Wednesday, February 25, 2009

Ο ΚΩΣΤΑΣ ΖΑΠΑΣ ΓΙΑ ΤΙΣ «ΜΙΚΡΕΣ ΕΛΕΥΘΕΡΙΕΣ»: «Η αμορφωσιά είναι ο ηγέτης της Ιστορίας»

Μπορεί να κοντεύουν 30 χρόνια που η Ελλάδα έχει μπει στην Ευρωπαϊκή Ένωση, αλλά  «παραμένουμε μια βαλκανική χώρα, με τον θρησκευτικό φανατισμό των Εμιράτων και τη  διαφθορά της Λατινικής Αμερικής», διαπιστώνει ο Κώστας Ζάπας (κάτω), οι «Μικρές  ελευθερίες» του οποίου αγοράστηκαν για διεθνή διανομή από την εταιρεία του Λαρς Φον Τρίερ
«Το ελληνικό σινεμά νοσεί θεσμικά, διότι το βαθύτερο πρόβλημα των Ελλήνων είναι πολιτισμικό» πιστεύει ο κινηματογραφιστής Κώστας Ζάπας που οι «Μικρές ελευθερίες» του αγοράστηκαν για προώθηση από την εταιρεία του Λαρς φον Τρίερ
Κάνοντας τις τρεις, μέχρι τώρα, «πειραματικές» ταινίες του χωρίς να πάρει επιχορήγηση από κανέναν κρατικό ή ιδιωτικό φορέα, ο Κώστας Ζάπας είδε ξαφνικά το τελευταίο φιλμ του, τις «Μικρές ελευθερίες», να το αγοράζει για διεθνή εκμετάλλευση η Ζentropa, η εταιρεία του Λαρς Φον Τρίερ! Εκ των υστέρων, ήρθε και η αγορά για εσωτερική διανομή... Κάτι που κάνει τον ίδιο να πει: «Στην Ελλάδα όλοι παίρνουν, κανείς δεν δίνει. Αν φυσάει άνεμος δεξιά, πηγαίνουν προς τα δεξιά. Αν φυσάει αριστερά, γίνονται επαναστάτες. Εγώ θέλω να κάνω το έργο μου και φέρω την ευθύνη του. Οι θεσμοί γύρω από τον ελληνικό κινηματογράφο ακολουθούν το σοβιετικό μοντέλο. Υπάρχει κρατισμός, κρατικοδίαιτος συνδικαλισμός, ιεραρχία και λογοκρισία. Ένα καθεστώς. Κατά κάποιον τρόπο ζητάνε από τον σκηνοθέτη δήλωση φρονήματος»!

Έχουμε λοιπόν, για άλλη μία φορά, το γνωστό «ουδείς προφήτης στον τόπο του»... Ο Κώστας Ζάπας όμως ξέρει: «Αν πω ότι ο Μέγας Αλέξανδρος δεν ήταν ιμπεριαλιστής, δεν είχε σκοτώσει ούτε κουνούπι και ότι άλλαζε τις γυναίκες σαν τα πουκάμισα, όλοι θα με συμπαθήσουν».

Αλλά δεν τον ενδιαφέρει αυτό. «Η δική μου δουλειά είναι να παίρνω το αόρατο και να το κάνω ορατό. Και το αόρατο έχει νόμο. Γι΄ αυτό η γη συνεχίζει να γυρίζει σε ένα αχανές σύμπαν. Υπάρχει ισορροπία, θέλω να πω. Όταν ασχολούμαστε με την τέχνη, το πρώτο μας μέλημα δεν πρέπει να είναι η αναγνώριση, μπορούμε να υπάρξουμε και χωρίς το μπράβο».
  • Τι είναι εν τέλει οι «Μικρές ελευθερίες»;
Η ιστορία ενός αυταρχικού πατέρα στην ελληνική επαρχία που εκπορνεύει τα ίδια του τα παιδιά. Είναι μια ρεαλιστική ταινία. Εδώ που τα λέμε, πάντα τρώγαμε τα παιδιά μας σε αυτόν τον τόπο. Πόσοι δεν εκπορνεύτηκαν πολιτικά και μετά τους πέταξαν σαν τα κρέατα; Γιατί ο άνθρωπος είναι πολιτικό ον. Πληρώνει το τίμημα για τις πράξεις του. Από την Ιφιγένεια της αρχαίας ελληνικής τραγωδίας μέχρι και σή μερα, η ίδια θυσία γίνεται, η ίδια απληστία για εξουσία, ο ίδιος φόβος του θεού. Ο αυταρχικός πατέρας της ταινίας είναι δίπλα μας, και τη Φανή, την ηρωίδα της ταινίας, μπορεί να τη χαιρετάμε κάθε πρωί. Όμως σιωπάμε. Προσπερνάμε τον συλλογικό άνθρωπο κι έτσι μας προσπερνάει ο πολιτισμός.
  • Ποιες είναι οι «ρίζες» που κάνουν τον πατέρα να εκπορνεύει την κόρη του στις «Μικρές ελευθερίες»;
Στην ταινία μου, ο πατέρας θύτης εκπορνεύει την κόρη θύμα. Όμως στο τέλος η κόρη γίνεται θύτης και ο πατέρας θύμα. Στη ναζιστική Γερμανία ο θύτης Χίτλερ οδήγησε τον γερμανικό λαό θύμα, όμως ο γερμανικός λαός έγινε θύτης ενάντια στους άλλους λαούς θύματα. Και στην τσαρική Ρωσία το ίδιο. Ο λαός θύμα επαναστατεί κατά του τσάρου θύτη, αλλά ο ίδιος ο λαός στο πρόσωπο του Στάλιν γίνεται θύτης. Ακόμα και σήμερα οι Εβραίοι θύματα του Ολοκαυτώματος, γίνονται θύτες κατά των Αράβων. Η ιστορία επαναλαμβάνεται σαν φάρσα.
  • Κυριαρχεί ακόμα το μοντέλο «πατρίδα, θρησκεία, οικογένεια» στην ελληνική κοινωνία;
Η αμορφωσιά είναι ο ηγέτης της Ιστορίας. Είμαστε μια ανθρωπότητα διαιρεμένη, συνοριακή, που έχει ανάγκη από πατρίδες, αλλά και αλαζονική, χρειαζόμαστε έναν θεό για να έχουμε κάπου να πάμε και μετά, λες και δεν φτάνει όσα καταστρέψαμε εδώ. Και τέλος, μια οικογένεια για να τα φυλάει όλα αυτά. Όσο για την Ελλάδα, είναι ένα εσωτερικό οικόπεδο, εμφυλιακό. Ακόμα δεν έχουμε ξεπεράσει το αίσθημα της δουλείας. Κοιτάξτε στην πολιτική. Η κυβέρνηση μιλάει για την αντιπολίτευση λες και είναι ο αντίχριστος και η αντιπολίτευση για την κυβέρνηση λες και είναι η κόρη του Σατανά!

