Sunday, October 24, 2010

Ο Γιάννης των μιούζικαλ



Του ΙΑΣΟΝΑ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗ, Αδέσμευτος Τύπος, 24/10/2010

Σαν ελάχιστο αφιέρωμα στη μνήμη του κορυφαίου Ελληνα σκηνοθέτη του κλασικού ελληνικού κινηματογράφου, του Γιάννη Δαλιανίδη, που μας αποχαιρέτισε πριν από εννέα μέρες το περασμένο Σάββατο αναδημοσιεύουμε σήμερα εδώ κάποια αποσπάσματα μιας συνέντευξης που μου είχε παραχωρήσει σχετικά με την καριέρα του πριν από κάποια χρόνια για τις ανάγκες του βιβλίου μου «Στο τέλος μιλάει το πανί» (εκδόσεις «Αμμος»): 
…Ο ελληνικός κινηματογράφος χωρίζεται σε πριν και μετά τον Γιάννη Δαλιανίδη. Ισως να μην είναι ο καλύτερος σκηνοθέτης που πέρασε αλλά είναι αυτός που τον καθόρισε περισσότερο. Για άλλους προς το καλό, για άλλους όχι. Ο Δαλιανίδης ασχολήθηκε με όλα τα κινηματογραφικά είδη: δράμα, κωμωδία, μιούζικαλ, αστυνομικό. Και σε όλα έβαλε τη σφραγίδα του. Πάνω απ’ όλα όμως η σημαντικότητά του βασίζεται στο γεγονός ότι με το μαγικό ραβδί του άλλαξε τους χρόνους και τους ρυθμούς του σινεμά στη χώρα μας, μεταφυτεύοντας την αμερικανική φιλοσοφία του είδους. Ο κόσμος τον ακολούθησε -στα χρόνια του ’60 η υπογραφή του μετρούσε όσο της Βουγιουκλάκη- και σε λίγο οι συνάδελφοί του. Το στυλ Δαλιανίδη -ακίνητα πλάνα, τραγούδια, χοροί, στιλιζαρισμένες πόζες- έκανε πάταγο. Ο Δαλιανίδης δεν έφυγε ποτέ από τον Φίνο... 
«Εγραφα πάντοτε. Και όταν ήμουν στο θέατρο ηθοποιός, αλλά και στα βαριετέ που έκανα με την Κούλα Νικολαϊδου, πολλά νούμερα απ’ αυτά που έπαιζα, τα έγραφα εγώ. Στο Στρατό γνώρισα τον Δημήτρη Αθανασιάδη, ο οποίος ανακατευόταν με την παραγωγή και το σινεμά. Χάρη σ’ αυτόν γνώρισα τους κινηματογραφικούς κύκλους της εποχής. Μάλιστα έπαιξα και σε κάποια έργα. Και όταν διάβασα περισσότερα ελληνικά σενάρια έκρινα ότι εγώ θα μπορούσα να κάνω αυτή τη δουλειά καλύτερα. Επρεπε όμως να το αποδείξω. Πρώτα στον εαυτό μου και ύστερα στους άλλους. Ετσι έγραψα το «Τρελοκόριτσο». Τα «Τρελοκόριτσο» το έγραψα για την Αλίκη Βουγιουκλάκη… 
Θυμάμαι μια μέρα στην Ακαδημίας ήμουν στο πεζοδρόμιο και σταματάει ένα αυτοκίνητο. Βγαίνει κάποια και μου λέει ο Αθανασιάδης: «Να, αυτή είναι η Αλίκη». Ηταν ένα Θείο πλάσμα. Μόλις τότε, είχε βαφτεί ξανθιά. Μ’ άρεσε πάρα πολύ. Απ’ αυτήν εμπνεύστηκα «Το τρελοκόριτσο». Ηθελα να κάνω μια κωμωδία. Ποτέ δεν μ’ άρεσε να βγάζω το γέλιο από δύσμορφους ανθρώπους ή ανθρώπους που είχαν κάποιο ελάττωμα, και μέσα απ’ αυτό το ελάττωμα- το σωματικό αν θέλεις- να βγαίνει το γέλιο. Οχι. Ηθελα το γέλιο να βγαίνει από ωραία πλάσματα. Μην ξεχνάμε πως ο Λάσκος με πρωτόβγαλε στο θέατρο της Αθήνας. Με είχε δει στη Θεσσαλονίκη και μου είπε: «Αν κατέβεις κάτω, θα ’ρθεις οπωσδήποτε σε μένα». Ο Λάσκος ήταν ένα εκπληκτικός άνθρωπος, ειλικρινής, δεν ζήλευε τους συναδέλφους του, δεν είχε κακίες και μικρότητες. Μου είπε τότε: «Ρε Σαλονικιέ, θα μας τη φας τη δουλειά». Αυτό μου τόνωσε το ηθικό. Ημουν πια βέβαιος ότι κάτι συμβαίνει και ότι θα μπορέσω να το προωθήσω… 
…Το σενάριο του «Κατήφορου» το είχα γραμμένο. Θυμάμαι πως όταν το διάβαζα στους διάφορους δεν τους άρεσε και μου έλεγαν: «Τι θέλεις εσύ, τώρα με τα δράματα; Το στοιχείο σου εσένα είναι η κωμωδία»… 
…Ηταν ημέρα της γιορτής μου, θυμάμαι, και με ζήτησαν στο τηλέφωνο. Ηταν ένας υπάλληλος του Φίνου που μου είπε: «Κύριε Δαλιανίδη θέλει να σας μιλήσει ο κύριος Φίνος». Καταλαβαίνεις τι σήμαινε αυτό για μένα. Την επομένη πήγα, μπήκαμε στην αίθουσα προβολής -γιατί εκεί ο Φίνος συνήθιζε να κάνει τις συναντήσεις του- και μου είπε πως είχε δει την «Αλήθεια» με την Μπαρντό. Με αυτό σαν αφορμή μου είπε πως ήθελε να κάνει μια ταινία για τη νεολαία. Πήδησα ώς επάνω. «Το ’χω έτοιμο το σενάριο», του είπα. Του πήγα τον «Κατήφορο», τον διάβασε και του άρεσε πολύ. Μου άλλαξε όμως το φινάλε. Εγώ, στο φινάλε, είχα έναν δικηγόρο ο οποίος υπερασπιζόταν τη Ζωίτσα. Ο Φίνος όμως παρατήρησε: «Αφού είναι ο πατέρας της δικηγόρος, γιατί δεν την υπερασπίζεται ο ίδιος;». Ετσι, αυτά που είχα γράψει για τον τάδε δικηγόρο τα πέρασα στον πατέρα. Εγινε πολύ μελό το τέλος, αλλά ίσως αυτός να ήταν και ο λόγος της τεράστιας επιτυχίας... 
…Αν αρχίσουμε να μιλάμε για τον Φίνο, δεν θα τελειώσουμε ποτέ. Τι να πρωτοπώ. Καταρχήν, αυτός ο άνθρωπος ήταν αφιερωμένος στον κινηματογράφο. Δεν τον ενδιέφερε τίποτα, μα τίποτ’ άλλο. Κανένα ενδιαφέρον. Πολύ περισσότερο για κοσμικότητες και τέτοια. Το βασίλειό του ήταν το στούντιο. Εάν τον έβγαζες από τη Χίου, ήταν σαν το ψάρι έξω από το νερό. Ο Φίνος ποτέ δεν ενδιαφέρθηκε για τα οικονομικά του. Αυτό είναι ένα άλλο μυστήριο. Εκανε τις πιο εμπορικές ταινίες και πάντα ήταν χρεωμένος… 
…Μετά τη «Μουσίτσα» η Αλίκη κατέφευγε σε μένα πάντα μετά από κάποια αποτυχία. Της «Ψεύτρας» προηγήθηκε το «Ταξίδι» που εμένα μου άρεσε πάρα πολύ. Η Αλίκη, όμως, εκεί έπαιζε ένα ρόλο τέτοιο, που ο κόσμος δεν τον ήθελε… 
…Και πάμε στο πρώτο μιούζικαλ. Μην ξεχνάς ότι προέρχομαι από το μουσικό θέατρο. Εχω κάνει σπουδές χορού. Ονειρό μου πάντα ήταν να κάνω μιούζικαλ. Δειλά - δειλά βέβαια. Στην πρώτη μου μουσική κωμωδία που ήταν το «Μερικοί το προτιμούν κρύο» είχα λίγα θεαματικά μέρη. 
Είπα, ας κάνω το πείραμά μου να δω πόσο περνάει, να δω πόσο μπορώ να συνδέσω τη μουσική με το θέαμα και την κωμωδία. Πάνω απ’ όλα, δεν θέλησα να κάνω κωμωδία που θα ήταν έξω από τα ελληνικά πράγματα. Το θέμα μου ήταν τελείως ελληνικό. Κανένας δεν παντρεύεται αν δεν παντρευτεί προηγουμένως η μεγάλη αδελφή. Εκεί στήριξα το μύθο. Και πέτυχε!.. 
…Οταν είσαι ισχυρός, οι ηθοποιοί δεν μπορούν να σου δημιουργήσουν πρόβλημα. Μια φορά ο Ηλιόπουλος με παρακαλούσε να μην παίξει ένα ρόλο στο «Κάτι να καίει». Πίστευε ότι τον αδικεί ο ρόλος και έπρεπε να παίξει κάποιον άλλο. Τη βραδιά της πρεμιέρας μου είπε: «Γιάννη συγγνώμη. Είχες δίκιο»… 
…Οταν ήρθε η στιγμή να κάνω διεθνή καριέρα ήταν λίγο αργά. Συγκεκριμένα, με είχαν προσεγγίσει από τη Σέβεν Αρτ, θυγατρική της Γουόρνερ, όταν είδαν το «Οι θαλασσιές οι χάντρες». Μου έκαναν πρόταση για να κάνω ταινίες που πρώτα θα παίζονταν στο σινεμά και μετά στην τηλεόραση. Αυτές τις ταινίες θα ’πρεπε να τις γυρίζω στο Μαϊάμι ή στη Φλόριντα επειδή τα σωματεία είχαν ανεβάσει τις τιμές στη Νέα Υόρκη. Αυτό συνηθιζόταν τότε στην Αμερική. Είχα πει, θυμάμαι, στον Φίνο: «Αυτή τη στιγμή δεν φιλοδοξώ να πάω στη Φλόριντα για να γυρίζω ταινίες για την τηλεόραση -δηλαδή ευτελείς ταινίες και φτηνές- για να βγάλω περισσότερα χρήματα και να αφήσω τους φίλους μου και τον τρόπο ζωής μου στην Ελλάδα». Το να έκανα μια ταινία και να πήγαινα στο Φεστιβάλ θα το 'θελα. Αυτό έμελλε να γίνει μερικά χρόνια αργότερα. Ετοίμαζα μια ταινία για το Φεστιβάλ, αλλά δυστυχώς ο Φίνος πέθανε. Η ταινία έφτασε στο πρώτο μοντάζ και με το θάνατο του Φίνου χάθηκαν τα νεγκατίφ και η κόπια εργασίας». 
Ηταν μια περίεργη ταινία που δεν έμοιαζε καθόλου με όλες όσες είχα κάνει. Παίζανε τρία αγόρια και μια καινούργια πρωταγωνίστρια που ήταν 16-17 ετών. Επαιζαν ο Χρήστος Λετονός, ο Χρήστος Νομικός, ο Βερλέκης. Η ταινία ήταν σαφώς πολιτική. «Φωτιά» λεγόταν… 
…Εγώ είχα το κοινό με το μέρος μου. Αυτό δεν σημαίνει πως έκανα πάντοτε αριστουργήματα. Εκανα και ταινίες που σήμερα βλέπω πως έχουν προβλήματα. Ταινίες που τώρα θα τις γύριζα διαφορετικά. Πολλά επίσης σενάρια είχαν λάθη. Δούλεψα με όλη μου την ψυχή, και ανάλογα με τα μέσα που μου δόθηκαν, ξόδεψα όλες μου τις δυνατότητες για να κάνω καλή δουλειά. Από κει και πέρα, μην ξεχνάμε, ζούμε σ’ έναν τόπο όπου τα πάθη είναι πολλά. Μικρός ο χώρος και μεγάλος ο ανταγωνισμός».

No comments: