Thursday, December 2, 2010

«Βασιλική» παγκόσμια πρώτη για τη «Νάρνια»

Οι χαμηλές θερμοκρασίες και η χιονόπτωση δεν εμπόδισαν τη Βασίλισσα Ελισάβετ Β΄και τον Πρίγκηπα Φίλιππο να παραστούν στην παγκόσμια πρεμιέρα της τρισδιάστατης περιπέτειας «Το Χρονικό της Νάρνια: Ο Ταξιδιώτης της Αυγής», που πραγματοποιήθηκε στη Leicester Square.
Η πρεμιέρα της ταινίας έγινε το βράδυ της 30ης Νοεμβρίου, μια από τις πιο κρύες νύχτες της χρονιάς μέχρι στιγμής στο Λονδίνο. "Κάθομαι μόνο δυο θέσεις μακριά από την Βασίλισσα οπότε ελπίζω να της αρέσει η ταινία. Πιστεύω πως θα τη αρέσει" δήλωσε ο σκηνοθέτης Μάικλ Άπτεντ. "Μου είπαν πως ούτε η Βασίλισσα ούτε ο σύζυγος της βλέπουν πολλές ταινίες, αλλά έρχονται απόψε κι αυτό είναι ξεχωριστό" προσέθεσε χαμογελώντας ο Λιαμ Νίσον, ο οποίος δανείζει τη φωνή του στον Άσλαν.
Στο τρίτο μέρος της δημοφιλούς σειράς "Το Χρονικό της Νάρνια", οι ήρωες αναμετρούνται με δράκους, νάνους και μια ομάδα χαμένων πολεμιστών, σε ένα επικό ταξίδι καταιγιστικής δράσης. Ο Έντμουντ και η Λούσι, μαζί με τον ξάδερφό τους Γιουστέις, τον μεγαλοπρεπή φίλο τους Κάσπιαν και ένα ριψοκίνδυνο ποντίκι με το όνομα Ρίπιτσιπ, βρίσκονται ξαφνικά μέσα σε έναν πίνακα και στο πλοίο "Ο Ταξιδιώτης της Αυγής". Η αποστολή τους - από την οποία εξαρτάται η μοίρα ολόκληρης της Νάρνια τους οδηγεί σε νέες περιπέτειες αλλά και στην επανασύνδεση με τον φίλο και προστάτη τους, το λιοντάρι Άσλαν. (Πληροφορίες ΑΠΕ-ΜΠΕ)

Τα κινηματογραφικά φαντάσματα δεν έχουν πατρίδα

Οι σινεφίλ δεν περίμεναν να κερδίσει τον Χρυσό Φοίνικα στο προηγούμενο Φεστιβάλ των Κανών με την ταινία «Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του» για να μάθουν την ύπαρξη του 39χρονου Ταϊλανδού Απιτσατπόνγκ Βιρασετακούν.
Σκηνή από την ταινία «Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του», που γλίτωσε τη λογοκρισία στην Ταϊλάνδη χάρη στο βραβείο
Η ύψιστη διάκριση, όμως, έμαθε πολλούς να προφέρουν σωστά το όνομά του. Και ο μικροσκοπικός σκηνοθέτης έγινε talk of the festival, όταν η χώρα του αιματοκυλιόταν ζητώντας την παραίτηση του πρωθυπουργού.
Και στο δικό μας Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, που ξεκινά αύριο (έως 12 Δεκεμβρίου), είναι ο μεγάλος καλεσμένος. Θα γίνει ρετροσπεκτίβα στο έργο του, στο πλαίσιο του τμήματος «Ημέρες Ανεξαρτησίας». Μια καλή ευκαιρία να μπούμε για τα καλά στο ποιητικό του κινηματογραφικό σύμπαν. «Ο θείος Μπούνμι θυμάται τις προηγούμενες ζωές του» (7/12, 8.15 μ.μ., «Ολύμπιον»), για παράδειγμα, είναι ένα υπαρξιακό και σουρεαλιστικό παραμύθι, με πρωταγωνιστή έναν αγρότη που πάσχει από καρκίνο και συναντά φαντάσματα του παρελθόντος. Εχει ξαναέρθει στο φεστιβάλ, το 2002, όταν πήρε Χρυσό Αλέξανδρο για το «Για πάντα δικός σου».

