερ Τόμπσον ήταν η ερμηνεία της αντίφασης. Φανατικό μέλος του National Rifle Administration (Εθνική Ενωση Οπλοχρηστών Αμερικής), αλλά και φανατικός υποστηρικτής του αγώνα υπέρ των ανθρωπίνων δικαιωμάτων, της λήξης του πολέμου στο Βιετνάμ και των αδελφών Τζον και Μπόμπι Κένεντι τους οποίους αποκαλούσε «my guys». Εκτός ελέγχου στην προσωπική ζωή του - αλκοολικός, «κοκάκιας», κατάπινε το LSD σαν να ήταν καραμέλες - ο Τόμπσον είχε καθαρότατο, ατσάλινο βλέμμα όταν επεσήμανε τα κακώς κείμενα της Αμερικής στα γραπτά του. Ωστόσο, ενώ η πένα του έσταζε δηλητήριο για τους διεφθαρμένους πολιτικούς, οι ευγενικοί του τρόποι σκλάβωναν όσους τον συναντούσαν.

Κάθε λέξη αφήγησης του ντοκυμαντέρ είναι παρμένη από κείμενα του Τόμπσον τα οποία παίρνουν ζωή διά στόματος Τζόνι Ντεπ, του ηθοποιού ο οποίος πριν από δέκα χρόνια υποδύθηκε τον Τόμπσον στο «Φόβος και παράνοια στο Λας Βέγκας» του Τέρι Γκίλιαμ. Πιστός θαυμαστής του Τόμπσον, ο Ντεπ κάλυψε ο ίδιος τα έξοδα της φαντασμαγορικής κηδείας του που έγινε τον Φεβρουάριο του 2005, ενώ ο Τόμπσον είχε δώσει τέλος στη ζωή του με ένα πιστόλι. Οι στάχτες του Τόμπσον εκτοξεύθηκαν σαν ρουκέτες στον ουρανό (η σκηνή υπάρχει στο ντοκυμαντέρ).

Οι κληρονόμοι του Τόμπσον (ανάμεσά τους η χήρα του Ανίτα και ο γιος του Χουάν) επέτρεψαν στον Γκίμπνεϊ να χρησιμοποιήσει χειρόγραφά του τα οποία δεν δημοσιεύθηκαν ποτέ, καθώς επίσης προσωπικά γράμματά του. Επίσης, η παραγωγή έκανε στάσεις και στα 600(!) μπαρ τα οποία ο Τόμπσον επισκέφτηκε κατά τη διάρκεια της «αποστολής» στο Λας Βέγκας, ενώ ανάμεσα στους ανθρώπους που μοιράζονται απόψεις για αυτόν βρίσκουμε τον Τζιμ Κάρτερ, τον Πατ Μπιουκάναν και τον Τζορτζ Μακ Γκόβερν.

Το «Fear and Loathing in Las Vegas» - όπως και το «On the road» του Τζακ Κέρουακ - δεν έχει πάψει να ανανεώνει το κοινό του, τρέφοντας γενιές της αμερικανικής νεολαίας. Ο Τόμπσον παραμένει ο σημαντικότερος freelancer των ΗΠΑ για έναν ακόμη όμως λόγο: δεν φοβήθηκε να πολεμήσει τα «ιερά σκιάχτρα» που βρέθηκαν στο πέρασμά του. Διότι εκτός από κορυφαίος σταυροφόρος της αλήθειας, της δικαιοσύνης και του ιδεαλισμού στον αμερικανικό τρόπο ζωής, πίστευε στ' αλήθεια ότι η γραφή μπορούσε να φέρει την αλλαγή.

Πέμπτη 25 Σεπτ. 22.45, Αττικόν «Gonzo: The life and work of Dr. Hunter S. Thompson» (ΗΠΑ) του Αλεξ Γκίμπνεϊ.

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ, Το ΒΗΜΑ, 14/09/2008