Wednesday, September 8, 2010

Με ελληνικό ενδιαφέρον συνεχίστηκε το 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας

Η Σοφία Κόπολα
Η Σοφία Κόπολα (Φωτογραφία:  Reuters)

  • Η ταινία της Ελληνίδας σκηνοθέτιδας Αθηνάς Ραχήλ Τσαγγάρη με τίτλο Attenberg προβλήθηκε στο 67ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Βενετίας. Πρεμιέρα και για τη νέα ταινία της Σοφία Κόπολα που φέρνει στο νου το Χαμένοι στη Μετάφραση.
Η ταινία παρακολουθεί τη σχέση μιας νεαρής κοπέλας, της Μαρίνας, με τον ετοιμοθάνατο πατέρα της και με την καλύτερή της φίλη. Πρόκειται για τη δεύτερη ταινία της Τσαγγάρη, η οποία το 2000 είχε κάνει μια εντυπωσιακή εμφάνιση στο φεστιβάλ Θεσσαλονίκης με την ανεξάρτητη, πειραματική ταινία της, «The Slow Business of Going».

Η ταινία προσπαθεί να συνδυάσει δυο κινηματογραφικά είδη: τον παραδοσιακό, αφηγηματικό κινηματογράφο που κυριαρχεί στις σχέσεις πατέρα-κόρης, σκηνές που η Τσαγγάρη στήνει με ειλικρίνεια και τρυφερότητα, και ένα στιλιζαρισμένο, πειραματικό σινεμά, που κυριαρχεί στις περισσότερες σκηνές με τις δυο φίλες, ιδιαίτερα τόσο στη σκηνή της αρχής. Η ταινία παρουσιάζει εικαστικό ενδιαφέρον και αναδεικνύει το προσωπικό στυλ της Τσαγγάρη.

Το Somewhere της Σοφία Κόπολα προβλήθηκε, επίσης, στη Βενετία. Η ταινία ασχολείται με τη ζωή ενός κινηματογραφικού αστέρα, όπως την αντιλαμβάνεται η 11χρονη κόρη του. Το φιλμ φέρνει στο νου το Χαμένοι στη Μετάφραση, μιας και είναι και αυτό γυρισμένο σε ξενοδοχεία και στο δρόμο. Στην ταινία πρωταγωνιστούν οι Ελ Φάνινγκ και Στήβεν Ντορφ. Τα βλέμματα συγκέντρωσε, επίσης, το ντοκιμαντέρ Ward 54, το οποίο εξετάζει το τραύμα που κουβαλούν οι Αμερικανοί στρατιώτες που επιστρέφουν από το Ιράκ.

Tuesday, September 7, 2010

Η οδύσσεια ενός Ταλιμπάν

  • 67ο ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΥ ΒΕΝΕΤΙΑΣ

  • Προχωρώντας σταδιακά, από μέρα σε μέρα, η Μόστρα αποδεικνύεται ολοένα και πιο ενδιαφέρουσα με ταινίες πραγματικά καλλιτεχνικές, που δείχνουν πως ο παγκόσμιος κινηματογράφος έχει ακόμη πολλά να πει.
Με εσωτερικότητα, χωρίς κανέναν διάλογο, δίνει ο Βίνσεντ Γκάλο στο «Essential Killing» τον αγώνα του καταδιωγμένου Ταλιμπάν
Ταινίες όπως οι ελεγειακές «Σιωπηλές ψυχές» του Αλεξέι Φεντορτσένκο, η τρυφερή, ταυτόχρονα ειρωνική, «Κάπου» της Σοφίας Κόπολα, το απρόσμενο ανανεωτικό γουέστερν «Meek's Cutoff» της Κέλι Ράισχαρντ, το μινιμαλιστικό «Post Mortem» του Χιλιανού Πάμπλο Λαρέν και, χθες, το συγκλονιστικό «Essential Killing» του Γέρζι Σκολιμόφσκι έδειξαν πως ο διευθυντής του φεστιβάλ, Μάρκο Μούλερ, έκανε μια πολύ καλή επιλογή. Ας επιμένει, για κάποιους άγνωστους λόγους, η εφημερίδα «Ρεπούμπλικα» πως το φεστιβάλ είναι «Μόστρα χωρίς τέχνη» (ο τίτλος του χθεσινού του μεγάλου άρθρου). Οι περισσότεροι Ιταλοί κριτικοί, μαζί και οι ξένοι, στη λίστα με τα αστεράκια, που δημοσιεύει καθημερινά το περιοδικό του κλάδου «Variety», δείχνουν να μη συμφωνούν μαζί της και βάζουν τέσσερα και πέντε αστεράκια στις ταινίες που ανέφερα.
Στην εξαιρετική, εντός του διαγωνιστικού τμήματος, ταινία του «Essential Killing» («Αναγκαίες δολοφονίες»), ο Πολωνός σκηνοθέτης Γέρζι Σκολιμόφσκι («4 νύχτες με την Αννα») αφηγείται τη βασανιστική πορεία ενός Ταλιμπάν, που τον αιχμαλωτίζουν οι Αμερικανοί σε μυστική αποστολή τους στο Αφγανιστάν και, αφού τον βασανίσουν, μεταφέρεται για περισσότερα βασανιστήρια σε άγνωστη, ακαθόριστη, πρώην ανατολική χώρα κι αυτός καταφέρνει να δραπετεύσει. Καταδιωγμένος από στρατιώτες και ελικόπτερα, μόνος, σε μια ατέλειωτη, δασώδη, χιονισμένη περιοχή, ο Αφγανός αναγκάζεται να σκοτώσει όσους προσπαθούν να τον εμποδίσουν. Χωρίς νερό ή τροφή, παγωμένος από το κρύο, ο Ταλιμπάν συνεχίζει τη βασανιστική πορεία του, με την κάμερα να τον ακολουθεί και να καταγράφει τον αγχώδη αγώνα του για επιβίωση.
Υστερα από ένα πρώτο καθαρά πολιτικό μέρος (οι σκηνές των βασανιστηρίων θυμίζουν Αμπού Γκράιμπ και Γκουαντάναμο), ο Σκολιμόφσκι στρέφεται στον προσωπικό αγώνα του μοναχικού ανθρώπου, που προσπαθεί να επιβιώσει σ' ένα άγνωστο, εχθρικό περιβάλλον. Με ένα σφιχτοδεμένο μοντάζ, που δημιουργεί το σασπένς και τονίζει την πλευρά του θρίλερ, με σχεδόν καθόλου διάλογο, με όμορφες, εκπληκτικά φωτογραφημένες σκηνές σε τοπία που βρίσκονται σε αντίστιξη με τα δρώμενα, ο σκηνοθέτης προχωρεί με άνεση και σιγουριά, για να καταγράψει την οδύσσεια του ήρωά του και να μας προσφέρει ένα συγκινητικό, ποιητικό, κάπως φελινικό, φινάλε, έξω από την όλη ρεαλιστική ατμόσφαιρα της υπόλοιπης ταινίας. Ο Αμερικανός ηθοποιός Βίνσεντ Γκάλο («Τέτρο») δίνει με εσωτερικότητα, χωρίς κανένα διάλογο, το πάθος, την επιμονή και τον απελπιστικό αγώνα του καταδιωγμένου Ταλιμπάν.
  • Και αμερικανικό αντεργκράουντ
Ο Γκάλο πρωταγωνιστεί ενώ είναι και σκηνοθέτης μιας δεύτερης ταινίας του διαγωνιστικού τμήματος, «Υποσχέσεις γραμμένες σε νερό». Πρόκειται για μια πολύ προσωπική ταινία (εκτός από πρωταγωνιστής και σκηνοθέτης, έκανε και το μοντάζ, έγραψε τη μουσική, ήταν και παραγωγός της!). Πρόκειται, στην πραγματικότητα, για ένα είδος δοκιμίου, με τον Γκάλο να ερμηνεύει έναν άνδρα που συνομιλεί με μια νεαρή γυναίκα, που γνωρίζουμε ότι θα πεθάνει. Σε επαναληπτικούς συχνά διαλόγους, με μεγάλης διάρκειας γκρο πλάνα γυρισμένα όλα σε μαυρόασπρο φιλμ, με μια κάμερα που ακινητοποιεί τα πρόσωπα και σκιτσάρει, όπως ο ζωγράφος, τα σώματά τους, ο Γκάλο έφτιαξε μια εσωτερική σίγουρα ταινία (για σινεφίλ, σύμφωνα με τη «Ρεπούμπλικα», στοιχείο που γι' αυτήν είναι αρνητικό για τη Μόστρα). Μια ταινία πολύ κοντά στο πνεύμα του αμερικανικού αντεργκράουντ της δεκαετίας του '60, με μια δική της, παράξενη γοητεία. Στοιχείο που, αν και ξένισε ορισμένους, τελικά έκανε ένα αρκετά σημαντικό τμήμα του κοινού να τη χειροκροτήσει.*

Monday, September 6, 2010

Χαμένος στο Χόλιγουντ με τη ματιά μιας Κόπολα

  • 67ο ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΙΚΟ ΦΕΣΤΙΒΑΛ ΒΕΝΕΤΙΑΣ
  • Η ταινία «Κάπου» («Some- where») της Σοφίας Κόπολα και οι «Σιωπηλές ψυχές» του Αλεξέι Φεντορτσένκο, που προβλήθηκαν στο διαγωνιστικό τμήμα, έδωσαν μια ξεχωριστή νότα στο φεστιβάλ.
Η Σοφία Κόπολα ανάμεσα στους εξαιρετικούς ηθοποιούς της: Στίβεν Ντορφ και Ελ Φάνινγκ
Το απόγευμα του Σαββάτου είχαμε και μια μεγάλη πορεία διαμαρτυρίας από κατοίκους της Βενετίας, ενάντια στο σχέδιο του Μπερλουσκόνι να δημιουργηθεί εργοστάσιο πυρηνικής ενέργειας 20 χιλιόμετρα από την ιστορική Πλατεία του Σαν Μάρκο.
Με το τίμημα της δημοσιότητας και τα αδιέξοδα στα οποία οδηγούνται αρκετοί σταρ του Χόλιγουντ καταπιάνεται στο «ρόουντ-μούβι» της «Πουθενά», η Σοφία Κόπολα, την οποία το κοινό υποδέχθηκε με ένα πολύ θερμό χειροκρότημα. Ο Ιταλοαμερικανός ήρωάς της, Τζόνι Μάρκο (ένας πολύ εκφραστικός Στίβεν Ντορφ), είναι ένας αποξενωμένος από την οικογένειά του νεαρός σταρ. Στο καλογραμμένο σενάριό της η Κόπολα τον παρουσιάζει να περνάει τα βράδια του σε γλέντια στο περιβόητο ξενοδοχείο «Chateau Marmont» του Λος Αντζελες, είτε ξαπλωμένος μόνος στο δωμάτιό του να παρακολουθεί ιδιωτικό lap dance από δυο ξανθές χορεύτριες (οι δίδυμες αδερφές, γνωστά μοντέλα του Πλεϊμπόι, Σάρον). Στη διάρκεια της ημέρας, τρέχει σε φωτογραφήσεις, συνεντεύξεις Τύπου (όπου αντιμετωπίζει συχνά ηλίθιες ερωτήσεις) ή στο Μιλάνο, για να παραλάβει το γελοίο «Βραβείο της Γάτας».
Ομως, πίσω από τη λουστραρισμένη επιφάνεια, είναι ένας κενός, χωρίς κανέναν σκοπό στη ζωή του, άνθρωπος. Ολα αυτά μέχρι που η γυναίκα του τού αφήνει για λίγο την εντεκάχρονη κόρη τους, Κλεό (πραγματική αποκάλυψη η μικρή Ελ Φάνινγκ). Η επαφή του μαζί της του δίνει την ευκαιρία να ζήσει πιο ανθρώπινα και ν' αρχίσει να διερωτάται για την ίδια την ύπαρξή του. Ταινία αυτογνωσίας, το «ρόουντ-μούβι» της Κόπολα αφηγείται την πορεία του ήρωά της μ' ένα μινιμαλιστικό, ρεαλιστικό στιλ, που θυμίζει τις πρώτες ταινίες του Τζιμ Τζάρμους και το δικό της, «Χαμένοι στη μετάφραση». Στα «συν», η σχεδόν ντοκιμαντερίστικη αντιμετώπιση της φωτογραφίας του Ελληνοαμερικανού Χάρι Σαββίδη και οι πολύ καλές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών.
Διαφορετικό «ρόουντ-μούβι» είναι η ελεγειακή ταινία «Σιωπηλές ψυχές» του Φεντορτσένκο. Είναι η ιστορία δύο φίλων, του Μίρον και του Αϊστ, οι οποίοι, όταν η γυναίκα του πρώτου πεθαίνει, ξεκινούν ένα ιδιάζον «ταξίδι αποχωρισμού», σύμφωνα με την ιεροτελεστία της κουλτούρας των Μέργια, μιας αρχαίας φινλανδο-ουγγρικής φυλής που κάποτε είχε εγκατασταθεί στην κεντροδυτική Ρωσία. Με την κάμερα να καταγράφει με λεπτομέρειες τη μοναχική πορεία τους σε έρημες, αχανείς εκτάσεις, και την όμορφη ιεροτελεστία της ταφής, αλλά και με φλας-μπακ σε ερωτικές στιγμές του Μίρον με τη γυναίκα του, ο Φεντορτσένκο υπογράφει ένα λυρικό ποίημα στον έρωτα, στη ζωή και στον θάνατο.
  • Σκηνές με Γιαλέλη
Με σκηνές του Στάθη Γιαλέλη από το «Αμέρικα, Αμέρικα» αρχίζει το ωριαίο ντοκιμαντέρ «Γράμμα στον Ηλία», των Μάρτιν Σκορσέζε και Κεντ Τζόουνς. Απλή, ωραία, συγκινητική ταινία-ύμνος στο έργο του μεγάλου Ηλία Καζάν, με φωτογραφικό υλικό και αποσπάσματα από τις διάφορες ταινίες του και με τον Σκορσέζε να τονίζει τον ρόλο που έπαιξαν στη δική του καριέρα.
Ενα αυστηρό, ελλειπτικό, ερμητικό στιλ κυριαρχεί στην ταινία «Post Mortem» («Νεκροψία») του Χιλιανού Πάμπλο Λαρέν. Παρουσιάζει μια εικόνα της φρικτής κατάστασης στη Χιλή του Πινοσέτ, μέσα από τη ζωή ενός δημόσιου υπαλλήλου στο τμήμα νεκροψίας του νοσοκομείου του Σαντιάγο, το 1973.
Μπορεί στο ασυνήθιστο γουέστερν «Meek's Cutoff» της Κέλι Ράιτσαρντ («Γουέντι και Λούσι») να μη συμβαίνει σχεδόν τίποτα -μια μικρή ομάδα αποίκων ταξιδεύει για να εγκατασταθεί στην Αγρια Δύση-, αλλά η χρήση των χώρων, οι άνθρωποι, χαμένοι στις απέραντες, αφιλόξενες πεδιάδες, οι σιωπές, η συμπαθητική -πολύ ανθρώπινη- ρεαλιστική ματιά της σκηνοθέτιδος πάνω στα πρόσωπα, αλλά κι ένα μικρό ξέσπασμα που κινδυνεύει να καταστρέψει τη σχέση ανάμεσα στα πρόσωπα, μου θύμισαν τα πολύ προσωπικά γουέστερν («The Shooting», «Ride the Whirlwind») του Μόντι Χέλμαν.
  • Και η Ντενέβ, δήμαρχος
Ιδιαίτερα διασκεδαστική ήταν η γαλλική ταινία «Potiche» του Φρανσουά Οζόν, βασισμένη σε ένα επιτυχημένο θεατρικό έργο του '80. Η Κατρίν Ντενέβ, συζύγος εργοστασιάρχη σε επαρχιακή πόλη της Γαλλίας του 1977, από «Potiche» («γλάστρα» του σπιτιού) μετατρέπεται σταδιακά σε απελευθερωμένη γυναίκα, όταν αναγκάζεται να αναλάβει τη διεύθυνση του εργοστασίου. Τελικά, αγωνίζεται ενάντια στον νυν δήμαρχο και πρώην εραστή της (ένας απολαυστικός Ζεράρ Ντεπαρντιέ) στις δημοτικές εκλογές.
Στην εκτός διαγωνιστικού μέρους «Δυναστεία των δολοφόνων», ο Κινέζος σκηνοθέτης Τζον Γου, που την Παρασκευή τιμήθηκε με το Ειδικό Χρυσό Λιοντάρι για το σύνολο του έργου του, παρουσιάζει με επικό στιλ μια μεσαιωνική περιπέτεια με ηρωίδα μια γυναίκα-άσο του κουνγκ φου, που συγκρούεται με διάφορες ομάδες δολοφόνων. Μια απολαυστική περιπέτεια, διανθισμένη με εντυπωσιακές συγκρούσεις κουνγκ φου, στημένες με χορογραφική μαεστρία.*

Κατρίν Ντενέβ: «Δεν ένιωσα ποτέ σαν γλάστρα»

  • Η Κατρίν Ντενέβ στην ταινία «Ρotiche» αποκαλύπτει ότι η κωμωδία και το τραγούδι είναι τα απωθημένα της


ΒΕΝΕΤΙΑ, Παρά τον περίπου μισό αιώνα που μετρά στο σινεμά, η 67χρονη ηθοποιός Κατρίν Ντενέβ δεν μας έχει συνηθίσει στο είδος της κωμωδίας. Κρίνοντας από τα λεγόμενά της όμως πριν από μερικές ημέρες στη Μόστρα, η κωμωδία είναι επίσης το απωθημένο της. Οπως και το τραγούδι. «Εχω τόση όρεξη να παίξω σε κωμωδίες και να τραγουδήσω που μου ΄ρχεται να μην κάνω τίποτε άλλο» είπε στη συνέντευξη Τύπου για την ταινία «Ρotiche» του Φρανσουά Οζόν που διαγωνίζεται εφέτος στη Μόστρα. Ο Οζόν είναι ο σκηνοθέτης ο οποίος πριν από μερικά χρόνια χτύπησε την κωμική φλέβα της ηθοποιού με τις «Οκτώ γυναίκες». Βασισμένο στο θεατρικό έργο των Πιερ Μπαριγέ- ΖανΠιερ Γκρεντί που έκανε θραύση στη Γαλλία, το «Ρotiche», που στα ελληνικά σημαίνει γλάστρα, είναι η κωμική ιστορία της συζύγου ενός βιομηχάνου ομπρελών η οποία, έστω και καθυστερημένα, αποφασίζει να κάνει τη μεγάλη στροφή στη ζωή της και να αποκτήσει ρόλο ουσίας στην κοινωνία. Οχι απλώς θα πάρει τα ηνία της επιχείρησης αλλά θα ακολουθήσει και πολιτική καριέρα διεκδικώντας ως και τη θέση της δημάρχου. Πολύ πριν από τη δημιουργία των «Οκτώ γυναικών» ο Φρανσουά Οζόν είχε στο μυαλό του να γυρίσει κάποια στιγμή το «Ρotiche» στον κινηματογράφο. « Χρειαζόμουν όμωςμια αφορμή·ήθελα να είναι μια ταινία που θα μιλούσε για τη γυναίκα στη Γαλλία σήμερα ». Την αφορμή τού την έδωσε η προεκλογική μονομαχία του Νικολά Σαρκοζί με τη Σεγκολέν Ρουαγιάλ. « Τότε κατάλαβα ότι η ανδροκρατία είχε αποκτήσει ένα καινούργιο πρόσωπο ». Το επόμενο βήμα του ήταν το κάστινγκ. Αν και η Ζακλίν Μαγιόν, μια πολύ γνωστή ηθοποιός στη θεατρική σκηνή της Γαλλίας, είχε στο πετσί της τον ρόλο της Σουζάν, ο Οζόν δεν ήθελε για πρωταγωνίστρια έναν « Λουί ντε Φινές με φούστα », όπως αποκαλούν τη Μαγιόν στη Γαλλία. « Ηθελα κάτι εντελώς διαφορετικό » είπε ο σκηνοθέτης.

Κάπως έτσι προέκυψε η κυρία Κατρίν Ντενέβ, η οποία στη συνέντευξη Τύπου της ταινίας στη Βενετία είχε τα κέφια της. Απόσπασμά της χρησιμοποιούμε παρακάτω.  
- Εσείς νιώσατε ποτέ στη ζωή σας σαν γλάστρα;
«Δεν νομίζω· τουλάχιστον όχι σαν τη γυναίκα την οποία υποδύομαι στην ταινία. Εχουν υπάρξει ωστόσο στιγμές που ένιωσα να με χρησιμοποιούν. Να χρησιμοποιούν αυτό που έδειχνα, αδιαφορώντας γι΄ αυτό που είμαι. Ποτέ όμως σαν γλάστρα. Η γλάστρα δεν κουνιέται, δεν μιλάει· παραμένει σταθερή στη θέση της με έναν συγκεκριμένο ρόλο. Να κάνει τον άλλο να αισθάνεται όμορφα».
-Αν μπορούσατε να κάνετε τη δική σας επανάσταση σήμεραποια θα ήταν αυτή;
«Δεν το έχω σκεφτεί, αλλά θα ήθελα μια ταινία όπως το “Ρotiche” να βοηθήσει τις γυναίκες να κερδίσουν μεγαλύτερη αναγνώριση στον κόσμο μας. Η διαφορά ανάμεσα στους άνδρες και στις γυναίκες είναι τεράστια ακόμη και στις μέρες μας».
-Δεν έχει υπάρξει εξέλιξη όλα αυτά τα χρόνια;  
«Ασφαλώς και έχουν καλυτερεύσει τα πράγματα για τη γυναίκα. Οι γυναίκες έχουν πια μεγαλύτερη ανεξαρτησία, βρίσκουν μεγαλύτερη αποδοχή από τους άνδρες σε σχέση με το παρελθόν- και οι άνδρες το γνωρίζουν. Αλλά και πάλι, όλα αυτά έχουν γίνει με εξαιρετικά αργούς ρυθμούς. Ιδίως στα εργασιακά όπου μια γυναίκα ακόμα κι αν έχει τις ίδιες ικανότητες με έναν άνδρα δεν πληρώνεται το ίδιο καλά. Ο μισθός είναι η αντανάκλαση της πραγματικότητας. Θα ήταν όμορφο λοιπόν όλα αυτά τα πράγματα να κινηθούν λιγάκι».
-Επειτα από τόσα χρόνια δουλειάς, νιώθετε ποτέ τρακ στο πλατό;  
«Ασφαλώς! Χωρίς φόβο και τρακ δεν πας πουθενά. Δεν κάνεις τίποτε. Είσαι απαθής. Δεν θέλω να κρύβω τις φοβίες μου. Φοβάμαι πάντα στο ξεκίνημα μιας ταινίας όταν αρχίζουν τα γυρίσματα. Αργότερα χαλαρώνω, αλλά το ξεκίνημα είναι πάντα δύσκολο».

-Τι σήμανε για εσάς που στο «Ρotiche» συνεργαστήκατε για πολλοστή φορά με τον Ζεράρ Ντεπαρντιέ; 
 «Δεν έχουμε συχνή επαφή στη ζωή μας, αλλά δουλεύω μαζί του τόσο πολλά χρόνια25 νομίζω- που έχω την αίσθηση ότι τον βλέπω κάθε μέρα. Είναι ένας αξιαγάπητος συνεργάτης».
-Στη μακρόχρονη καριέρα σας έχετε παίξει τα πάντα, αλλά η κωμωδία δεν είναι είδος που μας έχετε συνηθίσει παρά μόνον τα τελευταία χρόνια.
«Δεν είμαι κωμική ηθοποιός. Ενδεχομένως να κάνω κάποιους να γελούν, αλλά δεν είμαι κωμικός. Η κωμωδία μού αρέσει, αλλά ως είδος είναι δύσκολο, κυρίως σήμερα. Για αυτό και έδωσα σημασία στην ταινία όταν ο Φρανσουά Οζόν μου είπε ότι θα την τοποθετούσε στη δεκαετία του ΄70. Αυτή η αλλαγή, σε συνάρτηση με τον χρόνο, μας επέτρεψε να δούμε την ιστορία της ταινίας με έναν κωμικό τρόπο. Αν η ίδια ιστορία ετοποθετείτο στη σημερινή εποχή, το αποτέλεσμα δεν θα ήταν το ίδιο. Είναι δύσκολο σήμερα να βρεις σύγχρονο θέμα για κωμωδία».
  • Σκορσέζε: «Ο Καζάν με έκανε να νιώσω Ελληνας»
Ο έρωτας του αμερικανού σκηνοθέτη Μάρτιν Σκορσέζε για τον κόσμο του κινηματογράφου είναι δεδομένος και απεριόριστος· δεκάδες ντοκυμαντέρ έχουν γυριστεί τα οποία αναφέρονται στις κινηματογραφικές του επιρροές και στις αναλύσεις του.

Το τελευταίο, το οποίο συνσκηνοθέτησε ο Σκορσέζε με τον Κεντ Τζόουνς, λέγεται «Γράμμα στον Ελία» και αφορά την εσωτερική σχέση του Σκορσέζε με τον Ελία Καζάν, τον πρώτο άνθρωπο που έκανε τον Σκορσέζε να αντιμετωπίσει τον κινηματογράφο ως μια πολύ σοβαρή υπόθεση. Ο Σκορσέζε μιλά με λατρεία για το «Ανατολικά της Εδέμ», το οποίο άλλαξε τη φιλοσοφία του όταν το είδε, καθώς επίσης και για το «Αμέρικα Αμέρικα». «Το “Αμέρικα Αμέρικα” ήταν η δική του ιστορία· η ιστορία ενός Ελληνα» λέει χαρακτηριστικά. «Με έκανε όμως να τη νιώσω σαν δική μου, παρ΄ ότι εγώ είμαι Ιταλός». Η θεωρία του Σκορσέζε σε ό,τι αφορά τον Καζάν και την περίφημη προδοσία του μπροστά στην Επιτροπή Αντιαμερικανικών Ενεργειών του γερουσιαστή Τζόζεφ Μακ Κάρθι, είναι μάλλον ανορθόδοξη. «Ολα ξεκίνησαν εναντίον τού Καζάν μετά το γράμμα απολογίας που έγραψε στους “Νew Υork Τimes”. Από εκεί τον θυμόμαστε όλοι και όχι από την πράξη αυτή καθεαυτή». Εξίσου ενδιαφέρον όμως έχει η άποψη του Σκορσέζε ότι ύστερα από αυτή την πράξη προδοσίας ο Καζάν ωρίμασε. «Επαψε να είναι απλώς σκηνοθέτης και έγινε κινηματογραφιστής».


Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artId=352710&dt=07/09/2010#ixzz0yp96ZYSy

Φεστιβάλ Βενετίας Ηθοποιός ή ράπερ ο Χοακίν Φοίνιξ; Ιδού το φεστιβαλικό ερώτημα

Ο... Χοακίν Φοίνιξ τράβηξε τα βλέμματα στο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Βενετίας τη Δευτέρα. Συγκεκριμένα, το ντοκιμαντέρ του Κέισι Άφλεκ σχετικά με την απόφαση του ηθοποιού να γίνει ράπερ. Πολλοί είναι αυτοί που θεωρούν, ωστόσο, ότι η κίνηση του ηθοποιού δεν αποτελεί τίποτα άλλο από διαφημιστικό κόλπο.
  • Ο Χοακίν Φοίνιξ...
Το ντοκιμαντέρ «I'm still here» του Κέισι Άφλεκ -αδελφού του Μπεν Άφλεκ- έχει ήδη προκαλέσει συζητήσεις για το εάν αποτελεί πραγματικότητα ή ένα ψευδοντοκιμαντέρ (τα λεγόμενα mockumentary), το οποίο έχει ως στόχο να «παίξει» με τις αντιλήψεις του κοινού για το τι είναι πραγματικό και τι όχι, για τις συνέπειες της δημοσιότητας και της φήμης.

«Μπορώ να σας διαβεβαιώσω ότι δεν πρόκειται για φάρσα» δήλωσε ο σκηνοθέτης της ταινίας, τονίζοντας ότι ούτε καν του είχε περάσει από το μυαλό ένα τέτοιο ενδεχόμενο, μέχρι τη στιγμή που το θέμα άρχισε να απασχολεί κοινό και κριτικούς.

Δεν έχει περάσει πολύς καιρός από τότε που ο Χ. Φοίνιξ ανακοίνωσε πως η ηθοποιία αποτελεί παρελθόν για εκείνον και πως ήρθε η ώρα να ασχοληθεί με το πραγματικό του όνειρο: τη μουσική.

Ωστόσο, πολλοί μιλούν για ένα «παιχνίδι» του ηθοποιού, γεγονός που τροφοδοτήθηκε από την παράδοξη συνέντευξη που έδωσε στον Ντέιβιντ Λέτερμαν.

Εκεί ο γενειοφόρος Χοακίν Φοίνιξ έδωσε ελάχιστες απαντήσεις για την νέα του ταινία (το Two Lovers με την Γκουίνεθ Πάλτροου), κόλλησε την τσίχλα του στο γραφείο του παρουσιαστή, αναγκάζοντας τον τελευταίο να του πει: «Χοακίν, λυπάμαι που δεν μπορούσες να είσαι μαζί μας απόψε».

Η ταινία που προβάλλεται στο Φεστιβάλ Βενετίας θεωρείται μια ενδιαφέρουσα ματιά στο μυαλό του ηθοποιού και στα «γρανάζια» της διασημότητας.

Άλλοτε με χιούμορ, άλλοτε με παιδιάστικη συμπεριφορά, μερικές φορές με τρόπο παρανοϊκό και επιθετικό, ο Χ. Φοίνιξ της ταινίας επιχειρεί να αντιμετωπίσει την απόφασή του να εγκαταλείψει το Χόλιγουντ για χάρη της μουσικής.

Ο Χ. Φοίνιξ βρίσκεται στη Βενετία, αλλά δεν συμμετείχε στη συνέντευξη Τύπου.

... και οι άλλοι

Ενδιαφέρον επιφύλαξε για τους Έλληνες η σημερινή είδηση του περιοδικού του κλάδου, που στη διάρκεια της Βενετίας εκδίδεται καθημερινά, σχετικά με το βιβλίο «Ένας άντρας» της διάσημης Ιταλίδας δημοσιογράφου Οριάνα Φαλάτσι.

Ο Ιταλός παραγωγός Ντομένικο Προκάτσι μόλις αγόρασε τα δικαιώματα κινηματογράφησης του βιβλίου, που αναφέρεται στην τρικυμιώδη τριετή σχέση της Φαλάτσι με τον Αλέξανδρο Παναγούλη, η οποία σχέση ξεκίνησε το 1973, όταν ο Παναγούλης ήταν μέλος της αντίστασης ενάντια στη χούντα.

Όπως δήλωσε στο περιοδικό ο Προκάτσι, έχει ήδη αρχίσει να ψάχνει για ένα διεθνές καστ, προκειμένου να αναλάβει τους πρωταγωνιστικούς ρόλους, καθώς και έναν σκηνοθέτη «πρώτου μεγέθους» για να γυρίσει την ταινία.

Κατά τα άλλα, στο Φεστιβάλ Βενετίας προβλήθηκαν δύο ταινίες με πρωταγωνιστή τον Βίνσεντ Γκάλο.

Ο ήρωας της ταινίας Essential Killing («Αναγκαίες δολοφονίες») του Πολωνού σκηνοθέτη Γέρζι Σκολιμόφσκι («4 νύχτες με την Αννα»), είναι Αφγανός Ταλιμπάν, που συλλαμβάνεται από τους Αμερικανούς, ύστερα από μία καταδίωξη κάπου στα βουνά και σειρά βασανιστηρίων, μεταφέρεται σε μία απροσδιόριστη πρώην ανατολική χώρα.

Στη διαδρομή προς τα κει, ο Ταλιμπάν (ένα πολύ συγκρατημένο, εσωτερικό παίξιμο από τον Βίνσεντ Γκάλο), καταφέρνει να δραπετεύσει και να διαφύγει στο παραπλήσιο παγωμένο δάσος. Στη βασανιστική πορεία του μέσα από δάση, ποτάμια και παγωμένα τοπία, ο Αφγανός αντιμετωπίζει τόσο τα εχθρικά στοιχεία της φύσης, όσο και τους στρατιώτες και τα ελικόπτερα, που τον καταδιώκουν, αναγκασμένος -όταν το φέρνει η ανάγκη- να σκοτώνει όσους προσπαθούν να τον εμποδίσουν.

Στην ταινία Υποσχέσεις γραμμένες σε νερό, που σκηνοθέτησε, μόνταρε και έντυσε μουσικά με δική του σύνθεση ο ίδιος ο Γκάλο, χρησιμοποιεί τη σχέση ανάμεσα σ' έναν άντρα και μια ετοιμοθάνατη νεαρή γυναίκα για να φτιάξει ένα κινηματογραφικό δοκίμιο, όπου η εικόνα έχει τον πρώτο λόγο.

Η ταινία είναι γυρισμένη σε μαυρόασπρο φιλμ, με διαλόγους που θυμίζουν το παλιό αμερικανικό αντεργκράουντ σινεμά και μία κάμερα να ακινητοποιεί τα πρόσωπα.

Παράλληλα, το ενδιαφέρον των κριτικών προκάλεσε η κινέζικη ταινία The Ditch, που ασχολείται με την πραγματική ιστορία της αποστολής 3.000 Κινέζων σε στρατόπεδα εργασίας για «πολιτικό σωφρονισμό».

Ο σκηνοθέτης Γουάνγκ Μπινγκ έψαχνε εδώ και τρία χρόνια να ανακαλύψει επιζώντες και είναι γυρισμένο σαν ντοκιμαντέρ.

Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=4&artid=352612&dt=06/09/2010#ixzz0yp6GahPe

Friday, September 3, 2010

Με τη νέα ταινία του Τζούλιαν Σνέιμπελ συνεχίστηκε το Φεστιβάλ Βενετίας


  • Συμμετοχή στο διαγωνιστικό

 
ΑΠΕ. Ο σκηνοθέτης Τζούλιαν Σνέιμπελ
Βενετία.
Με την ταινία Μιράλ του Τζούλιαν Σνέιμπελ, τη συγκινητική ιστορία μιας νεαρής Παλαιστίνιας, που μεγαλώνει σε μια κρίσιμη πολιτικά περίοδο, συνεχίστηκε την Πέμπτη το διαγωνιστικό πρόγραμμα του 67ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Βενετίας. Εν τω μεταξύ, την Παρασκευή θα προβληθεί η μικρού μήκους Casus Belli του Έλληνα σκηνοθέτη Γιώργου Ζώη.

Η ταινία του Τζ.Σνέιμπελ (γνωστός από το φιλμ Το Σκάφανδρο και η Πεταλούδα) καλύπτει αρκετές δεκαετίες. Στη διασκευή αυτή του ομότιτλου βιβλίου της Ρούλα Τζεμπρέαλ, ο εβραϊκής καταγωγής Τζ.Σνέιμπελ κατάφερε να συλλάβει την όλη ατμόσφαιρα μιας κρίσιμης περιόδου του ισραηλινο-παλαιστινιακού προβλήματος.

Με επίκεντρο το δράμα της ορφανής από μητέρα νεαρής Μιράλ, που μεγαλώνει σε μια σχολή ορφανών που ίδρυσε από το 1948 η Χίντι Χουσεϊνί, πρόσφυγας στα δικά της εδάφη, σε σκηνές που συνδυάζει με επίκαιρα της εποχής, ο -εκτός από σκηνοθέτης και ζωγράφος- Σνέιμπελ έφτιαξε μια συγκινητική, εικαστικά συναρπαστική, ταυτόχρονα τολμηρή σε μια ιδιαίτερα κρίσιμη πολιτικά περίοδο, ταινία γύρω από την δίψα για εκπαίδευση αλλά και την ελπίδα για μια δίκαιη λύση, όπου τελικά οι δυο πλευρές θα μπορέσουν να ζήσουν ειρηνικά στα δικά τους ξεχωριστά κράτη.

Ο ίδιος ο σκηνοθέτης στη συνέντευξη Τύπου που έδωσε στα πλαίσια της Μόστρας, εξήγησε πως δεν γνώριζε πολλά για τους Παλαιστίνιους και την κατάστασή τους μέχρι που διάβασε το βιβλίο της Τζεμπρέαλ.

Τόνισε ότι το βιβλίο τον συγκίνησε και τον ώθησε να το γυρίσει σε ταινία. «Θέλησα να αφηγηθώ την ιστορία της νεαρής Μιράλ, γιατί είναι μια ταινία εκπαίδευσης, αγάπης αλλά και ελπίδας» ανάφερε. Σε βιβλίο βασίστηκε και η ιαπωνική ταινία Norwegian Wood του Τραν Αν Χανγκ που προβλήθηκε επίσης στη Βενετία.

Πρόκειται για το παγκόσμια γνωστό μυθιστόρημα του Χαρούκι Μουρακάμι, γύρω από τη νεολαία της δεκαετίας του 1960 και που αναφέρεται στην απώλεια και τις διάφορες απογοητεύσεις των φοιτητών σε μια μεταβατική, πολιτικά κρίσιμη περίοδο. Περίοδο που η νεολαία ξεσηκωνόταν ενάντια στο κατεστημένο.

Μέσα από τον απραγματοποίητο έρωτα ενός νέου για μια νέα, ο σκηνοθέτης κατάφερε με λεπτότητα, χιούμορ αλλά και ερωτισμό, με εικόνες εικαστικά προσεγμένες, και με πολύ ωραίες ερμηνείες, να δώσει μια γεύση από την όλη περίοδο.

Το απόγευμα της Παρασκευής, στο διαγωνιστικό τμήμα της Μόστρας, θα προβληθεί και η μικρού μήκους ταινία Casus Belli του Έλληνα σκηνοθέτη Γιώργου Ζώη. Το βράδυ της Παρασκευής σε ειδική τελετή, θα απονεμηθεί το ειδικό Χρυσό Λιοντάρι για το σύνολο του έργου του, στον Κινέζο σκηνοθέτη Τζον Γου.
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=41&nid=1231057630#ixzz0yRnqIJYF

Thursday, September 2, 2010

Ο κινηματογραφικός Λόρκα στο Μουσείο Μπενάκη

Το πρώτο κινηματογραφικό έργο του Φεδερίκο Γκαρθία Λόρκα, «Ταξίδι στο φεγγάρι» (Viaje a la luna) θα προβληθεί στην Ελλάδα. Ο μεγάλος Ισπανός ποιητής είχε γράψει το σενάριο το 1929, κατά την παραμονή του στη Νέα Υόρκη, παράλληλα με την ποιητική του συλλογή "Ο ποιητής στη Νέα Υόρκη". Ωστόσο το έργο δεν μεταφέρθηκε ποτέ στη μεγάλη οθόνη, μέχρι που το έκανε ο Καταλανός ζωγράφος, χαράκτης και σκηνογράφος, Φερνάντο Αμάτ με την υποστήριξη του Ιδρύματος Λόρκα. Το έργο γράφτηκε την εποχή που ο Λουίς Μπουνιουέλ γύριζε τον “Ανδαλουσιανό σκύλο”. Έχει νεωτεριστικά στοιχεία που παραπέμπουν σε σουρεαλιστές της εποχής όπως ο Νταλί, ο Μαξ Ερνστ κι ο Μπουνιουέλ. Ο Αμάτ υλοποίησε το "Ταξίδι στο Φεγγάρι", σε μια ταινία διάρκειας 19΄, επενδύοντας την ταινία του με μουσική, χορό και δικά του σχέδια. Το έργο θα παρουσιαστεί, παρουσία του σκηνοθέτη Φερνάντο Αμάτ, στις 24 Σεπτεμβρίου στο Μουσείο Μπενάκη της οδού Πειραιώς, σε συνεργασία με την Ισπανική πρεσβεία.