ΙΝFΟ: Οι «Μικρές ελευθερίες» του Κώστα Ζάπα θα προβάλλονται από την Πέμπτη στους κινηματογράφους.

«Ας αποσυρθούν οι εμφυλιακοί»

  • Στο πρόσφατο Φεστιβάλ Βερολίνου είχαμε τρεις ελληνικές ταινίες. Πάει καλά, δηλαδή, το ελληνικό σινεμά;
Η συμμετοχή τριών ελληνικών ταινιών στο Φεστιβάλ του Βερολίνου είναι συμπτωματική. Οι δύο μεγάλοι Έλληνες σκηνοθέτες έχουν κλείσει τον κύκλο τους και όποια συμμετοχή τους στα φεστιβάλ αφορά την προσωπική τους μυθολογία. Όσο για τον νέο Έλληνα σκηνοθέτη (σ.σ. τον Πάνο Χ. Κούτρα), που δεν ενίσχυσαν οικονομικά, τέτοιες αποφάσεις είναι εμφυλιακές και όσοι τις παίρνουν πρέπει να αποσυρθούν από τη δημόσια πολιτική ζωή. Το έχω υποστεί προσωπικά. Το ελληνικό σινεμά νοσεί θεσμικά, διότι το βαθύτερο πρόβλημα των Ελλήνων είναι πολιτισμικό.
  • Του Παύλου Θ. Κάγιου, ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Πενέλοπε Κρουζ: «Γιατί να δίνω λογαριασμό για την προσωπική μου ζωή;»

Η ΠΕΝΕΛΟΠΕ ΚΡΟΥΖ ΓΙΑ ΤΗΝ ΑΝΑΣΦΑΛΕΙΑ ΚΑΙ ΤΟ ΟΣΚΑΡ

«Όταν ήμουν μικρή, ήμουν δυναμική. Σκέτος μπελάς για τους γονείς μου. Όσο μεγαλώνω γίνομαι όλο και πιο ευσυγκίνητη  και ευαίσθητη. Δακρύζω με τα τραγούδια  του Καετάνο Βελόσο και των Radiohead.  Μπορεί ένα γράμμα ή μια ανάμνηση να  με συγκινήσει», λέει η Πενέλοπε Κρουζ
O ρόλος της ιδιόρρυθμης γυναίκας, που βιώνει με πάθος τον έρωτα και φθάνει στα άκρα μετά τον χωρισμό, στην τελευταία ταινία του Γούντι Άλεν «Vicky Christina Βarcelona», της χάρισε το Όσκαρ Β΄ γυναικείου ρόλου. «Έχει κανένας λιποθυμήσει ποτέ εδώ; Γιατί νομίζω ότι θα είμαι η πρώτη» είπε η Πενέλοπε Κρουζ καθώς παραλάμβανε το χρυσό αγαλματίδιο, ενώ δεν παρέλειψε να ευχαριστήσει τον Πέδρο Αλμοδόβαρ και τη μητρική της γλώσσα, τα ισπανικά...

«Δεν μου αρέσει να μιλάω για τον έρωτα. Οι κάρτες του Αγίου Βαλεντίνου δεν σημαίνουν τίποτα για μένα. Πιστεύω μόνο στην αληθινή αγάπη. Δεν νομίζω ότι είμαι παθιασμένη, ωστόσο είμαι ανοιχτή σε κάθε συναίσθημα και θέλω να γνωρίζω διαφορετικούς τύπους ανθρώπων. Δεν κατακρίνω της επιλογές κανενός. Στην ταινία “Vicky Christina Βarcelona” η Μαρία Ελένα, ο ρόλος που υποδύομαι, συγκατοικεί με τον πρώην της και την ερωμένη του και είναι ευτυχισμένη», λέει η ηθοποιός στους «Sunday Τimes». Αυτήν την περίοδο βρίσκεται στα γυρίσματα της ταινίας «Νine», με συμπρωταγωνίστριες τις Σοφία Λόρεν, Τζούντι Ντεντς και Νικόλ Κίντμαν.

Στο κινηματογραφικό της ντεμπούτο στην ισπανική ταινία «Jamon Jamon» το 1992, η Πενέλοπε Κρουζ εμφανίστηκε γυμνή. «Δεν μου άρεσε ο ρόλος μου. Ήταν όμως ένα πρώτο βήμα. Η φήμη που απέκτησα αργότερα ήταν κάτι άγνω στο για μένα. Πλέον έχω μάθει να αποφεύγω τις παγίδες». Αργότερα εμφανίστηκε στο βραβευμένο με Όσκαρ Ξενόγλωσσης Ταινίας «Βelle Εpoque».

Η γνωριμία της με τον Ισπανό σκηνοθέτη Πέδρο Αλμοδόβαρ έγινε το 1997, όταν πρωταγωνίστησε στην «Καυτή Σάρκα». «Είμαι ανασφαλής άνθρωπος, όπως όλοι οι ηθοποιοί. Ο Πέδρο με βοήθησε να ξεπεράσω κάποιες από τις ανασφάλειές μου. Ξέρει τα πάντα για μένα. Μιλάμε για τα προσωπικά μας, για κουτσομπολιά, για τη δουλειά».

Η διεθνής αναγνώριση ήρθε με τη δεύτερη συνεργασία τους στην ταινία «Όλα για τη μητέρα μου», ενώ το 2006 ξανασυνεργάστηκαν στην ταινία «Γύρνα πίσω», που της χάρισε υποψηφιότητα για Όσκαρ. Συμμετείχε και σε ταινίες αμερικανικής παραγωγής, όπως οι «Γυναίκα από πάνω», «Βlow», «Το μαντολίνο του Λοχαγού Κορέλι», «Vanilla sky», «Gothika».

«Δεν μιλάω για τα προσωπικά μου δημοσίως. Φοβάμαι ότι θα παρεξηγήσουν ό,τι κι αν πω. Κυκλοφορούσε μια φήμη για εμένα και τον Ματ Ντέιμον μετά την ταινία “Όλα τα όμορφα άλογα” το 2000. Το διαψεύσαμε και την επόμενη μέρα όλοι έγραφαν ότι είμαστε ζευγάρι. Δεν καταλαβαίνω γιατί πρέπει να δίνω λογαριασμό για το τι κάνω» σχολιάζει.
  • Δ.Κ., ΤΑ ΝΕΑ: Τετάρτη 25 Φεβρουαρίου 2009

Ο γερο-Κλιντ Ιστγουντ κερδίζει ξανά το παιχνίδι...

  • Σε μία εβδομάδα γεμάτη ασυνάρτητες και μετριότατες ταινίες το «Gran Τorino» μιλάει απλά, κατανοητά και εν τέλει σοφά

Τέσσερα χρόνια μετά το «Μillion Dollar Βaby», ο Κλιντ Ιστγουντ επανέρχεται μπροστά από τον κινηματογραφικό φακό με το- δικής του σκηνοθεσίας- «Gran Τorino» (ΗΠΑ, 2008). Υποδύεται έναν σπουδαίο κινηματογραφικό ήρωα, ίσως τον σημαντικότερο της φιλμογραφίας του, μαζί με τον Γουίλ Μάνι των δικών του «Ασυγχώρητων».

Το όνομά του Γουόλτ Κοβάλσκι. Συνταξιούχος μηχανικός αυτοκινήτων, βετεράνος του πολέμου της Κορέας (όπως ο ίδιος ο Ιστγουντ), ο Γουόλτ βλέπει πια τον κόσμο του να καταρρέει. Χωρίς ακριβώς να είναι ρατσιστής, δεν κρύβει την αντιπάθειά του απέναντι σε καθετί ξένο. Μασάει ταμπάκο και το φτύνει προκλητικά, το γρανιτένιο πρόσωπό του διαρκώς βλοσυρό. Μουγκρίζει αντί να μιλάει. Προσβάλλει τους πάντες και τα πάντα: γιους, νύφες, εγγόνια, φίλους, ακόμη και τον νεαρό πάστορα που έχει υποσχεθεί στη μακαρίτισσα σύζυγο του Γουόλτ ότι θα τον φροντίζει. Αγαπά μόνο τη σκύλα του και μια Gran Τorino της δεκαετίας του ΄70- το απόλυτο φετίχ του. Ωσπου στη ζωή του «εισβάλλει» ένας βιετναμέζος πιτσιρίκος, γείτονάς του, τον οποίο ο γερο-Γουόλτ σώζει κατά λάθος. Σταδιακά θα βρει ξανά νόημα ύπαρξης, θα ξαναγίνει πατέρας.

Ο Γουόλτ Κοβάλσκι είναι φορέας όλων των στοιχείων που έχουμε αγαπήσει τόσα χρόνια στην κινηματογραφική περσόνα που λέγεται Κλιντ Ιστγουντ. Είναι ο «Dirty Ηarry» στη σύνταξη, αλλά έχει το ίδιο αποφασιστικό βλέμμα που δηλώνει «μην παίζεις με τα σίδερα». Μπορεί να μην τραβάει το πιστόλι τόσο γρήγορα όσο ο «Ανθρωπος δίχως όνομα» των σπαγκέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, το τραβάει όμως. Με τον ίδιο τσαμπουκά. Και έχει μέσα του την αίσθηση του δικαίου, όπως ο «Εκδικητής εκτός νόμου» και ο «Σιωπηλός καβαλάρης». Συγχρόνως είναι ο σοφός σκηνοθέτης που με λίγα λόγια, λίγα χρήματα και σε λίγο χρόνο μπορεί να φτιάξει μια καταπληκτική, ανθρώπινη ταινία, ικανή να σου βγάλει αβίαστα τόσο το χαμόγελο όσο και το δάκρυ.

ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΠΑΡΟΥΣΙΑ

«Γκίνες» (2009) του Αλέξη Καρδάρα . Το «Γκίνες» του τίτλου πηγάζει από τις γκίνιες ενός μονίμως γρουσούζη τζογαδόρου ( Γιώργος Πυρπασόπουλος )- τόσο που θα μπορούσε να διεκδικήσει θέση στο βιβλίο Γκίνες. Αναζητώντας τον κρυμμένο θησαυρό στην Ηπειρο, γνωρίζεται με την όμορφη αλλά εξίσου γρουσούζα σύζυγο ενός ντόπιου εστιάτορα σε αναδουλειές ( Μαρκέλλα Γιαννάτου,Στέλιος Μάινας ). Μια χαριτωμένη αλλά ασήμαντη «μαύρη» κωμωδία.

«Μικρές ελευθερίες» (2008) του Κώστα Ζάππα. Μετά το «Τhe last porn movie» και το «Uncut family», ο «βαρόνος» του πειραματικού εγχώριου κινηματογράφου Κώστας Ζάππας ολοκληρώνει την «οικογενειακή τριλογία» του με τη στήριξη των Ζentropa Studios. Προαγωγός πατέρας που επίσης εμπορεύεται μετανάστες, τοξικομανής κόρη που εκπορνεύεται για λογαριασμό του, γιος με αυτοκτονικές τάσεις τον οποίο ο πρώτος θέλει επίσης να εκπορνεύσει. Αποτέλεσμα, ένα εφιαλτικό 90λεπτο υπερβατικού κινηματογράφου.

«Καρουζέλ» (2008) του Σταμάτη Τσαρουχά. Τα τραύματα μιας βιασθείσας στην εφηβεία γυναίκας ( Σοφία Σωτηρίου ) την καταδιώκουν ανελέητα και τα πράγματα χειροτερεύουν όταν κάνει την εμφάνισή του ένας μυστηριώδης τύπος.

ΠΡΟΒΑΛΛΟΝΤΑΙ ΕΠΙΣΗΣ

▅ Η ταινία κινουμένων σχεδίων «Ιστορία του Ντεσπερό» («Τales of Desperaux») εξιστορεί τα κατορθώματα ενός πανέξυπνου ποντικού, κάτι που καλώς ή κακώς σε αναγκάζει να τη συγκρίνεις με τον «Ρατατούη»- για να δεις ότι βρίσκεται έτη φωτός πίσω του.

▅ Η ακατανόητη, ασυνάρτητη και ανούσια «Ιστορία με θέμα την αγάπη» («Just another love story», Δανία, 2007) του Ολε Μπόντενταλ ακολουθεί τη μόδα της σπαζοκεφαλιάς με τη δαιδαλώδη αφήγηση, τον κατακερματισμό του χρόνου και την ευκολία ότι... όλα μπορούν να συμβούν ανεξαρτήτως εξηγήσεων. Σπατάλη χρόνου.

  • «Μέρες θυμού» (Δανία, 2008)

Από τις ακριβότερες παραγωγές του σύγχρονου δανέζικου κινηματογράφου, οι «Μέρες θυμού» εξιστορούν τα κατορθώματα δύο θρυλικών δανών αντιστασιακών ( Τούρε Λίντχαρτ και Μαντς Μίκελσεν, στη φωτογραφία) οι οποίοι σκότωναν προπαγανδιστές συνεργάτες των Γερμανών κατά τη διάρκεια του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου. Η πληθωρική αυτή ταινία, που δεν κρύβει το κόστος της, έχει το ύφος ενός νουάρ έπους, αλλά παράλληλα «σκάβει» βαθύτερα μιλώντας για τα παρασκηνιακά πολιτικά παιχνίδια που έφεραν τους δύο ήρωες αντιμέτωπους με σκευωρίες τις οποίες δεν μπορούσαν να ελέγξουν και την προδοσία του οράματός τους. «Θα χρειαστούμε ήρωες για να τους μνημονεύουν στα σχολεία» ακούγεται κάποια στιγμή κυνικά στην ταινία, στην οποία η έννοια του ήρωα αποδομείται, αφήνοντας στο τέλος έντονη τη γεύση της πίκρας.
  • «Ρush το επικίνδυνο χάρισμα» (2009, ΗΠΑ)
Απίστευτα μπερδεμένο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, μια σαλάτα με συστατικά την τηλεκίνηση, την ιερομαντεία, την τηλεπάθεια και λοιπά υπερφυσικά φαινόμενα, μέσω των οποίων οι κυβερνήσεις διεξάγουν απόρρητα ερευνητικά προγράμματα με το μυαλό στη θέση του πιο θανάσιμου όπλου. Ανθρωποι που βλέπουν το μέλλον, διαβάζουν τη σκέψη του αντιπάλου, δημιουργούν νέες πραγματικότητες και μετακινούν τηλεκινητικώς πιστόλια. Ο σκηνοθέτης Πολ Μακ Γκουίγκαν (που είχε κάνει ένα δυνατό ξεκίνημα με το «Στοίχημα του Σλέβιν») προσπαθεί να βάλει σε τάξη το χάος με φόντο το Χονγκ Κονγκ και κεντρικό ήρωα έναν αποστασιοποιημένο πρώην πράκτορα, ο οποίος διαθέτει τέτοια φυσικά χαρίσματα ( Κρις Εβανς ) και επανέρχεται στη δράση με τη βοήθεια μιας εξίσου υπερφυσικής έφηβης ( Ντακότα Φάνινγκ ).
  • «Επτά ζωές» (2008, ΗΠΑ)
Ακόμη ένα αίνιγμα για αυτή την εβδομάδα, με τον Γουίλ Σμιθ (στη φωτογραφία) στον ρόλο ενός μυστηριώδους «καλού Σαμαρείτη» ο οποίος προσπαθεί να βελτιώσει τη ζωή επτά άγνωστων μεταξύ τους ανθρώπων, κοινό στοιχείο των οποίων είναι η ανάγκη άμεσης βοήθειας (οικονομικής, ιατρικής και ψυχικής). Το ερώτημα που υποτίθεται ότι κινεί το νήμα της ιστορίας είναι από πού πηγάζει το ενδιαφέρον του. Ωστόσο όλες οι καλές προθέσεις των δημιουργών της ταινίας καταρρέουν εξαιτίας της επίδειξης σκηνοθετικού ύφους από τον Γκαμπριέλε Μουτσίνο , ο οποίος περιπλέκοντας αδικαιολόγητα την ιστορία αδυνατεί να βρει τις ισορροπίες που θα κρατούσαν ζωντανό το ενδιαφέρον. Κρίμα, γιατί η αμέσως προηγούμενη συνεργασία των Σμιθ- Μουτσίνο, το «Κυνήγι της ευτυχίας», ήταν ένα μικρό διαμάντι.

  • ΤΟΥ Ι. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ |ΤΟ ΒΗΜΑ, Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009

Πολλές οι ταινίες ... λίγες οι καλές!

Μάλλιασε η γλώσσα μας! Εννιά πρεμιέρες, και μάλιστα σε περίοδο ισχνών αγελάδων, είναι πολλές! Ο φίλος του κινηματογράφου δεν έχει ούτε το χρόνο ούτε το χρήμα να παρακολουθήσει ούτε καν τις μισές! Τα κελεύσματα, όμως, των Αμερικάνων «Big Brothers», που ελέγχουν την εγχώρια διανομή, άλλα επιτάσσουν. Πολλές ταινίες στις αίθουσες και αμέσως μετά DVD και όπου τσιμπήσει, και όπου τσιμπήσουμε τον πελάτη!

Μαζί με το θεατή, βέβαια, υποφέρει και ο σωστός κριτικός λόγος! Η αλόγιστη ποσότητα αναγκάζει τον κριτικό να γράφει τηλεγραφήματα αντί για αναλυτική και εμπεριστατωμένη κριτική που είναι υποχρεωμένος. Ταινίες, όπως οι πολύ καλές αντιστασιακές «Μέρες Θυμού», του Δανού Ολε Κρίστιαν Μάντσεν, για παράδειγμα, απαιτούν, μαζί με την κριτική, και ένα πλήρες ιστορικό πληροφοριακό σημείωμα. Η Δανία του Β΄ Παγκοσμίου Πολέμου και η δανέζικη αντίσταση είναι αρκετά «μπερδεμένη» για τον απληροφόρητο, κυρίως νεαρό, θεατή! Αλλά και το «απλό» και πολύ «κατανοητό», «Gran Torino», του βετεράνου Κλιντ Ιστγουντ, απαιτεί τις δικές του εξηγήσεις. Βάζει τόσα ζητήματα ο θαυμάσιος Αμερικανός δημιουργός, που χρειάζεται «ψάξιμο» για να καταλήξεις!

Οι παρατηρήσεις για τις δύο παραπάνω ταινίες ισχύουν και για το εξαιρετικά κινηματογραφημένο ψυχολογικό και υπαρξιακό «φιλμ νουάρ», «Μια Ιστορία με Θέμα την Αγάπη», του, επίσης Δανού, Ολε Μπόρνενταλ. Και αυτό βάζει ζητήματα που, χωρίς αμφιβολία, ξεφεύγουν από την απλή αστυνομική ταινία!

Για τις τρεις ελληνικές ταινίες της βδομάδας, «Μικρές Ελευθερίες», του Κώστα Ζάπα, «Γκίνες», του Αλέξη Καρδαρά και «Carousel», του Σταμάτη Τσαρουχά, απαιτείται ...δοκίμιο και όχι απλή κριτική! Ολες οι περιφερικές δορυφορικές κινηματογραφίες προσπαθούν με την ποιότητα και τη θεματολογία τους να επιβιώσουν και να επιβληθούν. Εμείς, ζώντας στον κόσμο μας, παρουσιάζουμε πρωτολειακά πειράματα (Ζάπας), τηλεοπτικές «μαύρες» κωμωδίες (Καρδαράς) επιφανειακά κοινωνικά δράματα (Τσαρουχάς)! Για τις δύο τελευταίες είναι συνυπεύθυνο και το ΕΚΚ και ελέγχεται για τις αστόχαστες επιλογές του, αν όχι, και το πιο πιθανό, τις σκόπιμες κατευθύνσεις του!

Υπάρχει, επίσης, το αρκετά ενδιαφέρον (κυρίως για το σχέδιό του, τα χρώματά του και την έλλειψη βίας) καρτούν, «Η Ιστορία του Ντεσπερό», των Σαμ Φελ & Ρομπ Στίβενχάνγκεν. Θεματολογικά, δυστυχώς, μια από τα ίδια: βασιλιάδες, πριγκίπισσες και ποντικάκια!

Οι ...ανθρωπιστικές, και αρκετά καλών προθέσεων, «Επτά Ζωές», του Γκάμπριελ Μουτσίνο, δεν ξεφεύγουν από μια απλή ταινία! Ενοχος για το θάνατο της γυναίκας του βοηθάει αγνώστους για να εξιλεωθεί! Χαιρετίσματα! Μεταφυσική κωμωδία είναι η τελευταία ταινία της βδομάδας: «Push, Το Επικίνδυνο Χάρισμα», του Πολ ΜακΓκίγκαν. Ανθρωποι που διαθέτουν το «χάρισμα» να προβλέπουν και να σχεδιάζουν το μέλλον, να μετακινούν αντικείμενα, να ακούνε τις σκέψεις των άλλων ...και να μη σκάει χείλη στην αίθουσα!

Παίζονται ακόμα...


Λυπούμαστε που, λόγω χώρου, θα αδικήσουμετις τρεις τελευταίες ταινίες. Σίγουρα άξιζαν κάποιας καλύτερης (πιο εμπεριστατωμένης) μεταχείρισης (τουλάχιστον οι δύο πρώτες). Μην ψέγεστε εμάς! Την οργή σας πρέπει να την εισπράξουν τα γραφεία διανομής με την αλόγιστη ...διανομή τους! Γιατί και οι τρεις (τουλάχιστον οι δύο πρώτες), πέρα από τις όποιες αντιρρήσεις, έχουν αρκετές αρετές! Η ταινία του Γκάμπριελ Μουτσίνο, «Επτά Ζωές», για παράδειγμα, διαθέτει ένα θαυμάσιο θέμα, που αν είχε αναπτυχθεί καταλλήλως, θα είχαμε να κάνουμε με μια «μεγάλη» ταινία! Αλλά και έτσι όπως κινηματογραφήθηκε εξακολουθεί να βγάζει συγκίνηση. Αφήστε που όλοι οι πρωταγωνιστές είναι μαύροι (και πανέμορφοι). Η ταινία είναι, ίσως, η πρώτη «κατάμαυρη» ταινία! Ο Μπεν νιώθοντας ένοχος για το χαμό της γυναίκας του (αυτοκινητιστικό δυστύχημα) αποφασίζει να γίνει ...Καραμουτζούνης! Επιλέγει επτά αγνώστους ανθρώπους και κάνει τα αδύνατα δυνατά να βελτιώσει τη ζωή τους! Και, ...ποιητική αδεία, τα καταφέρνει! Ο αλτρουισμό του, δε, φτάνει μέχρι.... η συνέχεια επί της οθόνης! Το μήνυμα της ταινίας είναι πως οι άνθρωποι μπορούν να γίνουν ευτυχισμένοι (αν «κάποιος» τους λύσει τα προβλήματα)!

Αρκετά καλό είναι και το καρτούν των Σαμ Φελ & Ρομπ Στιβενχάγκεν «Η Ιστορία του Ντεσπερό». Πρώτον, γιατί δεν έχει βία! Δεύτερον, γιατί διαθέτει πολύ καλό σκίτσο (ιδιαίτερα στις φυσιογνωμίες και στη ζωγραφική)! Το μειονέκτημά του, η αχίλλειος πτέρνα του, είναι το πεπαλαιωμένο θέμα του! Στο βασίλειο Ντορ πεθαίνει η βασίλισσα. Ο βασιλιάς και η πριγκίπισσα πέφτουν σε βαθιά μελαγχολία! Και τότε γεννιέται ένα γενναίο ποντικάκι, ο Ντεσπερό! Η συνέχεια, και εδώ, ...επί της οθόνης! Απλώς, αν μου επιτρέπεται, μια παρατήρηση! Τα παιδιά, πια, τα ξέρουν όλα! Αν δεν έχουμε τίποτα καινούριο να τους πούμε, μην τα ξαναγυρίζουμε ολοταχώς πίσω στο παρελθόν! Καμία ανάγκη, πια, δεν επιβάλλει βασιλικές ιστορίες! Ας τελειώνουμε με αυτόν τον ξεπερασμένο θεσμό! Και μη μου πείτε, «εντάξει αδερφέ, για ταινία πρόκειται», γιατί θα σας απαντήσω, «αφού πρόκειται για ταινία, γιατί δεν αναφέρεστε στον ...Σπάρτακο, ας πούμε»!

Ολα τα λεφτά του ψιλοθρίλερ, της ψιλοπεριπέτειας, του ψιλοβιντεογκέιμ, του Πολ ΜακΓκίγκαν, «Push, Το Επικίνδυνο Χάρισμα», είναι η μικρή παιδί - θαύμα πρωταγωνίστρια (που σχεδόν μεγάλωσε πια) Ντακότα Φάνινγκ. Η μικρή διαθέτει ικανότητες να μετακινεί αντικείμενα, να διαβάζει τις σκέψεις των άλλων, να βλέπει το μέλλον! Από εκεί πέρα, χάος! Η ταινία μπερδεύεται ανάμεσα στο σοβαρό και στο αστείο. Τελικά, χωρίς ταυτότητα περνάει στην αδιαφορία! Σας βεβαιώνω δε θα χάσετε τίποτα αν δεν τη δείτε! Αντίθετα, θα κερδίσετε και χρόνο και χρήμα! Ο γνωστός για τις μεταφυσικές εκπομπές, κύριος Χαρδαβέλλας είναι, σας βεβαιώνω, πιο ...επιστημονικός!

Η Ελλάδα ... δραπετεύει!


Σταμάτη Τσαρούχα «Carousel»
Τρεις νέες ελληνικές ταινίες την ίδια βδομάδα στις αίθουσες, οι οποίες στενάζουν κάτω από τον αμερικάνικο πολιτιστικό ιμπεριαλισμό, θα ήταν, αν οι ταινίες θα ανταποκρίνονταν στοιχειωδώς, μια περήφανη εθνική πολιτιστική νίκη! Δυστυχώς η ποσότητα, κόντρα στη γνωστή φιλοσοφική άποψη, περί ποσότητας και ποιότητας, αυτή τη φορά, και αυτή τη φορά θα έλεγα, ήταν άσφαιρη. Και οι τρεις ταινίες πυροβολούν (με άσφαιρα πυρά) στο αέρα!
  • Η ταινία του Σταμάτη Τσαρουχά, «Carousel», ενώ διαθέτει ένα ενδιαφέρον κοινωνικό θέμα, το βιασμό μιας νέας γυναίκας από τον πατριό της και τις επιπτώσεις στον ψυχισμό της, και στη συνέχεια της ζωής της (στηρίζεται στο ομότιτλο βιβλίο της Σοφίας Σωτηρίου, η οποία έγραψε και το σενάριο), δυστυχώς, δεν ευτύχισε στη μεταφορά του στον κινηματογράφο (ούτε σεναριακά). Ο έμπειρος, θα έλεγα, σκηνοθέτης (το «Carousel» είναι η τρίτη μεγάλου μήκους ταινία του), δεν κατάφερε, ούτε μια στιγμή, να μας «μαγέψει»! Ηταν όλα τόσο κλασικά κακοφτιαγμένα, και κακοπαιγμένα, που σε εξουδετέρωναν και σε αποστασιοποιούσαν! Ούτε μια στιγμή δεν συνέλαβα τον εαυτό μου να πονάει.
  • Ο Κώστας Ζάπας, με τις «Μικρές Ελευθερίες» του, προσπαθεί, με πολύ κοντινά πλάνα, με εγκεφαλική σύλληψη του θέματος, και με γυμνά ταλαιπωρημένα κορμιά, να μας ...ξεγελάσει. Επί 82 ολόκληρα λεπτά ακούμε κραυγές και βλέπουμε όλες τις λεπτομέρειες των κορμιών των ηθοποιών (μαζί και τα γενετήσια όργανά τους) αλλά ιστορία δεν βλέπουμε! Και δεν βλέπουμε ιστορία, γιατί δεν υπάρχει! Στη θέση της ιστορίας, λοιπόν, έχουμε μικρούς και ερασιτεχνικούς αυτοσχεδιασμούς. Από τους οποίους, αν διαθέτεις μαντικές ικανότητες, μπορείς να συμπεράνεις ότι στην οθόνη διαδραματίζονται εκπορνεύσεις (πατέρας εκπορνεύει την κόρη του και προσπαθεί να κάνει πόρνο και το γιο του), αιμομιξίες (κόρη και γιος), βία, και πολλοί εμετοί! Ο Κώστας Ζάπας, ωστόσο, διαθέτει κινηματογραφική ματιά, η οποία, φυσικά, σκορπάει στον άνεμο, αφού ο ίδιος, φαίνεται, ζει στον κόσμο του!
  • Αλέξη Καρδαρά «Γκίνες»
    Χειρότερη και από τις δύο παραπάνω είναι η ταινία του Αλέξη Καρδαρά, «Γκίνες». Αντικειμενικά είναι η πιο ...επαγγελματική! Ο σκηνοθέτης έχει καταχτήσει τους (εμπορικούς) κανόνες!Το θέμα της, ωστόσο, δε φτάνει ούτε για την τηλεόραση (την οποία αντιγράφει). Νεαρός ψάχνει θησαυρό και μέχρι να τον βρει προλαβαίνει να ερωτευτεί, ενώ γύρω του η οθόνη γεμίζει (από ατυχήματα και όχι από εγκλήματα) πτώματα. Μια «μαύρη» κωμωδία, που δε βγάζει γέλιο! Και δε βγάζει γέλιο, γιατί χάνεται ανάμεσα στην περιπέτεια και στην κωμωδία. Και δε βγάζει γέλιο, επίσης, γιατί είναι μια τετριμμένη ιστορία που ερμηνεύεται (και από καλούς ηθοποιούς, μάλιστα, Αντώνη Καφετζόπουλο, Ακης Σακελαρίου, Στέλιος Μάινας, π.χ.) με πολύ τετριμμένο, κακό και τηλεοπτικό τρόπο!

Κώστα Ζάπα «Μικρές ελευθερίες»

ΟΛΕ ΜΠΟΡΝΕΝΤΑΛ: Μια ιστορία με θέμα την αγάπη


Σίγουρα δεν έχουμε να κάνουμε με κλασική αστυνομική ταινία. Δεν υπάρχει δολοφόνος και κόσμος να κυνηγάει τη σύλληψή του. Το «Μια Ιστορία με Θέμα την Αγάπη», κλείνει περισσότερο στο «φιλμ νουάρ», τουλάχιστον αισθητικά. Δεν έχει συνέχεια στην αφήγηση, η φωτογραφία του είναι πλούσια σε φωτοσκιάσεις, οι θέσεις της μηχανής είναι μια συνεχής έκπληξη, κλπ., κλπ. Στιγμές - στιγμές, και λόγω ...συγγενικής κουλτούρας (η ταινία είναι δανέζικη), πλησιάζει το γερμανικό εξπρεσιονισμό.

Ανέφερα τα παραπάνω ...κολακευτικά, για να σας «παρασύρω» να δείτε την ταινία, παρότι δε συγκεντρώνει όλες εκείνες τις προϋποθέσεις που θα την έκαναν ξεχωριστή! Ωστόσο, μας αφορά (έμμεσα)! Το θέμα της δεν είναι από αυτά που θα μας γέμιζε το μάτι και θα μας χόρταινε. Ενας άντρας, παντρεμένος, με δύο παιδιά, που με την πρώτη ματιά δείχνει ευτυχισμένος, με ένα «τσακ» ανακαλύπτει τα κενά του! Κάτω από τραγικές συνθήκες (αυτοκινητιστικό ατύχημα) γνωρίζει μια γυναίκα που θα τον αναστατώσει. Στην αρχή από «περιέργεια» (και από την ανάγκη να δει «τι κρύβεται πίσω από την πόρτα»), στη συνέχεια γιατί μυρίστηκε πάθος (που του έλειπε), της παραδίδεται! Σιγά - σιγά δένεται μαζί της, εισχωρεί στο «εσωτερικό» της, και, τέλος, πληρώνει για την τόλμη του! Μια προσωπική υπαρξιακή ιστορία, η οποία, όπως είναι φυσικό, δημιουργεί θύτες και θύματα, ευτυχισμένους και δυστυχισμένους! Μια, ας πούμε, πολύ δραματική ιστορία!

Ωστόσο, αυτή η προσωπική, υπαρξιακή, πολύ δραματική, έστω, ιστορία, έχει μια τρομερή γοητεία, που σε αναγκάζει να μην μπορείς να της γυρίσεις την πλάτη! Η αξία αυτού του «συνηθισμένου» θέματος που διαπραγματεύεται βρίσκεται στον κινηματογραφικό χειρισμό του! Ο Δανός σκηνοθέτης Ολε Μπόρνενταλ κάνει επίδειξη τεχνικής και αισθητικής. Αυτήν την απλή ιστορία την κινηματογραφεί με τέτοιο τρόπο που την κάνει να μοιάζει, αισθητικά και θεματολογικά, με τις θαυμάσιες ιστορίες του Κάφκα. Στα χέρια του πανέξυπνου και ταλαντούχου αυτού ανθρώπου, το «απλό» αυτό θέμα, γίνεται ένα αξιοπρόσεκτο κινηματογραφικό έργο. Ο θεατής από κάποιο σημείο και μετά μοιάζει να αδιαφορεί για την ιστορία. Δείχνει να τον έχει κερδίσει η εικόνα και η αισθητική! Στο τέλος της ταινίας, ωστόσο, θα επανέλθει στην ιστορία από την οποία, στην ουσία, ποτέ δεν απομακρύνθηκε, και θα βγάλει και αυτός τα δικά του (χρήσιμα) συμπεράσματα.

Παίζουν: Αντρες Γ. Βέρθχελσεν, Ρεμπέκα Χέμσε, Νικολάι Λίε Κας, Σαρλότ Φικχ, Μπέτζαν Κούκικ.