Tuesday, December 7, 2010

Χωρίς «παρέλαση» κοσμικών και μεγάλα έξοδα συνεχίζεται το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Έως τις 12 Δεκεμβρίου διαρκεί το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης
Έως τις 12 Δεκεμβρίου διαρκεί το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης   
Θεσσαλονίκη
Πιο «συγκρατημένο» οικονομικά και μακριά από κοσμικούς καλεσμένους, γκλάμουρ παρουσίες και πολυέξοδες φιλοξενίες αστέρων της διεθνούς και εγχώριας έβδομης Τέχνης, συνεχίζεται το 51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

Το 51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου προσπαθεί να βγει σιγά-σιγά από το οικονομικό αδιέξοδο των τελευταίων χρόνων και στρέφει το ενδιαφέρον του στον ανεξάρτητο κινηματογράφο, μια επιλογή που δηλώνεται μέσω του νέου διευθυντή, Δημήτρη Εϊπίδη και την επιστροφή του Μισέλ Δημόπουλου.

Ο Μισέλ Δημόπουλος, για πολλά χρόνια διευθυντής του Φεστιβάλ, επέστρεψε φέτος ως πρόεδρος της διεθνούς κριτικής επιτροπής. Συνεργάτες με τον Δημήτρη Εϊπίδη, από την δεκαετία του 1990, ήταν αυτοί που έδωσαν νέα ώθηση στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης.

«Τα τελευταία χρόνια, το Φεστιβάλ δεν είχε κύριο μέλημα την επιλογή ταινιών και το είδος κινηματογράφου που θα πρόσφερε στον θεατή αλλά έμοιαζε με βιομήχανο που παράγει αυτοκίνητα κι αντί να τον νοιάζει το προϊόν του, τον ενδιαφέρει η επικοινωνία» είπε την Τρίτη ο Μισέλ Δημόπουλος, χαιρετίζοντας την τοποθέτηση του Δημήτρη Εϊπίδη, στο τιμόνι του Φεστιβάλ.

Δεν παρέλειψε να αναφερθεί και στην εκλογή του Γιάννη Μπουτάρη ως δημάρχου της Θεσσαλονίκης, την οποία χαιρέτισε, γιατί, όπως εξήγησε: «η συνεργασία της τοπικής αυτοδιοίκησης με το Φεστιβάλ θα είναι πιο σωστή».

Στην φετινή διοργάνωση, προβάλλονται 160 ταινίες , από τις οποίες οι 16 διαγωνίζονται για τον Χρυσό, Αργυρό και Χάλκινο Αλέξανδρο.

Ανάμεσά τους, δύο ελληνικές: Η ταινία Attenberg της Αθηνάς Τσαγκάρη που προβάλλεται την Τρίτη στο Ολύμπιον και η Άπνοια του Άρη Μπαφαλούκα που προβάλλεται την Πέμπτη.

Τα βραβεία Αγοράς

Στο μεταξύ, η επιτροπή των βραβείων Αγοράς του 51ου Φεστιβάλ, με επικεφαλής την Μαρί Πιέρ Μαρτσία, ανακοίνωσε τη Δευτέρα τα δικά της βραβεία, ενθαρρυντικά και υποστηρικτικά για τους σκηνοθέτες και παραγωγούς, των οποίων η ταινία βρίσκεται στο στάδιο προετοιμασίας.

Στους κερδισμένους και δύο Έλληνες, η Πέννυ Παναγιωτοπούλου και ο Φίλιππος Τσίτος και ο Κύπριος Κυριάκος Τοφαρίδης.

Ειδικότερα, και ανά κατηγορία τα βραβεία του αναπτυξιακού τμήματος του Φεστιβάλ είναι :τα τρία βραβεία του Balkan Fund για την ανάπτυξη σεναρίου, ύψους 7.000 ευρώ το καθένα, που απονεμήθηκαν στις ταινίες:
  • September σε σενάριο Πένυς Παναγιωτοπούλου και Κάλλιας Παπαδάκη, σκηνοθεσία Πένυς Παναγιωτοπούλου.
  • The last Sleepless σε σενάριο και σκηνοθεσία της Ίλκε Γεσιλάι από την Τουρκία
  • Τhe Barbarians σε σενάριο και σκηνοθεσία του Ιβάν Ίκιτς από την Σερβία εξ ημισείας με την ταινία The House σε σενάριο Σάνια Κοβάτσεβιτς και σκηνοθεσία Τσόραν Ζουντάρ από την Κροατία.
Το βραβείο για συμπαραγωγές Crossroroads (συνοδεύεται από 10.000 ευρώ) δόθηκε στο κινηματογραφικό σχέδιο Youth του Tom Shoval (Ισραήλ) και ειδική μνεία της επιτροπής στο Home Sweet Home, σε σκηνοθεσία και παραγωγή Κυριάκου Τοφαρίδη (Κύπρος) .

Το βραβείο των work in progress κέρδισε ο Άδικος Κόσμος σε σκηνοθεσία Φίλιππου Τσίτου και σενάριο του ίδιου, σε συνεργασία με τη Δώρα Μασκλαβάνου. [Newsroom ΔΟΛ, με πληροφορίες από ΑΠΕ-ΜΠΕ]
Σχετικά άρθρα

Monday, December 6, 2010

51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης: Αγωνιστική έναρξη


Αγωνιστική... «έναρξη» έκανε στις 4/12 το 51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με σκηνοθέτες, ηθοποιούς, τεχνικούς και σεναριογράφους να πραγματοποιούν συγκέντρωση διαμαρτυρίας, με πανό, στην είσοδο του «ΟΛΥΜΠΙΟΝ», κατά του αντιδραστικού νομοσχεδίου της κυβέρνησης για τον κινηματογράφο... υπό την παρουσία των ΜΑΤ! 
Εντονη ήταν και η διαμαρτυρία για τον διευθυντή του Φεστιβάλ, Δ. Εϊπίδη, αφού οι σκηνοθέτες θεωρούν ότι «πριν ακόμα ψηφιστεί ο νόμος, έσπευσε να προσαρμοστεί στις διατάξεις του νομοσχεδίου, υποβαθμίζοντας την προβολή του Ελληνικού Κινηματογράφου και εξορίζοντας τις προβολές των ταινιών σε αίθουσα στο λιμάνι».
Μαζί με τους δημιουργούς διαδήλωναν και εργαζόμενοι του ΦΚΘ που παραμένουν απλήρωτοι από την περσινή διοργάνωση. Οι εργαζόμενοι φώναζαν συνθήματα ενάντια στη διεύθυνση του Φεστιβάλ, αναρτώντας μεγάλο πανό. Σύμφωνα με το παράρτημα Θεσσαλονίκης της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, «η αίθουσα ήταν μισοάδεια και τις θέσεις έτρεχαν να καλύψουν οι υπάλληλοι του Φεστιβάλ». Επίσης, δεν υπήρχε εκπρόσωπος της κυβέρνησης, ενώ απουσίασαν ο απερχόμενος και ο νυν δήμαρχος.
Στο κείμενό τους, οι συγκεντρωμένοι σημειώνουν ότι το νομοσχέδιο, ειδικά σε σχέση με το φεστιβάλ: «Καταργεί το "Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης"» και «τα κρατικά βραβεία ποιότητος», «εξορίζει τις ταινίες από τον κεντρικό χώρο του Φεστιβάλ, τον κινηματογράφο "Ολύμπιον", όπου γινόταν η προβολή τους μέχρι σήμερα, στην αίθουσα "Τώνια Μαρκετάκη" στο λιμάνι, όπου γίνονταν οι επαναληπτικές προβολές».
«Υποβαθμίζει το Μουσείο Κινηματογράφου», «εξαφανίζει το θεσμό των κινηματογραφικών λεσχών σε όλη την περιφέρεια», «καταργεί τη Γενική Συνέλευση του Φεστιβάλ που ασκούσε οικονομικό και διοικητικό έλεγχο και αποτελείτο από εκπροσώπους των φορέων της κινηματογραφικής κοινότητας και φορέων της πόλης που στήριζαν το φεστιβάλ, δημιουργώντας έτσι πλήρη αδιαφάνεια στον έλεγχο του δημοσίου χρήματος». «Δημιουργεί 4 διευθύνσεις στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, με γραμματείς και συμβούλους, αυξάνοντας τα λειτουργικά έξοδά του, σε στιγμές οικονομικής κρίσης της χώρας». «Υποβαθμίζει το ιστορικό Εθνικό Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους της Δράμας, που αποτελεί φωνή των νέων δημιουργών με κέντρο την περιφέρεια».
Με μια ενδιαφέρουσα συζήτηση για τη δημιουργία ταινιών χαμηλού κόστους και τις νέες παραμέτρους που εισάγουν στην καλλιτεχνική δημιουργία, άνοιξε ο κύκλος συζητήσεων «Κουβεντιάζοντας του 51ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης». Στον πρώτο κύκλο συζητήσεων που δίνει την ευκαιρία σε επαγγελματίες του χώρου να γνωριστούν και να ανταλλάξουν απόψεις, συμμετείχαν οι σκηνοθέτες Κόνορ Χόγκαν, Πολ Γκόρντον, Χρήστος Πετρόπουλος, Γιώργος Πιτσάκης, Βασίλης Μουσούλης, κ.ά.
Η διαχρονική καλλιτεχνική του πορεία, η φημισμένη Σχολή Κινουμένων Σχεδίων του Ζάγκρεμπ, οι νέες τεχνολογίες, η πολιτική και η σύγχρονη κρίση ήταν οι βασικότερες θεματικές επάνω στις οποίες τοποθετήθηκε ο Μπόριβοϊ Ντοβνίκοβιτς - Μπόρντο, στο masterclass που παρέδωσε, χτες. Ο Μπόρντο, κορυφαία μορφή στο παγκόσμιο κινούμενο σχέδιο και θρύλος της φημισμένης Σχολής του Ζάγκρεμπ, επίσημος προσκεκλημένος, με αφορμή το σχετικό αφιέρωμα του τμήματος «Ματιές στα Βαλκάνια», θυμήθηκε επίσης όταν «κάποτε στο Φεστιβάλ Κινουμένων Σχεδίων του Ζάγκρεμπ συμμετείχε και η "Ντίσνεϊ". Ο εκπρόσωπός της απόρησε πώς μπορούσα και έκανα ταινίες, αλλά μετά μου είπε ''εδώ μπορεί να μην είστε πλούσιοι, δουλεύετε όμως καλύτερα''. Στις σοσιαλιστικές χώρες επικρατούσαν καλές συνθήκες, γιατί καθήκον του δημιουργού ήταν η παραγωγή καλλιτεχνικών ταινιών».
Χτες προβλήθηκαν οι ταινίες: «Η κόψη» Αλεξέι Ουτσιτέλ, «Μπι, μη φοβάσαι!» Φαν Ντανγκ Ντι, «Η μυστική αισθητική των Αρειανών κατασκόπων - Μην πιστεύεις τα μάτια σου» Ολεγκ Μαυρομάτι, «Τίλβα Ρος» Νικόλα Λέζαϊτς, «Submarino» Τόμας Βίντερμπεργκ, «Τρίτη» Νίκος Κορνήλιος, «Ζωικό βασίλειο» Ντέιβιντ Μισό, Το καλοκαίρι του Γολιάθ» Νικολάς Περέδα, «Το δέντρο που ψιθύριζε» Ζυλί Μπερτυτσελί, «Al Cimiya: Η τέχνη της μαύρης γης» Παναγιώτης Τσικρίκας, «Ο μοναχικός αστακός» Γιώργος Μπακόλας, κ.ά. [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Τρίτη 7 Δεκέμβρη 2010]

Sunday, December 5, 2010

H κρίση θα γεννήσει καλύτερες ταινίες


Δύο παραγωγοί βλέπουν με ελπίδα τον νέο κινηματογραφικό νόμο
  • Των Μαριας Kατσουνακη και Δημητρη Mπουρα, Η Καθημερινή, Kυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010
Στην Ελλάδα υπάρχει ένα στερεότυπο για τον παραγωγό ταινιών που δημιουργεί παρεξηγήσεις για τη φύση της δουλειάς του. Κάποιοι τον φαντάζονται σαν έναν μαικήνα με το εγχώριο σταρ σίστεμ απλωμένο στα πόδια του. Κάποιοι άλλοι περιμένουν έναν δαίμονα ή έναν Προκρούστη που στριμώχνει σκηνοθέτες και καλλιτεχνικά οράματα στη χοάνη της αγοράς. Η πραγματικότητα είναι διαφορετική.
Πόσοι από τους θεατές της «Ακαδημίας Πλάτωνος» και του «Κυνόδοντα» έχουν ακούσει τα ονόματα του Κωνσταντίνου Μωριάτη και του Ηρακλή Μαυροειδή; «Δεν ξέρει κανείς, ούτε εσείς που ασχολείστε συστηματικά με το ελληνικό σινεμά μας γνωρίζετε καλά, γιατί δεν υπήρξαμε ποτέ μέσα σε συντεχνίες. Ταινίες κάναμε εδώ και χρόνια», λέει ο Ηρακλής Μαυροειδής.
Και οι δυο ελπίζουν στον νέο νόμο για τον κινηματογράφο. Οχι για να γίνουν πιο δημοφιλείς, αλλά για να συνεχίσουν να κάνουν καλές ταινίες. Υπάρχουν νέοι που μπαίνουν στον χώρο της παραγωγής. Το τοπίο είναι κάτι περισσότερο από γόνιμο και έχει έρθει η ώρα για ριζικές αλλαγές.
– Ποιοι δεν θέλουν τον νέο νόμο;
Κωνσταντίνος Μωριάτης: Ο νέος νόμος θίγει όλες τις μη παραγωγικές δυνάμεις, όλους αυτούς που με κάποιο τρόπο αρμέγανε την αγελάδα.
Ηρακλής Μαυροειδής: Καταρχάς να επισημάνουμε τα βασικά σημεία του. Το πρώτο αφορά το 1,5% της εισφοράς των τηλεοπτικών καναλιών στην παραγωγική διαδικασία. Το δεύτερο, την επιστροφή του φόρου που βοηθά εμάς. Το τρίτο και το τέταρτο σημείο του νόμου αλλάζουν το σκηνικό στο Κέντρο Κινηματογράφου και στο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης. Στο 1,5% προφανώς δυσκολεύονται οι καναλάρχες. Στην επιστροφή του φόρου αντιδρούν οι αίθουσες. Οχι οι παραδοσιακές, αυτές δεν θίγονται, αλλά τα μούλτιπλεξ. Τις αλλαγές στο Κέντρο δεν τις θέλουν τα σωματεία.
– Το ρεύμα της ανανέωσης κινδυνεύει να ανακοπεί;
Η. Μ.: Εξαρτάται κατά 90% από τον νέο νόμο. Για πρώτη φορά φαινόμαστε σαν παραγωγοί, υπό την έννοια ότι μας δίνεται η δυνατότητα να μιλάμε μέσω των διανομέων με την αίθουσα. Αν δεν στηριχτεί η άνοιξη του ελληνικού σινεμά, προφανώς τα πάντα θα μαραζώσουν.
Κ. Μ.: Ο νέος νόμος αναδεικνύει τον πλουραλισμό. Μεταφέρει πόρους στην παραγωγή και στηρίζει τον σκηνοθέτη, τον σκηνοθέτη-παραγωγό και τον ανεξάρτητο παραγωγό. Τους δίνει τη δυνατότητα να εκφραστούν και να γλιτώσουν από μαφιόζικες μεθόδους.
– Οι αλλαγές που έχουν συντελεστεί εδώ και χρόνια στις αίθουσες, ο μαρασμός των παραδοσιακών και η πλημμυρίδα των μούλτιπλεξ, κατευθύνουν εμμέσως την παραγωγή; Επηρεάζουν το είδος και την ποιότητα της ελληνικής ταινίας;
Η. Μ.: Υπάρχει μια λογική που λέει, κάνουμε ταινίες καθαρά εμπορικές, τις παίζουμε σε 80 ή και 120 οθόνες και βγάζουμε τα λεφτά μας από τα 300 χιλιάδες εισιτήρια. Υπάρχει όμως και ένα άλλο μοντέλο, μια άλλη λογική που λέει ότι κάνουμε ένα σινεμά διαφορετικό το οποίο δεν υστερεί σε τίποτα από το ρουμανικό ή το κορεατικό. Ενα σινεμά εξαγώγιμο. Μας δόθηκε η ευκαιρία να βγούμε από την πόρτα. Την ανοίξαμε και έχει φως.
– Είναι εξαγώγιμο προϊόν η ελληνική ταινία;
Κ. Μ.: Ενα συγκεκριμένο είδος ελληνικής ταινίας, ναι είναι. Το βασικό για μας είναι η εξωστρέφεια που θα σέβεται την ελληνική ιδιαιτερότητα.
Η. Μ.: Ολοι έχουν στραμμένα τα μάτια τους πάνω μας. Ενδιαφέρονται πολύ να δουν πώς όλη αυτή η κρίση, οικονομική και κοινωνική, θα αποτυπωθεί στο σελιλόιντ. Και μπορεί να αποτυπωθεί με πολλούς τρόπους. Δεν είναι μόνον οι ταινίες με υπαλλήλους που πεθαίνουν ή με φτωχούς μετανάστες. Υπάρχει πάντα η δυνατότητα στον καλλιτέχνη να δείχνει αυτή τη σκοτεινιά με διάφορους τρόπους. Μας περιμένουν... Είναι λίγο και στο χέρι μας, σκηνοθετών και παραγωγών.
– Μπορούμε να κάνουμε καλό σινεμά με χαμηλό κόστος;
Κ. Μ.: Το ζητούμενο δεν είναι να γίνονται φτηνές ταινίες, αλλά οι άνθρωποι που εμπλέκονται σε αυτές να αμείβονται. Θέλουμε ένα καλό σινεμά σε συνθήκες καλύτερες για όλους.
Η. Μ.: Προσδοκούμε ένα μέλλον στο οποίο θα ζούμε από το σινεμά. Πιο πολλές ταινίες σημαίνει πιο πολλή δουλειά.
– Γιατί γίνατε παραγωγοί ταινιών;
Κ. Μ.: Εάν το κριτήριό σου είναι μια πιο εύκολη και πιο πλούσια ζωή, σίγουρα δεν γίνεσαι παραγωγός ταινιών. Υπάρχει όμως και μια επιθυμία που ικανοποιείται μέσα από αυτή τη διαδικασία. Κάποτε, έφηβος, με πήγαν να δω τον «Ηλίθιο» του Κουροσάβα, το αποτέλεσμα ήταν να αγαπήσω το σινεμά.
Η. Μ: Εγώ σπούδασα σινεμά. Ξεκίνησα ως σκηνοθέτης και κατόπιν μπήκα στην παραγωγή. Εδώ και χρόνια διαβλέπω μια άνθηση του ελληνικού κινηματογράφου, που δεν οφείλεται στην ηλικιακή ανανέωση, αλλά σε κοινωνικο-πολιτικές αλλαγές. Κάθε φορά που βγαίνεις από ένα τούνελ είναι προφανές ότι θα ακολουθήσει και μια άνθηση στις τέχνες.
– Βγαίνουμε από το τούνελ; Εδώ υπάρχει η αίσθηση πως βυθιζόμαστε στο σκοτάδι.
Η. Μ.: Κρίση και σκοτεινιά υπάρχουν στην οικονομία. Στο πνεύμα, τη σκοτεινιά τη ζήσαμε επί 30 χρόνια. Τώρα βγαίνουμε τρέχοντας από μια κατάσταση πλήρους πνευματικής αποχαύνωσης.
Κ. Μ.: Βγαίνουμε από έναν πνευματικό μεσαίωνα.
– Κύριε Μωριάτη, τι διακρίνατε στο σχέδιο της «Ακαδημία Πλάτωνος» και πήρατε το ρίσκο;
– Καταρχάς ο Φίλιππος Τσίτος είναι φίλος μου. Μου άρεσε όμως και η αρχική ιδέα που είχε. Ενας Ελληνας ανακαλύπτει πως έχει έναν ετεροθαλή αδελφό Τούρκο. Στη συνέχεια, κατά ανάπτυξή της, ο Τούρκος έγινε Αλβανός. Το σημαντικό ήταν ότι σε αυτήν την ιδέα υπάρχει μια οικουμενική διάσταση. Αυτή είναι μια δύναμη που σε πάει σε κάτι άλλο παραπέρα. Επίσης, ήταν σημαντικό ότι η ιδέα αναπτύχθηκε συλλογικά από μια ομάδα ανθρώπων.
– Κύριε Μαυροειδή, εσείς τι βρήκατε χθες στον «Κυνόδοντα» και σήμερα στο «Attenberg»;
– Τον Λάνθιμο τον ξέρω χρόνια. Εχουμε κάνει μαζί τη μικρού μήκους ταινία του, συνεργαζόμαστε στη διαφήμιση... Από τις πέντε πρώτες σελίδες του σεναρίου του «Κυνόδοντα» ήθελα να συνταξιδέψω μαζί του. Το ίδιο μου συνέβη και με την Τσαγγάρη όταν διάβασα το σενάριο του «Attenberg».
  • Κερδοφορία σε βάθος χρόνου
– Κύριε Μωριάτη ήταν κερδοφόρος η επένδυση στην «Ακαδημία Πλάτωνος»;
– Τέτοιου είδους εγχειρήματα είναι πιο κερδοφόρα σε βάθος χρόνου γιατί υπάρχει σε αυτά μια υπεραξία. Μιλώντας με αριθμούς θα σας πω ότι η «Ακαδημία Πλάτωνος» έκανε 80 χιλιάδες εισιτήρια στη Γερμανία και το «Μικρό έγκλημα» του Χρήστου Γεωργίου, που προηγήθηκε, 180 χιλιάδες. Η art house ελληνική ταινία έχει μέλλον γιατί βασίζεται σε ένα ευέλικτο επιχειρηματικό μοντέλο.
– Κύριε Μαυροειδή, ο «Κυνόδοντας»;
– Πρώτα πρώτα μας άνοιξε τις πόρτες. Εφτιαξε γέφυρες επικοινωνίας με παραγωγούς και στούντιο σε μεγάλες χώρες όπως η Γαλλία. Δεν είναι τόσο εύκολο να μιλάς με την MK2 ή τη Wild Bunch, να τους παίρνεις τηλέφωνο και να το σηκώνουν, να μπορείς να τους προτείνεις ένα επόμενο πρότζεκτ. Αυτό από μόνο του είναι τεράστιο κέρδος. Χρήματα θα βγάλει η ταινία σε βάθος χρόνου.
– Ο παραγωγός πρέπει να έχει ένστικτο;
Η. Μ.: Θα έλεγα και λίγη γνώση. Να ξέρει από σινεμά.
Κ. Μ.: Χρειάζεται παιδεία για να γίνουν τέτοιες ταινίες.
Η. Μ: Ερχεται μια γενιά ακόμη πιο νέων με μεγαλύτερη παιδεία.
– Ερχονται καλοί παραγωγοί;
Η. Μ.: Τρέχοντας. Γι’ αυτό σας είπα πριν ότι χρειάζεται ο νέος νόμος για να τους προστατεύσει.
Κ. Μ.: Να το πω διαφορετικά, επιτυχημένος παραγωγός υπό μία έννοια είναι αυτός που θα καταφέρει να αφήσει πίσω του άλλους δύο.

Προβληματική ΔΕΚΟ το ΕΚΚ


Αν ρωτήσει κανείς τον πρόεδρο του Κέντρου Κινηματογράφου, Γιώργο Παπαλιό, «το ελληνικό σινεμά είναι βιομηχανία;» η απάντηση δεν αφήνει κανένα περιθώριο αμφιβολίας: «σαφώς όχι!». Για τον κ. Παπαλιό η πολιτεία πήρε θέση στο ζήτημα των εσόδων από τη στιγμή που ο Κωνσταντίνος Καραμανλής, αρχές της δεκαετίας του '80, μετέφερε το Κέντρο Κινηματογράφου από την ΕΤΒΑ, στην οποία ανήκε, στο ΥΠΠΟ. «Είχε αυτό ακριβώς στο μυαλό του», υπογραμμίζει. «Οτι η επένδυση στο σινεμά είναι πολιτιστική και όχι εμπορική». Που σημαίνει ότι το κράτος, ως βασικός χρηματοδότης (προτού τουλάχιστον αρχίσουν οι παραγωγοί να αναλαμβάνουν ένα σημαντικό μέρος του βάρους), δεν υπολόγιζε σε κέρδη, αλλά ήταν πανευτυχές αν η ταινία έβγαζε τα έξοδά της.
Παράδειγμα 1: Ο «Ελ Γκρέκο» του Γιάννη Σμαραγδή στοίχισε στο ΕΚΚ 800.000 ευρώ και, παρά τη μεγάλη εισπρακτική επιτυχία και τις πωλήσεις που έκανε στο εξωτερικό, έφερε στα ταμεία του οργανισμού 250.000 ευρώ.
Παράδειγμα 2: Στον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου το ΕΚΚ συμμετείχε με 200.000 ευρώ. Η ταινία βραβεύτηκε στις Κάννες, έδρεψε δάφνες σε όποια χώρα του κόσμου προβλήθηκε, κρίθηκε ως μία από τις καλύτερες της διεθνούς παραγωγής για το 2009, είναι η ελληνική πρόταση για τα Οσκαρ. Τι εισέπραξε το ΕΚΚ; 0 (μηδέν).
«Σε βάθος χρόνου ταινίες όπως του Λάνθιμου, του Κούτρα, του Τσίτου, του Τζουμέρκα, ενδεχομένως να επιστρέψουν κάποια χρήματα. Αλλά αυτά πάντα θα είναι λιγότερα από το κόστος παραγωγής. Η επένδυση είναι κατεξοχήν πολιτιστική», επαναλαμβάνει και τονίζει ο κ. Παπαλιός.
Μια εμπορική ταινία, τώρα, που θα βγει σε 100 κόπιες, για να μπορέσει να βγάλει, απλώς, τα έξοδα διανομής θα πρέπει να κόψει πάνω από 400.000 εισιτήρια. Τα οικονομικά του κινηματογράφου είναι σύνθετα, πολύπλοκα. Το τμήμα ειδικά που αφορά το ποσοστό της επιστροφής του φόρου από τα εισιτήρια, ποιοι δικαιούνται την επιστροφή και πώς φτάνει (αν φτάνει) στα χέρια τους, δεν είναι μόνο σπαζοκεφαλιά αλλά ολόκληρο κεφάλαιο, με «ανεξιχνίαστες» πλευρές και πολλά ερωτήματα. Λένε, για παράδειγμα, ότι ο ελληνικός κινηματογράφος είναι κρατικοδίαιτος. Κι όμως: κάθε χρόνο το ελληνικό κράτος εισπράττει περίπου 10 εκατ. ευρώ από τον ειδικό φόρο θεαμάτων (φόρος που δημιουργήθηκε για να χρηματοδοτεί το ελληνικό σινεμά). Από αυτά, επενδύονται στην παραγωγή (μέσω του ΕΚΚ) τα 3 έως 3,5 εκατ. ευρώ. Πού καταλήγουν τα υπόλοιπα χρήματα;
Από την πλευρά των παραγωγών, τώρα. Ποια και πόσα είναι τα έσοδα; Δύσκολα μπορεί να δοθεί μια σαφής απάντηση. Τα έσοδα, κατ' αρχάς, είναι από τα εισιτήρια, από την εκμετάλλευση των dvd, από τις τηλεοπτικές προβολές της ταινίας, από τις πωλήσεις στο εξωτερικό. Ας πάρουμε ως παράδειγμα μια ταινία με κόστος 1 εκατ. ευρώ (όπως η «Ακαδημία Πλάτωνος» του Φίλιππου Τσίτου) και συμπαραγωγούς το ΕΚΚ, το Eurimages, μια ακόμη ευρωπαϊκή χώρα (τη Γερμανία). Ο Ελληνας παραγωγός συμμετέχει με 200.000 (το 20%, περίπου). Πώς; Οχι υποχρεωτικά με ρευστό αλλά και με την υποδομή της εταιρείας του (λειτουργικά έξοδα, αμοιβή εταιρείας παραγωγής, φώτα, βαν, κάμερες, μοντάζ, κ. ο. κ). «Η ταινία θα πρέπει να κόψει πάνω από 120.000-130.000 εισιτήρια για να αρχίσουμε να μιλάμε για έσοδα», δηλώνει παραγωγός.
Το πιο σημαντικό στην ιστορία της παραγωγής, είναι τα μακροπρόθεσμα οφέλη. Αυτά που δεν μετρούνται με οικονομικά μεγέθη. Τον αντίκτυπο της ταινίας, η επικοινωνιακή δυναμική της.
Το ΕΚΚ έχει εξελιχθεί σε μια προβληματική ΔΕΚΟ που δεν διαφέρει από τη «φούσκα» που έσκασε με την κρίση στην ελληνική κοινωνία. Εξέθρεψε πελατεία δωρεάν σίτισης επί δεκαετίες προσφέροντας τις δικές του «αναπηρικές συντάξεις» σε δικαιούχους και μη. Χρηματοδοτήσεις για σενάρια που δεν ολοκληρώθηκαν ποτέ ή ολοκληρώθηκαν, αλλά δεν έγιναν ποτέ ταινίες, τιμολόγια εξόδων για χρήματα που δαπανήθηκαν αλλά δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, κ. ο. κ. «Αν αρχίσει να ψάχνει κανείς θα βρεθεί μπροστά σε μεγάλες εκπλήξεις», διατείνονται οι γνωρίζοντες.
Ο νόμος για τον κινηματογράφο (που συζητείται ήδη στη Βουλή) μαζί με την αλλαγή νοοτροπίας στη νέα γενιά των κινηματογραφιστών είναι απαραίτητες προϋποθέσεις για μια «άνθηση» διαρκείας και όχι συγκυριακή.

Δυο κορίτσια σε παρατεταμένη εφηβεία


Η σχέση μιας κόρης με τον πατέρα της, αλλά και με τη στενή της φίλη είναι στο επίκεντρο του «Attenberg» της Αθηνάς - Ραχήλ Τσαγγάρη
  • Της Μαριας Kατσουνακη, Η Καθημερινή, Kυριακή, 5 Δεκεμβρίου 2010
Στην ταινία της Κατερίνας Ευαγγελάκου «Θα το μετανιώσεις» μία από τις ηρωίδες δήλωνε την επιθυμία της: «Τι θέλει μια γυναίκα… Να της ρίξουν ένα ζακετάκι στον ώμο». Εκτοτε, έχουν περάσει οκτώ χρόνια και έχουν μεσολαβήσει πολλά, ανατρεπτικά και καθοριστικά στην ελληνική κοινωνία. Το 2002, από σύμπτωση, ήταν η απόλυτη, σχεδόν, κυριαρχία της γυναικείας δημιουργίας στο ελληνικό σινεμά: Κατερίνα Ευαγγελάκου, Πένυ Παναγιωτοπούλου («Δύσκολοι αποχαιρετισμοί: Ο μπαμπάς μου»), Στέλλα Θεοδωράκη («Παρά λίγο, παρά πόντο, παρά τρίχα»). Φέτος, τη χρονιά σφραγίζει το «Attenberg» της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη. Εστω και αν «δεν υπάρχει καμία συνενοχή ανάμεσα στις γυναίκες… Ούτε αυτό που αποκαλούμε “γυναικείο βλέμμα” στον κινηματογράφο…», όπως είχαν δηλώσει οι τρεις σκηνοθέτιδες σε σχετικό δημοσίευμα της «Κ» (17/11/02): «Οι γυναικείοι χαρακτήρες είναι πιο περίπλοκοι γι’ αυτό και περισσότερο ενδιαφέροντες».
  • Βραβεία
Το «Αttenberg», που προβάλλεται στις αίθουσες από την ερχόμενη Πέμπτη, διαγράφει την επιτυχημένη πορεία του στα διεθνή Φεστιβάλ (βραβείο ερμηνείας για την πρωταγωνίστριά της Αριάν Λαμπέντ στη βενετσιάνικη Μόστρα). Ενδιαφέρον έχει το βραβείο «Λίνα Μαντζιακάπρε» που απέσπασε η ταινία το οποίο απονέμεται στον «καλύτερο γυναικείο χαρακτήρα». Τι τόσο ξεχωριστό έχει η Μαρίνα, που μαζί με τη φίλη της Μπέλα και τον κοντά στο θάνατο αρχιτέκτονα πατέρα της, ζει σε ένα ξενοδοχείο, σε μια παραθαλάσσια πόλη; Κατ’ αρχάς, τίποτα το μελαγχολικό ή ρομαντικό, όπως μοιάζει να είναι από την περιγραφή.
Εξάλλου οι προθέσεις της Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη για μια μη νατουραλιστική, ούτε και ακριβώς ρεαλιστική, προσέγγιση στα θέματά της ήταν εμφανείς και στην, προηγούμενη, πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, τη «Διαρκή αναχώρηση της Πέτρας Γκόινγκ» (2001). Αλληγορική, διέτρεχε τα κινηματογραφικά είδη από το φιλμ νουάρ στην επιστημονική φαντασία, από το σλάπστικ στην ταινία δρόμου, από τα πολυμέσα στο μελόδραμα. Μια διαρκής γεωγραφική περιήγηση και ταυτόχρονα ένα ψυχογράφημα της αλλόκοτης ηρωίδας.
Το πάθος της Αθηνάς Τσαγγάρη (η οποία ήταν και παραγωγός στην «Κινέτα», πρώτη μεγάλου μήκους του Γιώργου Λάνθιμου αλλά και associate producer στον «Κυνόδοντα») είναι οι τεχνητοί, μεταβατικοί χώροι: τα ξενοδοχεία. Χώροι ανάμεσα σε αίθουσες αναμονής νοσοκομείων ή αεροδρομίων και «διαστημικούς σταθμούς», όπως η ίδια τους αποκαλεί. Χώροι ουτοπικοί και συμμετρικοί, όπου η φύση και ο πολιτισμός έχουν βρει μια κλινική ισορροπία.
Στο «Attenberg», η αλχημεία ανάμεσα σε φαινομενικά ασύμβατα στοιχεία είναι αποκαλυπτική και σε ορισμένες σκηνές συνταρακτική. Η 20χρονη Μαρίνα, μισή Γαλλίδα μισή Ελληνίδα, έχει μεγαλώσει με τον πατέρα της (η μάνα υπάρχει στις φωτογραφίες) μέσα σε μια σχεδόν αμετάβλητη εφηβεία. Κυκλοφορεί, ανάμεσα στους στίχους του Αλαν Βέγκα των Suicide και τα ντοκιμαντέρ πάνω στη ζωή των θηλαστικών του Σερ Ντέιβιντ Ατένμπορου (ο τίτλος της ταινίας είναι παραφθορά αυτού του ονόματος). Δεν έχει επαφή και δεν θέλει με τα ανδρικά γεννητικά όργανα (τα ονομάζει με έναν τρόπο συνωμοτικό, παιδικό και κοριτσίστικο), ανακαλύπτει τα φιλιά με τη φίλη της Μπέλλα ομολογώντας ότι την αηδιάζουν.
  • Αυτοσαρκασμός
Οι διάλογοι και η συνύπαρξη με τον πατέρα (συχνά στο δωμάτιο του νοσοκομείου - για τις τελευταίες χημειοθεραπείες;) ξετυλίγουν την σχέση με τη ζωή, τον έρωτα, τον θάνατο. Ο πατέρας σαρκάζει τον εαυτό του και τον ρόλο του ως γονιού: «Είμαι ένας άθεος γέρος. Ενα τοξικό απόβλητο του μοντερνισμού. Του ύστερου διαφωτισμού. Σε αφήνω στα χέρια ενός καινούργιου αιώνα, χωρίς να σου ’χω μάθει τίποτα». «Θέλω να αρχίσεις να ζεις με τους άλλους», της λέει. «Δεν μ’ έμαθες να ζω έτσι», απαντάει η κόρη.
Η Αθηνά Τσαγγάρη ντύνει τις δύο κοπέλες με φουστάνια-ρόμπες (που παραπέμπουν στις σχολικές ποδιές), εστιάζει τον φακό στα γόνατα και στα πόδια τους (σημειολογική αναφορά στα κινηματογραφικά φετίχ). Διασχίζουν αγκαζέ τον δρόμο - ντεκόρ ανάμεσα σε επίμονα ανδρικά βλέμματα, υπό τους ήχους του τραγουδιού της Φρανσουάζ Αρντί «Tous les garcons et les filles». Τα κοινωνικά ταμπού δεν πέφτουν με επαναστατική φόρα. Μετακινούνται, για να δούμε την πηγή, την αιτία, και -γιατί όχι- τη χρησιμότητά τους.
«Υπάρχει λόγος που υπάρχουν ταμπού στις κοινωνίες των θηλαστικών. Διαιωνίζεται το είδος χωρίς περιπλοκές και εκφυλισμούς», σχολιάζει ο πατέρας. Το μόνο ταμπού που απομυθοποιείται είναι του θανάτου και του τελετουργικού που ακολουθεί. Αποτέφρωση αντί για σκουλήκια που επιτίθενται στη σορό. Η στάχτη του νεκρού θα σκορπίσει στη θάλασσα. Η σκηνοθέτις διαλέγει Φρανσουάζ Αρντί και πάλι για τους τίτλους του τέλους: «Le temps de l’ ammour».
Σκηνές του Attenberg
  • Σκηνή 1η
Ο Σπύρος (σ.σ. πατέρας) και η Μαρίνα (σ.σ. κόρη) στέκονται όρθιοι πάνω από την πόλη, σαν παρατηρητές, με τα χέρια στις τσέπες των πανωφοριών τους.
Σπύρος: Είναι σαν να σχεδιάζαμε ερείπια, σαν να υπολογίζαμε με μαθηματική ακρίβεια τη φόρμουλα αυτοκαταστροφής τους. Μπουρζουά υπεροψία. Ειδικά για μία χώρα που δεν πέρασε ποτέ από τη βιομηχανική εποχή. Από τους βοσκούς στις μπουλντόζες, από τις μπουλντόζες στα μεταλλεία, κι από τα μεταλλεία κατευθείαν στον μικροαστικό παροξυσμό. Χτίσαμε μια βιομηχανική αποικία στις στάνες και πιστεύαμε ότι κάναμε μια επανάσταση... μια μικρή επανάσταση.
  • Σκηνή 2η
Δωμάτιο νοσοκομείου. Νύχτα
Ο Σπύρος είναι ξαπλωμένος, συνδεδεμένος με ορούς. Η Μαρίνα, σε μια πολυθρόνα δίπλα του, τον ακούει με απόλυτη προσοχή. Το διπλανό κρεβάτι του δωματίου είναι κενό.
Σπύρος: Σε τρώνε τα σκουλήκια. Αρχίζουν απ’ τα μάτια. Μετά από λίγο απομένει ο σκελετός.
Μαρίνα: Πρέπει να μιλήσουμε γι’ αυτό; Μ’ ενοχλεί.
Σπύρος: Δεν θέλω να περάσω απ’ αυτή τη διαδικασία (...) Χρειάζομαι τη βοήθειά σου για ν’ αποφύγω τα σκουλήκια. Τα μισώ τα γ…. τα σκουλήκια. Αν ήμασταν κάπου αλλού δεν θα το συζητούσαμε καν. Εδώ, πρέπει να το κανονίσουμε μέσω κάποιου γραφείου.
Μαρίνα: Τι είδους γραφείο;
Σπύρος: Εναλλακτικών κηδειών.
Μαρίνα: Γραφείο κηδειών για εναλλακτικούς χριστιανούς που φοβούνται τα σκουλήκια.
Σπύρος: Ακριβώς. Σε τρώνε τα σκουλήκια. Μετά σε ξεθάβουν. Σε βάζουν σ’ ένα κουτί. Και βάζουν κάποιον άλλο στα τετραγωνικά που σου αντιστοιχούσαν. Είναι θέμα νεκροπολεοδομίας.

Saturday, December 4, 2010

Ταινίες στην τηλεόραση

Ο Χριστός ξανασταυρώνεται  
Ο Ζυλ Ντασσέν υπογράφει τη σκηνοθεσία της αξιόλογης ταινίας «Ο Χριστός ξανασταυρώνεται», μια ταινία βασισμένη στο ομώνυμο μυθιστόρημα του Νίκου Καζαντζάκη. Στην Ελλάδα του 1920, ένα χωριό κατεχόμενο ακόμη από τους Τούρκους αναβιώνει κάθε χρόνο τα Πάθη του Χριστού. Οι προεστοί επιλέγουν εκείνους που θα συμμετάσχουν στην αναπαράσταση. Στο μεταξύ, η κοινωνία μαστίζεται από τη φτώχεια και την καταπίεση των Τούρκων και βρίσκεται σε αναβρασμό... Η ταινία μιλάει για την εσωτερική, αλλά και την εθνική και κοινωνική ελευθερία, για το δικαίωμα και το χρέος του ξεσηκώματος ενάντια στην κοινωνική καταπίεση, στον ξένο και τον ντόπιο εχθρό. Μιλάει, για τη ζωή και την εξέλιξή της. Με τους Ζαν Σερβέ, Καρλ Μένερ, Μελίνα Μερκούρη, Ρενέ Λεφέβρ, Μορίς Ρονέ (Τετάρτη, 08/12, «Βουλή TV», 23.10).
 
Σταγόνες αγάπης 
Μια κοινωνική ταινία είναι οι «Σταγόνες αγάπης», σε σκηνοθεσία Τζέρι Ζακς. Πριν από δεκαεπτά χρόνια, η Λι, θέλοντας μανιωδώς να ανεξαρτητοποιηθεί, έφυγε από το σπίτι, αφήνοντας πίσω την καλοκάγαθη αδελφή της Μπέσι, για να φροντίζει τον πατέρα τους Μάρβιν. Τώρα η Λι επιστρέφει στο σπίτι μαζί με τον έφηβο γιο της, προκαλώντας τρομερή αναστάτωση και φέρνοντας τα πάνω κάτω στη ζωή όλης της οικογένειας... H Νταϊάν Κίτον ήταν υποψήφια για Οσκαρ Α' γυναικείου ρόλου, ενώ το εξαιρετικό καστ ηθοποιών συμπληρώνει με την ερμηνεία του ο Ρόμπερτ Ντε Νίρο, σε μια ταινία που αποδεικνύει ότι οι άνθρωποι που γνωρίζουμε λιγότερο ίσως είναι αυτοί που χρειαζόμαστε περισσότερο... Παίζουν: Μέριλ Στριπ, Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Νταϊάν Κίτον, Ρόμπερτ Ντε Νίρο (Παρασκευή, 10/12,  MEGA, 24.00).
 
Λίγος... καπνός 
Οι Πολ Οστερ και Γουέιν Γουάνγκ σκηνοθετούν την ταινία κομεντί «Λίγος καπνός ακόμα». Στο Μπρούκλιν της Νέας Υόρκης, πολύς κόσμος μπαινοβγαίνει στο καπνοπωλείο του Ογκι. Κυρίως οι κάτοικοι της γειτονιάς αλλά και μερικοί περαστικοί. Αλλοι καπνίζουν, άλλοι σκέφτονται φωναχτά πώς να κόψουν το τσιγάρο, άλλοι φιλοσοφούν και άλλοι σαχλαμαρίζουν. Μουσικοί αυτοσχεδιάζουν μπροστά στο μαγαζί. Για λίγο πλανιέται μια απειλή: Ο ιδιοκτήτης σκέφτεται να το πουλήσει διότι μπαίνει μέσα. Πολύ γρήγορα όμως αλλάζει γνώμη και όλα τελειώνουν με ένα μεγάλο πάρτι στο οποίο συμμετέχουν 170 κάτοικοι του Μπρούκλιν. Παίζουν: Χάρβεϊ Καϊτέλ, Μελ Γκόρχαμ, Μίρα Σορβίνο, Βίκτορ Αργκο, Μάικλ Φοξ, Λίλι Τόμλιν, Τζιανκάρλο Εσπόζιτο, Τζιμ Τζάρμους (Δευτέρα, 06/12, ΕΤ-1, 00.15).

Πληροφοριοδότης 
Η έννοια της ταυτότητας, οι κώδικες τιμής του υποκόσμου, η ωμή βία και ο κυνισμός απασχόλησαν συχνά τη θεματολογία του Μάρτιν Σκορτσέζε δημιουργώντας αυτή τη φορά το αστυνομικό θρίλερ «Ο πληροφοριοδότης». Προκειμένου να διατηρήσει την παντοδυναμία του, αρκετά χρόνια πριν, ένας πανίσχυρος άνδρας της Ιρλανδικής Μαφίας, είχε τοποθετήσει μέσα στους κόλπους της Αστυνομικής Ακαδημίας της Μασαχουσέτης μια ομάδα από νεαρούς άνδρες του. Σκοπός του ήταν να αναρριχηθούν στην ιεραρχία της αστυνομίας και να αποτελέσουν στο μέλλον, τους πιο πιστούς πληροφοριοδότες του. Παράλληλα, στην προσπάθειά τους να αντιμετωπίσουν αποτελεσματικά την έξαρση του οργανωμένου εγκλήματος, οι αστυνομικές αρχές της Βοστόνης αποφασίζουν να τοποθετήσουν ένα μυστικό τους πράκτορα στην οργάνωση του αρχιμαφιόζου της περιοχής, του διαβόητου Φρανκ Κοστέλο. Παίζουν: Λεονάρντο Ντι Κάπριο, Ματ Ντέιμον, Τζακ Νίκολσον, Μαρκ Γουόλμπεργκ, Μάρτιν Σιν, Ρέι Γουίνστον (Παρασκευή, 10/12, STAR, 22.45).

Ανασαίνω...
Ενα κοινωνικό δράμα είναι και η ιταλική ταινία «Ανασαίνω», σε σκηνοθεσία Εμανουέλε Κριαλέζε. Η Γκράτσια, μια «διαφορετική» νεαρή γυναίκα ζει με το σύζυγό της και τα τρία παιδιά της στην Λαμπετούσα, ένα γραφικό νησάκι νότια της Σικελίας και μοιάζει να ασφυκτιά μέσα στον κλειστό περίγυρο του χωριού της. Παθιασμένη και εξωστρεφής δεν ταιριάζει στη ναρκωμένη ηρεμία της επαρχίας και οι τρόποι της συχνά προκαλούν τα σχόλια των συγχωριανών της. Καθώς η συμπεριφορά της γίνεται όλο και πιο παράξενη, ο σύζυγός της πείθεται να τη στείλει στο ψυχιατρείο της κοντινής πόλης, όμως ο μικρός τους γιος θα κάνει ό,τι μπορεί για να αποτρέψει αυτή την εξέλιξη... Παίζουν: Βαλέρια Γκολίνο, Βιτσέντζο Αμάτο, Βερόνικα Νταγκοστίνο (Τετάρτη, 08/12, ΕΤ1, 00.15).

Αθηνά Τσαγγάρη: Η Εκκλησία και το Κράτος μάς ευνουχίζουν καθημερινά

Και μετά το Φεστιβάλ της Βενετίας και το βραβείο της πρωταγωνίστριάς της, Αριάν Λαμπέντ, από τα χέρια του Κουέντιν Ταραντίνο, να σου και η πρόσκληση για το αμερικανικό Sundance.
«Δεν μ' ενδιαφέρει να κάνω "φιλικές" προς το θεατή ταινίες», λέει η Αθηνά Τσαγγάρη
Η Αθηνά Τσαγγάρη δεν χρειάζεται κι άλλη επιβεβαίωση ότι το «Attenberg» είναι σπουδαία ταινία. Είναι, άλλωστε, η πρώτη ελληνική που θα περάσει τον Ιανουάριο (20-30) τις πόρτες του πιο φημισμένου φεστιβάλ ανεξάρτητου κινηματογράφου στον κόσμο, που είναι και δημιούργημα του Ρόμπερτ Ρέντφορντ.
Η Αθηνά Τσαγγάρη φόρτωσε γρήγορα το βιογραφικό της με διακρίσεις και σημαντική δουλειά. Η πρώτη της μικρού μήκους, «Fit», ήταν το 1995 υποψήφια για Οσκαρ σπουδαστικής ταινίας. Δίδαξε σκηνοθεσία στο Πανεπιστήμιο του Τέξας (1997-2001), ίδρυσε το 1995 το Διεθνές Φεστιβάλ ταινιών μικρού μήκους «Cinematexas», πήγε με την πρωτοποριακή και γοητευτική πρώτη μεγάλου μήκους ταινία της, «Η διαρκής αναχώρηση της Πέτρα Γκόινγκ» (2002), σε πάνω από 20 διεθνή φεστιβάλ, συνεργάστηκε με τον Δημήτρη Παπαϊωάννου στις τελετές της Ολυμπιάδας του 2004 και υπέγραψε το εντυπωσιακό θέαμα με τα βίντεο, που συνόδευσε τα εγκαίνια του νέου Μουσείου Ακρόπολης.
Με το «Attenberg», όμως, που βγαίνει την Πέμπτη στις αίθουσες, επιστρέφει έπειτα από οχτώ χρόνια στο σινεμά βαδίζοντας στους αυστηρά προσωπικούς της δρόμους, τολμηρούς, γυναικείους και αναπάντεχους - ακόμα και για ένα ελληνικό σινεμά που χάρη στη νέα φουρνιά σκηνοθετών περνάει μια τόσο ανανεωτική περίοδο.
Ενα περίεργο αγοροκόριτσο, η Μαρίνα, που ζει σε μια ατμοσφαιρική, βιομηχανική, αλλά εγκαταλελειμμένη επαρχία, ανακαλύπτει το σεξ με τους δικούς της όρους, ενώ αποχαιρετά τον αγαπημένο της πατέρα, που πεθαίνει από καρκίνο.

- Η ηρωίδα σας, μια 23χρονη κοπέλα, δεν έχει κάνει σεξ και δεν το φέρει βαρέως. Σήμερα που τα κοριτσάκια έχουν πρότυπο την Πάρις Χίλτον και αποκαλούν το ένα το άλλο χαϊδευτικά whore και bitch, φαντάζει σαν ούφο. Εσείς δεν την είδατε έτσι. Γιατί;

«Υπάρχουν πολλά κορίτσια σαν τη Μαρίνα. Απλώς, κάποια κορίτσια και αγόρια διστάζουν και δεν κάνουν πράγματα που τους επιβάλλουν οι συνομήλικοί τους τη στιγμή που "πρέπει" κοινωνικά να τα κάνουν για να μη χαρακτηριστούν φρικιά. Τα κάνουν με τον τρόπο τους, όταν είναι έτοιμοι. Είναι outsiders και αντιστέκονται. Η Μαρίνα γουστάρει που είναι φρικιό, ζώο και daddy's girl. Οταν ξενερώνει με αυτό, γίνεται κάτι άλλο. Εκείνη θεωρεί πως είναι γαμάτη».

- Ενα κορίτσι απελευθερωμένο κι ένα άλλο «αντιδραστικό» στο σεξ καταφέρνουν και είναι κολλητές. Υπέροχες οι σκηνές που φοράνε γεροντίστικες ρόμπες και σοσόνια και εκτελούν κάτι περίεργες χορευτικές κινήσεις. Πειράζει να μας τις αποκρυπτογραφήσετε;

«Οπως σε ένα κλασικό μιούζικαλ, φτιάχνουν μια ζώνη ενός δικού τους, ιδιωτικού κόσμου, πέρα από τον ρεαλισμό. Αντί να καπνίζουν σ' ένα μπαρ και να αποκαλούν η μία την άλλη whore και bitch...».

- Η ερωτική σκηνή με τον Λάνθιμο και τη Λαμπέντ ήταν έξοχη. Πώς σας ήρθε ένα κορίτσι, που δεν είναι καθόλου ομιλητικό, να το ρίξει στην πάρλα; Πώς στήσατε τη σκηνή; Υπήρξε αυτοσχεδιασμός;

«Συχνά, όταν είμαστε νευρικοί και ντροπαλοί, μας πιάνει ακατάπαυστη πάρλα. Στην ουσία η Μαρίνα μιλάει στον εαυτό της. Ισως λέει πράγματα που είχε στο κεφάλι της σε ιδιωτικούς της μονολόγους για χρόνια. Η σκηνή κρατήθηκε όπως ήταν στο σενάριο, αλλά κόψαμε ένα μεγάλο κομμάτι του διαλόγου. Αρχικά, ήταν διπλάσια... Η Αριάν μίλαγε και μίλαγε και μίλαγε... Ο Γιώργος άκουγε και άκουγε και άκουγε με 2-3 λέξεις ανάμεσα, ό,τι προλάβαινε... Δεν αυτοσχεδιάσαμε ιδιαίτερα. Ο Γιώργος και η Αριάν είχαν από την πρώτη πρόβα μια φυσικότητα και απλότητα μεταξύ τους και εμπιστεύτηκαν ο ένας τον άλλον εξ αρχής».

- Κι ο δεύτερος άντρας της ταινίας, ο Λάνθιμος, είναι σαν τον μπαμπά της ηρωίδας, προσιτός, απλός, καθόλου αρσενικό. Αναρωτιέμαι, έπειτα από όλα αυτά, τι είναι ο δικός σας μπαμπάς;

«Ο πιο έντιμος και καθαρός άνθρωπος που έχω γνωρίσει, όμως καθόλου προσιτός. Εχουμε συμφωνήσει πως δεν θα έρθει να δει το "Attenberg". Υπάρχουν πάρα πολλοί μη τυπικοί μάτσο αρσενικοί στην Ελλάδα και στον κόσμο, απλά το σινεμά δεν επιλέγει να τους προτείνει ως τυπολογία και συνομοταξία χαρακτήρων, εκτός αν είναι κωμωδία για losers... Οι άντρες μεταξύ τους έχουν αυτή τη συνενοχή των επιβητόρων predators και είναι σαν να πρέπει να μείνει μυστικό ανάμεσά τους το ότι είναι επίσης αδύναμοι, νευρωτικοί και γλυκούληδες όπως "οι γυναίκες"».

- Γιατί η ηρωίδα σας είναι σχεδόν ανεπάγγελτη; Ο μπαμπάς της είναι διανοούμενος και αρχιτέκτονας.

«Δουλεύει ως οδηγός για την Εταιρεία. Η δουλειά της είναι να οδηγεί το Volvo και να πηγαινοφέρνει στελέχη και μηχανικούς. Κάτι σαν ταξιτζής. Της αρέσει. Γιατί να πρέπει να κάνει τη δουλειά του πατέρα της ή κάτι παρεμφερές μεσοαστικά αποδεκτό για να μη θεωρείται ανεπάγγελτη;».

- Φοβόμασταν ότι θα δούμε μια επιθετικά φορμαλιστική ταινία, όπως η «Διαρκής αναχώρηση της Πέτρα Γκόινγκ». Είδαμε αντίθετα μια φιλική προς τον θεατή, ψαγμένη σεναριακά ιστορία, με αρχή, μέση και τέλος. Ηταν πιο δύσκολο ή πιο εύκολο;

«Δεν καταλαβαίνω αυτή τη σύγκριση και αν ποτέ αρχίσω να σκέφτομαι έτσι θα σταματήσω να κάνω σινεμά γιατί θα παραλύσω. Ο φορμαλισμός, η "γλώσσα", είναι μια απόλυτα προσωπική και πολιτική απόφαση στο σινεμά. Η Πέτρα Γκόινγκ ήταν η πιο δύσκολη ταινία της ζωής μου γιατί ήταν η πρώτη και έπρεπε να σηκώσει το πρώτο βάρος, όπως η εφηβεία μας. Θεωρώ πως η Μαρίνα και η Πέτρα είναι οι ίδιοι χαρακτήρες, απλά η μια είναι πιο κοσμοπολίτισσα. Ερώτηση δική μου: Γιατί μία ταινία με αρχή, μέση και τέλος, με αυτή τη σειρά (αντί για π.χ. τέλος, αρχή και μετά μέση) είναι απαραίτητα πιο "φιλική" για τον θεατή; Δεν με ενδιαφέρει να κάνω "φιλικές" ταινίες. Και ποιος είναι αυτός ο "θεατής", επιτέλους, για τον οποίο μιλάμε;».

- Γενικά η ταινία σας χαρακτηρίζεται από χαμηλούς τόνους, μια, αν όχι ψυχρότητα, πάντως προσπάθεια να μη δημιουργεί υπερβολική συγκίνηση, αν και τα θέματα (ενηλικίωση, θάνατος) προσφέρονται. Γιατί;

«Δεν μ' αρέσει η εκβιασμένη και εκβιαστική συγκίνηση και το αντίστοιχο χιούμορ. Ως θεατής προτιμώ να μου δίνονται με οικονομία και να αποφασίζω μόνη μου αν θα τα μετατρέψω σε κλάμα, γέλιο, σκέψη ή απάθεια».

- Γιατί μαζί με τους Suicide διαλέξατε και δύο υπέροχα τραγουδάκια της Φρανσουάζ Αρντί, που απογείωσαν την ταινία; Να υποθέσουμε ότι η Αρντί ανήκει στο βιογραφικό σας;

«Δεν άκουγα Φρανσουάζ Αρντί όταν ήμουν μικρή. Την ανακάλυψα στη Νέα Υόρκη. Ο φίλος μου την έπαιζε από το πρωί μέχρι το βράδυ. Είχε πάθει ψύχωση μαζί της. Suicide άκουσα για πρώτη φορά στη Θεσσαλονίκη, στο μπαρ Berlin... Ο μηχανικός λέει στη Μαρίνα πως ο Alan Vega είναι θεός και αυτό σίγουρα ανήκει στο βιογραφικό μου, όπως και "Ι am a baby in my universe" του Τεξανού Daniel Johnston, ο οποίος έχει επηρεάσει με τις χειροποίητες μπαλάντες του όλο το μπαλαντο-ρεύμα των '00s. Μαζί με 2-3 αρχικές ατάκες, η μουσική είναι το πρώτο που μπαίνει στο σχέδιο της ταινίας που σκέφτομαι και μετά η Μαρία Χατζάκου, η μία εκ των παραγωγών μας, τρέχει να ψάχνει και να διαπραγματεύεται δικαιώματα! Ως συνδυασμός μουσικής για την ταινία, βγήκαν αυθόρμητα αυτοί οι τρεις, ενώ έγραφα το σενάριο».

- Η καύση των νεκρών μαζί με τα σχόλια του πατέρα (αθεΐα, ανάπτυξη) είναι τα λίγα πολιτικά στοιχεία της ταινίας. Φανταζόσασταν ότι στις δημοτικές εκλογές, τουλάχιστον ο Μπουτάρης θα το σήκωνε τόσο ψηλά το θέμα;

«Ναι, η συγκυρία της αναγγελίας του ήταν ένας ευχάριστος συγχρονισμός. Ελπίζω να το κάνει ο Μπουτάρης. Η επιθυμία του πατέρα της Μαρίνας να αποτεφρωθεί είναι η τελευταία πολιτική του απόφαση, στο τέλος μιας ηττημένης ζωής για την οποία ντρέπεται. Η Εκκλησία και το Κράτος μάς ευνουχίζουν καθημερινά και αδιάντροπα στα πιο βασικά μας δικαιώματα. Τουλάχιστον, ας μας δίνεται το δικαίωμα να πεθαίνουμε όπως επιθυμούμε».

- Φαντάζεστε τι θα κάνει η ηρωίδα σας, τώρα που εσείς την εγκαταλείψατε;

«Δεν έχω ιδέα και δεν θέλω να ξέρω».*