Thursday, April 22, 2010

Βία στα όρια του νοσηρού

Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/04/2010

  • Kick-Ass***1/2

    ΠΕΡΙΠΕΤΕΙΑ

  • Σκηνοθεσία: Μάθιου Βον.Ερμηνείες: Ααρον Τζόνσον, Νίκολας Κέιτζ, Κλόι Μόρετζ, Μαρκ Στρονγκ, Κρίστοφερ Μιντς-Πλας

ΚΡΙΤΙΚΗ. Τα κουμπιά της πρόκλησης πατάει ο Μάθιου Βον με την κινηματογραφική μεταφορά του κόμικ «Kick-Ass». Με ακραίο χιούμορ, βία στα όρια του νοσηρού και το κυριότερο να προέρχονται από εφήβους και ένα 11χρονο κορίτσι, είναι βέβαιο ότι η ταινία αγγίζει τα όρια του αποδεκτού, συνδυάζοντας τη δράση του «Kill Bill» με το χιούμορ του «Superbad». Το γεγονός αυτό το «Kick-Ass» το πλήρωσε, παίρνοντας τον χαρακτηρισμό «ακατάλληλο» και χάνοντας ένα μεγάλο μέρος του εν δυνάμει κοινού του.

Από την άλλη πλευρά, όμως, είναι μια ταινία που απευθύνεται σ’ αυτή τη γενιά που έχει μεγαλώσει με υπερήρωες και μέσα στο Ιντερνετ. Ο «Kick-Ass» είναι ένας έφηβος χωρίς καμία ιδιαίτερη ικανότητα, που αποφασίζει να κάνει το καλό, ντυμένος με μια στολή δύτη. Εστω κι αν προκαλεί γέλιο, καταφέρνει κουτσά-στραβά τον σκοπό του και κερδίζει την προσοχή ενός πατέρα και της κόρης του, σκληρά εκπαιδευμένους μαχητές του εγκλήματος.

Οι τρεις τους θα βρεθούν αντιμέτωποι με ένα μαφιόζο σε μια μάχη πραγματικά μέχρι τελικής πτώσεως. Η ταινία του Μάθιου Βον είναι γεμάτη χιούμορ, καλογυρισμένη δράση, αναφορές στη σύγχρονη εφηβεία, μια περιπέτεια που αναφέρεται με φαντασία στη φαντασίωση, αλλά συγχρόνως πατάει πολύ γερά σε μια πραγματικότητα. Ο Νίκολας Κέιτζ είχε χρόνια να είναι τόσο καλός σε ρόλο, ενώ η αποκάλυψη της ταινίας είναι η μικρή Κλόι Μόρετζ, με ισχυρότατη παρουσία, γεμάτη χάρη και ένταση.

Οι άλλες ταινίες

Το βραβείο σκηνοθεσίας στην τελευταία Μόστρα της Βενετίας κέρδισε η Σιρίν Νεσάτ για το «Γυναίκες χωρίς άντρες» (***), μια ταινία που αναφέρεται στην ιστορία τεσσάρων γυναικών στο Ιράν, κατά τη διάρκεια του πραξικοπήματος του 1953, που είχε ως αποτέλεσμα την επιστροφή του Σάχη. Εξαιρετικά καλαίσθητη η ταινία, με επιρροές από τη δουλειά της Νεσάτ στη φωτογραφία και το video art, θα κέρδιζε περισσότερο από ένα πιο καλογραμμένο σενάριο.

Το «Κορίτσι στη φωλιά της σφήκας» (**) είναι η ταινία που ολοκληρώνει την τριλογία από τα μπεστ σέλερ του Στιγκ Λάρσον («Το κορίτσι με το τατουάζ», «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά»), αρκετά πιο ανεβασμένα έπειτα από την «κοιλιά» του δεύτερου μέρους. Σε επανέκδοση προβάλλεται ο «Μπέκετ» (***1/2) του 1964, με τους Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο’ Τουλ και Τζον Γκίλγκουντ. Υποψήφια για δώδεκα Οσκαρ η ταινία του Πίτερ Γκλένβιλ που βασίζεται στο έργο του Ζαν Ανούιγ, κέρδισε τελικά μόνο το βραβείο διασκευασμένου σεναρίου. Σύντομα ετοιμάζεται μια νέα εκδοχή της. Προβάλλονται, τέλος, το «Τελευταίο τραγούδι», ρομαντικό δράμα με το νεανικό είδωλο Μάιλι Σάιρους και τον Γκρεγκ Κινίαρ και ο «Σιωπηλός εχθρός», περιπέτεια που διαδραματίζεται στην αρχαία Ρώμη, με τους Μάικλ Φασμπέντερ, Ντόμινικ Γουέστ και Ολγα Κιριλένκο.

Μια ιστορία ηρωική, σαν ψέμα


Μια ανορθόδοξη βιογραφία του Γάλλου τραγουδιστή - μύθου Σερζ Γκενσμπούρ
  • Του Δημητρη Mπουρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 22/04/2010

Gainsbourg ***

  • ΒΙΟΓΡΑΦΙΚΗ.Σκηνοθεσία: Ζοάν Σφαρ

    Ερμηνεία: Ερίκ Ελμοσνινό, Νταγκ Τζόουνς, Κέισι Μότετ Κλάιν, Λούσι Γκόρντον, Λετίσια Κάστα, Αννα Μουγκλαλίς, Μιλέν Ζαμπανουά

ΚΡΙΤΙΚΗ. Το «Gainsbourg» είναι μια πολύ προσωπική ταινία του σχεδιαστή κόμικς Ζοάν Σφαρ γύρω από τον μύθο του γαλλικού τραγουδιού Σερζ Γκενσμπούρ. Ας μην περιμένει ο θεατής μια ακαδημαϊκή βιογραφία ή ένα εκλεπτυσμένο μελόδραμα σαν την προπέρσινη «Ζωή σαν τριαντάφυλλο» για την Εντίθ Πιαφ. Ο Σφαρ κινείται σαν χιουμορίστας στον αφρό των ημερών του Γκενσμπούρ, συνθέτοντας ανορθόδοξα ένα χρονικό για μια «ζωή ηρωική», όπως αναφέρει στον υπότιτλο της ταινίας του προς αποφυγήν κάθε παρεξήγησης. Το «Gainsbourg» δεν είναι μια βιογραφία για τον εμπνευστή του σκανδαλώδους «Je t’ aime - moi non plus» ή για τον αντιφατικό μποέμ του γαλλικού τραγουδιού, που ο Μιτεράν έφτασε να τον χαρακτηρίσει «Μποντλέρ και Απολινέρ των καιρών μας». Είναι μια φανταστική ιστορία στο περιθώριο μιας μυθιστορηματικής ζωής, με τον Γκενσμπούρ να συνδιαλέγεται και ενίοτε να έρχεται στα χέρια με τη σκιά του: το κακομούτσουνο alter ego του που εμφανίζεται στην ταινία με τη μορφή μιας ζωντανής μαριονέτας. «Η ταινία είναι γεμάτη ψέματα, γιατί λατρεύω τα ψέματα. Πάντα πριν ξεκινήσω μια δουλειά κάνω εκτεταμένη έρευνα. Κατόπιν την ξεχνώ και μετατρέπω το αντικείμενό μου σε μυθικό ήρωα», γράφει σε ένα σημείωμά του ο Σφαρ.

Στο πρώτο μέρος του «Gainsbourg», που είναι το καλύτερο, παρακολουθούμε την ιστορία ενός Εβραιόπουλου στα χρόνια της Κατοχής, του εκκεντρικού Λουσιέν, που επιβιώνει σαν από θαύμα και στη συνέχεια βάζει τα δυνατά του να γίνει ζωγράφος με ανάστημα σαν του Γκόγια. Στη συνέχεια, όταν γνωρίζει τον Μπορίς Βιαν και την παριζιάνικη νύχτα, αλλάζει σχέδια και μαζί με αυτά και το όνομά του. «Κοίτα την κιθάρα και πες μια ιστορία», λέει ένας μουσικός, προσπαθώντας να μυήσει τον λιπόσαρκο Σερζ με την άσχημη φάτσα στο πνεύμα του Τζάγκο Ράινχαρτ. Στο δεύτερο μέρος, που είναι αρκετά φλύαρο, ο Σερζ με ένα Ζιτάν μονίμως στα χείλη, μοιάζει με φιγούρα των Γκοσινί και Ουντερζό, άλλοτε στο πλευρό μυθικών γυναικών όπως η Μπριζίτ Μπαρντό, και άλλοτε ως πρωταγωνιστής μικρών και μεγάλων σκανδάλων.

Ο Σφαρ χρησιμοποιεί ευρηματικά το γκροτέσκ όταν ταυτίζει τη ματιά του με το βλέμμα του παιδιού (ο μικρός Λουσιέν) για να γλιστρήσει δίπλα από γεγονότα της ζωής ενός υπαρκτού μύθου (ο Γκενσμπούρ). Η πληθωρικότητά του και η αποσπασματικότητα του σεναρίου του κάποια στιγμή μετατρέπονται σε επικίνδυνη παγίδα.

  • Επίσης...

Το «Μυστικό στα μάτια της» (***) του Χουάν Χοσέ Καμπανέλα έρχεται από την Αργεντινή με συστατική επιστολή το Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας. Είναι ένα ερωτικό δράμα χαμηλών τόνων με πρόσχημα το θρίλερ αστυνομικού τύπου. Σε φλας μπακ, στο Μπουένος Αϊρες του 1974, ένας αστυνομικός, που είναι ερωτευμένος με μια βοηθό εισαγγελέα, αναζητάει τον δολοφόνο μιας γυναίκας. Σε ενεστώτα χρόνο, 25 χρόνια μετά, ο αστυνομικός, γκριζομάλλης εργένης και συνταξιούχος πια, θέλει να γράψει ένα βιβλίο γύρω από το παλιό έγκλημα που τον έχει στοιχειώσει.

Ο Δημήτρης Παναγιωτάτος, στο «Ξένες σε μια ξένη χώρα» (**), επιχειρεί μια προσωπική καταγραφή των ελληνικών ταινιών μυστηρίου και φαντασίας την περίοδο 1959 - 2009, σε μια σύνθεση ντοκιμαντέρ και φιξιόν. Η κινηματογραφοφιλία του σκηνοθέτη είναι διάχυτη, η εξαντλητική γνώση του θέματος ορατή. Πλούσιο υλικό, πληθώρα συνεντεύξεων. Η δραματοποιημένη εκδοχή (με τα τέσσερα κορίτσια) αφελής, αντιμάχεται την αξιοπιστία και τον επαγγελματισμό της ερευνητικής δουλειάς.

Το «Μυστικό» που νίκησε τη «Λευκή κορδέλα»

  • Η ταινία από την Αργεντινή που κέρδισε εφέτος το ξενόγλωσσο Οσκαρ βλέπεται ευχάριστα, αλλά ξεχνιέται μάλλον εύκολα

Κεραυνός εν αιθρία υπήρξε η εφετινή βράβευση με το ξενόγλωσσο Οσκαρ της αργεντίνικης ταινίας «Το μυστικό στα μάτια της» («Εl secreto de sus ojos», 2009) του Χουάν Χοσέ Καμπανέλα . Και πώς να μην ήταν, αφού η «Λευκή κορδέλα» του Αυστριακού Μίκαελ Χάνεκε θεωρούνταν το αδιαμφισβήτητο φαβορί. Είναι φυσικό και αναπόφευκτο, λοιπόν, η περιέργεια για αυτό το φιλμ να αυξηθεί στο ζενίθ. Αλλωστε το «Μυστικό στα μάτια της» εμφανίστηκε κυριολεκτικά από το πουθενά.

Η ταινία μοιάζει με παζλ: ένα παιχνίδι μυστηρίου γύρω από τη μνήμη αλλά και την εμμονή, με κεντρικό ήρωα έναν επιθεωρητή του Μπουένος Αϊρες (Ρικάρντο Νταρίν), ο οποίος προσπαθεί να κλείσει μια μελανή σελίδα του παρελθόντος του, μια σελίδα που δεν έπαψε ποτέ να τον καταδιώκει. Ολα ξεκινούν το 1974 με τη δολοφονία μιας γυναίκας. Ο δολοφόνος συλλαμβάνεται, φυλακίζεται, αποφυλακίζεται και αργότερα εξαφανίζεται. Η έρευνα για την ανεύρεσή του θα συνεχιστεί 25 χρόνια μετά, όταν ο συνταξιούχος πλέον επιθεωρητής προσπαθεί να γράψει ένα βιβλίο για την υπόθεση.

Η αφήγηση ξεδιπλώνεται αργά και υπομονετικά (το φιλμ διαρκεί 129΄). Ο Καμπανέλα ισορροπεί με σιγουριά ανάμεσα στο αστυνομικό μυστήριο και στο ρομάντζο, καθώς η σχέση του επιθεωρητή με την προϊσταμένη του (Σολεδάδ Βιλαμίλ) κρύβει τον βαθύ ερωτισμό που ποτέ δεν εκδηλώθηκε ολοκληρωτικά μεταξύ τους. Η μαεστρία του σκηνοθέτη (και του μοντέρ του) βρίσκεται στον γλυκό τρόπο με τον οποίο ενώνει τις σκηνές του παρελθόντος με το παρόν- σαν χάδι. Εκτακτοι όλοι οι ηθοποιοί, με κορυφαίο τον Νταρίν (τον θυμόμαστε από τις «Εννέα βασίλισσες»), του οποίου η μόνιμη μελαγχολία είναι άκρως γοητευτική. Παρ΄ όλα αυτά, ένα Οσκαρ για αυτή την ταινία είναι μάλλον υπερβολικό. Δέκα χρόνια από σήμερα η «Λευκή κορδέλα» θα συζητιέται ακόμη. Το «Μυστικό στα μάτια της»... αμφιβάλλουμε.

Μ ετά το «Τι απέγινε η Ελι;», μια έκπληξη του ιρανικού κινηματογράφου που είδαμε στις αρχές της εφετινής σεζόν, έρχεται το «Γυναίκες χωρίς άνδρες» («Women without men») της Σιρίν Νεσάτ, διάσημης φωτογράφου και video artist που από 17 χρόνων ζει εξόριστη στις ΗΠΑ. Εμπνευσμένη από το ομώνυμο μυθιστόρημα «μαγικού ρεαλισμού» της Σαρνούς Παρσιπούρ, η ταινία εστιάζει στη ζωή τεσσάρων γυναικών κατά τη διάρκεια των μεγάλων πολιτικών αλλαγών στο Ιράν του 1953, όταν με πραξικόπημα που στηρίχθηκε από τη CΙΑ ανατράπηκε ο πρωθυπουργός Μοχάμεντ Μοσαντέκ και επανήλθε στην εξουσία ο Σάχης.

Το πολιτικό πλαίσιο της ταινίας ωστόσο λειτουργεί παρενθετικά στην ουσία του περιεχομένου, το οποίο είναι πέρα ως πέρα ανθρωποκεντρικό. Τα τέσσερα πρόσωπα συνθέτουν μια γενικότερη εικόνα της ταλαιπωρημένης, «απανθρακωμένης» ιρανής γυναίκας που προσπαθεί να ξεφύγει από το ασφυκτικά ανδροκρατούμενο τοπίο της χώρας και να ανασάνει ελεύθερα. Σινεμά χορταστικό, χωρίς περιττολογίες, και με στυλ που σε σκλαβώνει ακόμη και όταν η ιστορία «κάθεται» στην υπερβατική σκηνή της συγκέντρωσης των γυναικών στην έπαυλη μιας από αυτές.

Από τον Μαρή στον Νικολαΐδη

Με το «Ξένες σε ξένη χώρα» ο Δημήτρης Παναγιωτάτος υποκλίνεται με σεβασμό στα θρίλερ, στα φιλμ νουάρ, στις ταινίες τρόμου, στις ταινίες φαντασίας αλλά και επιστημονικής φαντασίας που γυρίστηκαν στη χώρα μας από το 1959 ως το 2009. Από τις μεταφορές του Γιάννη Μαρή ως την «τρέλα» του Νίκου Νικολαΐδη , το φιλμ λειτουργεί ως μια μικρή σινεφίλ εγκυκλοπαίδεια που μπορεί να εμπλουτίσει τις γνώσεις όσων ενδιαφέρονται για ένα παρεξηγημένο κομμάτι του ελληνικού σινεμά. Η μόνη μας ένσταση αφορά την παρέμβαση σκηνών «μυθοπλασίας» (τέσσερα κορίτσια εκπροσωπούν τέσσερα είδη: θρίλερ, νουάρ, φαντασία, επιστημονική φαντασία) οι οποίες όχι μόνο δεν εξυπηρετούν σε κάτι αλλά, αντιθέτως, κουράζουν.

Τραγούδι, σεξ και τσιγάρο

Το «Gainsbourg» διηγείται τη διασκεδαστική όσο και τραγική ιστορία ενός θρύλου της μουσικής, του Σερζ Γκενσμπούργκ (1928-1991), ο οποίος από καταδιωκόμενο εβραιόπουλο στους δρόμους του Παρισιού εξελίχθηκε σε (αρχικώς συνεσταλμένο, αργότερα ακραίο) ποιητή θαμπώνοντας τα πλήθη στα swinging 60s και αργότερα στα 70s. Η ζωή του στα όρια, σε ένα παραμύθι γυρισμένο με αγάπη και θαυμασμό προς τον Γκενσμπούργκ ( Ερίκ Ελμοσνίνο ) από τον σχεδιαστή κόμικς Ζοάν Σφαρ στην πρώτη και ιδιαίτερη σκηνοθετική απόπειρά του, η οποία απέχει αρκετά από τις συνήθεις κινηματογραφικές βιογραφίες. Μπόλικο τραγούδι, μπόλικο σεξ και μπόλικο τσιγάρο (νιώθεις ότι μυρίζεις τον καπνό), με συμπαθητικές γυναικείες παρουσίες όπως η Λετισιά Κάστα (Μπριζίτ Μπαρντό ), η Αννα Μουγκλαλίς (Ζυλιέτ Γκρεκό) και η Λούσι Γκόρντον - η οποία αυτοκτόνησε αμέσως μετά την ταινία- στον ρόλο της Τζέιν Μπίρκιν.

Δύο αιματοβαμμένες ώρες

Δεκάδες κρανία θρυμματίζονται κατά τη διάρκεια του «Σιωπηλού εχθρού» («Centurion», Αγγλία, 2010) του Νιλ Μάρσαλ, σκηνοθέτη που απέκτησε όνομα από το θρίλερ «Η κάθοδος». Ο Μάικλ Φασμπέντερ υποδύεται τον εκατόνταρχο ηγέτη μιας ομάδας Ρωμαίων η οποία προσπαθεί να επιβιώσει καταδιωκόμενη από την άγρια φυλή των Πικτς. Για παραπάνω από δύο ώρες το φιλμ μουλιάζει στο αίμα. Αλλά το έξυπνο στοιχείο εδώ είναι ότι και οι δύο πλευρές μάχονται σαν κτήνη. Δεν υπάρχει καλή ή κακή πλευρά παρά μόνο ικανοί ή λιγότερο ικανοί πολεμιστές. Η κινηματογράφηση του Μάρσαλ είναι στακάτη και η αδρεναλίνη φτάνει στο ζενίθ με τη σκληρή φωτογραφία και το κοφτό μοντάζ. Ωστόσο η ταινία, ηθελημένα ίσως, διατηρεί διαρκώς τον χαρακτήρα ενός b-movie. Η μορφή της Ολγκα Κουριλένκο στον ρόλο μιας αδίστακτης (και μουγκής) μαχήτριας των Πικτς σφραγίζεται στη μνήμη.

ΕΠΑΝΕΚΔΟΣΗ

«Μπέκετ»
  • (Αγγλία, 1964) του Πίτερ Γκλένβιλ
Βασισμένος στο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ, ο «Μπέκετ» του Πίτερ Γκλένβιλ έχει δύο τρομερούς ηθοποιούς στο φόρτε τους. Από τη μια πλευρά ο Πίτερ Ο΄ Τουλ (αριστερά, στη φωτογραφία) μονίμως ηλεκτρισμένος ως ημιπαράφρων βασιλιάς της Αγγλίας Ερρίκος, από την άλλη ο Ρίτσαρντ Μπάρτον (δεξιά, στη φωτογραφία), ο οποίος υποδύεται τον πιστό φίλο και συμβουλάτορά του Τόμας Μπέκετ, με τον οποίο ο πρώτος είναι «κολλημένος», σαν τρελά ερωτευμένος, ακόμη και όταν οι δυο τους βρεθούν σε αντίθετα στρατόπεδα. «Θα πέθαινα για σένα χαμογελώντας» του λέει ο Ερρίκος, για τον οποίο παιδιά και γυναίκα δεν αξίζουν μία μπροστά στον Μπέκετ. «Αλλά εγώ σε αγάπησα, εσύ όχι». Και εκείνος, cool και απροσπέλαστος, δεν απαντά. Στο πρώτο μέρος παρακολουθούμε τις εμπειρίες δύο πολύ καλών φίλων, ένα buddy movie κοστουμιών- κάτι που αυτομάτως προκαλεί την περιέργεια. Στο δεύτερο μέρος η ταινία αποκτά την εικόνα της άσκησης εξουσίας.

ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ

«Το κορίτσι στη φωλιά της σφήκας»
  • (Σουηδία/ Δανία/ Γερμανία, 2009) του Ντάνιελ Αλφρεντσον
Η τρίτη ταινία της κινηματογραφικής σειράς «Μillennium» (που στηρίζεται στην τριλογία μυθιστορημάτων του Στιγκ Λάρσον ) ξεκινά από εκεί που τελείωσε η δεύτερη, το «Κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά»- η οποία ξεκινούσε από εκεί που τελείωνε η πρώτη, «Το κορίτσι με το τατουάζ». Αυτό σημαίνει ότι όποιος δεν έχει δει τα δύο προηγούμενα, δεν θα καταλάβει τίποτε από το «Κορίτσι στη φωλιά της σφήκας». Οι άλλοι κάτι θα καταλάβουν... Οσο, τώρα, για αυτή καθαυτή την ταινία, η οποία ασχολείται με τις περιπέτειες ενός δημοσιογράφου ( Μίκεαλ Νίκβιστ ) και μιας ερευνήτριας ασφαλιστικής εταιρείας ( Νοόμι Ραπάσε ), θα το ξαναπώ: περιορισμένη στην αστυνομική ίντριγκα και χωρίς εμβάθυνση στη σήψη μιας ολόκληρης σύγχρονης κοινωνίας, μέσα από την ανάλυση των κοινωνικών, πολιτικών και οικονομικών μηχανισμών που παράγουν το σύγχρονο έγκλημα. Γι΄ αυτό και είναι κατώτερη των βιβλίων του Λάρσον.

«Κick-Αss»
  • (ΗΠΑ, 2010) του Μάθιου Βον
Ο ξένος τίτλος αναφέρεται στον πιο ασυνήθιστο ήρωα κόμικ με υπερήρωες. Ο Ντέιβ Λιζέφσκι ( Ααρον Τζόνσον ), που γεννήθηκε από την πένα του Μαρκ Μίλαρ, είναι ο περίγελως του σχολείου του και θέλει να ξεφύγει από τη διαρκή ταλαιπωρία. Φτιάχνει λοιπόν μόνος μια κακάσχημη στολή και παίρνει τους δρόμους μπας και καταφέρει κάτι. Στην αρχή καταλήγει στο νοσοκομείο, αλλά αργότερα ωριμάζει και γίνεται διάσημος μέσω του ΥouΤube, όταν τον κινηματογραφούν ενώ τις τρώει προσπαθώντας να προστατέψει κάποιον. Πλάκα στην πλάκα, το φιλμ καταλήγει σε ύμνο της αυτοδικίας, και μάλιστα με ισχυρότερο χαρακτήρα ένα ανήλικο κοριτσάκι ( Κλόι Γκρέις Μόρτεζ - στη φωτογραφία) που μπροστά του η Ούμα Θέρμαν του «Κill Βill» μοιάζει με καλόγρια.

Δεν μένει τίποτε όρθιο, ούτε στο θέαμα στην οθόνη, ούτε στην ηθική του περιεχομένου της ιστορίας.

«Το τελευταίο τραγούδι»
  • (ΗΠΑ, 2010) της Τζούλι Αν Ρόμπινσον
Η σύγκρουση των διαφορετικών γενεών μιας προβληματικής οικογένειας πυροδοτεί το σενάριο ενός αδιάφορου οικογενειακού δράματος στο οποίο ο Γκρεγκ Κινίαρ προσπαθεί να βρει κοινά σημεία με την κόρη του ( Μάιλι Σάιρους ). Επαγγελματική κατασκευή, συγκινητική κορύφωση, προσεγμένες ερμηνείες, αλλά όχι μια ταινία που σε ελκύει να τη δεις, αφού στην ουσία επαναλαμβάνει αναμασημένα πράγματα.


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=327244&dt=22/04/2010#ixzz0lpt5XTJN

Καταπιεστικά καθεστώτα στο εδώλιο

Εννέα οι νέες ταινίες που προβάλλονται από σήμερα στις αίθουσες, ανάμεσά τους και δύο με ιστορίες τοποθετημένες σε καταπιεστικά καθεστώτα: «Γυναίκες χωρίς άντρες» της Ιρανής Σιρίν Νεσάτ και «Το μυστικό στα μάτια της» του Αργεντινού Χουάν Χοσέ Καμπανέλα (βραβείο ξενόγλωσσου Οσκαρ).

«Γυναίκες χωρίς άντρες» της διάσημης Ιρανής εικαστικού Σιρίν Νεσάτ,  βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ

«Γυναίκες χωρίς άντρες» της διάσημης Ιρανής εικαστικού Σιρίν Νεσάτ, βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Στο πρόγραμμα και οι ταινίες: «Kick-Ass», σάτιρα των κόμικς του Μάθιου Βον, «Ξένες σε ξένη χώρα», ντοκιμαντέρ του Δημήτρη Παναγιωτάτου, «Το κορίτσι στη φωλιά της σφήκας», πολιτικό θρίλερ του Ντάνιελ Αλφρεντσον, «Γκενσμπούργκ», βιογραφική ταινία του Ζοάν Σφαρ, «Σιωπηλός εχθρός», περιπέτεια εποχής του Νιλ Μάρσαλ, «Το τελευταίο τραγούδι» της Τζούλι Αν Ρόμπινσον και, σε επανέκδοση, ο «Μπέκετ» (1964) του Πίτερ Γκλένβιλ. Ακόμη, αναφέρω το ενδιαφέρον αφιέρωμα «140 χρόνια από τη γέννηση του Λένιν» με ταινίες από σκηνοθέτες όπως οι Αϊζενστάιν, Ρομ, Βερτόφ, Ντοβζένκο, Γιούτκεβιτς κ.ά.

Γυναίκες χωρίς άντρες

Zanan-e bedun-e mardan/Women Without Men। Σκηνοθεσία: Σιρίν Νεσάτ. Σενάριο: Σόγια Αζάρι, Στίβεν Χένρι Μάντοφ, Σιρίν Νεσάτ. Ηθοποιοί: Πεγκά Φερεντονί, Αρίτα Σαχρζάντ, Σαμπνάρ Τολουέι, Ορζι Τοτ. 99'***½

Με την κατάσταση της γυναίκας στο Ιράν καταπιάνεται στη δοσμένη με ειλικρίνεια, δύναμη, αλλά και εικαστική ομορφιά ταινία της η διάσημη Ιρανή καλλιτέχνιδα Σιρίν Νεσάτ - βραβείο σκηνοθεσίας στο Φεστιβάλ Βενετίας.

Η θλιβερή κατάσταση της γυναίκας και τα βάσανα στα οποία υπόκειται στο ισλαμικό καθεστώς κάθε φορά που σηκώνει το κεφάλι της για να ζητήσει ισότητα και δικαιοσύνη, είναι το θέμα της πρώτης αυτής ταινίας της διάσημης 52χρονης Ιρανής φωτογράφου και εικαστικού, Σιρίν Νεσάτ. Δεν είναι η πρώτη φορά που η Νεσάτ (η οποία από τα 17 της ζει αυτοεξόριστη στις ΗΠΑ) καταπιάνεται με το θέμα της γυναίκας στο Ιράν: τόσο με τις φωτογραφίες της (όπως η σειρά «Γυναίκες του Αλλάχ») όσο και με τις βιντεο-εγκαταστάσεις της, που έχουν εκτεθεί παγκόσμια, παρουσιάζει την καταπίεση και τα βάσανα της Ιρανής γυναίκας.

Η ταινία, διασκευή ενός μυθιστορήματος «μαγικού ρεαλισμού» της Σαρνούς Παρσιπούρ, καταπιάνεται με την ιστορία τεσσάρων διαφορετικών γυναικών στην Τεχεράνη, στη διάρκεια του καλοκαιριού του 1953, περίοδο πολιτικών αναταραχών, όταν ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρόεδρος της χώρας, Μοχάμεντ Μοσαντέκ, ανατράπηκε από ένα πραξικόπημα της αμερικανικής CIA, υποστηριγμένο από τους Αγγλους. Το πραξικόπημα επανέφερε στην εξουσία τον Σάχη, διέκοψε την ομαλή πορεία του Ιράν προς τη δημοκρατικοποίηση και οδήγησε στην ισλαμική επανάσταση του 1979 με όλα τα τραγικά της αποτελέσματα.

Από τις ιστορίες των γυναικών ξεχωρίζουν εκείνες της μεσήλικης Φακρί, παγιδευμένης σ' έναν ανέραστο γάμο, που ξαφνικά αντιμετωπίζει τον παλιό μεγάλο της έρωτα, και της Ζάριν, μιας νεαρής πόρνης που τώρα δεν της επιτρέπεται να βλέπει τα πρόσωπα των αντρών.

Μαζί τους παρακολουθούμε και τις ιστορίες της Μιούνις, μιας νεαρής, πολιτικοποιημένης γυναίκας που συγκρούεται με έναν αυστηρών αρχών, θρησκόληπτο πατέρα, και της Φαέζε, που το μόνο της ενδιαφέρον είναι να παντρευτεί τον αδερφό τής Μιούνις, αδιαφορώντας για όσα συμβαίνουν γύρω της. Και οι τέσσερις γυναίκες θα καταλήξουν σ' έναν ειδυλλιακό κήπο έξω από την Τεχεράνη, όπου, για ένα σύντομο διάλειμμα, καταφέρνουν να ξεφύγουν από τα καθημερινά τους βάσανα και ν' απολαύσουν μια ξέγνοιαστη ζωή με τραγούδια, χορούς και λογοτεχνικές συζητήσεις.

Παρά τις κάποιες σεναριακές αδυναμίες, ιδιαίτερα στην ανάπτυξη των γυναικείων χαρακτήρων, πρόκειται για μια τολμηρή, όχι μόνο πολιτικά αλλά και σεξουαλικά (με αρκετές σκηνές γυμνού) ταινία, που εξαιτίας του πολιτικού κλίματος γυρίστηκε εκτός Ιράν. Είναι δοσμένη με ειλικρίνεια και δύναμη, με πολύ καλές ερμηνείες και από τις τέσσερις πρωταγωνίστριες. Μια ταινία, που μαζί με τον εξαιρετικό «Κύκλο» του Τζαφάρ Παναχί (που οδήγησε τον δημιουργό της στη φυλακή), παραμένει αναγκαία, με όσα συμβαίνουν σήμερα στο Ιράν, ιδιαίτερα μετά την Πράσινη Κίνηση του 2009.

Το μυστικό στα μάτια της

El secreto de sus ojos. Αργεντινή, 2009. Σκηνοθεσία: Χουάν Χοσέ Καμπανέλα. Σενάριο: Χουάν Χοσέ Καμπανέλα, Εδουάρδο Σακέρι. Ηθοποιοί: Ρικάρντο Νταρίν, Σολεδάλ Βιλαμίλ, Πάμπλο Ράγκο, Χαβιέ Γκοντίνο, Γκιγιέρμο Φραντσέλα. 129'.***½

Η ανεξιχνίαστη υπόθεση μιας άγριας δολοφονίας μέσα από μνήμες του παρελθόντος σε ένα σκοτεινό θρίλερ με πολιτικές αναφορές - Οσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας.

Οι μνήμες του παρελθόντος, με αφορμή την ανεξιχνίαστη υπόθεση μιας άγριας δολοφονίας, είναι στο επίκεντρο της αργεντίνικης ταινίας του Χουάν Χοσέ Καμπανέλα -σκηνοθέτη ορισμένων επεισοδίων της αμερικανικής σειράς «Law & Order».

Η ταινία αρχίζει στο σύγχρονο Μπουένος Αϊρες, όταν ο συνταξιούχος δικαστικός υπάλληλος Μπενιαμίν (Ρικάρντο Νταρίν) αποφασίζει να γράψει ένα βιβλίο με θέμα ένα ανεξιχνίαστο έγκλημα, τον βιασμό και τον άγριο φόνο μιας νεαρής γυναίκας, που είχε συμβεί στο Μπουένος Αϊρες το 1974, περίοδο του δικτατορικού καθεστώτος. Την εξιχνίαση είχε αναλάβει ο ίδιος, μαζί με την προϊσταμένη του, εισαγγελέα Ιρένε (Σολεδάλ Βιλαμίλ) και τον αλκοολικό συνάδελφό του, Πάμπλο.

Μέσα από διάφορα φλας μπακ, παρακολουθούμε τις έρευνες του Μπενιαμίν και του Πάμπλο, καθώς και την προσπάθεια κάλυψης του εγκλήματος από την αστυνομία, ώσπου οι δυο τους ανακαλύπτουν τον πραγματικό δολοφόνο, και τον συλλαμβάνουν ύστερα από ένα κυνηγητό σ' ένα γήπεδο -από τις πιο εντυπωσιακές σκηνές της ταινίας. Μόνο που λίγο αργότερα το δικτατορικό καθεστώς αποφυλακίζει τον δολοφόνο, αναθέτοντάς του διάφορες βρώμικες δουλειές.

Ο Καμπανέλα προσεγγίζει το θέμα του με ξεχωριστή φροντίδα για να καταγράψει, περνώντας με άνεση από το παρόν στο παρελθόν, τη δικαστική αυτή εφιαλτική περιπέτεια και να δημιουργήσει ένα σκοτεινό θρίλερ, με αρκετό σασπένς, αλλά και χιούμορ, από το οποίο δεν λείπει και το ρομαντικό στοιχείο (ο παθιασμένος έρωτας ενός υπαλληλάκου για τη δολοφονημένη γυναίκα του), ενώ παράλληλα καταφέρνει να υποβάλει με δεξιοτεχνία την καταπιεστική περίοδο του δικτατορικού καθεστώτος.

Kick-Ass

ΗΠΑ, 2010। Σκηνοθεσία: Μάθιου Βον. Σενάριο: Τζέιν Γκόλντμαν, Μάθιου Βον. Ηθοποιοί: Αρον Τζόνσον, Νίκολας Κέιτζ, Γκρέις Μόρετζ, Μαρκ Στρονγκ. 117'***½

Ενας νεαρός, φαν των κόμικς, προσπαθεί να γίνει σούπερ ήρωας, με τη βοήθεια μιας 11χρονης σούπερ ηρωίδας και του πατέρα της, σε μια απολαυστική, σατιρική κωμωδία.

Με τον κόσμο των κόμικς ιδωμένο μέσα από μια χιουμοριστική, σατιρική ματιά, από την οποία δεν λείπει και μια υπερβολική βία -τακτικό στοιχείο στα κόμικς- καταπιάνεται στην απολαυστική αυτή περιπέτεια, βασισμένη στο κόμικς των Μαρκ Μίλαρ και Τζον Ρομίτα Τζούνιορ, ο σκηνοθέτης Μάθιου Βον.

Ο νεαρός Ντέιβ Λιζέφσκι (Αρον Τζόνσον), φαν των κόμικς, αποφασίζει, φορώντας μάσκα, μια κάπως γελοία στολή και χρησιμοποιώντας το όνομα Kick-Ass να καταπολεμήσει το έγκλημα, για ν' ανακαλύψει πως δεν έχει τις ιδιαίτερες δυνάμεις που απαιτεί ένας τέτοιος ρόλος. Κάποια όμως στιγμή, εμφανίζονται δύο, σοβαροί τη φορά αυτή, σούπερήρωες, η 11χρονη Hit Girl (Κλόις Μόρετζ) και ο πατέρας της, Big Daddy (Νίκολας Κέιτζ), για ν' αντιμετωπίσουν, μαζί, έναν κυνικό αρχιμαφιόζο.

Ο Βον έφτιαξε μια έξυπνη, με σατιρικές αιχμές, νεανική κωμωδία, διανθισμένη με πρωτότυπα ευρήματα και ωραία στημένες σκηνές, που συχνά παρωδούν άλλες ταινίες - παράδειγμα εκείνες με την 11χρονη Hit Girl να αποκρούει με βίαιο τρόπο τους πιο επικίνδυνους εχθρούς της, είναι αναφορά σε ταινίες όπως το «Matrix» αλλά και στην Ούμα Θέρμαν του «Kill Bill».

Ξένες σε ξένη χώρα

Ελλάδα, २००९.। Σκηνοθεσία: Δημήτρης Παναγιωτάτος. Σενάριο: Βίκυ Χασάνδρα. Με τους: Νάνσυ Μπούκλη, Στάλλα Νούλη, Αναστασία Σπυροπούλου, Δήμητρα Λημνίου, Αγγελική Φράγκου. 92'***

Τα διάφορα κινηματογραφικά είδη (θρίλερ, φιλμ νουάρ, ταινίες επιστημονικής φαντασίας και τρόμου) στο ελληνικό σινεμά, σε μια ταινία που συνδυάζει το ντοκιμαντέρ με σκηνές μυθοπλασίας.

Μετά το πρόσφατο «Το γυμνό στο σινεμά» έρχεται το ντοκιμαντέρ «Ξένες σε ξένη χώρα» του Δημήτρη Παναγιωτάτου να μας δώσει μια εικόνα του ελληνικού κινηματογράφου μέσα από τα διάφορα (συχνά θεωρούμενα «κατώτερα») είδη του: ταινίες επιστημονικής φαντασίας & τρόμου, θρίλερ, φιλμ νουάρ. Με έξυπνα μονταρισμένες σκηνές, με άλλες έντεχνα δραματοποιημένες (αν και προσωπικά βρήκα τον επίλογο κάπως υπερβολικό, χωρίς να προσθέτει τίποτα στο ήδη ενδιαφέρον υλικό), με διάφορους «ειδικούς» και μη (σκηνοθέτες, σεναριογράφους, συγγραφείς, κριτικούς κ.ά.) να καταθέτουν τις απόψεις και τις εμπειρίες τους, ο σκηνοθέτης («Εραστές στη μηχανή του χρόνου») έφτιαξε μια πολύ ενδιαφέρουσα ταινία-ντοκουμέντο.

Το κορίτσι στη φωλιά της σφήκας

Millennium 3: The Girl Who Kicked the Hornet's Nest। Σκηνοθεσία: Ντάνιελ Αλφρεντσον. Σενάριο: Τζόνας Φρίκμπεργκ, Ούλαφ Ράιμπεργκ. Ηθοποιοί: Ναόμι Ραπάσε, Μίκαελ Νίκβιστ, Λένα Εντρε. 148'**½

Ατμοσφαιρικό πολιτικό θρίλερ, ο επίλογος στην οδύσσεια της βασανισμένης νεαρής Σαλάντερ που τελικά καταφέρνει να εκδικηθεί δολοφόνους και πολιτικούς, που προσπαθούσαν να την εξοντώσουν.

Στο τρίτο μέρος της γνωστής τριλογίας του Στιγκ Λάρσον («Το κορίτσι με το τατουάζ» και «Το κορίτσι που έπαιζε με τη φωτιά»), ο πρωταγωνιστής-δημοσιογράφος συνεχίζει την έρευνά του γύρω από μια σειρά δολοφονίες, ενώ η νεαρή Λίσμπετ Σαλάντερ, μετά την ανάρρωσή της από το νοσοκομείο, αρχίζει να σχεδιάζει την εκδίκησή της ενάντια στον άνθρωπο που προσπάθησε να τη σκοτώσει, αλλά και στους κυβερνητικούς πολιτικούς που θέλησαν να την καταστρέψουν. Τη φορά αυτή ο σκηνοθέτης Ντάνιελ Αλφρεντσον, εκτός από το σασπένς και το μυστήριο, στρέφει το ενδιαφέρον του και στις πολιτικές ίντριγκες και τα βρώμικα παιχνίδια που παίζονται όταν κινδυνεύει να αποκαλυφθεί η συμμετοχή κρατικών και άλλων σημαντικών οργανώσεων σε μια σειρά φόνων.

Gainsbourgh

Gainsbourgh (Vie heroique)। Γαλλία, 2010. Σκηνοθεσία-σενάριο: Ζοάν Σφαρ. Ηθοποιοί: Ερίκ Ελμονινό, Λαετίσια Κάστα, Λούσιλ Γκόρντον, Αννα Μουγκλάλις. 130'**½

Αρκετά πρωτότυπη βιογραφία του γνωστού Γάλλου τραγουδιστή-τραγουδοποιού που σκηνοθέτησε ο γνωστός κομίστας Ζοάν Σφαρ.

Η βιογραφική αυτή ταινία του Ζοάν Σφαρ καταγράφει την καριέρα του Γκενσμπούργκ από τα παιδικά και νεανικά του χρόνια, όταν άρχισε να ζωγραφίζει, για να καταλήξει στην περίοδο όπου γίνεται διάσημος, τόσο με τα προκλητικά συχνά τραγούδια του όσο και τους έρωτές του (Ζιλιέτ Γκρεκό, Μπριζίτ Μπαρντό, Τζέιν Μπέρκιν κ.ά.) - με την Μπαρντό της Λαετίσια Κάστα να μοιάζει να βγήκε από ταινία του Βαντίμ. Ο Σφαρ αναπλάθει πειστικά την όλη ατμόσφαιρα του Παρισιού και του κόσμου γύρω από τον πρωταγωνιστή του (αν και, δυστυχώς, παραλείπει το κοινωνικό-πολιτικό πλαίσιο) και συνδυάζει (όχι πάντα με επιτυχία) το πραγματικό με το φανταστικό (την παρουσία ενός δεύτερου, παραμυθένιου προσώπου του Γκενσμπούργκ). Από τα καλύτερα στοιχεία της ταινίας: η ερμηνεία του Ερίκ Ελμονινό, που όχι μόνο μοιάζει εκπληκτικά στον Γκενσμπούργκ αλλά και δίνει με πάθος και δύναμη τις διάφορες πλευρές του χαρακτήρα του.*

ΟΙ ΑΛΛΕΣ ΤΑΙΝΙΕΣ

ΜΠΕΚΕΤ (Becket) ΗΠΑ, 1964. Σκηνοθεσία: Πίτερ Γκλένβιλ. Σενάριο: Ζαν Ανούιγ, Λουσιέν Χιλ. Ηθοποιοί: Ρίτσαρντ Μπάρτον, Πίτερ Ο'Τουλ, Τζον Γκίλγκουντ, Τσίνο Τσέρβι. 148'

*** Σε επανέκδοση η βραβευμένη με Οσκαρ (σεναρίου) ταινία. Ιστορικό δράμα, βασισμένο στο θεατρικό έργο του Ανούιγ, γύρω από τη σχέση φιλίας ανάμεσα στον βασιλιά Ερρίκο Β' και τον αρχιεπίσκοπο του Καντέρμπουρι, Τόμας Μπέκετ, που μετατρέπεται σε πολιτική αντιπαλότητα. Σκηνοθετικά αργή, αν και πολύ ενδιαφέρουσα από πλευράς ερμηνειών, ιδιαίτερα των Ο'Τουλ (βασιλιάς) και Μπάρτον (Μπέκετ).

ΣΙΩΠΗΛΟΣ ΕΧΘΡΟΣ (Centurion). ΗΠΑ, 2010. Σκηνοθεσία-σενάριο: Νιλ Μάρσαλ. Ηθοποιοί: Μάικλ Φασμπίντερ, Ολγκα Κουριλένκο, Ντόμινικ Γουέστ. 97'

*½- Ο γνωστός από τις ταινίες τρόμου σκηνοθέτης Νιλ Μάρσαλ («Η κάθοδος») φτιάχνει μια το ίδιο ωμή στη μορφή της περιπέτεια εποχής με την 9η Ρωμαϊκή Λεγεώνα να αντιμετωπίζει την άγρια φυλή των Picts στην προσπάθειά της να επιβιώσει σε μια αυτοκρατορία (δεύτερο αιώνα μ.Χ.) που έχει αρχίσει να φθίνει.

ΤΟ ΤΕΛΕΥΤΑΙΟ ΤΡΑΓΟΥΔΙ (The Last Song). ΗΠΑ, 2010. Σκηνοθεσία: Τζούλι Αν Ρόμπινσον. Σενάριο: Νίκολας Σπαρκς, Τζεφ Βαν Γουί. Ηθοποιοί: Μάιλι Σάιρους, Γκρεγκ Κινίαρ, Κέλι Πρέστον. 107'

½- Στη νέα της αυτή, αδιάφορη εμφάνιση, η Μάιλι Σάιρους/Χάνα Μοντάνα ερμηνεύει ένα 17χρονο ατίθασο, με ταλέντο στο πιάνο, κορίτσι που στέλνεται από τη μητέρα της σε μια παραλιακή πόλη της Τζόρτζια, για να περάσει τις καλοκαιρινές διακοπές με τον πατέρα της. Σκηνοθετημένη από την πρωτοεμφανιζόμενη Τζούλι Αν Ρόμπινσον, με ένα σενάριο που περιέχει όλα τα διάφορα στοιχεία (κωμωδία, μελό, ρομαντισμό, θάνατο), σύμφωνα με τα στούντιο της Ντίσνεϊ και τις χολιγουντιανές φόρμουλες.

«Το μυστήριο και το θρίλερ ταιριάζουν στους Ελληνες»

ΤΟ ΝΤΟΚΙΜΑΝΤΕΡ «ΞΕΝΕΣ ΣΕ ΞΕΝΗ ΧΩΡΑ» ΣΤΟΝ «ΜΙΚΡΟΚΟΣΜΟ»

Σε πείσμα όσων διατείνονται ότι οι ταινίες μυστηρίου και φαντασίας δεν ταιριάζουν στην αισθητική του ελληνικού κοινού και είναι ένα κινηματογραφικό είδος υποδεέστερο άλλων, ο Δημήτρης Παναγιωτάτος έκανε μια ταινία για να ανατρέψει ανάλογα στερεότυπα.

Πρόκειται για το ντοκιμαντέρ «Ξένες σε ξένη χώρα. 50 ελληνικές ταινίες μυστηρίου και φαντασίας», που προβάλλεται από σήμερα στον κινηματογράφο «Μικρόκοσμο» (λ. Συγγρού 106).

Στο φιλμ παρουσιάζεται βήμα βήμα η πορεία των ελληνικών ταινιών φιλμ νουάρ, θρίλερ, επιστημονικής φαντασίας και τρόμου -45 μεγάλου μήκους και πέντε μικρού. Προβάλλονται αποσπάσματα, αρχειακό υλικό αλλά και συνεντεύξεις σκηνοθετών, σεναριογράφων και κριτικών, που φωτίζουν τη γέννηση και τη σταδιακή παρακμή τους στην Ελλάδα. Σκοπός του Δημήτρη Παναγιωτάτου ήταν ένας απολογισμός, που πηγάζει από την αγάπη του γι' αυτές τις ταινίες. Γι' αυτό και μπορεί το ντοκιμαντέρ πρακτικά να του πήρε τρία χρόνια δουλειάς, αλλά στην πραγματικότητα είναι αποτέλεσμα μιας... ολόκληρης ζωής.

«Το θρίλερ με συγκινεί, γιατί σε κάνει να αμφισβητείς την πραγματικότητα, που ανατρέπεται κάθε στιγμή. Ενώ οι ταινίες φαντασίας μάς κάνουν να ανιχνεύουμε έναν άλλον κόσμο από αυτόν που φαίνεται εκ πρώτης όψεως», λέει. Και εντοπίζει την «εμμονή» του στο γεγονός ότι, όπως λέει, «δέχτηκα μια αυστηρή αστική ανατροφή». Δεν τον εμπόδισε, όμως, να τρυπώνει «καταχρηστικά» στους κινηματογράφους από πιτσιρικάς. «Είδα κρυφά τον "Εφιάλτη" του Ερρίκου Ανδρέου, γιατί ήταν ακατάλληλος για κάτω των 15 ετών. Με είχε συγκλονίσει. Ηταν μια παραλλαγή του "Ψυχώ" του Χίτσκοκ, με έναν θηλυκό Αντονι Πέρκινς, τη Βούλα Χαριλάου», θυμάται.

Από τα «Εγκλημα στο Κολωνάκι» (1959) του Τζαννή Αλιφέρη και «Εγκλημα στα παρασκήνια» (1960) του Ντίνου Κατσουρίδη μέχρι το πρόσφατο «Κακό» του Γιώργου Νούσια (2009), τα είδη αυτά πέρασαν από σαράντα κύματα. Εξηγεί ο Δημήτρης Παναγιωτάτος: «Η δεκαετία του '60 ήταν γόνιμη για το ελληνικό σινεμά, γιατί έβγαιναν ταινίες όλων των ειδών, από το αστυνομικό "Εγκλημα στο Κολωνάκι" μέχρι το πρώτο νουάρ, τους "Αδίστακτους" του Ντίνου Κατσουρίδη. Η χούντα όμως ανέκοψε την πορεία του κινηματογράφου. Και έπειτα, στις δεκαετίες '70 και '80, δεν υπήρχε χώρος για τέτοιες ταινίες, γιατί οι σκηνοθέτες στράφηκαν στις πολιτικές. Επρεπε να περιμένουμε μέχρι το '80, όταν εμφανίστηκε ο Νίκος Νικολαΐδης και στη συνέχεια και άλλοι».

Στην παρακμή του είδους έβαλε το χεράκι της και η τηλεόραση, που επέβαλε τις κωμωδίες. «Θα σας πω ένα ακραίο παράδειγμα. Ο "Εφιάλτης" είχε κόψει περισσότερα εισιτήρια από το "Ο Κλέαρχος, η Μαρίνα και ο κοντός" του Νίκου Τσιφόρου. Και όμως, η τηλεόραση αυτήν παίζει συνέχεια κι όχι τον "Εφιάλτη" ή άλλες του είδους», τονίζει ο Δ. Παναγιωτάτος.

Ο τίτλος «Ξένες σε ξένη χώρα» είναι μια καθαρή σπόντα για την «κακοτυχία» αυτών των ταινιών που αγνοήθηκαν, ακόμα και από τους κριτικούς. «Πολλοί ισχυρίζονται ότι το μυστήριο και το θρίλερ δεν ταιριάζουν στην ψυχοσύνθεση των Ελλήνων. Δεν ισχύει. Οι αστυνομικές ιστορίες του Γιάννη Μαρή είχαν μεγάλη επιτυχία, παρ' όλο που δεν τον παραδέχονταν οι λογοτεχνικοί κύκλοι», λέει ο Δημήτρης Παναγιωτάτος.

Παρ' όλα αυτά είναι αισιόδοξος. Νέοι σκηνοθέτες έχουν στραφεί σε τέτοια είδη, όπως ο Αγγελος Φραντζής («Ονειρο του σκύλου») ή ο Αλέξης Αλεξίου («Ιστορία 52»). Και ο ίδιος, άλλωστε, ετοιμάζει μια ταινία επιστημονικής φαντασίας και ένα θρίλερ.

* Μαζί προβάλλεται και η μικρού μήκους του Δημήτρη Αθανίτη, «Φιλοσοφία». *

"Γυναίκες χωρίς άντρες"

Μια ταινία - ποιητικό σχόλιο για την καταπίεση της γυναίκας στο θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης. Σκηνοθεσία Σιρίν Νεσάτ. Από τις ταινίες της εβδομάδας ξεχωρίζει επίσης και εκείνη με τη βιογραφία του Σερζ Γκενσμπούρ σε σκηνοθεσία Ζοάν Σφαρ. [Η ΑΥΓΗ: 22/04/2010]

«Γυναίκες χωρίς άντρες» (Zanan-e bedun-e mardan)

  • Σκηνοθεσία: Σιρίν Νεσάτ (με τη συνεργασία της Σόγια Αζαρί)

Πρωτοπροβλήθηκε στο Φεστιβάλ Βενετίας τον περασμένο Σεπτέμβριο αποσπώντας το Αργυρό Λιοντάρι για την καλύτερη σκηνοθεσία. Είναι ένα πυκνό, ποιητικό σχόλιο για την καταπίεση της γυναίκας στο θεοκρατικό καθεστώς της Τεχεράνης και βασίζεται στο ομότιτλο μυθιστόρημα της Ιρανής συγγραφέως Σαρνούς Παρσιπούρ, απαγορευμένο στο Ιράν από το 1989. Η Σιρίν Νεσάτ, που σήμερα ζει στη Νέα Υόρκη, γεννήθηκε το 1957 στο Ιράν. Το 1974 έφυγε για σπουδές στο πανεπιστήμιο Μπέρκλεϊ, στις ΗΠΑ. Μετά την Ιρανική Επανάσταση του 1979 ωστόσο δεν θα μπορέσει να επιστρέψει στην πατρίδα της παρά μόνο το 1993. Η επιστροφή για εκείνη σε μια χώρα εντελώς διαφορετική από αυτή που άφησε οδηγεί σε ένα πολιτισμικό σοκ. Με δηλωμένες τις επιρροές της από τον μεγάλο Αντρέι Ταρκόφσκι, αλλά και τον συμπατριώτη της Αμπάς Κιαροστάμι ή τον Γουόνγκ Καρ-Βάι από το πολυπολιτισμικό Χονγκ Κονγκ, η Νεσάτ προχώρησε βήμα βήμα στον χώρο του κινηματογράφου. Από το 2004 ξεκινά να δουλεύει τη σειρά “Γυναίκες χωρίς άνδρες”, σαν ξεχωριστά πορτρέτα των γυναικών που περιγράφονται στο βιβλίο της Παρσιπούρ, πριν τα ενοποιήσει στην ταινία. Είναι η Μαχντόχ, η Ζαρίν, η Μουνίς, η Φαεζέ... μορφές ποιητικές, εξαϋλωμένες αλλά και σπαραχτικές στην αυθεντικότητά τους. Η δράση του μυθιστορήματος τοποθετείται το 1953, τη χρονιά που ο δημοκρατικά εκλεγμένος πρωθυπουργός Μοσαντέκ προσπάθησε μάταια να κινητοποιήσει τον λαό και να αποτρέψει ένα πραξικόπημα οργανωμένο από Αμερικανούς και Βρετανούς, με στόχο την επανενθρόνιση του σάχη ως απόλυτου μονάρχη. Για τη Σιρίν Νεσάτ η χρονική στιγμή της απόπειρας του ιρανικού λαού να κατακτήσει τη δημοκρατία και την ανεξαρτησία ήταν η πιο κατάλληλη για να εστιάσει στην πάλη των γυναικών για επιβίωση μέσα από την τρέλα, τη φυγή, την αντίσταση ή τη συμμόρφωση... Παρά τις αλλαγές που έχουν γίνει σε σχέση με το μυθιστόρημα, διατηρούνται ο μαγικός ρεαλισμός, η ποιητική ατμόσφαιρα, η αίσθηση του υπερφυσικού. Οι γυναίκες της ταινίας αγωνίζονται για ελευθερία και επιβίωση σε μια κοινωνία που θέτει αυστηρούς κανόνες σε ό,τι αφορά την κοινωνική συμπεριφορά. Τελικά όλες “συγκλίνουν” για να ζήσουν ή να πεθάνουν σε έναν κήπο -μια αναλογία με τον Κήπο της Εδέμ: η ιδέα του κήπου βρίσκεται στην καρδιά της μυστικής περσικής λογοτεχνίας συμβολίζοντας έναν τόπο πνευματικής ανάτασης, ενώ, ταυτόχρονα, υπαινίσσεται την έννοια της εξορίας..

«Tο μυστικό στα μάτια της» (El secreto de jus ojos)

  • Σκηνοθεσία: Χουάν Χοσέ Καμπανέλα
  • Ερμηνεία: Ρικάρντο Νταρίν, Σολεδάδ Βιλαμίλ, Πάμπλο Ράγκο, Χαβιέ Γκοντίνο, Γκιγέρμο Φρανκέλα

Από την Αργεντινή, η ταινία που παραμέρισε τη «Λευκή κορδέλα» στα Οσκαρ. Το άξιζε; Σίγουρα όχι, αλλά δεν έχει νόημα να αναζητεί κανείς «κινηματογραφική δικαιοσύνη» στα βραβεία της Αμερικανικής Ακαδημίας. Ο σκηνοθέτης είχε δουλέψει για χρόνια στην Αμερική, κυρίως σε τηλεοπτικές σειρές όπως το «Νόμος και τάξη», και φαίνεται πως γνωρίζει καλά την αφηγηματική τεχνική σε όλες τις παραλλαγές της. Η ιστορία της εμμονής στην έρευνα ενός ερωτικού εγκλήματος βγάζει στην επιφάνεια ένα μπορχικό στοιχείο, μια προσήλωση πέρα από την πραγματικότητα. Αλλοτε ακαδημαϊκό, άλλοτε απρόσμενα ενδιαφέρον, το φιλμ βλέπεται μέχρι το τέλος χωρίς να κουράζει. Βασίζεται στο μυθιστόρημα "La pregunta de sus ojos" του Εντουάρντο Σακέρι.

«Gainsbourg (Vie héroïque)»

  • Σκηνοθεσία: Ζοάν Σφαρ
  • Ερμηνεία: Ερίκ Ελμοσνινό, Λούσι Γκόρντον, Λετισιά Καστά, Νταγκ

Τζόουνς, Αννα Μουγκλαλίς, Μιλέν Ζαμπανουά, Σάρα Φορεστιέ, Γιολάντ Μορό

Η πιο εντυπωσιακή, «αστραφτερή» ταινία της εβδομάδας, βιογραφία του θρύλου της μουσικής, Σερζ Γκενσμπούρ. Να σημειώσω εδώ πως δεν πρέπει να χάσετε τους τίτλους αρχής, ένα μικρό αριστούργημα σε κινούμενα σχέδια, οι καλύτεροι κινηματογραφικοί τίτλοι που έχω δει τα τελευταία χρόνια. Ωστόσο, για την ταινία, διατηρώ επιφυλάξεις για την προσέγγιση του Σφαρ, ο οποίος αν και είναι μακριά από οποιαδήποτε προσπάθεια «αγιοποίησης» του Γκενσμπούρ έχει υποπέσει σε ένα βασικό σφάλμα, το οποίο «παραμονεύει» σε κάθε είδους βιογραφία: Η ταινία ξεκινά με τον μικρό Γκενσμπούρ στα χρόνια της ναζιστικής κατοχής, ένα ταλαιπωρημένο αλλά πανέξυπνο εβραιόπουλο που τριγυρνά στο Παρίσι ανάμεσα στα πόδια των Γερμανών. Υπάρχει μια ολόκληρη σκηνή όπου η τερατόμορφη εβραϊκή φιγούρα μιας ρατσιστικής αφίσας «ζωντανεύει» από τον τοίχο κι αρχίζει να κυνηγάει τον μικρό Γκενσμπούρ στους δρόμους. Με άλλα λόγια, η εμβόλιμη σουρεαλιστική στρατηγική του σκηνοθέτη συνδυάζεται αρχικά με την ανάδειξη του ιστορικού-κοινωνικού πλαισίου που προφανώς καθόρισε την διαμόρφωση της προσωπικότητας του Γκενσμπούρ. Όταν όμως η «αβανταδόρικη» ναζιστική περίοδος ξεπεραστεί, ο σκηνοθέτης εγκαταλείπει εντελώς την υπόμνηση έστω στοιχειωδώς του ιστορικού πλαισίου (π.χ. και εντελώς πρόχειρα, «έκρηξη» του καταναλωτισμού στην Ευρώπη, νεανικά κινήματα, Μάης του `68) και «παραδίδει» τον ήρωά του εν κενώ σε μια διαδοχική σειρά γυναικοκατακτήσεων από κρεβάτι σε κρεβάτι, χωρίς να διαφορίζεται στο παραμικρό η κάθε εποχή. Και η ασυνέπεια αυτής της στρατηγικής γίνεται ολοφάνερη όταν, στα 1978, ο Γκενσμπούρ ηχογραφεί μια παρωδία της «Μασσαλιώτιδας», ξεσηκώνοντας θύελλα αντιδράσεων από στρατιωτικούς και ακροδεξιούς, που «εισβάλλουν» ξαφνικά στη μονοδιάστατη μυθοπλασία της ταινίας, δημιουργώντας προφανή σύγχυση στον θεατή, καθώς ανατρέπεται το μοντέλο που είχε υιοθετηθεί. Γιατί το έκανε ο Γκενσμπούρ, εκείνη ειδικά την ιστορική στιγμή; Και γιατί οι αντιδράσεις ήταν τόσο έντονες τότε; Όλα μένουν μετέωρα, όπως και το «τέλος» αυτής της φιλόδοξης, το ξαναλέω, εντυπωσιακής, αλλά συνάμα εξαιρετικά άνισης ταινίας. Πολύ καλός ο Ερίκ Ελμοσνινό στον βασικό ρόλο.

«Μπέκετ» (Becket)

  • Σκηνοθεσία: Πίτερ Γκλένβιλ
  • Ερμηνία: Πίτερ Ο' Τουλ, Ρίτσαρντ Μπάρτον

Σε επανέκδοση το βρετανικό ιστορικό δράμα παραγωγής 1964 που βασίζεται στο ομώνυμο θεατρικό έργο του Ζαν Ανούιγ, έργο που δίνει την ευκαιρία σε δύο πολύ μεγάλους ηθοποιούς να ξεδιπλώσουν το ταλέντο. Στη Μεσαιωνική Αγγλία, ο βασιλιάς Ερρίκος Β` (Πίτερ Ο' Τουλ) αντιμάχεται καθημερινά πολιτικές ίντριγκες, με σταθερό σύμμαχό του τον στενό του φίλο Τόμας Μπέκετ (Ρίτσαρντ Μπάρτον) ο οποίος όμως τελικά από τη θέση του αρχιεπισκόπου θα συγκρουστεί μαζί του «μέχρι θανάτου»…

«Ξένες σε ξένη χώρα»

Σκηνοθεσία: Δημήτρης Παναγιωτάτος

Από τον μέγα γνώστη και λάτρη του κινηματογράφου του φανταστικού Δημήτρη Παναγιωτάτο ένα ντοκιμαντέρ – φόρος τιμής στα «παραγνωρισμένα» κινηματογραφικά είδη του μυστηρίου, του ερωτισμού, του φανταστικού, που άνθησαν στη χώρα μας τα τελευταία πενήντα χρόνια (1959-2009). Αναφορά σε 50 ταινίες, 45 σκηνοθέτες, σεναριογράφους, συγγραφείς. Μια κριτική, διεισδυτική ματιά σε ταινίες που άδικα αγνοήθηκαν όταν πρωτοπαρουσιάστηκαν. Μαζί προβάλλεται και η βραβευμένη στο Φεστιβάλ Δράμας ταινία μικρού μήκους του Δημήτρη Αθανίτη «Φιλοσοφία».

«Kick-Ass»

  • Σκηνοθεσία: Μάθιου Βον
  • Ερμηνεία: Νίκολας Κέιτζ, Μαρκ Στρονγκ, Άαρον Τζόνσον

Παρωδία της κουλτούρας των κόμικς, μεταφορά στην οθόνη της ομώνυμης κομικ-ιστορίας όπου ένας συνηθισμένος έφηβος, κολλημένος με τα κόμικς, αποφασίζει να κάνει την εμμονή του… πραγματικότητα και να γίνει υπερ-ήρωας. Το αποτέλεσμα είναι κωμικο-τραγικό.

«Σιωπηλός εχθρός» (Centurion)

Σκηνοθεσία: Νιλ Μάρσαλ

Ερμηνεία: Όλγκα Κιριλένκο, Ντόμινικ Ουέστ, Μάικλ Φασμπίντερ, Ντέιβιντ Μόρισεϊ, Ούλριχ Τόμσεν

Ρωμαίοι στην Αγγλία, το 117 μ.Χ., συγκρούονται με τους Πίκτες, πρωτόγονη φυλή που προσπαθεί να μείνει ανεξάρτητη. Την περίοδο εκείνη η Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία εκτείνεται από την Αίγυπτο ως την Ισπανία και ανατολικά μέχρι τη Μαύρη Θάλασσα. Μια ομάδα Ρωμαίων στρατιωτών αγωνίζεται για την επιβίωσή της, μετά από μια μάχη που αφάνισε ολόκληρη λεγεώνα. Βέβαια, το «μοντέλο» συμπεριφοράς των στρατιωτών μού θύμισε περισσότερο Αμερικανούς πεζοναύτες στο Ιράκ. Μέτρια παραγωγή, «βλέπεται» απλώς σαν περιπέτεια.

«Το κορίτσι στη φωλιά της σφήκας» (Luftslottet som sprängdes)

  • Σκηνοθεσία: Ντάνιελ Άλφρεντσον
  • Ερμηνεία: Νούμι Ραπάς, Μάικλ Νίκβιστ, Λένα Έντρε, Μιχάλης Κουτσογιαννάκης

Το τρίτο και τελευταίο μέρος της σκανδιναβικής τριλογίας για το “Κορίτσι του Millennium” που βασίζεται στο διεθνές εκδοτικό μπεστ σέλερ του δημοσιογράφου Στιγκ Λάρσον. Είχα δεχθεί ευνοϊκά το πρώτο μέρος της κινηματογραφικής τριλογίας, καθώς εστίαζε στους «κρυμμένους σκελετούς» της σουηδικής κοινωνίας από την εποχή του ναζισμού, με τη συνεργασία της οικονομικής ολιγαρχίας με το Τρίτο Ράιχ. Ωστόσο, το δεύτερο μέρος ήταν απογοητευτικό, μπλέκοντας σοβιετικούς πράκτορες με οικογενειακά δράματα επιπέδου φωσκολειάδας, και το τρίτο μέρος τώρα δεν προσθέτει κάτι ουσιαστικό στα όσα είδαμε μέχρι τώρα, παρά την «κάθαρση» με την τιμωρία των κακών, που κρύβονται σαν παρακράτος μέσα στις κρατικές δομές.

«Το τελευταίο τραγούδι» (The last song)

  • Σκηνοθεσία: Τζούλι Αν Ρόμπινσον
  • Ερμηνεία: Μάιλι Σάιρους, Κέλι Πρέστον, Γκρεγκ Κίνεαρ

Οικογενειακό δράμα με μπόλικη μουσική, «όχημα» για την καριέρα της Μάιλι Σάιρους, είδωλο των Αμερικανών τινέιτζερ τα τελευταία χρόνια. Η επανασύνδεση μιας 17χρονης με τον πατέρα της, έπειτα από χρόνια «απόστασης»…

Tuesday, April 20, 2010

Τζέιν Μπίρκιν: «Βαρέθηκα το τραγούδι»

  • Η «μούσα» του Σερζ Γκενσμπούργκ μίλησε στο «Βήμα» με αφορμή τη συμμετοχή της στο Γαλλόφωνο Φεστιβάλ της Αθήνας


Η εικόνα ήταν εκπληκτική το περασμένο Σάββατο στο Ρublic του Συντάγματος όπου η 63χρονη βρετανίδα τραγουδίστρια, σκηνοθέτις και ηθοποιός Τζέιν Μπίρκιν, καλεσμένη του 11ου Φεστιβάλ Γαλλόφωνου Κινηματογράφου, συναντήθηκε με το αθηναϊκό κοινό. Ο κόσμος έπεφτε πάνω της αχόρταγος για αυτόγραφα και εκείνη ανταποκρινόταν με εγκαρδιότητα. Μια εύθραυστη αλλά συνάμα δυναμική παρουσία, η πάλαι ποτέ σύντροφος του Σερζ Γκενσμπούργκ βρέθηκε στην Αθήνα για να παρουσιάσει το ντεμπούτο της στη σκηνοθεσία, το «Βoxes», αλλά και την τελευταία συνεργασία της με τον Ζακ Ριβέτ στην ταινία «36 όψεις του Πικ Σαν Λου». Η Μπίρκιν, η οποία λατρεύει την Ελλάδα (την έχει επισκεφθεί άλλες πέντε φορές), αφιέρωσε στο «Βήμα» 20 λεπτά από τον πολύτιμο χρόνο της.

- Είστε τραγουδίστρια, ηθοποιός και σκηνοθέτις. Ποια από τις τρεις αυτές ιδιότητες θεωρείτε σημαντικότερη;

«Η σκηνοθεσία, νομίζω, είναι η πιο ενδιαφέρουσα. Με το “Βoxes” ανακάλυψα ότι μου αρέσει να αναζητώ τα συναισθήματα και τις αντιδράσεις των ηθοποιών σε πράγματα που έχω γράψει. Οπως επίσης μου αρέσει να γράφω. Το ότι παίζω η ίδια στο “Βoxes” δεν είχε για μένα ιδιαίτερη σημασία».

- Ποια είναι τα σκηνοθετικά σχέδιά σας;

«Εφέτος θα παίξω ως ηθοποιός σε δυο-τρεις ταινίες ακόμη. Από εκεί και πέρα με βλέπω να σκηνοθετώ συνέχεια. Τι ακριβώς θα δείξει».

- Και το τραγούδι;

«Εχω κουραστεί με το τραγούδι. Ισως και να το έχω βαρεθεί λιγάκι. Ημουν “στον δρόμο” με περιοδείες επί πέντε ολόκληρα χρόνια. Νομίζω ότι ως τραγουδίστρια δεν έχω και πολλά να δώσω σε αυτή τη φάση της καριέρας μου. Ηρθε η ώρα για ένα διάλειμμα. Μικρό ή μεγάλο, δεν ξέρω».

- Πώς προέκυψε η συνεργασία σας με τον Ζακ Ριβέτ στις «36 όψεις του Πικ Σαν Λου»;

«Οταν, πριν από πολλά χρόνια, ο Ζακ με κάλεσε στο “Ο έρωτας καταγής”, αρνήθηκα να παίξω γιατί δεν είχε σενάριο. Μόλις μία σελίδα! Ευτυχώς, αργότερα με πήραν στο τηλέφωνο και μου είπαν ότι ο Ριβέτ δεν δουλεύει ποτέ με σενάριο. Αποφάσισα να παίξω. Ευτυχώς! Οι “36 όψεις” ασχολούνται με τους καλλιτέχνες των τσίρκων, τους ταχυδακτυλουργούς. Κάπως έτσι σκηνοθετεί ο Ριβέτ, είναι ένας ταχυδακτυλουργός που βγάζει μαγικά από το καπέλο του».

- Θα μπορούσαμε να πούμε ότι το “Βoxes” είναι μια ημιαυτοβιογραφική ταινία; Και αν ναι, υπήρξε μια ανάγκη σας να τη γυρίσετε;

«Δεν είναι αυτοβιογραφική, όχι. Τουλάχιστον αυτό θέλω να ελπίζω. Πρόθεσή μου ήταν να αγγίξω άλλες γυναίκες, άλλες μητέρες. Και, ναι, θα συμφωνούσα ότι είναι μια ταινία περισσότερο για μητέρες και κόρες παρά για πατεράδες και γιους.

Ακόμη και αυτό που λέω όμως τώρα που το σκέφτομαι ξανά δεν είναι απολύτως σωστό. Γιατί στην ταινία ο Μισέλ Πικολί υποδύεται τον πατέρα μου. Αν και θα το ήθελα, πάντως, δεν είχα ποτέ συνομιλία με φαντάσματα. Ο,τι ακούγεται στην ταινία υπήρξε αποκύημα της φαντασίας μου».

- Γράφτηκε πως όταν διαβάσατε το σενάριο της ταινίας «Gainsbourg» του Ζοάν Σφαρ, δεν μείνατε ικανοποιημένη. Εφόσον είναι αλήθεια, θα μπορούσατε να μου πείτε τους λόγους;

«Δεν είδα στο σενάριο τον Σερζ που ήξερα. Αυτό είναι όλο. Το είπα στον σκηνοθέτη και μου απάντησε ότι δεν τον ενδιέφεραν οι ανέκδοτες ιστορίες για τον Σερζ. Τον ενδιέφερε ένα παραμύθι. Και έτσι ακριβώς αποκάλεσε την ταινία».

- Την είδατε;

«Οχι, δεν την είδα, ούτε και πρόκειται».

  • ΠΟΥ ΚΑΙ ΠΟΤΕ
  • ταινία «Βoxes» θα προβληθεί στο Αuditorium του Γαλλικού Ινστιτούτου την Παρασκευή 23 Απριλίου στις 18.00.
  • το «Βoxes» ούτε οι «36 όψις του Πικ Σαν Λου» έχουν βρει διανομή στην Ελλάδα.