Saturday, September 25, 2010

Νίκος Παναγιωτόπουλος: Η χαζομάρα κάνει καλό, ιδίως όταν δεν μας κοιτάζει κανείς

  • Ο Νίκος Παναγιωτόπουλος έχει δώσει υπόσχεση... παραγωγικότητας. Κινηματογραφικής, φυσικά. Και την έχει τηρήσει στο έπακρον. Κανείς δεν μπορεί να κατηγορήσει αυτόν τον φοβερό σκηνοθέτη, που γυρνάει τη μια ταινία μετά την άλλη, ότι αθέτησε τον λόγο του.

Δύο μόλις χρόνια από το road movie «Αθήνα-Κωνσταντινούπολη» και τρία από το μιούζικαλ «Πεθαίνοντας στην Αθήνα», βγαίνει στις αίθουσες (στις 7 Οκτωβρίου), η νέα του ταινία, «Τα οπωροφόρα της Αθήνας», που είναι βασισμένη στο ομώνυμο βιβλίο του Σωτήρη Δημητρίου.

Ενας αφελής ήρωας, ο Καρπουζοκέφαλος (Νίκος Κουρής), που δεν θα ήταν προσβλητικό να τον αποκαλούσαμε και χαζούλη, γυρνοβολάει άσκοπα στους δρόμους της Αθήνας, απολαμβάνοντας με μια πρωτόγονη ηδονή κάθε φρούτο και καρπό που συναντά στο διάβα του. Ξέρει απέξω και ανακατωτά τις ακριβείς συντεταγμένες κάθε μουσμουλιάς που βρίσκεται στο κέντρο της πόλης, κάθε συκιάς, φραγκοσυκιάς και ούτω καθεξής. Τον καταδιώκει, όμως, ο παράξενος συγγραφέας της ιστορίας (Λευτέρης Βογιατζής). Κλεισμένος στους τέσσερις τοίχους του σπιτιού του, όπου ταλαιπωρείται με τις λέξεις και τις έννοιες, μοιράζεται τις σκέψεις του με την αλλοδαπή οικιακή βοηθό του, που δεν μιλάει γρυ ελληνικά (Αλεξία Καλτσίκη).
Η είδηση ότι ο Παναγιωτόπουλος επρόκειτο να γυρίσει ταινία αυτό το «ιδιόρρυθμο» βιβλίο, που περισσότερο το αποκαλείς δοκίμιο παρά μυθιστόρημα, μάλλον είχε πιάσει στον ύπνο βιβλιόφιλους και σινεφίλ. Οπως ακριβώς αιφνιδιάζει τον θεατή και ο χαρακτηρισμός που αποδίδει ο ίδιος ο σκηνοθέτης στην ταινία του στους τίτλους της αρχής. Την αποκαλεί «μια κινηματογραφική κωμωδία με μορφή δοκιμίου ή ένα δοκίμιο με μορφή κινηματογραφικής κωμωδίας», παίζοντας με τις λέξεις και κλείνοντας το μάτι σε ένα ακόμα κινηματογραφικό παιχνίδι με τα είδη και τις φόρμες.
Το καστ του Παναγιωτόπουλου δεν εκπλήσσει, αν και η επιλογή του Νίκου Κουρή ως αφελή Καρπουζοκέφαλου αρχικά φαίνεται κόντρα σε ό,τι έχουμε συνηθίσει τον ηθοποιό. Ακυρώνει, όμως, τις προκαταλήψεις μας. Ο Παναγιωτόπουλος άλλωστε δεν τον ανέδειξε στο ευρύ κοινό, λίγα χρόνια νωρίτερα, με τον πρωταγωνιστικό ρόλο στην πιο εμπορική του ταινία, «Αυτή η νύχτα μένει»;
Για τον χαρακτήρα του συγγραφέα, που φλυαρεί αναζητώντας την πεμπτουσία της γραφής, ο σκηνοθέτης διάλεξε τον αγαπημένο του Λευτέρη Βογιατζή. Αυτός, μάλιστα, ερμηνεύει και το τραγούδι των τίτλων, που υπογράφει άλλος ένας φίλος του σκηνοθέτη, ο Σταμάτης Κραουνάκης. Αλλη μια καλλιτεχνική χημεία που απέδωσε στο παρελθόν, αλλά και στο παρόν, τους καλύτερους χυμούς...

- Εχετε αποδείξει ότι είστε από τους σκηνοθέτες που εμπιστεύονται τη λογοτεχνία. Πώς σας ήρθε, όμως, να μεταφέρετε στο σινεμά το συγκεκριμένο βιβλίο, που έχει δοκιμιακή μορφή και τη θεωρία ενσωματωμένη στην αφήγηση;

«Ανάμεσα στις αηδίες που παράγονται κατά χιλιάδες κάθε χρόνο στον κόσμο, συμπεριλαμβάνονται και οι ταινίες. Το κυρίαρχο μοντέλο κινηματογράφου με απωθεί. Προσωπικά, επιμένω σε έναν κινηματογράφο δικής μου επινόησης. Υπάρχει ένα μικρό κοινό που με παρακολουθεί. Το βιβλίο του Δημητρίου με ερέθισε λόγω των δυσκολιών του. Οι άνθρωποι, όταν δεν τους αρέσει μια ταινία, λένε: "Μα αυτό δεν είναι κινηματογράφος". Θέλουν να πουν: "Δεν είναι ο κινηματογράφος που μας αρέσει". Για μένα τόσο το καλύτερο να μην είναι ο κινηματογράφος που τους αρέσει».

- Επαιξε ρόλο το ότι είναι ένα βιβλίο με σουρεαλιστικές εικόνες που βγάζουν ένα ιδιότυπο γέλιο; Τα στοιχεία κωμωδίας και το γέλιο, πάντως, δεν ήταν μέχρι τώρα κυρίαρχα χαρακτηριστικά της φιλμογραφίας σας. Τι άλλαξε; Θέλατε να κάνετε κάτι πιο ελαφρύ;

«Οταν σκέφτομαι να γυρίσω μια ταινία, αυτό συμβαίνει γιατί ήδη με έχει επισκεφθεί και δεν μπορώ να την αποφύγω. Δεν κάνω μικροϋπολογισμούς. Μια αστεία ταινία δεν είναι υποχρεωτικά ελαφριά, αν και προτιμώ κάτι ελαφρύ από κάτι πολύ βαρύ. Εχω την εντύπωση ότι γυρίζω κωμωδίες, ακόμα κι αν στο τέλος, οι ήρωές μου σκοτώνονται ή αυτοκτονούν».

- Τι συνδέει τα «Οπωροφόρα της Αθήνας» με το «Πεθαίνοντας στην Αθήνα» και το «Αθήνα-Κωνσταντινούπολη»; Είναι ίσως η πιο φωτεινή και ανάλαφρη Αθήνα αυτή που μας δείχνετε τώρα.

«Τις συνδέει η λέξη Αθήνα. "Στο Αθήνα-Κωνσταντινούπολη" δεν υπάρχει πουθενά η Αθήνα, παρ' όλο που όλοι λένε "ο Παναγιωτόπουλος ολοκλήρωσε μια τριλογία για την Αθήνα". Αυτό δείχνει πόσο σοβαρό ρόλο παίζουν οι λέξεις. Παρ' όλο που είμαι κινηματογραφιστής, οι λέξεις με μαγεύουν πιο πολύ από τις εικόνες. Ισως γι' αυτό μεταφέρω βιβλία στον κινηματογράφο. Μια "φωνή off" δίπλα ή πάνω σε μια εικόνα κινητοποιεί μέσα μου απαράμιλλες συγκινήσεις».

- Τριγυρνάτε στην Αθήνα, όπως ο ήρωάς σας; Είχατε παρατηρήσει, για παράδειγμα, κι εσείς τα δέντρα που υπάρχουν στις διάφορες γειτονιές; Είχατε χαρτογραφήσει τις μουσμουλιές, τις συκιές, τις πορτοκαλιές, κ.λπ., ή τα ανακαλύψατε απ' το βιβλίο;

«Με τα "Οπωροφόρα" έγινε ό,τι ακριβώς συμβαίνει όταν αγοράζεις ένα αυτοκίνητο και ανακαλύπτεις ξαφνικά πόσα ίδια με το δικό σου κυκλοφορούν. Ο Καρπουζοκέφαλος, άλλωστε, κατηγορεί τον συγγραφέα ότι δεν αγαπάει πραγματικά τα φρούτα, ότι τα μεταχειρίζεται για το αφήγημά του. Τότε ο συγγραφέας σκέφτεται μήπως κάνει το ίδιο με τους ανθρώπους. Τίποτα δεν είναι απλό. Ισως αυτό είναι που κάνει η λογοτεχνία ή το σινεμά. Σου λένε ότι τίποτα δεν είναι όπως φαίνεται».

- Γιατί ισχυρίζεστε ότι οι δύο ήρωές σας είναι ένα και το αυτό; Πού συναντώνται δηλαδή ένας διανοούμενος συγγραφέας με έναν χαζούλη φρουτοφάγο;

«Η εξυπνάδα και η χαζομάρα είναι οι δύο όψεις του ίδιου νομίσματος. Κανείς δεν μπορεί να είναι έξυπνος 24 ώρες το 24ωρο. Δεν πρέπει να υποτιμάμε την ευεργετική επίδραση της χαζομάρας, ιδίως όταν μένουμε μόνοι με τον εαυτό μας και όταν κανείς δεν μας κοιτάζει. Η ζωή θα ήταν αφόρητη αν παντού κυκλοφορούσαμε με τα καλά μας».[...] ΠΕΡΙΣΣΟΤΕΡΑ

No comments: