Thursday, November 4, 2010

Οι ταινίες της εβδομάδας

Μπορεί να είναι πλούσια η προσφορά της βδομάδας, εννιά συνολικά καινούριες ταινίες, αλλά μη θεωρήσετε ότι το καλό βρίσκεται στην ποσότητα. Τουναντίον. Εξαίρεση αποτελεί η ταινία της Σοφία Κόπολα «Somewhere». Οσο για τις άλλες... Τις απαριθμούμε με τυχαία σειρά. Το γερμανικό ντοκιμαντέρ του Ούλι Σίπελ «OFFWAYS - BERLIN» παραγωγής 2009 και διάρκειας 91', αφηγείται για τη διαδρομή μιας δυτικοβερολινέζικης μπάντας από το δυτικό στο ανατολικό Βερολίνο το 1989, τόσο πριν γκρεμιστεί το τείχος καθώς και 20 χρόνια αργότερα. Το αμερικανο-καναδέζικο πόνημα τρόμου, τρισδιάστατου μάλιστα, παραγωγής 2010 «SAW 3D» σε σκηνοθεσία κάποιου Κέβιν Γκρετέρτ. Γαλλικής παραγωγής 2010 είναι η ταινία κινούμενων σχεδίων του Λικ Μπεσόν «Αρθουρ 3: Ο πόλεμος των δύο κόσμων» και αμερικάνικης, η αστυνομική επικερδέστατη μέχρι στιγμής κωμωδία του Ανταμ Μακ Κέι «Μπάτσοι από τον πάγκο». Πρεμιέρα, εν κατακλείδι, σήμερα και για την παραβολή του Αμπάς Κιαροστάμι «Γνήσιο αντίγραφο» σε σενάριο και σκηνοθεσία δική του, μια συμπαραγωγή Γαλλίας, Ιταλίας και Ιράν του 2010, με την Ζιλιέτ Μπινός και τον Γουίλιαμ Σίμελ, για τη σχέση πρωτότυπου/αντίγραφου, σε όλες τις εκφάνσεις που άπτονται της τέχνης και της ζωής...
ΚΡΙΤΙΚΗ:
Τζία ΓΙΟΒΑΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 04/11/2010

  • ΓΙΑΝΝΗΣ ΟΙΚΟΝΟΜΙΔΗΣ: Ο μαχαιροβγάλτης
Η αφήγηση του Γιάννη Οικονομίδη παρουσιάζει ενδιαφέρον μόνο σε ό,τι αφορά την απόδοση μιας μονοδιάστατης κατάστασης «δωματίου», η οποία κατάσταση, παρά τις όποιες κοινωνικοπολιτικές της αιτιάσεις, εμφανίζεται να υπάρχει και να λειτουργεί σε πλήρες «κενό αέρος». Η ιστορία διαπλέκεται ανάμεσα σε τρία λούμπεν στοιχεία, αντιήρωες όπως τους χαρακτηρίζει ο σκηνοθέτης. Τον ανιψιό Νίκο που «περνάει τεμπέλικα τις μέρες του στην επαρχία σε ένα άνευρο παρόν και χωρίς καμιά φιλοδοξία για το μέλλον». Τον καταπιεστικό και σατράπη θείο που του προτείνει να έρθει «στις λούμπεν γειτονιές (σ.σ. αλήθεια υπάρχουν και τέτοιες;) στις παρυφές της Αθήνας» να του προσφέρει φιλοξενία και μεροκάματο με αντάλλαγμα να γίνει ο φύλακας των δύο καθαρόαιμων σκυλιών του σπιτιού και τέλος την νεαρή καταπιεζόμενη σύζυγο του θείου που δεν αργεί να συνάψει ερωτική σχέση με τον ανιψιό. Οι δύο εραστές καταστρώνουν κρυφά και εκτελούν, σε συνέργεια, ένα τέλειο σχέδιο δολοφονίας του τυραννικού θείου, ξεφεύγοντας από την όποια τιμωρία του νόμου. Η ταινία δεν παρουσιάζει άλλο ενδιαφέρον εκτός εκείνου που άπτεται καθαρά του τρόπου αφήγησης.
Παρότι το φιλμ φέρνει συνειρμικά κι αόριστα στο μυαλό την «Ossessione» (1943) του Βισκόντι, την απόλυτη απαρχή του νεορεαλισμού κι ενώ, εν προκειμένω, υφίστανται στοιχεία που θα μπορούσαν να τύχουν νεορεαλιστικής επεξεργασίας και εκμετάλλευσης σε συνδυασμό με τον ατμοσφαιρικό φωτισμό της ασπρόμαυρης φωτογραφίας, η σκοτεινή - κυριολεκτικά και μεταφορικά - ταινία του Οικονομίδη απορρίπτει οποιαδήποτε οργανική σχέση με τα παραπάνω στοιχεία. Δηλαδή, με τις σύγχρονες, φτωχές συνοικίες της Αθήνας, με τη δύσκολη καθημερινότητα, τις σχέσεις των ανθρώπων και την ιστορική προοπτική. Η αφηγηματική συγκρότηση της ταινίας οριοθετείται από την έλευση του Νίκου στην Αθήνα - από την έναρξη δηλαδή του δεύτερου μέρους της ταινίας. Ιδιαίτερα από την αρχική εμφάνιση της νεαρής συζύγου του θείου, της Γωγώς, οπότε η κατάσταση εισέρχεται σε έναν άλλο κύκλο δυναμικής κι αρχίζει να συντελείται μια ποιοτική αναβάθμιση στο στιλ, το ρυθμό και λειτουργία στο εσωτερικό του πλάνου και στο μοντάζ, κάτι που βελτιώνεται όσο προχωρά η ταινία. Ολόκληρο το προηγούμενο κομμάτι του φιλμ - το αποκαλούμε πρώτο μέρος - αποτελεί βάρος για το δεύτερο, τραβάει την ταινία προς τα κάτω. Το πρώτο τμήμα, το γενικά περιγραφικό, το στοιχειωδώς επεξηγηματικό, το, εν ολίγοις, εισαγωγικό κομμάτι, θα έπρεπε να αφαιρεθεί ολοσχερώς και τα απολύτως απαραίτητα για την εξέλιξη της αφήγησης στοιχεία, να ενσωματωθούν με οποιονδήποτε τρόπο στη δεύτερη ενότητα. Το πρώτο μέρος που συνίσταται σε παράθεση, ως επί το πλείστον, στατικών εικόνων και όχι σκηνών σε στακάτο μέτρο, θα είχε ουσιαστικό λόγο ύπαρξης μόνο μέσα από διαλεκτική σύνδεση του υποκειμενικού (το προσωπικό αδιέξοδο του νέου ανθρώπου στην επαρχία) με το αντικειμενικό (το μοντέλο ανάπτυξης που οδηγεί στην πλήρη εγκατάλειψη κι ερήμωση του τόπου). Ομως, η επιλογή του σκηνοθέτη να παραδώσει την ταινία σε έναν λούμπεν χαρακτήρα - τον οποίο δε φαίνεται να διαμόρφωσαν οι αντικειμενικές συνθήκες αλλά η τεμπελιά και η βολή του - καθιστά την εκτενή αυτή περιγραφή αδικαιολόγητη. Επίσης, η ενδιαφέρουσα ιδέα του θεατρικού έγχρωμου εμβόλιμου, με την «Γκόλφω» του Περεσιάδη που εντάσσεται οργανικά στο ξετύλιγμα του μύθου, ενώ σαν ιδέα είναι σημαντική, ο τρόπος όμως που πραγματώθηκε την καθιστά παντελώς ξεκάρφωτη. Δηλαδή, αυτός ο λούμπεν αντιήρωας, είδε ξαφνικά μια πόρτα θεάτρου ανοιχτή, μπήκε και το δραματικό, βουκολικό ειδύλλιο τον έκανε να παγιώσει μέσα του μια τεράστια απόφαση ζωής;
Παίζουν: Στάθης Σταμουλακάτος, Βαγγέλης Μουρίκης, Μαρία Καλλιμάνη, Γιάννης Βουλγαράκης, Γιάννης Αναστασάκης, Μάγια Κώνστα, Νικολίτσα Ντρίζη, κ.ά.
Παραγωγή: Ελλάδα, Κύπρος (2010).

  • ΣΟΦΙΑ ΚΟΠΟΛΑ: Somewhere
Σίγουρα από μια ταινία περιμένεις κάτι περισσότερο από μια μάλλον μονότονη περιγραφή της ανίας του χολιγουντιανού σταρ του κινηματογράφου Τζόνι Μάρκο. Σε μια καταπληκτική εισαγωγική σκηνή πέντε δευτερολέπτων ο Τζόνι μπουρδουκλώνεται κατεβαίνοντας τη σκάλα του ξενοδοχείου και πέφτει - εκτός κάδρου. Αμέσως μετά, τον βλέπουμε ξαπλωμένο στο κρεβάτι του στο ξενοδοχείο που μένει με γυψωμένο χέρι, ναρκωμένος από τα φάρμακα και το αλκοόλ, να κοιτάει με βλέμμα απλανές - χωρίς να βλέπει - δυο κατάξανθες στριπτιζέζ σε κατ' οίκον επίσκεψη, εφοδιασμένες με φορητό μαγνητόφωνο και πτυσσόμενα κοντάρια, απαραίτητη σκηνογραφία της παράστασης. Κι ο Τζόνι Μάρκο κοιτάζοντας, αποκοιμιέται... Κι είναι να αναρωτιέται κανείς πώς είναι δυνατόν ο σταρ με την ατημέλητη εμφάνιση χωρίς ποτέ να ξεστομίζει μια καλή κουβέντα αλλά και χωρίς να παραμένει σιωπηλός ενσαρκώνει με έναν κάποιο ενδιαφέροντα τρόπο τον παγκόσμιο αστέρα τον οποίο με το που τον αντικρίζουν όλες οι γυναίκες πετούν από πάνω τους τα ρούχα τους. «I amno one» ομολογεί ο σταρ στο τηλέφωνο, μιλώντας με την πρώην γυναίκα του σε μια σκηνή ολοκληρωτικής αποδραματοποίησης. «Γίνε κάπου εθελοντής» είναι η δική της απάντηση. Αυτή η αντιφατική σχέση διέπει την ταινία. Το χάσμα μεταξύ της εμπορεύσιμης και της πραγματικής αξίας του Τζόνι Μάρκο δε θα μπορούσε να περιγραφεί αποτελεσματικότερα.
Η γεννημένη το 1971 Σοφία Κόπολα με αυτήν την τέταρτη ταινία της μετά το «Virgin suicide», το «Lost intranslation» και το «Marie Antoinette», απέδειξε ότι είναι άξια επίγονος του σπουδαίου πατέρα της, Φράνσις Φορντ Κόπολα, δεδομένου ότι έχει συνειδητά επιλέξει το ευρωπαϊκό μοντέλο παραγωγής, τον «κινηματογράφο του δημιουργού». Θα ήταν δύσκολο να διανοηθεί κανείς ένα περισσότερο ρεαλιστικό πορτρέτο του Τζόνι Μάρκο, του σταρ που κρύβεται από τη ζωή στο πολυτελές ξενοδοχείο που εγγυάται πλήρη εχεμύθεια, από την ακραία, καθόλου κολακευτική για το ρόλο, ερμηνεία του ηθοποιού Στίβεν Ντορφ. Η κάμερα της Κόπολα ψάχνει, ψηλαφίζει και στέκεται σε κάθε ανούσια λεπτομέρεια του χώρου. Προχωρά στην καταλογογράφηση της ψυχοφθόρας ψυχαγωγίας της απομόνωσης και της αποξένωσης, με τα διαδραστικά video games να φιγουράρουν στην κορυφή και τα τυχερά παιχνίδια στο καζίνο του Λας Βέγκας που ακολουθούν. Ο Τζόνι Μάρκο καίτοι ζωντανός βρίσκεται σε κατάσταση μη ύπαρξης. Οταν στο εργαστήρι των ειδικών εφέ του φτιάχνουν τη μάσκα του γερασμένου του προσώπου και βρίσκεται τυλιγμένος στις γύψινες γάζες με μόνο άνοιγμα δυο μικρές τρύπες στα ρουθούνια, έχουμε την αίσθηση ότι όπου να 'ναι θα εκραγεί, θα αρχίσει να ουρλιάζει και να τραβά τους επιδέσμους να ξεκολλήσουν. Τίποτα όμως... Μάλλον πρόκειται για προβολή των δικών μας συναισθημάτων!
Η Κόπολα ταυτόχρονα με την αποτύπωση της θανάσιμης ανίας του πρωταγωνιστή καταγράφει την παράλληλη διαδικασία σταδιακής αποκοινωνικοποίησής του. Με τις στιλιστικά μακρόσυρτες σιωπές, με τα παρατεταμένα πλάνα όπου συμβατικός και πραγματικός χρόνος ταυτίζονται, με την αέναη επανάληψη και άπνοια... Οταν η 11χρονη κόρη του μπαίνει στο δωμάτιο του ξενοδοχείου και στη ζωή του, ο Τζόνι Μάρκο αισθάνεται κάτι να ξυπνάει κάπου μέσα του. Η ταινία, που βραβεύτηκε με το Χρυσό Λιοντάρι στο φετινό 67ο Φεστιβάλ Βενετίας, αρχίζει με την κάμερα ακίνητη να παρακολουθεί τη μαύρη Φεράρι του σταρ που τρέχει σε κυκλική τροχιά, μία, δύο, τρεις, τέσσερις φορές, το σπορ αυτοκίνητο σταματά και ο σταρ βγαίνει και στέκεται μπροστά στο μαύρο όχημα. Η ταινία τελειώνει με ποιοτική διαφοροποίηση σε σχέση με την αρχική σεκάνς. Η μαύρη Φεράρι τρέχει σε ευθεία προς τα μπρος πορεία. Ο Τζόνι Μάρκο κατεβαίνει από το αυτοκίνητο, το εγκαταλείπει και προχωρά προς τα μπρος. Εχει μετατοπισθεί, έχει βγει από το τέλμα, έκανε το αποφασιστικό βήμα και δεν μπορεί πια να γυρίσει πίσω. Ελπιδοφόρο το μήνυμα της Κόπολα και ψήγματα απάντησης στο «τι θα μπορούσε να αντιπροσωπεύει η πορεία προς τα μπρος» ίσως εμφανιστούν με την επόμενη δουλειά της Κόπολα...
Παίζουν: Στίβεν Ντορφ, Ελ Φάνινγκ, κ.ά.
Παραγωγή: ΗΠΑ (2010).

  • ΡΟΜΠΕΡΤ ΣΒΕΝΤΚΕ: RED: Πράκτορες παροπλισμένοι, αλλά πάντα επικίνδυνοι
Copyright 2010 Summit Entertai
Κωμωδία που σαν «σούμα» συνίσταται σε deja vu ιδεών, σκηνών, ρόλων και λύσεων. Ολα έχουν προϋπάρξει. Ολα. Οχι σαν ενιαίο βέβαια σύνολο, αλλά τα έχουμε δει πριν, κάπου αλλού. Πρωταγωνιστές στην ταινία δράσης, που στηρίζεται στο ομώνυμο cult κόμικ των Γουόρεν Ελις και Κάλι Χάμνερ, είναι μια παρέα συνταξιούχων πρακτόρων της CIA. Παλιές και άξιες καραβάνες όλοι τους, με τη ζωή τους τώρα να απειλείται από ορδές ειδικών δυνάμεων που η CIA στέλνει για την εξόντωσή τους.
Φόνοι επί φόνων κι όλα αυτά γιατί ο νυν αντιπρόεδρος των ΗΠΑ πρέπει να εξαφανίσει όλους όσοι θα μπορούσαν να αποκαλύψουν το αμαρτωλό του παρελθόν, στη Γουατεμάλα του 1981, όταν διέταξε τον αφανισμό ενός ολόκληρου χωριού. Η ομάδα των συνταξιούχων πρακτόρων, λοιπόν, για να διαφυλάξει τη ζωή της πρώτιστα, ρίχνεται στον αγώνα της αποκάλυψης της τρομερής ίντριγκας και την αποκατάσταση της ηθικής τάξης, αλλά και άλλων ζητημάτων όπως π.χ. τη διαφύλαξη των θεσμών. «Πώς είναι δυνατόν ο αντιπρόεδρος των ΗΠΑ να χρησιμοποιεί τη CIA για προσωπική του φρουρά» αναρωτιέται η άριστη στο ρόλο της Ελεν Μίρεν. Πολλοί και καλοί οι πρωταγωνιστές, αυτό όμως που ουσιαστικά πρωταγωνιστεί είναι η γενικευμένη, ολοκληρωτικών διαστάσεων βία και καταστροφή και οι μέθοδοι εθισμού του κοινού σε τέτοιου είδους εικόνες που μεθαύριο πιθανότατα να βλέπουμε στους τηλεοπτικούς μας δέκτες, σε ανταποκρίσεις από το Ιράν ή άλλους εν δυνάμει στόχους ιμπεριαλιστικών στρατιωτικών επιθέσεων.
Παίζουν: Μπρους Γουίλις, Ελεν Μίρεν, Τζον Μάλκοβιτς, Μέρι- Λουίζ Πάρκερ, Μόργκαν Φρίμαν, Καρλ Ούρμπαν, Ρίτσαρντ Ντρέιφους, Μπράιαν Κοξ κ.ά.
Παραγωγή: ΗΠΑ, Καναδάς (2010).

  • ΓΚΡΕΓΚ ΜΠΕΡΛΑΝΙ: Η ζωή όπως την ξέρουμε
Αμερικάνικη ρομαντική κομεντί που ξεπήδησε και εξελίχθηκε από ένα τραγικό γεγονός. Η ταινία στοιχίζεται απαρέγκλιτα πίσω από προτάσεις τυφλοσούρτη για τις κωμωδίες του είδους, με επιπρόσθετο δέλεαρ, τα γλυκανάλατα ενσταντανέ με χαριτωμένα μωρά. Το φιλμ δεν μπαίνει καν στον κόπο να ψάξει και να προβληματιστεί για κάτι ιδιαίτερο ή διαφορετικό, αλλά προχωρά με σενάριο μονότονο και άκρως προβλέψιμο - ιδιαίτερα μετά το πρώτο εικοσάλεπτο, όταν ο σεναριογράφος «βγάζει από τη μέση» και τους δυο γονείς του βρέφους Σόφι, που χάνουν την ζωή τους σε αυτοκινητιστικό δυστύχημα. Η επιμέλεια της Σόφι ανατίθεται εξ ημισείας - σύμφωνα με τη γραπτή θέληση των γονιών - στους καλύτερούς τους φίλους Χόλι και Μέσερ, που μπορεί μεν να φαγώνονται σαν το σκύλο με τη γάτα, καταλήγουν όμως σε υποχρεωτική συμβίωση και φθάνουν να επιλέγουν και να αποζητούν το επικείμενο χάπι εντ.
Ηρωες της ταινίας, η μπαρμποειδής, ιδιότροπη κι ανιαρή Χόλι, σε ρόλο ιδιοκτήτριας μιας επιχείρησης, ενός μικρού, καλοβαλμένου καφέ που ονειρεύεται να επεκτείνει και ο αντισυμβατικών τρόπων και διάθεσης Μέσερ, που σαγηνεύει απαξάπαντα το γυναικείο πληθυσμό - εκτός βέβαια από τη Χόλι - και εργάζεται σαν τηλεοπτικός τεχνικός που ονειρεύεται να αναβαθμιστεί κάποτε σε σκηνοθέτη αθλητικών προγραμμάτων. Η Χόλι και ο Μέσερ είναι και οι δυο, νέοι, ωραίοι, ελεύθεροι σκοπευτές και οικονομικά ανεξάρτητοι. Winners δηλαδή, με εντυπωσιακή ορθοδοντική και υποδειγματική λεύκανση οδοντοστοιχίας, σημαντικός δείκτης σύγχρονης ευημερίας. Η ταινία ανοίγει με ένα τυφλό, μεταξύ τους, ραντεβού - σωστό πατατράκ - που οργάνωσαν οι φίλοι τους, οι γονείς του μωρού που έμεινε ορφανό. Η μοίρα τα 'φερε έτσι ώστε οι ήρωες να εξαναγκασθούν - ως κηδεμόνες πλέον της ορφανής Σόφι - σε συγκατοίκηση και έτσι ανακαλύπτουν και ερωτεύονται ο ένας τον άλλον. Απαραίτητο βέβαια διεγερτικό συστατικό ώστε να λειτουργήσει ομαλά η μεταξύ του ζευγαριού σχέση είναι η «φούντα». Καθιερωμένος πλέον τρόπος ζωής και ύπαρξης. Και εξαγώγιμη αξία, συσκευασμένη σε δελεαστικό περίβλημα.
Τα πάντα στην ταινία ακουμπούν σε στερεότυπα, η εξέλιξη και η κατάληξή της είναι αναπόφευκτα προδιαγεγραμμένη και επενδύεται από φτηνό συναισθηματισμό. Πρόκειται για οπτικοακουστικό εμπόρευμα της οκάς που προωθεί και πουλά πρωτίστως συστήματα αξιών, συμπεριφορές, τρόπο ζωής και σκέψης.
Παίζουν: Κάθριν Χέιγκλ, Τζος Ντιχάμελ, Κριστίνα Χέντρικς, Τζος Λούκας, Τζιν Σμαρτ, κ.ά.
Παραγωγή: ΗΠΑ (2010).

No comments: