Friday, March 26, 2010

Από την άκρη της πόλης στα σύννεφα


Εβδομάδα ντοκιμαντέρ με σασπένς, κοινωνικές κατακτήσεις αλλά και γύρω από ένα έθιμο του Πάσχα

Μαρια Κατσουνακη - Δημητρης Μπουρας, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 25/03/2010

ΚΡΙΤΙΚΗ. Το αουτσάιντερ της κινηματογραφικής παραγωγής, το ντοκιμαντέρ... βρυχάται στις αθηναϊκές αίθουσες. Τρεις ταινίες με ελληνική ταυτότητα και μία με αγγλοαμερικανική δίνουν το στίγμα μιας λιτής προπασχαλινής εβδομάδας.

Στο «Σε τεντωμένο σχοινί» (****) ο Βρετανός ντοκιμαντερίστας Τζέιμς Μαρς περιγράφει με σασπένς ένα θαύμα: στις 7 Αυγούστου 1974 ένας 23χρονος Γάλλος, ο ισορροπιστής Φιλίπ Πετίτ, κατεγράφη στα αστυνομικά χρονικά της Νέας Υόρκης ως ο δράστης του «καλλιτεχνικού εγκλήματος του αιώνα». Λίγα λεπτά πριν, ο θεότρελος Γάλλος είχε νικήσει τους φόβους του πραγματοποιώντας το αδύνατο: είχε αγγίξει τα σύννεφα περπατώντας σε ένα τεντωμένο συρματόσχοινο από τον βόρειο μέχρι τον νότιο πύργο του νεόδμητου World Trade Center. Μόλις κατέβηκε στη γη, οι αστυνομικές αρχές τον συνέλαβαν, σημειώνοντας στο δελτίο συμβάντων: «man on wire» (άνθρωπος σε τεντωμένο σχοινί). Ο Πετίτ και οι συνεργοί του στο «έγκλημα» για να φτάσουν ώς την κορυφή των Δίδυμων Πύργων (περίπου μισό χιλιόμετρο από το έδαφος) είχαν καταστρώσει ένα σχέδιο που θα το ζήλευε και ο Αρσέν Λουπέν.

Στο ελληνικό «Τ4 Trouble» (***) ο πρωτοεμφανιζόμενος Δημήτρης Αθυρίδης περιστρέφεται γύρω από τον 56χρονο μουσικό Τέρρυ Παπαντίνα, σκιαγραφώντας το πορτρέτο ενός ναυαγού του ροκ εν ρολ. Ο Παπαντίνας, που σήμερα ζει στη Θεσσαλονίκη στο κοινωνικό και καλλιτεχνικό περιθώριο, ήταν ένας χαρισματικός μουσικός («στα ακόρντα του διέκρινες μια μουσική σκέψη», λέει ο Διονύσης Σαββόπουλος) που βρέθηκε στον αφρό της ελληνικής ροκ σκηνής στα χρόνια του ’70. Πνίγηκε, όμως, στον ναρκισσισμό του.

Η τετραμελής παρέα των 12χρονων μπορεί να ισχυρίζεται ότι το παιχνίδι είναι δικαίωμα, όμως πόσο φιλικές είναι πλέον οι πόλεις και πόσο ανεκτικοί οι άνθρωποι στα παιδιά; Το ντοκιμαντέρ των Αγγελη Ανδρικοπούλου και Αργύρη Τσεπελίκα «Τα παιδία δεν παίζει» (***1/2) επανατοποθετεί ένα βασανιστικό ερώτημα με τρόπο σύγχρονο, εξαιρετικά ευαίσθητο, διορατικό και ρεαλιστικό. Δεν είναι μια αγιογραφία προθέσεων και αισθημάτων. Η εφηβική συντροφιά από την Πάτρα που αποφασίζει να διεκδικήσει έναν ελεύθερο χώρο για να παίζει μπάλα, ακολουθώντας τον δρόμο των «μεγάλων» (αίτηση για ραντεβού από τον δήμαρχο, γραφειοκρατικούς δαιδάλους, συγκέντρωση υπογραφών, κ.ο.κ.) πετυχαίνει τον σκοπό της, αξιοποιώντας τους όρους του θεάματος. Η κάμερα που ακολουθεί και καταγράφει, είναι και το διαβατήριο για την αίσια έκβαση της ιστορίας. Οι πόρτες ανοίγουν με ευκολία, οι αρμόδιοι αφιερώνουν χρόνο και καλοδέχονται τους μικρούς επισκέπτες.

Ο κόσμος της Αλεξάνδρας, του Χρήστου, του Βλαντ και της Χρύσας είναι σκληρός και δύσκολος. Στην πορεία προς την επίτευξη του στόχου η φιλία τους δοκιμάζεται συχνά, ενώ οι εφηβικές εκρήξεις, απρόβλεπτες και αναμενόμενες, είναι μια διαρκής απειλή. Δεν ανήκουν σε προνομιακές κοινωνικές τάξεις, ξέρουν όμως να μάχονται, να «βλέπουν», να κρίνουν, να αξιολογούν. Εγκλωβισμένα σε μια αμείλικτη πραγματικότητα (από μπετόν, πιλοτές, αυτοκίνητα, οργισμένους γείτονες, οικογενειακές διαμάχες), βρίσκουν τον τρόπο να ελιχθούν, να προχωρήσουν, να υποδείξουν λύσεις. Το ντοκιμαντέρ συνθέτει μια τοιχογραφία ζωής. Στιγμές - ψηφίδες, που, με επιδέξιο μοντάζ, σχηματίζουν την εικόνα που κάθε ενήλικας και γονιός αποφεύγει να αντιμετωπίσει. Οι προσπάθειες των τεσσάρων μπορεί να απέδωσαν καρπούς (ο δήμαρχος της Πάτρας εξασφάλισε ένα οικόπεδο για τα παιδιά), όμως το «μήνυμα» δεν βρίσκεται στο αίσιο τέλος.

Ο Σπύρος Τέσκος στη «Νικαριά μου» (*1/2) γυρίζει με τρόπο ακαδημαϊκό ένα κοινωνικό - ανθρωπολογικό ντοκιμαντέρ. Γύρω από ένα έθιμο που τηρείται κάθε Πάσχα στο χωριό Ράχες της Ικαρίας, ο σκηνοθέτης αναπτύσσει ένα μέρος της ιστορίας του νησιού, δεμένης με τις ασχολίες των κατοίκων, τον τρόπο που σκέφτονται και συνυπάρχουν. Οι εικόνες ενός τόπου ατίθασου και υποβλητικού, δίνουν το στίγμα του ντοκιμαντέρ. Ο Σπ. Τέσκος γνωρίζει σε βάθος και αγαπάει τον τόπο του. Το ενδιαφέρον του όμως παραμένει μια προσωπική υπόθεση.

Πικρή κομεντί του Ρένου Χαραλαμπίδη

Ανάμεσα στο κλίμα των ταινιών του Ακι Καουρισμάκι και των αδελφών Κοέν κινούνται οι προθέσεις του Ρένου Χαραλαμπίδη στην πικρή κομεντί «4 μαύρα κουστούμια» (**1/2) . Τέσσερα «κοράκια» β΄ κατηγορίας αναλαμβάνουν να μεταφέρουν με τα πόδια το φέρετρο μετανάστη από την Κόστα Ρίκα, για να πιάσουν την «καλή», που αποδεικνύεται απάτη. Η ταινία έχει αρκετές χαριτωμένες στιγμές και μια καλή, δεμένη ομάδα ηθοποιών (ο ίδιος ο Χαραλαμπίδης, οι Δημήτρης Πουλικάκος, Αλκης Παναγιωτίδης, Γιάννης Ζουγανέλης, Τάκης Σπυριδάκης). Εχει όμως και έλλειψη ρυθμού, χάσματα από ένα σημείο και μετά, και παρά τις εξαιρετικές της προθέσεις και τη συμπάθεια που προκαλούν οι κακομοίρηδες ήρωές της, η ταινία προσπαθεί να βρει το δρόμο της, κάπως σαν τους ήρωές της που κινούνται στους επαρχιακούς δρόμους.

Προβάλλονται, τέλος, η πολύ συμπαθής νεανική αισθηματική κομεντί του Μιγκέλ Αρτέτα «Νιάτα σε έξαψη» (**1/2) με τον Μάικλ Σέρα και το αιματηρό –έως αηδίας– θρίλερ «2019: η νέα φυλή» (*) με τους Ιθαν Χοκ και Γουίλεμ Νταφόε.


No comments: