Wednesday, September 1, 2010

Οι ταινίες της εβδομάδας: Βδομάδα φτερών και πούπουλων...

Δύο σημαντικές επανεκδόσεις με καινούργιες κόπιες, μια νορβηγική ταινία του 2009 και τρεις καινούργιες αμερικανικές παραγωγές συνθέτουν το πρόγραμμα της τρέχουσας βδομάδας. Σημαντικότερη των αμερικανικών παραγωγών το φιλμ «Τεύχος Σεπτεμβρίου» από το 2010, ένα απολαυστικό ντοκιμαντέρ μιάμισης ώρας με θέμα τη μόδα, σκηνοθετημένο από τον Ρ. Τζ. Κάτλερ και με βασική πρωταγωνίστρια την Αννα Γουίντουρ. Πρόκειται για τη θρυλική αρχισυντάκτρια του εγκυρότατου περιοδικού VOGUE, την πιο ισχυρή προσωπικότητα των τελευταίων είκοσι χρόνων στο χώρο της μόδας, τη γυναίκα που ενέπνευσε το χαρακτήρα της Μέριλ Στριπ στην ταινία «Ο διάβολος φοράει Prada». Η κάμερα ακολουθεί κάθε της βήμα, καθώς προετοιμάζει το περίφημο φθινοπωρινό τεύχος του Σεπτεμβρίου 2007, το πιο βαρύ, κυριολεκτικά και μεταφορικά, στην εκδοτική ιστορία «ζύγιζε πέντε κιλά και αριθμούσε 840 σελίδες» (πληροφορίες από το δελτίο Τύπου της ταινίας) ...Ακολουθεί μια ακόμη αμερικάνικη παραγωγή του 2010 σε σκηνοθεσία Γιον Τσου κι έχει τίτλο «STEP-UP 3D, Η Νέα Διάσταση» και διάρκεια 107΄. Το φιλμ αποτελεί το τρίτο, κατά σειρά, μέρος των εισπρακτικών επιτυχιών «STEP-UP» και «STEP-UP 2: Το επόμενο βήμα». Οι ταινίες «STEP-UP» - αναφέρει το δελτίο Τύπου - εντυπωσιάζουν με τις μοναδικές τους χορογραφίες και φημίζονται για την ικανότητά τους να μεταδώσουν στο κοινό την ενέργεια και τον ενθουσιασμό των χορευτών, τον ερωτισμό και το πάθος της κίνησης του σώματος. Το «STEP-UP 3D» χρησιμοποιεί την τεχνολογία 3D για να μεταφέρει το θεατή κυριολεκτικά στην καρδιά της δράσης και να του προσφέρει μια πρωτόγνωρη εμπειρία χορού και μουσικής στην πιο σύγχρονή της εκδοχή. Η τρίτη αμερικανική ταινία είναι μια οικογενειακή κωμωδία σε σκηνοθεσία Τομ Ντέι, παραγωγής 2010 και διάρκειας 87΄. Εχει τίτλο «Μάρμαντιουκ», προέρχεται από το ομώνυμο κόμικ του Μπραντ Αντερσον που γεννήθηκε το 1954 και απευθύνεται σε μικρά και μεγάλα παιδιά. Ο σκύλος Μάρμαντιουκ, ένας τεράστιος δανέζικος μολοσσός και ο γάτος Κάρλος μετακομίζουν αναγκαστικά με την οικογένεια που τους φροντίζει στο νεοπλουτίστικο Orange County της Καλιφόρνιας, όπου φυσικά κυριαρχούν οι νεοπλουτίστικες αξίες και συνήθειες. Ο μολοσσός αντιλαμβάνεται από την πρώτη στιγμή ότι «υποχρεούται» να βοηθήσει - με κάθε μέσο - την «οικογένειά του» να επιβιώσει στην καινούργια της αντιπαθητική γειτονιά. Πολλοί και καλοί ηθοποιοί ντύνουν φωνητικά τους ρόλους των σκύλων που συνθέτουν το δυναμικό του «Λυκείου σκύλων» που εδράζεται στο πάρκο της γειτονιάς, όπου και εκτυλίσσεται - ως επί το πλείστον - η ιστορία...
ΚΡΙΤΙΚΗ-ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ
ΒΙΜ ΒΕΝΤΕΡΣ: Τα φτερά του έρωτα
Στον γκρίζο ουρανό του Βερολίνου φαίνεται ότι κατοικούν άγγελοι που σαν τον Κάσιελ και τον Ντάμιελ ρίχνουν από την Gedachniskirche του Βερολίνου το ασπρόμαυρο βλέμμα τους στην πόλη και περιγράφουν τον κόσμο από τη δική τους οπτική. Η χρήση υποκειμενικής κάμερας (κινητικότατη κι ακούραστη διαγράφει σύνθετες, ελικοειδείς εναέριες λήψεις) και της ασπρόμαυρης μονοχρωμίας, συνιστά εδώ στιλιστικό μέσο. Στην ουσία, ο αυθεντικός πρωταγωνιστής στην ποιητική αυτή ταινία είναι το στιλ. Η προοπτική του βλέμματος των αγγέλων κάνει πράξη το όνειρο κάθε αφηγητή: Να μπορεί να διασχίζει τοίχους κι ανοίγματα και να «μπαίνει» στη ζωή των ανθρώπων, να μπορεί να πλησιάζει οποιονδήποτε περαστικό και να τον χρίζει ήρωα σε κάποια στιγμιαία ιστορία. Ταυτόχρονα, το ίδιο βλέμμα σηματοδοτεί διαχωρισμό. Ιδιότητα που άπτεται της ανικανότητας του αγγέλου που, ενώ μπορεί να «βλέπει» τη σκέψη - λόγω έλλειψης αισθήσεων και συναισθημάτων - δεν κατορθώνει παρά να αγγίζει και να κλείνει στη χούφτα του μόνο το περίγραμμα των πραγμάτων. Με «Τα φτερά του έρωτα» ο Βέντερς επανέρχεται σε προσφιλή του θέματα όπως την αναζήτηση ταυτότητας και την καταγωγή, τη ρίζα, την προέλευση και ό,τι τέλος πάντων περικλείεται εννοιολογικά στον όρο «Heimat». Η θεματοποίηση και η αισθητικοποίηση μιας ευρύτερης έννοιας της ταυτότητας εμφανίζεται στην Τέχνη σαν αντίδραση, σε μια Γερμανία που δεν έχει κατορθώσει να επεξεργαστεί το ναζιστικό της παρελθόν.

Χωρίς ταυτότητα και ανίσχυροι - ο άγγελος Κάσιελ δεν κατορθώνει να σώσει το άτομο που επέλεξε να πεθάνει, τον αυτόχειρα του ουρανοξύστη - αόρατοι στα μάτια των ενηλίκων και ορατοί σε εκείνα των παιδιών, οι άγγελοι ρίχνουν το βλέμμα τους στην πόλη, στην ιστορία και τους κατοίκους της, σε ένα ταξίδι συλλογής σκέψεων, συναισθημάτων και μνημών ... στην συγκίνηση ενός άνδρα που επισκέπτεται το σπίτι της νεκρής μητέρας του, στους φόβους μιας ετοιμόγεννης γυναίκας, στους καυγάδες ενός ζευγαριού. Οι άγγελοι της ταινίας συναντιούνται συχνά και συζητούν για αποσπάσματα από ατομικές ιστορίες που μάζεψαν κατά την ατέρμονη περιπλάνησή τους. Ενας άγγελος εξομολογείται ότι υποφέρει με την ιδιότητα του «αιώνιου και αθάνατου» και θα ήθελε να πειραματιστεί ζώντας μια κανονική ανθρώπινη ζωή. Θα 'θελε να αισθανθεί το βάρος του σώματός του, να ταΐσει τη γάτα, να γευτεί ένα καλό φαγητό και να λερώσει τα δάκτυλά του ξεφυλλίζοντας την εφημερίδα... Αγαπημένο μέρος των αγγέλων η Εθνική Βιβλιοθήκη όπου στεγάζεται συσσωρευμένη η γνώση και η μνήμη της ανθρωπότητας. Εδώ συναντούν το γέροντα - τον ιστορικό, τον παραμυθά, τον αφηγητή - που αναπολώντας το χρόνο παραπονιέται ότι έχασε τους ακροατές του. Κάποτε ήταν ο αφηγητής που συνιστούσε το κέντρο και ολόγυρά του υπήρχε ένας κόσμος που ο αφηγητής προσπαθούσε να εγκλωβίσει στον ιστό της αφήγησής του. Σήμερα, οι ακροατές μεταβλήθηκαν σε αναγνώστες και σε θεατές, σε ένα Βερολίνο που έχει απολέσει τον παλιό του χαρακτήρα. Στην πόλη βρίσκεται και ένας άλλος πρώην άγγελος, ο αγαπημένος του Βέντερς, Πίτερ Φολκ για τα γυρίσματα μιας ταινίας για τη ναζιστική περίοδο. Στην ίδια πόλη και η πανέμορφη ακροβάτισσα με τα ψεύτικα φτερά για την παράσταση του τσίρκου Αλεκάν. Και οι δυο καθημερινά λόγω δουλειάς εκθέτουν το σώμα τους και το επιδεικνύουν. Για χάρη της φτερωτής ακροβάτισσας που ερωτεύεται, αποποιείται ο Ντάμιελ την ιδιότητα του «αιώνιου κι αθάνατου» και ενδύεται το κοστούμι του θνητού.
Η διάσταση του χώρου, μέσα από την κατάδυση στο παρελθόν και το παρόν της πόλης, αποκτά χρήση δομική, δεδομένου ότι χωρίζει την ταινία σε δύο μέρη. Στο πρώτο μέρος, ο θεατής βιώνει μέσα από την προοπτική των αγγέλων έναν ιδιαίτερα αποσπασματικό χώρο και προσγειώνεται σε διαφορετικούς χώρους, όπου διαδραματίζονται γεγονότα τα οποία φαινομενικά δεν έχουν καμιά σχέση μεταξύ τους. Η «οριζόντια» διάσταση του χώρου στα road movies του Βέντερς αντικαθίσταται εδώ από μια αίσθηση «κάθετης » διάστασης του χώρου με συμβάντα που λαμβάνουν χώρα στο εσωτερικό των μεμονωμένων εικόνων. Στο δεύτερο μέρος μοιάζει να κυριαρχεί η προοπτική ότι για να μπορέσει κανείς να κατακτήσει μια «ιστορία», να ζήσει μια «ιστορία», θα πρέπει να αρνηθεί να βλέπει ανθρώπους και πράγματα σαν σκιές που κινούνται πίσω από μια οθόνη, θα πρέπει κανείς να ανακαλύψει το βαθύτερο νόημα των μικρών καθημερινών χειρονομιών. Για να μπορέσει κανείς να αλλάξει την πραγματικότητα πρέπει κανείς ακόμη να πιστεύει σε παραμύθια και να βλέπει την πραγματικότητα σαν παραμύθι. Και ένα από τα πιο γοητευτικά παραμύθια είναι εκείνο του έρωτα. Το φιλμ είναι αφιερωμένο σε τρεις μεγάλους του κινηματογράφου τον Οζου, τον Τρυφό και τον Ταρκόφσκι, που το 1987 είχαν ήδη αποδημήσει ...
Παίζουν: Μπρούνο Γκαντζ, Οτο Σάντερ, Σολβέιγ Ντομαρτάν, Κουρτ Μπουά, Πίτερ Φολκ, κ.ά.
Παραγωγή: Γερμανία, Γαλλία (1987)
ΡΟΥΝΕ ΝΤΕΝΣΤΑΝΤ ΛΑΝΓΚΛΟΥ: Βόρεια
Γραμμική και ήρεμα μονοδιάστατη η πρώτη μυθοπλαστική ταινία του Νορβηγού ντοκουμενταρίστα Ρούνε Ντένσταντ Λάνγκλου, αφήνει στο στόμα μια γεύση παγωμένα εξωτική, με τις εκπάγλου κάλλους εικόνες, που ευτυχώς απαντώνται μόνο ως καρτ ποστάλ.
Εικόνες του κάτασπρου, απέραντου και μακρόσυρτου σκανδιναβικού χειμώνα, του ανελέητου λευκού - σε αντιδιαστολή με τον «πράσινο χειμώνα», όπως αποκαλούν οι «καλότυχοι» ιθαγενείς το καλοκαίρι τους. Με το συγκεκριμένο φυσικό φόντο, που στέλνει σε χειμερία νάρκη, εκτός από το μισό ζωικό βασίλειο, τις αισθήσεις και τα συναισθήματα των ανθρώπινων όντων και που μόνο το αλκοόλ είναι σε θέση να θερμάνει και να αναθερμάνει, εκτυλίσσεται η ταινία. Στο επίκεντρο αυτού του ανώμαλου road movie, ένας νεαρός, πρώην αθλητής του σκι και νυν ερημίτης, ο Γιόμαρ, ένας «μοναχικός λύκος» που, μαθαίνοντας ξαφνικά ότι έχει ένα γιο, ξεκινά για ένα ταξίδι στα βόρεια της Νορβηγίας να βρει το παιδί του αλλά και τον εαυτό του.
Βασική κι ευτυχής αφηγηματική επιλογή το απεικονιστικό, πρόσκληση για υπαινιγμούς και πρόκληση στην αντίληψη και τη φαντασία του θεατή. Οι διάλογοι λακωνικοί. Φειδωλοί. Με αποτέλεσμα οι ελάχιστες φράσεις να αποκτούν άλλη διάσταση, όντως διαφορετική βαρύτητα για την πορεία του πρωταγωνιστή η οποία συντίθεται σε τρία κύρια κεφάλαια. Ετσι σκηνές, που στο χαρτί ίσως θεωρούνταν μπανάλ, εμφανίζονται πολύ λιγότερο δεδομένες. Η σχέση του σκηνοθέτη με τη φύση, η καλλιεργημένη διά της εμπειρίας του ως ντοκουμενταρίστα, ανθεί μέσα από ένα φάσμα εκπληκτικών λήψεων, εικόνες χιονισμένων τοπίων που ο Λάνγκλου διαχειρίζεται με τον καλύτερο δυνατό τρόπο, σαν ιντερμέδια νεκρών χρόνων, σαν γεφύρωμα δύο καταστάσεων. Οι υπαρκτοί περιορισμοί του «Βόρεια» δεν άπτονται τόσο της τεχνικής ή της ατμόσφαιρας, όσο της ουσίας αυτής καθαυτής της ιστορίας η οποία δε διαθέτει ούτε κάτι ενδιαφέρον ούτε κάτι πρωτότυπο!


Παίζουν: Αντερς Μπάασμου Κρίστιανσεν, Μάρτε Αουνεμου, Αστριντ Σούλχαουγκ, Ράγκνχιλντ Βάνεμπου κ.ά.Παραγωγή: Νορβηγία (2009).










ΛΑΡΣ ΦΟΝ ΤΡΙΕΡ: Χορεύοντας στο σκοτάδι
Τα χολιγουντιανά μιούζικαλ συνήθως είναι εντυπωσιακά, εκθαμβωτικά και χαρούμενα. Η μουσική τους είναι τέτοια που σφηνώνεται, αυτόματα σχεδόν, στη μνήμη και συνήθως καταλήγουν σε χάπι εντ. Ο Λαρς φον Τρίερ, φυσικά, κάνει το αντίθετο. Αντιστρέφει τους όρους, επιχειρώντας έτσι αποδόμηση του είδους. Αναθέτει στην, αφοπλιστικής αλήθειας υποκριτική της Μπιορκ, τον ανυπόφορο, σχεδόν θρησκευτικά βλακώδη πρωταγωνιστικό γυναικείο ρόλο της ταινίας, την πλήρη ενσάρκωση του έντιμου, ανίσχυρου «μικρού ανθρώπου». Της αναθέτει επίσης και τη μουσική κάλυψη του φιλμ, παρά το γεγονός ότι πρόκειται για μια από τις πιο γκρινιάρικες φωνές του ροκ και για υπερεκτιμημένο συνθετικό ταλέντο. Τα μουσικοχορευτικά ιντερμέδια εισβάλλουν και εντάσσονται ομαλά στη ροή της ταινίας ως όνειρα της Σέλμα για κάποια άλλη, θετική έκβαση μιας ενίοτε πιεστικής και μίζερης πραγματικότητας με την οποία η ίδια βρίσκεται αντιμέτωπη.
Ο φον Τρίερ τοποθετεί την ιστορία της νεαρής μετανάστριας από την Τσεχοσλοβακία στα μέσα της δεκαετίας του '60, σε περιβάλλον μουντό, στερημένο και θλιβερό στις παρυφές μιας αμερικάνικης κωμόπολης, που μόνο ο κινηματογράφος, η βιομηχανία των ονείρων είναι ικανή να εξωραΐσει. Η Σέλμα πάσχει από σπάνια, κληρονομική, ασθένεια που την οδηγεί στην τύφλωση, ασθένεια που κληροδότησε στο γιο της Τζιν. Δουλεύει σαν σκυλί σε εργοστάσιο ελασμάτων της περιοχής και αποταμιεύει έως το τελευταίο της σεντ για να πληρώσει την εγχείρηση του γιου, να γιατρευτεί από το κακό που η ίδια, εν γνώσει της, του μετέδωσε. Αυτό είναι το μεγάλο της μυστικό που σε στιγμή αδυναμίας αποκαλύπτει στο φιλικό αστυνομικό που όμως φευ είχε ανάγκη από λεφτά. Εδώ χαράζεται η αφετηρία όλων των κακών. Ο φον Τρίερ σχολιάζει τις συνθήκες εργασίας των προλετάριων εργατών, ψελλίζει κάτι για τις σχέσεις των ανθρώπων μεταξύ τους στο διάστημα της παραγωγής. Αναλύει την αιτιότητα κάθε κίνησης, κάθε κατάστασης, χωρίς να λογαριάζει το χρόνο. Χρησιμοποιεί πολλές και διαφορετικές ψηφιακές κάμερες, τις περισσότερες φορές στον ώμο, πολλές από τις λήψεις θα μπορούσαν να χαρακτηριστούν «ανορθόδοξες», επιμένει στα κοντινά και τα πολύ κοντινά πλάνα, επιμένει να ψαχουλεύει τις λεπτομέρειες που φωτίζουν το όλο. Τα αφηγηματικά στοιχεία ενταγμένα όλα με τρόπο οργανικό στη δραματουργική επεξεργασία χαρακτήρων και καταστάσεων, η ιστορία κυλά χωρίς να υπάρχει η παραμικρή τρύπα απ' όπου η κατασκευή του θα μπορούσε να μπάσει νερά και να μπατάρει. Δέκα χρόνια μετά το «Χορεύοντας στο σκοτάδι» με την απόλυτη ερμηνευτική παρουσία της Μπιορκ, τη γερή ιστορία που καθηλώνει και το τραγικά δυνατό της τέλος διαλύει επιμέρους ενστάσεις κι αντιρρήσεις θεματικής ή αφηγηματικής χροιάς ή μήκους της ταινίας, διατηρεί αναλλοίωτη την αυθεντικότητα, την πρωτοτυπία και την αξία του.

Διεθνές το καστ των ηθοποιών με κοινό παρονομαστή τη γνώση της αγγλικής. Τα γυρίσματα πραγματοποιήθηκαν ως επί το πλείστον στις παρυφές της σουηδικής πόλης Trollh'ttan. Στην πραγματικότητα η ταινία ξεχειλίζει από σκανδιναβική λουθηρανή αισθητική και ηθική. Ισλανδή η Μπιορκ Γουντμουνσντότιρ, Σουηδοί πολλοί από τους κύριους συντελεστές και Δανός ο δημιουργός ... Κυρίως αυτό!
Παίζουν: Μπιόρκ, Κατρίν Ντενέβ, Πέτερ Στόρμαρε, Ντέιβιντ Μορς, Ούντο Κίερ, Στέλαν Σκάρσγκορντ, κ.ά.
Παραγωγή: Δανία, Σουηδία (2000).

No comments: