Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/04/2010
Kick-Ass***1/2
ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ
Σκηνοθεσία: Μάθιου Βον.Ερμηνείες: Ααρον Τζόνσον, Νίκολας Κέιτζ, Κλόι Μόρετζ, Μαρκ Στρονγκ, Κρίστοφερ Μιντς-Πλας
ΚΡΙΤΙΚΗ. Τα κουμπιά της πρόκλησης πατάει ο Μάθιου Βον με την κινηματογραφική μεταφορά του κόμικ «Kick-Ass». Με ακραίο χιούμορ, βία στα όρια του νοσηρού και το κυριότερο να προέρχονται από εφήβους και ένα 11χρονο κορίτσι, είναι βέβαιο ότι η ταινία αγγίζει τα όρια του αποδεκτού, συνδυάζοντας τη δράση του «Kill Bill» με το χιούμορ του «Superbad». Το γεγονός αυτό το «Kick-Ass» το πλήρωσε, παίρνοντας τον χαρακτηρισμό «ακατάλληλο» και χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του εν δυνάμει κοινού του.
Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι μια ταινία που απευθύνεται σ’ αυτή τη γενιά που έχει μεγαλώσει με υπερήρωες και μέσα στο Ιντερνετ. Ο «Kick-Ass» είναι ένας έφηβος χωρίς καμία ιδιαίτερη ικανότητα, που αποφασίζει να κάνει το καλό, ντυμένος με μια στολή δύτη. Εστω κι αν προκαλεί γέλιο, καταφέρνει κουτσά-στραβά τον σκοπό του και κερδίζει την προσοχή ενός πατέρα και της κόρης του, σκληρά εκπαιδευμένους μαχητές του εγκλήματος.
Οι τρεις τους θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα μαφιόζο σε μια μάχη πραγματικά μέχρι τελικής πτώσεως. Η ταινία του Μάθιου Βον είναι γεμάτη χιούμορ, καλογυρισμένη δράση, αναφορές στη σύγχρονη εφηβεία, μια περιπέτεια που αναφέρεται με φαντασία στη φαντασίωση, αλλά συγχρόνως πατάει πολύ γερά σε μια πραγματικότητα. Ο Νίκολας Κέιτζ είχε χρόνια να είναι τόσο καλός σε ρόλο, ενώ η αποκάλυψη της ταινίας είναι η μικρή Κλόι Μόρετζ, με ισχυρότατη παρουσία, γεμάτη χάρη και ένταση.
Οι άλλες ταινίες
Το βραβείο σκηνοθεσίας στην τελευταία Μόστρα της Βενετίας κέρδισε η Σιρίν Νεσάτ για το «Γυναίκες χωρίς άντρες» (***), μια ταινία που αναφέρεται στην ιστορία τεσσάρων γυναικών στο Ιράν, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του 1953, που είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή του Σάχη. Εξαιρετικά καλαίσθητη η ταινία, με επιρροές από τη δουλειά της Νεσάτ στη φωτογραφία και το video art, θα κέρδιζε περισσότερο από ένα πιο καλογραμμένο σενάριο.
Το «Κορίτσι στη φωλιά της σφήκας» (**) είναι η ταινία που ολοκληρώνει την τριλογία από τα μπεστ σέλερ του Στιγκ Λάρσον («Το κορίτσι με το τατουάζ», «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά»), αρκετά πιο ανεβασμένα έπειτα από την «κοιλιά» του δεύτερου μέρους. Σε επανέκδοση προβάλλεται ο «Μπέκετ» (***1/2) του 1964, με τους Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο’ Τουλ και Τζον Γκίλγκουντ. Υποψήφια για δώδεκα Οσκαρ η ταινία του Πίτερ Γκλένβιλ που βασίζεται στο έργο του Ζαν Ανούιγ, κέρδισε τελικά μόνο το βραβείο διασκευασμένου σεναρίου. Σύντομα ετοιμάζεται μια νέα εκδοχή της. Προβάλλονται, τέλος, το «Τελευταίο τραγούδι», ρομαντικό δράμα με το νεανικό είδωλο Μάιλι Σάιρους και τον Γκρεγκ Κινίαρ και ο «Σιωπηλός εχθρός», περιπέτεια που διαδραματίζεται στην αρχαία Ρώμη, με τους Μάικλ Φασμπέντερ, Ντόμινικ Γουέστ και Ολγα Κιριλένκο.
Κεραυνός εν αιθρία υπήρξε η εφετινή βράβευση με το ξενόγλωσσο Οσκαρ της αργεντίνικης ταινίας «Το μυστικό στα μάτια της» («Εl secreto de sus ojos», 2009) του Χουάν Χοσέ Καμπανέλα . Και πώς να μην ήταν, αφού η «Λευκή κορδέλα» του Αυστριακού Μίκαελ Χάνεκε θεωρούνταν το αδιαμφισβήτητο φαβορί. Είναι φυσικό και αναπόφευκτο, λοιπόν, η περιέργεια για αυτό το φιλμ να αυξηθεί στο ζενίθ. Αλλωστε το «Μυστικό στα μάτια της» εμφανίστηκε κυριολεκτικά από το πουθενά.
Η ταινία μοιάζει με παζλ: ένα παιχνίδι μυστηρίου γύρω από τη μνήμη αλλά και την εμμονή, με κεντρικό ήρωα έναν επιθεωρητή του Μπουένος Αϊρες (Ρικάρντο Νταρίν), ο οποίος προσπαθεί να κλείσει μια μελανή σελίδα του παρελθόντος του, μια σελίδα που δεν έπαψε ποτέ να τον καταδιώκει. Ολα ξεκινούν το 1974 με τη δολοφονία μιας γυναίκας. Ο δολοφόνος συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, αποφυλακίζεται και αργότερα εξαφανίζεται. Η έρευνα για την ανεύρεσή του θα συνεχιστεί 25 χρόνια μετά, όταν ο συνταξιούχος πλέον επιθεωρητής προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο για την υπόθεση.
Η αφήγηση ξεδιπλώνεται αργά και υπομονετικά (το φιλμ διαρκεί 129΄). Ο Καμπανέλα ισορροπεί με σιγουριά ανάμεσα στο αστυνομικό μυστήριο και στο ρομάντζο, καθώς η σχέση του επιθεωρητή με την προϊσταμένη του (Σολεδάδ Βιλαμίλ) κρύβει τον βαθύ ερωτισμό που ποτέ δεν εκδηλώθηκε ολοκληρωτικά μεταξύ τους. Η μαεστρία του σκηνοθέτη (και του μοντέρ του) βρίσκεται στον γλυκό τρόπο με τον οποίο ενώνει τις σκηνές του παρελθόντος με το παρόν- σαν χάδι. Εκτακτοι όλοι οι ηθοποιοί, με κορυφαίο τον Νταρίν (τον θυμόμαστε από τις «Εννέα βασίλισσες»), του οποίου η μόνιμη μελαγχολία είναι άκρως γοητευτική. Παρ΄ όλα αυτά, ένα Οσκαρ για αυτή την ταινία είναι μάλλον υπερβολικό. Δέκα χρόνια από σήμερα η «Λευκή κορδέλα» θα συζητιέται ακόμη. Το «Μυστικό στα μάτια της»... αμφιβάλλουμε.
Μ ετά το «Τι απέγινε η Ελι;», μια έκπληξη του ιρανικού κινηματογράφου που είδαμε στις αρχές της εφετινής σεζόν, έρχεται το «Γυναίκες χωρίς άνδρες» («Women without men») της Σιρίν Νεσάτ, διάσημης φωτογράφου και video artist που από 17 χρόνων ζει εξόριστη στις ΗΠΑ. Εμπνευσμένη από το ομώνυμο μυθιστόρημα «μαγικού ρεαλισμού» της Σαρνούς Παρσιπούρ, η ταινία εστιάζει στη ζωή τεσσάρων γυναικών κατά τη διάρκεια των μεγάλων πολιτικών αλλαγών στο Ιράν του 1953, όταν με πραξικόπημα που στηρίχθηκε από τη CΙΑ ανατράπηκε ο πρωθυπουργός Μοχάμεντ Μοσαντέκ και επανήλθε στην εξουσία ο Σάχης.
Το πολιτικό πλαίσιο της ταινίας ωστόσο λειτουργεί παρενθετικά στην ουσία του περιεχομένου, το οποίο είναι πέρα ως πέρα ανθρωποκεντρικό. Τα τέσσερα πρόσωπα συνθέτουν μια γενικότερη εικόνα της ταλαιπωρημένης, «απανθρακωμένης» ιρανής γυναίκας που προσπαθεί να ξεφύγει από το ασφυκτικά ανδροκρατούμενο τοπίο της χώρας και να ανασάνει ελεύθερα. Σινεμά χορταστικό, χωρίς περιττολογίες, και με στυλ που σε σκλαβώνει ακόμη και όταν η ιστορία «κάθεται» στην υπερβατική σκηνή της συγκέντρωσης των γυναικών στην έπαυλη μιας από αυτές.
Με το «Ξένες σε ξένη χώρα» ο Δημήτρης Παναγιωτάτος υποκλίνεται με σεβασμό στα θρίλερ, στα φιλμ νουάρ, στις ταινίες τρόμου, στις ταινίες φαντασίας αλλά και επιστημονικής φαντασίας που γυρίστηκαν στη χώρα μας από το 1959 ως το 2009. Από τις μεταφορές του Γιάννη Μαρή ως την «τρέλα» του Νίκου Νικολαΐδη , το φιλμ λειτουργεί ως μια μικρή σινεφίλ εγκυκλοπαίδεια που μπορεί να εμπλουτίσει τις γνώσεις όσων ενδιαφέρονται για ένα παρεξηγημένο κομμάτι του ελληνικού σινεμά. Η μόνη μας ένσταση αφορά την παρέμβαση σκηνών «μυθοπλασίας» (τέσσερα κορίτσια εκπροσωπούν τέσσερα είδη: θρίλερ, νουάρ, φαντασία, επιστημονική φαντασία) οι οποίες όχι μόνο δεν εξυπηρετούν σε κάτι αλλά, αντιθέτως, κουράζουν.
Δεκάδες κρανία θρυμματίζονται κατά τη διάρκεια του «Σιωπηλού εχθρού» («Centurion», Αγγλία, 2010) του Νιλ Μάρσαλ, σκηνοθέτη που απέκτησε όνομα από το θρίλερ «Η κάθοδος». Ο Μάικλ Φασμπέντερ υποδύεται τον εκατόνταρχο ηγέτη μιας ομάδας Ρωμαίων η οποία προσπαθεί να επιβιώσει καταδιωκόμενη από την άγρια φυλή των Πικτς. Για παραπάνω από δύο ώρες το φιλμ μουλιάζει στο αίμα. Αλλά το έξυπνο στοιχείο εδώ είναι ότι και οι δύο πλευρές μάχονται σαν κτήνη. Δεν υπάρχει καλή ή κακή πλευρά παρά μόνο ικανοί ή λιγότερο ικανοί πολεμιστές. Η κινηματογράφηση του Μάρσαλ είναι στακάτη και η αδρεναλίνη φτάνει στο ζενίθ με τη σκληρή φωτογραφία και το κοφτό μοντάζ. Ωστόσο η ταινία, ηθελημένα ίσως, διατηρεί διαρκώς τον χαρακτήρα ενός b-movie. Η μορφή της Ολγκα Κουριλένκο στον ρόλο μιας αδίστακτης (και μουγκής) μαχήτριας των Πικτς σφραγίζεται στη μνήμη.
- (Αγγλία, 1964) του Πίτερ Γκλένβιλ
- (Σουηδία/ Δανία/ Γερμανία, 2009) του Ντάνιελ Αλφρεντσον
- (ΗΠΑ, 2010) του Μάθιου Βον
Δεν μένει τίποτε όρθιο, ούτε στο θέαμα στην οθόνη, ούτε στην ηθική του περιεχομένου της ιστορίας.
- (ΗΠΑ, 2010) της Τζούλι Αν Ρόμπινσον