Showing posts with label Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά. Show all posts
Showing posts with label Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά. Show all posts

Thursday, January 21, 2010

Συναρπαστική περιπέτεια φυλακής από την Ισπανία

Μεγάλη επιτυχία στην Ισπανία έχει σημειώσει το «Κελί 211» (**) του Ντανιέλ Μονθόν, μια περιπέτεια φυλακής, με την ιστορία ενός υπαλλήλου που πιάνει δουλειά σε μια φυλακή την ημέρα που ξεσπά εξέγερση. Για να επιζήσει, θα αναγκαστεί να παραστήσει τον φυλακισμένο. Παρά τις απιθανότητες του σεναρίου, η ταινία είναι γυρισμένη με ταχύτητα, μεταφέροντας το βίαιο κλίμα της φυλακής.

Συνέχεια του «Κοριτσιού με το τατουάζ» είναι το «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά»(**), που αυτή τη φορά σκηνοθετεί ο Ντάνιελ Αλφρεντσον. Ομως η δεύτερη μεταφορά βιβλίου του Στιγκ Λάρσον δεν είναι τόσο επιτυχημένη όσο η πρώτη. Αυτή η ταινία μοιάζει περισσότερο με μια συνηθισμένη αστυνομική σειρά, με την ιστορία του δημοσιογράφου Μίκαελ, ο οποίος αποφασίζει να ερευνήσει ένα κύκλωμα πορνείας, στο οποίο εμπλέκονται πλούσιοι και ισχυροί.

Πληκτική βιογραφία είναι η «Αμέλια» (*1/2) που σκηνοθέτησε ανέμπνευστα η Μίρα Ναΐρ, χωρίς να μπορεί να αξιοποιήσει το καλό καστ. Η Χίλαρι Σουάνκ υποδύεται τη διάσημη αεροπόρο που χάθηκε προσπαθώντας να κάνει τον γύρο του κόσμου, όμως η ταινία δεν έχει ίχνος συγκίνησης. Παίζουν επίσης ο Ρίτσαρντ Γκιρ και ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ.

Προβάλλονται, τέλος, η κακή κωμωδία «Γερόλυκοι» (x) με τον Ρόμπιν Γουίλιαμς και τον Τζον Τραβόλτα και το «Ταχάαν, το παιδί με τη χειροβομβίδα», ταινία που απευθύνεται σε παιδιά. [Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 21/01/2010]

Εφιάλτης μέσα σ΄ ένα τανκ!

«Λίβανος»: Όπως «Das Βoot» (το γερμανικό «Υποβρύχιο») έτσι και Das Τank!

Όπως το αριστουργηματικό «Das Βoot» («Το Υποβρύχιο») του 1981 και του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν, έτσι και ο «Λίβανος» (Lebanon) του Σαμουέλ Μοάζ από το Ισραήλ παρακαλώ. Μέσα σ΄ ένα χαλύβδινο βαρέλι όλο το Σινεμά. Συμπαγές, ομοιογενές, σαρωτικό, αριστοτεχνικό, καθηλωτικό. Θεέ μου, τι θηρίο είναι αυτό!
  • Του ΔΗΜΗΤΡΗ ΔΑΝΙΚΑ, TA NEA: Πέμπτη 21 Ιανουαρίου 2010
Η πρώτη great movie της νέας χρονιάς. Έναν μόλις πόντο πίσω από τη «Λευκή κορδέλα» του Μίκαελ Χάνεκε. Και ύστερα ισχυρίζονται μερικοί, που εκλαμβάνουν τα δικά τους αδιέξοδα ως καλλιτεχνικά, πως σήμερα τίποτα καλό δεν παράγεται από το Σινεμά. Τι να πω; Ένα και αποστομωτικό. Ο «Λίβανος» από το Ισραήλ, παιδιά. Με σκηνοθέτη κάποιον μεγιστοτεράστιο αρχιμάστορα με μυαλό μέχρι εκεί ψηλά, που μέχρι το περασμένο Φεστιβάλ της Βενετίας τον ήξερε μόνο η δική του μαμά!

Το στόρι εντελώς μινιμαλιστικό. Περίπου το τίποτα. Κι όμως, Τι δραματουργία, τι χαρακτήρες, τι αγωνία, τι τρόμος είναι αυτός! Έχουμε και λέμε λοιπόν. Ήρωες τέσσερις λεβέντες του Ισραήλ. Το πλήρωμα ενός τανκ με την κωδική ονομασία Ρινόκερoς. Όλα κόντρα στις ετικέτες και στους σχεδιασμούς επί χάρτου, ο μπαγάσας ο Σαμουέλ Μοάζ. Εντός του χαλύβδινου βαρελιού ή αν θέλετε αυτού του ακατανίκητουστις προδιαγραφές- κονσερβοκουτιού, ένα σύνθημα είναι γραμμένο στα τοιχώματα του Ρινόκερου: «Ο άντρας είναι το ατσάλι, το άρμα είναι μόνο σίδερο». Αυτό που θα παρακολουθήσετε με κομμένη την ανάσα επί ενενήντα λεπτά είναι η διαδικασία μιας ψυχολογικής αποσύνθεσης. Γιατί αργά αλλά συστηματικά, το ατσάλι μεταβάλλεται σε βούτυρο και στη συνέχεια το βούτυρο εξαερώνεται και ίπταται κατά κόλαση μεριά.

Χρόνος, Ιούνιος του 1982. Όταν οι Ράμπο του Ισραήλ αποφασίζουν να εφορμήσουν για να καταστρέψουν ολοκληρωτικά τις εστίες των Παλαιστινίων στον Λίβανο. Στην πραγματικότητα το σχέδιο πήγαινε πιο μακριά. Κill them all. Άντρες, γυναίκες, γέρους, παιδιά. Οτιδήποτε επικίνδυνο κινείται κοντά. Αρχηγός του Ρινόκερου ο Τζαμίλ. Ο πέμπτος της παρέας. Φυτευτός. Απ΄ έξω αυτός. Εισβάλλει στο κονσερβοκούτι από καιρού εις καιρόν. Διατάσσει. Με φωνή μονότονη. Κυνική, αποφασιστική. Οι κατώτεροι εκτελούν. Ο πρώτος απ΄ αυτούς είναι ο διοικητής του τανκ. Δεύτερος, ο οδηγός. Τρίτος, ο γεμιστής. Τέταρτος, ο πυροβολητής. Όλοι στην ίδια ηλικία, με την ίδια κοψιά και με τον ίδιο τρόμο να κυκλοφορεί κάτω απ΄ αυτή τη στρατιωτική τους φορεσιά. Ξένοι και αφιλόξενοι σε έναν ξένο, αφιλόξενο και εχθρικό τόπο. Ο θάνατός σου η ζωή μου. Η ψυχολογία του φόβου ο καλύτερος σύμμαχος του ιμπεριαλιστικού τρόμου. Με μια διαφορά. Εξωτερικός ο τρόμος για τους αμυνόμενους. Εσωτερικός, και γι΄ αυτό ακατανίκητος, ο τρόμος για τους εισβολείς και επιτιθέμενους. Τι θέλω να πω; Ο «Λίβανος» εξηγεί πλαγίως την πανωλεθρία της αμερικανικής, ιμπεριαλιστικής μηχανής στο Βιετνάμ. Αυτή η πρώτη μεγάλη αρετή της ταινίας από το Ισραήλ. Η διαχρονική γραμμή. Η ίδια ιστορία θα μπορούσε οπουδήποτε να συμβεί.

Από την πρώτη στιγμή, ο τρόμος καθηλωμένος στα δάχτυλα του πυροβο λητή. Τρόμος και ενοχή. Να εκπυρσοκροτήσει πύραυλο και άμαχο πληθυσμό να σκοτώσει; Διστάζει. Το ηχείο από τον ασύρματο που μεταφέρει την κυνική φωνή του Τζαμίλ διατάζει. Έτσι αρχίζει το ψυχολογικό πανηγύρι. Σπανίως η κλίμακα του φόβου μ΄ έχει τόσο συναρπάσει. Το «Ψυχώ» ένα το κρατούμενο το κλασικό. Έτσι πρόχειρα το λέω αυτό. Ο φόβος του πυροβολητή επιδημία εσωτερική. Ο ιδρώτας κατρακυλάει σταγόνα σταγόνα και το βαρέλι πλημμυρίζει. Αυτή η δεύτερη αρετή. Η ψυχολογία για κάθε φαντάρο είναι ενδημική!

Τελικά τα ιδρωμένα δάχτυλα του πυροβολητή φτύνουν τη ρουκέτα πάνω σε ένα λιβανέζικο φορτηγάκι. Άνθρακας ο θησαυρός των εισβολέων Ισραηλινών. Όλεθρος για έναν αγρότη που στο φορτηγάκι του κουβαλούσε τις κότες του. Η συνέχεια, σκέτος εφιάλτης. Η δεύτερη ρουκέτα γκρεμίζει ένα σπίτι. Μια μισόγυμνη γυναίκα ουρλιάζει. Ένα σκοτωμένο μωρό το αποτέλεσμα των εκκαθαριστικών επιχειρήσεων εναντίον των Παλαιστινίων τρομοκρατών. Το πλήρωμα, ο θεατής μιας ζωντανής ταινίας τρόμου χωρίς τελειωμό. Αυτή η συντριπτική και μέγιστη αρετή του «Λίβανου». Όλα μέσα από το κονσερβοκούτι. Όλα εντός. Οι Ράμπο μεταβάλλονται σε ποντίκια εγκλωβισμένα σ΄ ένα χαλύβδινο βαρέλι χωρίς πάτο. Βλέπουν τον τρόμο μέσα από τις διόπτρες. Όπως ο κινηματογραφικός φακός. Όμως το βλέμμα δεν είναι των κανονικών θεατών. Αυτή η ταινία είναι αληθινή. Οι διόπτρες, ο ιμάντας που μεταφέρει τον τρόμο από έξω προς τα μέσα. Το βλέμμα «βλέπει» γκρο πλάνο. Τα κοντινά. Αυτό που συμβαίνει εδώ μπροστά. Το βλέμμα από το τανκ δεν μπορεί να δει τι ακριβώς συμβαίνει πιο μακριά. Άρα προφυλαγμένος, αλλά και ευάλωτος. Άρα χαλύβδινος, αλλά και γυμνός και απροστάτευτος. Άρα στη φάκα ο Ράμπο. Μαζί με τον «Σιωπηλό μάρτυρα» (Rear window) του Άλφρεντ Χίτσκοκ και τη «Μικρή ερωτική ιστορία» του Κριστόφ Κισλόφσκι, η τρίτη στην κινηματογραφική ιστορία. Όπου ο φακός ενοχοποιεί το βλέμμα του θεατή. Σαν να λέει ο Σαμουέλ Μοάζ «αγαπητέ μου, ευθύνεσαι κι εσύ». Ουδείς αθώος σ΄ αυτή τη Γη!

Έτσι η πορεία του Ρινόκερου τυφλή. Μια εχθρική ρουκέτα ξεχαρβαλώνει τη μηχανή. Ο οδηγός παραλύει στη στιγμή. Ήρθε η ώρα να πληρώσεις για την εισβολή. Η φωνή του Τζαμίλ τσακισμένη, αλλά επιτακτική. Η περιοχή κυκλωμένη από αόρατους «τρομοκράτες» της Παλαιστίνης. Μα που στο διάολο είναι όλοι αυτοί; Κανείς από το πλήρωμα δεν μπορεί να τους δει. Ακούνητο το κονσερβοκούτι. Ακούνητοι οι Ράμπο. Το μόνο που κινείται είναι η αόρατη απειλή. Όπως το «Deliverance» («Όταν ξέσπασε η βία») του Τζον Μπούρμαν και του 1972. Αυτή η τέταρτη μεγαλειώδης αρετή. Νάρκες παντού. Η υπέρτατη ιμπεριαλιστική τεχνολογία, τυφλή. Ο Ρινόκερος ημιθανής. Ο επιτιθέμενος παγιδευμένος και μελλοθάνατος χωρίς να μπορεί να αμυνθεί. «Θέλω τη μάνα μου», ουρλιάζει απελπισμένα ο οδηγός! Κι έτσι λοιπόν αυτός ο πολεμικός φαλλός μετατρέπεται σε φέρετρο με ατσάλινο σκελετό.

Εκεί ακριβώς η εξομοίωση των εισβολέων με τους αμυνόμενους. Εκεί ο εχθρός στην ίδια και χειρότερη μοίρα με τον υποψήφιο νεκρό. Ένα ξεχαρβαλωμένο τανκ η μινιατούρα ολόκληρου του πολεμικού Σινεμά. Απίστευτο. Με πέντε πρόσωπα και ένα χαλύβδινο βαρέλι, η απόλυτη αντιπολεμική ταινία που έχω δει τα τελευταία χρόνια!

Με έναν λόγο, ομοιογενές γιατί ακολουθεί την ίδια γραμμή από την πρώτη μέχρι την τελευταία στιγμή. Συμπυκνωμένο, γιατί σε ενενήντα λεπτά τα λέει όλα χωρίς φλυαρία καμιά. Αριστοτεχνικό, γιατί ακόμα και ο ήχος παίζει πρώτο ρόλο σ΄ αυτό το ανατριχιαστικό, εσωτερικό, μακελειό. Και καθηλωτικό, γιατί θέλω για τρίτη φορά να το ξαναδώ. Και ένα μέτρο για να έχουμε λόγο καθαρό. Μάθημα κινηματογραφικό. Το «Πλατούν» μπροστά σ΄ αυτό το γεγονός μοιάζει με πλαστικό!

«Λίβανος»
Χρυσό Λιοντάρι Βενετίας Ένα τανκ η φάκα των Ράμπο Με κομμένη την ανάσα μέχρι το τελευταίο λεπτό
ΒΑΘΜΟΙ=10 (Μasterpiece)


Χορταστικό θρίλερ και βαθιά χασμουρητά

«Μillennium- Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά» (Flickan som lekte med elden, Μillennium part 2) Το δεύτερο μέρος (το πρώτο «Το κορίτσι με το τατουάζ) από τη σουηδική συγγραφική τριλογία αστυνομικού θρίλερ «Μillennium» του Στιγκ Λάρσον με σκηνοθέτη τον Ντάνιελ Άλφρεντσον. Με πρωταγωνιστές τη «διεστραμμένη» και πολλά υποσχόμενη Νούμι Ραπάς (αγόρια, δυστυχώς λεσβία στην ταινία το κορίτσι) και τον Μάικλ Νίκβιστ, τον ρεπόρτερ-ντετέκτιβ του περιοδικού «Μillennium». Εδώ λοιπόν μαθαίνουμε της Λίσμπεθ το παρελθόν (η λεσβία που λέγαμε). Τρομερά πράγματα. Η κόλαση πορεύεται με ένα πλάσμα μελαχρινό και λαχταριστό. Βιασμοί, ρώσικη μαφία, όλα μέσα σ΄ αυτό το σουηδικό θρίλερ το χορταστικό. Αξίζει Όσκαρ καλύτερης ξενόγλωσσης μίνι σειράς παρακαλώ!

ΒΑΘΜΟΙ=5 (ως παραγωγή)
«Ταχάαν, το παιδί με τη χειροβομβίδα» («Τahaan, a boy with a grenade») του Σαντός Σιβάν από την Ινδία. Ένα πιτσιρίκι ψάχνει γαϊδούρι με το όνομα Μπιρμπάλ. Ως φόντο κυκλοφορούν φαντάροι. Τριτοκοσμικές γραφικότητες με βαθιά χασμουρητά!

ΒΑΘΜΟΙ=DΟΝΚΕΥ (γαϊδούρι)



«Γερόλυκοι» (Οld dogs) Εντελώς χαζοαμερικανιά. Της Walt Disney με σκηνοθέτη κάποιον Ουόλτ Μπέκερ και πρωταγωνιστές το ανεκδιήγητο δίδυμο Ρόμπιν Ουίλιαμς- Τζον Τραβόλτα. Με παρτενέρ Κέλι Πρέστον, Ματ Ντίλον. Άντε παιδιά. Τοπ στόρι για τα μπάζα. Εντελώς. Μα πώς το κάνουν αυτό! Απλό. Ό,τι και να γυρίσουν σε όλες της γωνιές της Γης, θα το μοσχοπουλήσουν. Επομένως εκ του ασφαλούς. Καπιταλισμός σαν τον υπαρκτό σοσιαλισμό. Δύο κολλητοί αναλαμβάνουν τη φροντίδα δύο επτάχρονων δίδυμων. Τα οποία κάπου, κάποτε, προέκυψαν εντελώς τυχαία από το σπέρμα του Ρόμπιν Ουίλιαμς. Η συνέχεια; Άστα να πάνε καλειά τους!
ΒΑΘΜΟΙ=0 (Ζero)


Στο χάος του παιδικού μυαλού

Τρίτη επιλογή της εβδομάδας η αμερικανική παραγωγή «Where the wild things are» παραφρασμένου ελληνικά «Στη χώρα των μαγικών πλασμάτων». Του Σπάικ Τζόνζι η σκηνοθεσία σε μια ιστορία που βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα του Μορίς Σεντάκ. Ολοταχώς προς το χάος το παιδικό!

Όπου ένα πιτσιρίκι με το όνομα Μαξ (Μαξ Ρέκορντς) μεγαλώνει με τη φροντίδα μιας μάνας (Κάθριν Κίνερ) που δεν το καταλαβαίνει γιατί το μυαλό της είναι αποκλειστικά κατειλημμένο από την παρουσία του φίλου της (Μαρκ Ράφαλο). Εγώ προσωπικά θα το έλεγα κακομαθημένο. Τέλος πάντων. Πάμε παρακάτω. Ο Μαξ λοιπόν, επειδή η μάνα του τηγανίζει κατεψυγμένο καλαμπόκι, γίνεται έξω φρενών. Αυτή η αρχή. Ξεμπουκάρει από το σπίτι και κατ΄ ευθείαν βρίσκεται σε μια ζούγκλα με άγρια θηρία. Προφανώς καλπάζουσα φαντασία. Γνωστή η ανατροπή από κάθε κλασική παραμυθία. Η φαντασία είναι κάθε παιδιού ο σάκος του μποξ και η δημιουργία. Εκεί λοιπόν, σ΄ έναν τόπο εντελώς αλλόκοτο και αφιλόξενο, ο Μαξ πέφτει πάνω σε επτά θηριώδη πλάσματα, κυρίως με όψη πτηνών που μιλάνε σαν άνθρωποι κανονικοί. Για να μην πολυλογώ, αυτοί οι half humans και half animals αντί να φάνε, έτσι για πρόγευμα, τον μικρό Μαξ, υποκλίνονται σ΄ αυτόν τον λιλιπούτειο επισκέπτη. Γιατί; Μα επειδή ο πιτσιρίκος τους λέει πως είναι βασιλιάς. Ένας μικρός βασιλιάς σ΄ ένα βασίλειο γιγαντιαίων πλασμάτων. Από εκεί και πέρα ομολογώ, μίστερ Τζόνζι, σας έχασα!

Και σας έχασα για τους εξής απλούς λόγους: Ο πρώτος, γιατί το ελάχιστο ρεαλιστικό μέρος (με τη μάνα, τον φίλο της και τον μικρό Μαξ) είναι εντελώς αφελές, επίπεδο και πλαστικό. Δηλαδή, για όνομα του Θεού, ο πιτσιρικάς θέλει να σκοτώσει τη μάνα του επειδή το καλαμπόκι είναι κατεψυγμένο! Ο δεύτερος, γιατί το υπόλοιπο μέρος με τα γιγαντιαία αυτά πλάσματα είναι ακατανόητο για το δικό μου μυαλό. Μπορεί να φταίω που δεν σπούδασα Παιδοψυχιατρική. Πάντως, δεν κατάλαβα τίποτα απ΄ όλο αυτό το βασίλειο το φυσικό. Και ο τρίτος, γιατί τα διάσημα ονόματα των πρωταγωνιστών, ουδεμία σχέση με υποκριτική και ερμηνεία ηθοποιών. Η Κάθριν Κίνερ μόλις για μερικά λεπτά. Ο Ράφαλο για ένα βλέμμα, έτσι για το όνομα του σταρ. Όσο για τους υπόλοιπους, απλώς οι φωνές τους: Τζέιμς Γκαλντοφίνι, Πολ Ντάνο, Κάθριν Ο Χάρα, Φόρεστ Γουιτάκερ, Κρις Κούπερ. Δεν πειράζει. Μια άλλη φορά!

«Στη χώρα των μαγικών πλασμάτων»
Κάτι για τους μικρούς, κάτι για τους μεγάλους Χαοτικό, φλύαρο, άνισο
ΒΑΘΜΟΙ=5 (καλή παραγωγή, ακατανόητη ιστορία)


Με χαμόγελο οδοντόπαστας

«Αμέλια»της Μίρα Ναΐρ: Η δήθεν βιογραφία της Αμέλιας Έρχαρτ, επονομαζόμενης και κυρίας Λίντι (από τον Λίντμπεργκ παρακαλώ). Της πρώτης Άμερικανίδας που διέσχισε ιπτάμενη τον Ατλαντικό και που στη συνέχεια αποφάσισε το 1937 να κάνει τον γύρο του κόσμου παρέα μόνο μ΄ έναν πλοηγό. Να το πω; Ας το πάρει το ποτάμι. Πάντα κουμπωμένος με τη σκηνοθεσία της Ινδής Μίρα Ναΐρ. Ε, τώρα ξεπέρασε κάθε προηγούμενο δικό της ρεκόρ. Διότι η Χίλαρι Σουάνκ, από το πρώτο μέχρι το τελευταίο λεπτό, κυκλοφορεί με την ίδια κόμμωση, κάτι σαν κράνος μέχρι τον λαιμό, καθώς και με το ίδιο χαμόγελο οδοντόπαστας για λευκά, κάτασπρα δόντια. Διότι ο Ρίτσαρντ Γκιρ, ο μέντορας και προαγωγός αυτής της διαφημιστικής καμπάνιας από την οποία αποταμιεύτηκαν τεράστια ποσά για λογαριασμό της κυρίας Λίντι, είναι ένα τίποτα με γκρίζα μαλλιά. Και γιατί ακόμα ο Γιούαν ΜακΓκρέγκορ επιβεβαιώνει για μία ακόμα φορά πως εκτός από το «Τrainspotting» σε οτιδήποτε έχει κάνει δεν είναι τίποτα περισσότερο από ένα όμορφο κενό. Μοναδικό ωφέλιμο ψαχνό το εξής χαρακτηριστικό. Ο αμερικανικός καπιταλισμός καλπάζει, επειδή το σύστημα διαθέτει την ικανότητα και την ευελιξία να ξεζουμίζει κάθε σπουδαίο γεγονός. Από ιπτάμενη η κυρία Λίντι, κατέληξε να επιδίδεται σε διαλέξεις προς κυρίες φιλανθρωπικών οργανισμών και να πρωταγωνιστεί σε διαφημίσεις. Τσιγάρων και εσωρούχων. Όλα μα όλα ένα σόου για το δολάριο το θεϊκό!

ΒΑΘΜΟΙ=0 (μια τρύπα στον ουρανό)


Ο Γκόγια δεν είναι για το Σινεμά

Το ακριβώς αντίθετο από τον «Λίβανο» του Σαμουέλ Μοάζ είναι το ισπανικό «Κελί 211» (Cell 211) του Ντάνιελ Μόνσον. Δηλαδή φλύαρο, ασυμμάζευτο, πληθωρικό και άνισο!

Με πολλές υποψηφιότητες βραβείων Γκόγια (το ισπανικό ισοδύναμο των ελληνικών κινηματογραφικών βραβείων ποιότητας). Ε, και τι μ΄ αυτό; Για εσωτερική κατανάλωση μπορεί να εκλαμβάνεται ως εξαιρετικό. Θηριώδης παραγωγή για τα ευρωπαϊκά μέτρα. Πολυπρόσωπο, με καλές ερμηνείες και μ΄ ένα «θέμα» που τα πιάνει όλα. Φυλακές, εξέγερση, εξουσία, ανθρώπινα δικαιώματα και πάνω απ΄ όλα η διαλεκτική θύτηςθύμα. Αυτό και το κέντρο βάρους της ιστορίας.

Δηλαδή σε μια εξέγερση στη Ζαμόρα που λαμβάνει απροσδόκητες διαστάσεις, ένας νεοφερμένος δεσμοφύλακας (Αλμπέρτο Αμάν) εγκλωβίζεται μαζί με τους φυλακισμένους επαναστάτες. Στην αρχή ο Μαλαμάντρε (Λούις Τόσαρ) που αυτοανακηρύσσεται αρχηγός των εξεγερμένων τον αντιμετωπίζει με δυσπιστία. Στη συνέχεια τον χρίζει βοηθό του και τον εμπιστεύεται σαν αδελφό του. Ο δεσμοφύλακας λοιπόν είναι ο Δούρειος Ίππος των εξουσιαστών. Το ζήτημα είναι πολιτικό. Γιατί οι όμηροι των φυλακισμένων είναι μέλη της ΕΤΑ των Βάσκων. Σας είπα. Όλα μέσα σ΄ αυτό το ποταμιαίο χρονικό.

Δηλαδή εκ πρώτης όψεως «σκοτεινό». Έλα όμως που ο Μόνσον υποκλίνεται στο «εμπορικό» και πιθηκίζει κινηματογράφο αμερικα νικό. Οι σκηνές πλήθους άχρωμες, τυποποιημένες, απρόσωπες, κονσερβοποιημένες. Έτσι γραφικός ο Λούις Τοσάρ ο αρχηγός. Με τις φωνές και με το ξυρισμένο, γουλί, κεφάλι δεν πιάνεις επιδόσεις μεγάλης ερμηνείας. Στοιχειώδες. Εκ πρώτης όψεως πολιτικό. Έλα όμως που οι ποινικοί κρατούμενοι είναι της χειρότερης υποστάθμης. Ούτε ένας εξ αυτών αξίζει να βρίσκεται έξω απ΄ αυτόν τον κλοιό. Η εξουσία δικαιώνεται εντελώς. Οι προθέσεις του Μόνσον εκμηδενίζονται από τα δικά του αποτελέσματα. Εκ πρώτης όψεως αντιεξουσιαστικό. Έλα όμως που απ΄ όλο αυτόν τον κύκλο των δεσμοφυλάκων, μόνο ένας είναι βάναυσος και κακός. Κοπιάστε στον Κορυδαλλό να σας δείξω εγώ μαστίγιο ελληνικό. Εκ πρώτης όψεως ρομάντζο αισθηματικό. Έλα όμως που η σχέση του δύστυχου δεσμοφύλακα με την έγκυο γυναίκα του, δακρύβρεκτη σαν μελόδραμα ελληνικό. Εκ πρώτης όψεως ιδεολογικό. Έλα όμως που ο ως θεατής αδυνατώ να καταλάβω την ευαισθησία των ισπανικών Αρχών απέναντι στους Βάσκους «τρομοκράτες» των φυλακών.

Για να μη φλυαρώ. Η μόνη ενδιαφέρουσα γραμμή σ΄ αυτό το πληθωρικό ισπανικό χρονικό είναι η διαλεκτική θύτη-θύματος. Γιατί όταν η έγκυος γυναίκα τού δύστυχου δεσμοφύλακα σκοτωθεί από κλωτσοπατινάδα ενός συναδέλφου του, τότε εκείνος με βίωμα τραγικό, καταλήγει στην ίδια μοίρα με κάθε φυλακισμένο κακοποιό. Οι συνθήκες και όχι ο χαρακτήρας είναι που καθοδηγούν τις πράξεις καθενός. Σωστό!

«Κελί 211»
Ο ευνοούμενος των ισπανικών βραβείων Γκόγια Εξέγερση φυλακών Ο θύτης θύμα κι αυτός Ποταμιαίο, φλύαρο, άνισο
ΒΑΘΜΟΙ=5 (Τoo much)

Οι ταινίες της εβδομάδας: Αποκάλυψη «Λίβανος», τώρα στις αίθουσες

Ο Ισραηλινός Σάμουελ Μάοζ δημιούργησε μία από τις σημαντικές αντιπολεμικές ταινίες στην ιστορία του κινηματογράφου

Παρά τον παραπλανητικό τίτλο του ο «Λίβανος» («Lebanon», 2009, Ισραήλ), το ντεμπούτο στη μυθοπλασία του ισραηλινού ντοκυμαντερίστα Σάμουελ Μάοζ, δεν είναι μια ταινία σχετική με τον πρώτο πόλεμο του Λιβάνου (1982) στον οποίο χρονικώς τοποθετείται. Θέμα της είναι ο φόβος στον πόλεμο, η αγωνία του πολεμιστή μπροστά στον θάνατο, το άγχος του για να βγάλει ζωντανός την ημέρα. Στην ταινία, η οποία διαδραματίζεται εξ ολοκλήρου μέσα σε ένα τεθωρακισμένο των Ισραηλινών (χρησιμοποιήθηκε στούντιο- αν και αυτό δεν φαίνεται καθόλου), παρακολουθούμε την πορεία του τανκ ενώ συνοδεύει περίπολο σε έρευνα εχθρικής περιοχής. Αυτό που αρχικώς παρουσιάζεται ως επιχείρηση ρουτίνας τίθεται σταδιακά εκτός ελέγχου και μετατρέπεται σε παγίδα θανάτου για το τετραμελές πλήρωμα του τανκ, στο καντράν του οποίου διαβάζουμε: «Το τανκ είναι από σίδερο, ο άνθρωπος από ατσάλι». Κουραφέξαλα! Οι τέσσερις εικοσάχρονοι δεν είναι από ατσάλι. Χειρίζονται τρέμοντας μια μηχανή θανάτου μπλεγμένοι στα παράλογα, άδικα δίχτυα του πολέμου. Τη σάρκα σου διαπερνούν οι φοβίες τους. Νιώθεις το χνότο τους. Μυρίζεις τα ούρα τους. Ανακουφίζεσαι όταν ακούς τις προσωπικές ιστορίες τους. Σε καμία σκηνή πλην της πρώτης και της τελευταίας η κάμερα δεν βγαίνει από το τανκ! Η εικόνα του πολέμου έξω από το τεθωρακισμένο παρουσιάζεται μέσα από τη διόπτρα του πυροβολητή, η ματιά του οποίου είναι στην πραγματικότητα αυτή τού Σ. Μάοζ, αφού υπήρξε ο ίδιος πυροβολητής στον πρώτο πόλεμο του Λιβάνου. Εζησε τραυματικές εμπειρίες και χρειάστηκαν 25 χρόνια να ξεπεράσει το σοκ και να γράψει το σενάριο κινηματογραφικής ταινίας. Και τι ταινίας! Υπόδειγμα κινηματογράφησης σε όλα τα επίπεδα. Ισως το πιο εντυπωσιακό αλλά και πιο τρομακτικό στοιχείο του «Λιβάνου» να είναι ο ήχος, όπου ο Μάοζ δούλεψε με τρομερή σχολαστικότητα. Ανάβει η μηχανή, τρομάζεις. Γυρίζουν οι ρόδες, τρομάζεις. Ανοίγει η πόρτα, τρομάζεις. Ο ήχος είναι στην κυριολεξία ένας από τους ήρωες της ταινίας!

Κατά τη γνώμη μου ο «Λίβανος» έχει ήδη κατακτήσει μια θέση ανάμεσα στις πιο σημαντικές αντιπολεμικές ταινίες από καταβολής κινηματογράφου μαζί με το «Μια βόλτα στον ήλιο» του Λούις Μάιλστοουν, τους «Σταυρούς στο μέτωπο» του Στάνλεϊ Κιούμπρικ, την «Αποκάλυψη τώρα!» του Φράνσις Κόπολα, το «Υποβρύχιο» του Βόλφγκανγκ Πέτερσεν και τη «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν» του Στίβεν Σπίλμπεργκ. Αν και δεν μου αρέσει να χρησιμοποιώ τη λέξη αριστούργημα, ο «Λίβανος» είναι.

* Μια ακόμη έκπληξη «μικρού βεληνεκούς» για την τρέχουσα εβδομάδα, αυτή τη φορά από την Ισπανία, είναι το «Κελί 211» («Cell 211», 2009) του πρώην κριτικού κινηματογράφου Ντανιέλ Μονσόν. Με όπλο του ένα μυθιστόρημα που έκανε πάταγο στη χώρα του, ο Μονσόν δημιούργησε ένα φιλμ-γροθιά στο στομάχι, εξιστορώντας την περίπτωση ενός δεσμοφύλακα (Αλμπέρτο Αμάν), ο οποίος εξαιτίας μιας τραγικής σύμπτωσης θα βρεθεί ανάμεσα στους εξεγερμένους κρατουμένους της φυλακής στην οποία έχει μετατεθεί. Το αποτέλεσμα είναι ένα θρίλερ που κόβει την ανάσα, χάρη στις σεναριακές ανατροπές που επιφυλάσσει το σενάριο αλλά και στην ένταση που κλιμακώνεται διαρκώς και πυροδοτείται από τη σχέση μεταξύ του δεσμοφύλακα και του αρχηγού των εξεγερμένων (Λουίς Τοσάρ).

ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

«Ταχάαν- Το παιδί με τη χειροβομβίδα» («Τahaan», Ινδία, 2008) του Σαντόις Σιβάν. Τρυφερή και έντιμη ταινία που εστιάζει στην άκρως συγκινητική σχέση ενός οκτάχρονου αγοριού, του Ταχάαν (Πουράφ Μπανταρέ), με έναν γάιδαρο. Οταν ο παπούς του αναγκάζεται να τον δώσει στον τοκογλύφο για να ξεχρεώσει, ο μικρός θα κάνει τα αδύνατα δυνατά για να τον πάρει πίσω. Το φιλμ, που έχει κερδίσει αρκετές διακρίσεις, προβλήθηκε πρώτη φορά στο Φεστιβάλ Ολυμπίας για παιδιά και νέους.

«Γερόλυκοι» («Οld dogs, ΗΠΑ, 2009) τουΓουόλτ Μπέκερ. Ο Τζον Τραβόλτα και ο Ρόμπιν Γουίλιαμς υποδύονται δύο πενηντάρηδες φίλους και συνεταίρους διαφημιστές οι οποίοι θα ξανανιώσουν όταν εισβάλουν στη ζωή τους τα δύο αντιπαθέστατα δίδυμα παιδιά του Γουίλιαμς- ο οποίος δεν γνώριζε την ύπαρξή τους. Κωμωδία χωρίς πλάκα, χωρίς κάποια αξέχαστη ατάκα, χωρίς καν την αμερικανική αφέλεια που θα την έκανε τουλάχιστον χαριτωμένη. Ακόμη χειρότερα, οι Τραβόλτα και Γουίλιαμς νομίζεις πως παίζουν με την ψευδαίσθηση ότι ακολουθούν το μοντέλο Χοντρού- Λιγνού, αγνοώντας το γεγονός ότι ούτε αυτό δεν θα μπορούσε να γίνει, αφού και οι δύο είναι χοντροί.

«Αμέλια» («Αmelia», ΗΠΑ, 2009) της Μίρα Ναΐρ. Δεν ξέρω τι ήταν αυτό που με ενόχλησε περισσότερο σε αυτήν την ταινία. Το μαλλί της Χίλαρι Σουόνκ (στη φωτογραφία), που είναι χειρότερο από εκείνο τουΚόλιν Φάρελ στον «Αλέξανδρο», ή η αδυναμία της ινδής σκηνοθέτιδας Μίρα Ναΐρνα πιαστεί από κάπου για να κάνει την ιστορία της θρυλικής αμερικανίδας αεροπόρου του Μεσοπολέμου Αμέλια Ερχαρτ στοιχειωδώς ελκυστική. Επίπεδο, χωρίς χυμούς, χωρίς σασπένς, το φιλμ καταλήγει βαρετό και σου δίνει την εντύπωση ότι γυρίστηκε χωρίς στόχο. Συμπρωταγωνιστούν ο Ρίτσαρντ Γκιρ (στον ρόλο του εκδότη Τζορτζ Πάτναμ που παντρεύτηκε την Ερχαρτ) και ο Γιούαν Μακ Γκρέγκορ.

«Στη χώρα των μαγικών πλασμάτων»

(«Where the wild things are», ΗΠΑ, 2009)
Του Σπάικ Τζόνζι

Φανταστείτε έναν συνδυασμό παραμυθιού α λα «Αλίκη στη χώρα των θαυμάτων» και κοινωνικής κωμωδίας αισθητικής αμερικανικού ανεξάρτητου κινηματογράφου (κάμερα στο χέρι, «σκληρή» φωτογραφία, ρεαλιστική ατμόσφαιρα). Εδώ, ένα μοναχικό αγόρι (Μαξ Ρέκορντς, στη φωτογραφία), που δεν αντέχει την πραγματικότητα στην οποία ζει, «φεύγει» με τη φαντασία του για έναν κόσμο παραμυθιού περιστοιχισμένο από πλάσματα που μοιάζουν να έχουν ανάγκη ψυχανάλυσης. Αυτό ακριβώς είναι το πιο καλό «πάτημα» του σεναρίου, το οποίο στηρίζεται στο διάσημο μυθιστόρημα του Μορίς Σεντάκ: ακόμη και τα πλάσματα ενός φανταστικού κόσμου έχουν την επιθυμία να πλάσουν τον δικό τους φανταστικό κόσμο επειδή αυτό που εμείς θεωρούμε φαντασία είναι για εκείνα πραγματικότητα. Ωστόσο ο cinema-verite τρόπος κινηματογράφησης είναι εντελώς ασυνήθιστος για παραμύθι· ενώ αρχικώς προκαλεί την περιέργεια, αργότερα γίνεται βαρύς. Στους ρόλους των πλασμάτων ακούγονται οι φωνές των Τζέιμς Γκαντολφίνι, Κρις Κούπερ, Φόρεστ Γουίτακερ κ.ά.

«Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά»

(«Μillennium 2: Τhe girl that played with fire»)

Του Ντάνιελ Αλφρεντσον

Το «Κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά», που είδαμε πριν από μερικούς μήνες στις αίθουσες, ήταν το πρώτο μέρος μιας κινηματογραφικής τριλογίας βασισμένης στο τρίπτυχο μπεστ σέλερ «Μillenniun» του σουηδού συγγραφέα Στιγκ Λάρσον - στην Ελλάδα τα δύο πρώτα βιβλία κυκλοφορούν από τις εκδόσεις Ψυχογιός. Οπως συμβαίνει και στα βιβλία η δεύτερη ταινία «παραλαμβάνει» απλώς τη σκυτάλη από το τέλος της προηγούμενης και συνεχίζει με νέα περιπέτεια του μαχητικού δημοσιογράφου Μίκαελ Μπλόμκβιστ (Μάικλ Νίκβιστ) και της ατίθασης ερευνήτριας Λίσμπετ Σαλαάντερ (Νούμι Ράπας, στη φωτογραφία). Ως ντετέκτιβ στόρι η ταινία παρακολουθείται μια χαρά, αν και εξακολουθώ να είμαι της άποψης ότι όλη η τριλογία θα ήταν προτιμότερο να έχει γυριστεί ως μίνι σειρά γιατί η θέση της είναι εμφανώς στην τηλεόραση. Επίσης απευθύνεται σε συγκεκριμένο κοινό, στους αναγνώστες των βιβλίων του Λάρσον και σε όσους τουλάχιστον έχουν δει την πρώτη ταινία. Μόνο αυτοί θα μπορέσουν να κατανοήσουν πλήρως κάποιες λεπτομέρειες της δεύτερης.

Η φρίκη του πολέμου ιδωμένη μέσα από ένα ισραηλινό τανκ

  • Ο αθέμιτος πόλεμος του Λιβάνου με τα φριχτά του αποτελέσματα είναι το θέμα της βραβευμένης με το Χρυσό Λιοντάρι της Βενετίας ταινίας «Λίβανος» του Σάμουελ Μάοζ, που προβάλλεται από σήμερα.

Στο πρόγραμμα, έξι ακόμη ταινίες: «Στη χώρα των μαγικών πλασμάτων», όμορφο παραμύθι του Σπάικ Τζόνζι, «Κελί 211» του Ισπανού Ντανιέλ Μονσόν, «Ταχάαν, το παιδί με τη χειροβομβίδα» του Ινδού Σάντος Σίβαν, «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά» του Σουηδού Ντάνιελ Αλφρεντσον, «Αμέλια» της Ινδής Μίρα Ναΐρ και η φαρσοκωμωδία «Γερόλυκοι» του Γουόλτ Μπέκερ.

Λίβανος

Lebanon.

Ισραήλ, 2009. Σκηνοθεσία-σενάριο: Σάμουελ Μάοζ. Ηθοποιοί: Γιόαβ Ντόνατ, Ιτάι Τίραν, Οσρι Κόεν, Μίκαελ Μοσόνοφ, Ζόχαρ Στράους, Ντούντου Τάσα. 93'

*****

Η φρίκη του πολέμου μέσα από την ιστορία τεσσάρων νεαρών Ισραηλινών στρατιωτών που στέλνονται να «καθαρίσουν» ένα παλαιστινιακό χωριό, σε μια ταινία ημιαυτοβιογραφική, δοσμένη με δύναμη και ειλικρίνεια - Χρυσό Λιοντάρι στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Μ' ένα επεισόδιο του πολέμου του Λιβάνου του 1982 καταπιάνεται στην ταινία του ο νέος Ισραηλινός σκηνοθέτης Σάμουελ Μάοζ. Βασισμένη στις εμπειρίες του σκηνοθέτη, αφηγείται την εφιαλτική περιπέτεια τεσσάρων 20χρονων νέων, μελών του ισραηλινού στρατού, που στέλνονται σ' ένα μοναχικό τανκ για να «καθαρίσουν» από τυχόν εναπομείναντες εχθρούς ένα λιβανέζικο χωριό που ήδη έχει ισοπεδωθεί από την ισραηλινή αεροπορία.

Η αποστολή τους, που αρχικά θεωρείται απλός περίπατος, θα καταλήξει σε αιματηρή εμπειρία, όταν οι τέσσερις νεαροί στρατιώτες διατάζονται να χρησιμοποιήσουν τον παράνομο «φλεγόμενο καπνό» (παρόμοιο που χρησιμοποίησαν πρόσφατα και στη Λωρίδα της Γάζας) ή να προβούν σε διάφορες αγριότητες, όπως η εν ψυχρώ εκτέλεση μιας ολόκληρης οικογένειας ή η ανατίναξη ενός αθώου Αραβα. Κλεισμένοι στο ατσάλινο τανκ τους, που σταδιακά μετατρέπεται σε κλουβί-φέρετρο, μπερδεμένοι και πανικοβλημένοι από τις διάφορες διαταγές, οι στρατιώτες θα βρεθούν τελικά σε εχθρικό έδαφος, περικυκλωμένοι από Σύρους στρατιώτες, με αποτέλεσμα η αποστολή να καταλήξει στον όλεθρο και τον θάνατο.

Σχεδόν ολόκληρη η ταινία εκτυλίσσεται μέσα στον περιορισμένο, κλειστοφοβικό χώρο του τανκ. Ευκαιρία για τον Μάοζ να δημιουργήσει μια ατμόσφαιρα τρόμου και να καταγράψει, με έναν έντονα ρεαλιστικό τρόπο, τις εμπειρίες των τεσσάρων, απροετοίμαστων για ένα πόλεμο που δεν τους ενδιαφέρει, αγοριών. Εμπειρίες που ζει, σε κάθε λεπτό, μαζί τους ο θεατής.

Στην αφήγησή του, ο Μάοζ χρησιμοποιεί ένα στιλ συγγενικό μ' εκείνο του αμερικανικού κινηματογράφου (στον νου έρχονται ταινίες όπως το «Εφοδος» του Ολντριτς ή οι πολεμικές του Σάμιουελ Φούλερ), για να περιγράψει τον παραλογισμό του πολέμου. Η ταινία συμπληρώνει την άλλη ισραηλινή, και καλύτερη πρέπει να πω, αντιπολεμική ταινία «Βαλς με τον Μπασίρ» του Αρι Φόλμαν, που αναφερόταν στον ίδιο πόλεμο του Λιβάνου. Παρά την έλλειψη μιας γενικότερης ματιάς πάνω στην όλη κατάσταση αλλά και μιας πιο ολοκληρωμένης και πρωτότυπης ανάπτυξη των τεσσάρων χαρακτήρων, ο «Λίβανος» είναι γυρισμένος με δύναμη, ειλικρίνεια και ταλέντο. Μια συγκλονιστική ταινία, κραυγή ενάντια σ' οποιονδήποτε κατακτητικό, όπως αυτό του Ισραήλ, πόλεμο, που αξίζει να δείτε.

Στη χώρα των μαγικών πλασμάτων

Where the Wild Things Are.

ΗΠΑ, 2009. Σκηνοθεσία: Σπάικ Τζόνζι. Σενάριο: Σπάικ Τζόνζι, Ντέιβ Εγκερς, Μορίς Σεντάκ. Ηθοποιοί: Μαξ Ρέκορντς, Πεπίτα Εμερικς, Κάθριν Κίνερ, Μαρκ Ράφαλο, Στιβ Μουζάκις και οι φωνές των: Τζέιμς Γκαντολφίνι, Πολ Ντέινο, Φόρεστ Γουίτακερ, Κάθριν Ο'Χάρα. 101'

***½

Ενα εννιάχρονο παιδί αναζητεί την ελευθερία στο φανταστικό ταξίδι του σ' ένα μαγικό νησί, κατοικημένο από παράξενα, όμορφα όντα, σε μια ωραία, εντυπωσιακή διασκευή του γνωστού παραμυθιού του Μορίς Σεντάκ.

Ο γνωστός σκηνοθέτης Σπάικ Τζόνζι («Στο μυαλό του Τζον Μάλκοβιτς», «Adaptation») στρέφεται, στη νέα του αυτή ταινία, σε μια κλασική ιστορία γύρω από την παιδική ηλικία, γραμμένη το 1963 από τον πολυβραβευμένο συγγραφέα Μορίς Σεντάκ.

Πρωταγωνιστής ο Μαξ, ένα ατίθασο, ευαίσθητο αγόρι, που, επειδή νιώθει πως στο σπίτι του δεν τον καταλαβαίνει κανείς, δραπετεύει σ' ένα μαγικό νησί όπου συναντά τα Μαγικά Πλάσματα, μυστηριώδη και παράξενα όντα, που αναζητούν απεγνωσμένα έναν ηγέτη. Ο Μαξ, που διψά να κυβερνήσει, στέφεται βασιλιάς κι αναλαμβάνει να φτιάξει έναν κόσμο όπου όλοι θα είναι ευτυχισμένοι. Μόνο που σταδιακά ανακαλύπτει πως αυτό δεν είναι εύκολο πράγμα και οι καταστάσεις είναι πιο περίπλοκες απ' ό,τι φαντάστηκε...

Ο Τζόνζι αναπλάθει με φαντασία και ομορφιά το μαγικό κόσμο του βιβλίου, ενώ ταυτόχρονα καταγράφει πειστικά τα προβλήματα που αντιμετωπίζει ο Μαξ: προβλήματα που εκφράζονται μέσα από τη φυγή του από μια μητέρα που αρνείται να τον καταλάβει, σ' ένα φανταστικό κόσμο όπου να μπορεί ελεύθερα να κάνει ό,τι θέλει, τις σχέσεις του με τα διάφορα όντα -πτυχές της ίδιας της προσωπικότητας του Μαξ- αλλά και το δύσκολο αλλά αναγκαίο πέρασμα από την παιδική στην εφηβική ηλικία. Αν και, πρέπει να σημειώσω, η απουσία του τακτικού σεναριογράφου του, Τσάρλι Κάουφμαν, γίνεται συχνά αισθητή στους κάπως απλοϊκούς διαλόγους της ταινίας.

Εκείνο, όμως, που ο σκηνοθέτης πέτυχε περισσότερο από οτιδήποτε άλλο είναι ο συνδυασμός των ζωντανών ανθρώπων με τα όντα του μαγικού νησιού: από τη μια τον Μαξ Ρέκορντς, την Κάθριν Κίνερ και τον Μαρκ Ράφαλο, πολύ καλούς στο ρόλο του εννιάχρονου Μαξ, της αγχωτικής μητέρας του και του εραστή της, αντίστοιχα, κι από την άλλη τους ηθοποιούς (Τζέιμς Γκαντολφίνι, Κάθριν Ο' Χάρα, Φόρεστ Γουίτακερ κ.ά.) να υποδύονται τα γοητευτικά, εντυπωσιακά όντα του νησιού. Ο Τζόνζι τα έντυσε με διάφορα παράξενα κοστούμια και με την ειδική ψηφιακή επεξεργασία στα πρόσωπά τους κατάφεραν να αποδώσουν με ακρίβεια τις απαραίτητες συσπάσεις, τις σκέψεις και γενικά τις κινήσεις τους.

Κελί 211

Cell 211.

Ισπανία/Γαλλία, 2009. Σκηνοθεσία: Ντανιέλ Μονσόν. Σενάριο: Ντανιέλ Μονσόν, Χόρχε Γκουερικετσεβάρια. Ηθοποιοί: Λουίς Τοσάρ, Αλμπέρτο Αμάν, Αντόνιο Ρεζίνες, Μάρτα Ετούρα, Κάρλος Μπαρντέμ. 110'

***

Η σχέση ανάμεσα σ' ένα δεσμοφύλακα και ένα φυλακισμένο, αρχηγό μιας εξέγερσης στις φυλακές, σ' ένα δυνατό, βουτηγμένο σε μια κλειστοφοβική ατμόσφαιρα, δράμα.

Μια εξέγερση στις φυλακές και η σχέση που αναπτύσσεται ανάμεσα σ' ένα νέο δεσμοφύλακα και τον αρχηγό της εξέγερσης είναι στο επίκεντρο της ταινίας του Ισπανού Ντανιέλ Μονσόν.

Η ιστορία είναι σχετικά απλή. Ο Χουάν (πολύ καλός στο ρόλο ο Αλμπέρτο Αμάν), ένας νεαρός δεσμοφύλακας, ενώ ξεναγείται από τους συναδέλφους του στις φυλακές όπου πρόκειται ν' αρχίσει να εργάζεται, τραυματίζεται στο κεφάλι από ένα κομμάτι τοίχου που ξεκολλά από την οροφή. Μεταφέρεται στο άδειο κελί 211, όπου οι συνάδελφοί του προσπαθούν να τον συνεφέρουν. Την ίδια όμως στιγμή ξεσπά μια εξέγερση σε τμήμα της φυλακής και ο Χουάν εγκαταλείπεται από τους συναδέλφους του. Οταν συνέρχεται, αρχίζει να προσποιείται τον εγκληματία για να πείσει τον Μαλαμάντρε (εξαιρετική ερμηνεία από τον Λουίς Τοσάρ), τον αδίστακτο αρχηγό των εξεγερμένων, για να μπορέσει να επιβιώσει.

Ο σκηνοθέτης ακολουθεί ένα ημι-ντοκιμαντεριστικό τρόπο για να καταγράψει την εξέλιξη τόσο της εξέγερσης (στο νου έρχεται «Ο δήμιος των κολασμένων» του Ντασσέν) όσο και της σχέσης φιλίας που αναπτύσσεται ανάμεσα στον Χουάν και τον Μαλαμάντρε. Η κατάσταση στις φυλακές, οι δίκαιες απαιτήσεις των φυλακισμένων, αντίθετα με τη ψυχρή, συχνά ωμή, στάση των δεσμοφυλάκων, αλλά και η αδιαφορία του κράτους απέναντί τους, αρχίζουν σταδιακά να αλλάζουν τις απόψεις του Χουάν. Ο Μονσόν εκμεταλλεύεται την πλοκή και τις διάφορες καταστάσεις -ανάμεσά τους και το θέμα των Βάσκων τρομοκρατών, καθώς και η ιστορία που αφορά την έγκυο γυναίκα του Χουάν- για να μετατρέψει τον κόσμο της φυλακής σ' ένα μικρόκοσμο της κοινωνίας. Ενώ η στρωτή αφήγηση, μαζί με τη δημιουργία μιας κλειστοφοβικής ατμόσφαιρας, ο γοργός ρυθμός και οι συνεχείς ανατροπές δημιουργούν το απαιτούμενο σασπένς.

Ταχάαν, το παιδί με τη χειροβομβίδα

Tahaan.

Ινδία, 2008. Σκηνοθεσία: Σάντος Σίβαν. Σενάριο: Σάντος Σίβαν, Ρίτες Μένον, Πολ Χάρταρτ. Ηθοποιοί: Πούραβ Μπαντάρε, Ανουπάμ Κερ, Ραχούμπ Μπόσε. 97'

***

Ενα οκτάχρονο αγόρι μπλέκει με τρομοκράτες στην προσπάθειά του ν' ανακτήσει το γαϊδουράκι του, σε μια τρυφερή, δοσμένη με αγάπη, ειλικρίνεια και ποίηση ταινία. Μια απλή, τρυφερή, δοσμένη με αγάπη και ειλικρίνεια ταινία από την Ινδία είναι η ταινία «Ταχάαν, το παιδί με τη χειροβομβίδα», του σκηνοθέτη και γνωστού διευθυντή φωτογραφίας Σάντος Σίβαν. Είναι δοσμένη με ένα ρυθμό και μια ματιά πάνω στα πρόσωπα και τους χώρους που φέρνουν στο νου τις ιρανικές ταινίες του Μαχμαλμπάφ και του Κιαροστάμι.

Πρωταγωνιστής είναι ο Ταχάαν, ένα οκτάχρονο αγόρι (μια εκπληκτική ερμηνεία από τον Πούραβ Μπαντάρε), που ο καλύτερός του φίλος είναι ένα γαϊδουράκι, ο Μπίρμπαλ. Οταν ο πατέρας του πεθαίνει και η μητέρα του, για να ξοφλήσει μέρος του χρέους σ' ένα τοκογλύφο, αναγκάζεται να πουλήσει όλη τη μικρή περιουσία τους, ανάμεσά τους και τον Μπίρμπαλ, ο Ταχάαν είναι έτοιμος να κάνει οτιδήποτε για να ανακτήσει το γαϊδουράκι του. Τα πράγματα όμως αλλάζουν όταν μπλέκει με τρομοκράτες...

Ο Σάντος Σίβαν έπιασε τον παλμό της ζωής των ανθρώπων που ζουν στην περιοχή του Κασμίρ, όπου εκτυλίσσεται η ιστορία. Η έξοχη φωτογραφία του καταγράφει με όμορφες πινελιές την καθημερινή ζωή του μικρού, αθώου ήρωά του, αλλά και το μπλέξιμό του με τρομοκράτες που τον παρασύρουν με διάφορες ιστορίες και του υπόσχονται να του δώσουν πίσω το γαϊδουράκι του. Ευτυχώς, ο σκηνοθέτης δεν καταφεύγει σε εύκολες, αναμενόμενες λύσεις, αλλά επιλέγει την έκπληξη, που δένει τόσο με την αφέλεια και την αθωότητα του Ταχάαν, για να δώσει μια παγκοσμιότητα στην ιστορία του. Μια πολύ όμορφη, ποιητική ταινία. *

Οι άλλες ταινίες

ΤΟ ΚΟΡΙΤΣΙ ΠΟΥ ΕΠΑΙΖΕ ΜΕ ΤΗ ΦΩΤΙΑ (Flickan som lekte med elden, Millennium Part 2).

Σουηδία, 2009. Σκηνοθεσία: Ντάνιελ Αλφρεντσον. Σενάριο: Γιόνας Φρίκμπεργκ, από μυθ. Στιγκ Λάρσον. Ηθοποιοί: Νοόμι Ραπάσε, Μίκαελ Νίκβιστ, Λένα Εντρε, Σοφία Λένταρπ. 127'

** Αντίθετα με το πρώτο μέρος, που γυρίστηκε απ' ευθείας για τη μεγάλη οθόνη, το δεύτερο μέρος της γνωστής τριλογίας του Στιγκ Λάρσον γυρίστηκε αρχικά ως μίνι σειρά για την τηλεόραση και πρέπει να πω ότι το αποτέλεσμα φαίνεται. Ο δημοσιογράφος Μάικλ και η νεαρή Λίζαμπεθ (το κορίτσι με το τατουάζ) μπλέκουν σε νέες περιπέτειες, ενώ η Λίζαμπεθ προσπαθεί ν' αποδείξει την αθωότητά της, σε ένα καλογυρισμένο θρίλερ, όπου δυστυχώς οι χαρακτήρες παραμένουν τυποποιημένοι. Στα συν της ταινίας οι καλές ερμηνείες και το καλοστημένο σασπένς.

ΑΜΕΛΙΑ (Amelia).

ΗΠΑ/Καναδάς, 2009. Σκηνοθεσία: Μίρα Ναΐρ. Σενάριο: Ρόναλντ Μπας, Αν Χάμιλτον Φέλαν. Ηθοποιοί: Χίλαρι Σουόνκ, Ρίτσαρντ Γκιρ, Γιούαν ΜακΓκρέγκορ, Κρίστοφερ Εκελστον. 111'

* Η γνωστή Ινδή σκηνοθέτρια Μίρα Ναΐρ («Monsoon Wedding») καταπιάνεται με τη βιογραφία της θρυλικής Αμερικανίδας πιλότου, Αμέλια Ερχαρτ (Χίλαρι Σουόνκ), που το 1937 εξαφανίστηκε πάνω από τον Ειρηνικό ωκεανό ενώ προσπαθούσε να κάνει το γύρο του κόσμου με το αεροπλάνο της. Εστιάζει ένα μεγάλο μέρος της ταινίας στη σχέση της με δυο άντρες - το σύζυγο (Γκιρ) και τον ερωμένο (ΜακΓκρέγκορ). Παρά την ωραία αεροφωτογραφία και την παρουσία της ταλαντούχας ηθοποιού Χίλαρι Σουόνκ, δυστυχώς η πλοκή παραμένει ανιαρή και διερωτάσαι πώς μπλέχτηκε στην όλη υπόθεση η καλή σκηνοθέτρια Μίρα Ναΐρ.

ΓΕΡΟΛΥΚΟΙ (Old Dogs).

ΗΠΑ, 2009. Σκηνοθεσία: Γουόλτ Μπέκερ. Σενάριο: Ντέιβιντ Ντάιαμοντ, Ντέιβιντ Γουέισμαν. Ηθοποιοί: Τζον Τραβόλτα, Ρόμπιν Γουίλιαμς, Κέλι Πρέστον, Ελα Μπλου Τραβόλτα, Ματ Ντίλον, Αν Μάργκρετ.

Φαρσοκωμωδία γύρω από δυο φίλους, τον Τσάρλι και τον Νταν (Τραβόλτα και Γουίλιαμς), που αναλαμβάνουν προσωρινά τη φροντίδα των μικρών διδύμων της πρώην συζύγου του Νταν. Αφορμή για μια σειρά χοντροκομμένων γκαγκ, με τους δυο μεσήλικους ηθοποιούς να προσπαθούν με διάφορα μέσα να διασκεδάσουν τα μικρά...

Wednesday, January 20, 2010

Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά

  • Γράφει η ΤΖΙΑ ΓΙΟΒΑΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Πέμπτη 21 Γενάρη 2010

Το αστυνομικό θρίλερ «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά» (σουηδικής παραγωγής) αποτελεί το δεύτερο μέρος της τριλογίας «Μillennium» («Μιλένιουμ») και είχε προγραμματιστεί για τηλεοπτική παραγωγή. Μετά όμως την τεράστια εμπορική επιτυχία που σημείωσε το πρώτο κομμάτι, «Το κορίτσι με το τατουάζ», τα σχέδια άλλαξαν.

Στο δεύτερο λοιπόν μέρος, που προβάλλεται από σήμερα στους κινηματογράφους, ξαναβρίσκουμε τα πρόσωπα που συνιστούν τη ραχοκοκαλιά της τριλογίας. Τον δημοσιογράφο του περιοδικού «Μιλένιουμ», Μίκαελ Μπλούμκβιστ, και την Λίσμπετ Σαλάντερ, τη νεαρή χάκερ με εμφάνιση «ίμο» που, στο τέλος της προηγούμενης ταινίας, είχαμε αφήσει σε μια πολυτελή βίλα κάπου στην Καραϊβική. Η Λίσμπετ επιστρέφει στη Στοκχόλμη για να κανονίσει τους ανοικτούς της λογαριασμούς με δικηγόρους και ψυχιάτρους που φρόντισαν με ψευδή ιατρικά στοιχεία να την κλείσουν στα 12 της σε ψυχιατρικό ίδρυμα, ισχυριζόμενοι επικίνδυνη πνευματική διαταραχή. Η τύχη θέλησε να την ξαναφέρει στο δρόμο του Μίκαελ Μπλούμκβιστ. Την αφορμή έδωσε νεαρός δημοσιογράφος που, με τη βοήθεια της εγκληματολόγου κοπέλας του, χαρτογράφησε εκτεταμένο δίκτυο ευυπόληπτων πελατών κυκλώματος πορνείας που εμπορεύεται γυναίκες, κύρια από την Ανατολική Ευρώπη. Το ισχυρό κύκλωμα δολοφονεί το ζευγάρι πριν προλάβει να παραδώσει το αποκαλυπτικό άρθρο στο περιοδικό «Μιλένιουμ». Στο όπλο του εγκλήματος βρίσκονται τα δακτυλικά αποτυπώματα της Λίσμπετ. Μετά από μία ακόμη δολοφονία με το ίδιο όπλο, η «ίμο» χάκερ πληροφορείται από τα πρωτοσέλιδα εφημερίδων ότι καταζητείται για τρεις φόνους. Ως είναι φυσικό κρύβεται, μεταμφιέζεται και ψάχνει για αποδείξεις που θα την απενοχοποιήσουν. Ολες οι ενδείξεις την οδηγούν σε κάποιον που ονομάζεται Σάλα. Ο Μίκαελ Μπλούμκβιστ, που γνωρίζει καλά την Λίσμπετ είναι ο μοναδικός που πιστεύει στην αθωότητά της, ενώ και οι δικές του έρευνες ενισχύουν την πεποίθηση ότι ο αδίστακτος εγκληματίας Σάλα ή μάλλον Σαλασένκο κρύβεται πίσω από τους τρεις φόνους.

Η Σουηδία έχει μακρά παράδοση στο αστυνομικό μυθιστόρημα και σημαντικό μέρος της συνολικής παραγωγής έχει κατά καιρούς μεταφερθεί, περισσότερο ή λιγότερο επιτυχώς, στην τηλεόραση και τον κινηματογράφο. Ενδεικτικά αναφέρω τη σειρά των Σεβάλ και Βαλέες όπου πρωταγωνιστεί ο αστυνόμος Μάρτιν Μπεκ και τη σειρά με τον αστυνομικό επιθεωρητή Κουρτ Βαλάντερ που έπλασε η φαντασία του Χένινγκ Μανκέλ.

Η τριλογία «Μιλένιουμ» υπογράφεται από τον συγγραφέα Στιγκ Λάρσον, που πέθανε από ανακοπή το 2004, σε ηλικία 50 μόλις ετών. Ο Λάρσον σχεδίαζε τη συγγραφή 10 συνολικά αστυνομικών μυθιστορημάτων με ήρωα τον δημοσιογράφο Μίκαελ Μπλούμκβιστ, είχε μάλιστα ήδη καταλήξει στο «στόρι» των έξι πρώτων. Πρόλαβε λίγο πριν τον θάνατό του να παραδώσει στον εκδότη του την ολοκληρωμένη τριλογία «Μιλένιουμ», ενώ στον προσωπικό του υπολογιστή βρέθηκαν 320 σελίδες από το τέταρτο βιβλίο της συλλογής, που παραμένει ατελείωτο.

Ο Λάρσον έγινε πολυεκατομμυριούχος μετά θάνατο λόγω της σαρωτικής επιτυχίας που σημείωσαν τα έργα του. Μάλιστα, αυτήν την περίοδο βρίσκονται στα δικαστήρια και ερίζουν, η συμβία από τη μια και ο πατέρας κι αδελφός του συγγραφέα από την άλλη, για το ποιος δικαιούται να κληρονομήσει τα πνευματικά δικαιώματα.

Το πρώτο μέρος της σειράς που έφερε τον τίτλο «Το κορίτσι με το τατουάζ» το σκηνοθέτησε ο Δανός Νιλς Αρντεν Οπλεβ. Σκηνοθέτης της δεύτερης ταινίας «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά» είναι ο Ντάνιελ Αλφρεντσον, γιος του δημοφιλέστατου ηθοποιού, κωμικού, συγγραφέα και σκηνοθέτη Χάσε Αλφρεντσον και αδελφός τού επίσης σκηνοθέτη Τόμας Αλφρεντσον, γνωστού στην Ελλάδα από την ταινία «Ασε το κακό να μπει».

Η κατά Αλφρεντσον συνταγή της συνέχειας του πρώτου μέρους φαίνεται να συνίσταται στο «ακόμα περισσότερη δράση».

Στο άγαρμπο σενάριο που σφύζει από κλισέ και γραφικότητες τουριστικής τάξης, χρησιμοποιήθηκαν λίθοι, πλίνθοι και κέραμοι ατάκτως ερριμμένα. Καλοί και κακοί (αλήθεια ποιος είναι τι;) στο μεταμοντέρνο χωνευτήρι κι όποιον πάρει ο χάρος, αρκεί οι πωλήσεις να πάνε καλά... Και, ο τερατώδης κατάξανθος κολοσσός με τη γενετική αναλγησία - κάτι ανάμεσα σε απόγονο του Φρανκενστάιν και του γορίλα με την ατσάλινη οδοντοστοιχία στο φιλμ του «Τζέιμς Μποντ» - και, οι συμμορίες των μοτοσικλετιστών τύπου «Χελς Εϊντζελς» και, δικηγόροι σαδιστές και βιαστές και, λεσβίες και, διεστραμμένοι ψυχίατροι και, Σοβιετικός πρώην πράκτορας που αυτομόλησε στον παράδεισο της ελευθερίας το 1940 και συνεχίζουν να καλύπτουν οι μυστικές σουηδικές υπηρεσίες. Μέχρι και ο κοσμικός πυγμάχος Πάολο Ρομπέρτο χώρεσε και υποδύεται τον εαυτό του. Οι ρόλοι που προανέφερα είναι, ας πούμε, δραματουργικά οργανικοί. Παράλληλα όμως υπάρχει έντονη κινητικότητα αδικαιολόγητης πασαρέλας, εμφανίζονται δημοφιλή ονόματα σε ρόλους που αιωρούνται, που έρχονται από το πουθενά, πετούν δυο ατάκες και εξαφανίζονται ανεπιστρεπτί. Ενας τέτοιος είναι ο ρόλος του Αρμάνσκι, όπου βρίσκουμε τον δικό μας Μιχάλη Κουτσογιαννάκη, δημοφιλή ηθοποιό με γερή θεατρική καριέρα στη Σουηδία. Σε αντίστοιχο ρόλο βλέπουμε και τον κλεισμένο σε οίκο ευγηρίας, πάλαι ποτέ σπουδαίο, Περ Οσκαρσον.

Το κύκλωμα σεξουαλικής εμπορίας γυναικών που αρχικά εμφανίζεται ως δομικό στοιχείο, ακολουθεί φθίνουσα πορεία έως την πλήρη εξαφάνισή του, χωρίς καν να γίνει κάποιο τυπικό έστω σχόλιο επί του θέματος. Ψελλίζουν κάτι για τους κακούς, τους πελάτες, που εφόσον προκαλούν ζήτηση, αυτοί ευθύνονται για τη δημιουργία προσφοράς.

Θεωρώ ότι η Λίσμπετ Σαλάντερ αποδίδει αφαιρετικά την ουσία του μοντέλου του ανθρώπου που πλάθεται μέσα στις αξίες της νέας τάξης πραγμάτων. Είναι αυτάρκης, δεν έχει και δε θέλει να έχει ανάγκη κανέναν. Οταν οι περιστάσεις το απαιτούν επικοινωνεί με τους άλλους μέσω κομπιούτερ, όταν το επιβάλλει η περίπτωση εκφράζεται λακωνικά με λεξιλόγιο 200 λέξεων. Ζει σε ένα είδος αποστειρωμένου από ίχνη ζωής περιβάλλον, είναι όμως καλός καταναλωτής και αγοράζει σουηδικά. Συναρμολογούμενα έπιπλα από πλαστικό κι ατσάλι από την ΙΚΕΑ και υψηλή σουηδική τεχνολογία, που την κατάλληλη στιγμή της σώζει τη ζωή. Κατ' αυτόν τον τρόπο, η καινούργια φεμινιστική εικόνα που η Λίσμπετ συνθέτει, πιστεύει ότι είναι ελεύθερη. Και ευτυχισμένη, χωρίς συναισθήματα!

Θα ήθελα μόνο να σταθώ σ' ένα και μοναδικό σημείο που ένιωσα σφίξιμο στο στομάχι. Ο εφιάλτης της Λίσμπετ για την ψυχιατρική κλινική αναμόχλευσε στη μνήμη μου το καθεστώς των υποχρεωτικών στειρώσεων σε παρεκκλίνοντα, του φυσιολογικού, άτομα, που θεσμοθετήθηκε το 1934 - κατόπιν προτροπής της υπουργού πρόνοιας της κυβέρνησης των σοσιαλδημοκρατών κυρίας Αλβα Μίρνταλ. Η σχετική νομοθεσία, που καταργήθηκε το 1976, μετρά 63.000 θύματα, μεταξύ αυτών άτομα με σύνδρομο Ντάουν, μειονότητες π.χ. Τάταροι, αλλά και κομμουνιστές... Οι υποχρεωτικές στειρώσεις, κατά τον ΟΗΕ, συνιστούν έγκλημα κατά της ανθρωπότητας. Γι' αυτά βέβαια επιμελώς σιωπούν οι οπαδοί του παραδειγματικού σοσιαλδημοκρατικού μοντέλου.

Οσο για την κινηματογραφική τριλογία... έπεται συνέχεια... Ισως το έσχατο μέρος λύσει τυχόν απορίες σας και ερωτήματα. Ποιος ξέρει...

Σκηνοθεσία: Ντάνιελ Αλφρεντσον

Παίζουν: Νοόμι Ραπάς, Μίκαελ Νίκβιστ, Λένα Εντρε, Περ Οσκαρσον, Μιχάλης Κουτσογιαννάκης κ.ά.