Πώς είναι τώρα τα πράγματα στην Ταϊλάνδη;

«Υπάρχει μια αίσθηση ότι το κλίμα έχει σταθεροποιηθεί. Αλλά είναι ψευδαίσθηση. Το πρόβλημα στην Ταϊλάνδη είναι ο εθνικισμός. Είναι πολύ διαδεδομένος και προπαγανδίζεται από την κυβέρνηση. Υπάρχει πολλή αστυνομία, ελέγχονται τα μέσα ενημέρωσης, το Ιντερνετ, οι τέχνες. Δεν γνωρίζω πώς θα μπορούσαμε να ξεφύγουμε από αυτά».

Σας απασχολεί το θέμα της μνήμης. Πώς σχετίζονται οι ταινίες σας με τις προσωπικές αναμνήσεις;

«Τις αντιμετωπίζω σαν ημερολόγια, προεκτάσεις των αναμνήσεων. Είναι σαν να δημιουργώ έναν υποκειμενικό κόσμο που ακολουθεί παράλληλα την πραγματική μου ζωή. Ενίοτε διασταυρώνονται και επηρεάζονται. Καμιά φορά, όμως, η πραγματικότητα είναι θολή. Γι' αυτό με ενδιαφέρει να την εξερευνώ στο σινεμά».

Η εποχή μας είναι μάλλον αντιπνευματική. Πώς καταφέρνετε να εμπνέεστε από ποιητικά και μεταφυσικά θέματα;

«Η ζωή στην Ταϊλάνδη σε εμβαπτίζει σε έναν μεταφυσικό κόσμο. Είναι τόσο κυρίαρχη αυτή η αίσθηση, που καμιά φορά νιώθω ότι μου προκαλεί ασφυξία. Η ενασχόληση με μεταφυσικά θέματα είναι, κατά κάποιον τρόπο, μοιραία».

Η ιδέα της μετεμψύχωσης και της πίστης στα φαντάσματα είναι ξένη στις περισσότερες δυτικές χώρες. Σας απασχολεί αυτό το πολιτισμικό «χάσμα» σε σχέση με την πρόσληψη της ταινίας σας από το κοινό;

«Υπάρχουν πολλά φαντάσματα σε ταινίες, τα περισσότερα από το Χόλιγουντ. Το θέμα δεν είναι η διάσταση πεποιθήσεων, αλλά ο τρόπος με τον οποίο παρουσιάζεις τις ιδέες. Η ταινία μου είναι για το σινεμά, για το πώς κάνεις σινεμά. Στο θέμα αυτό δεν υπάρχει διάσταση κουλτούρας. Ο θεατής πρέπει να είναι ανοιχτόμυαλος. Μπορεί να μισήσει ή να αγαπήσει την ταινία μου. Κανένα πρόβλημα. Το πρόβλημα αρχίζει όταν ρωτάει τι σημαίνει το ένα ή το άλλο ή δεν καταλαβαίνει διάφορα πράγματα. Αλλά αυτό είναι προσωπική του υπόθεση, όχι κουλτούρας».

Στην ταινία εξερευνάτε διαφορετικά κινηματογραφικά στιλ. Πώς συνδέετε το κινηματογραφικό ύφος με τα θέματα της ταινίας;

«Κάθε "ενότητα" είναι φόρος τιμής σε ένα κινηματογραφικό ύφος. Η σκηνή με την πριγκίπισσα είναι φόρος τιμής σε ένα τηλεοπτικό πρόγραμμα, με το οποίο μεγάλωσα, ένα βασιλικό δράμα εποχής με κοστούμια. Εξακολουθούν να γυρίζονται τέτοιες σειρές, αλλά είναι γεμάτες ψηφιακά εφέ. Τότε είχαν μια αθωότητα. Ολα στην ταινία είναι προσωπικές αναφορές. Δεν χρειάζεται όμως να είσαι Ταϊλανδός για να αναγνωρίσεις τις εμπνεύσεις μου».

Η σκηνή με την πριγκίπισσα και το ψάρι σάς δημιούργησε προβλήματα λογοκρισίας; Στο παρελθόν, οι ταινίες σας έχουν λογοκριθεί.

«Οχι. Οφείλεται στη... μαγεία του Φεστιβάλ των Κανών. Την περίοδο του φεστιβάλ, η χώρα μου βρισκόταν σε μια σκοτεινή πολιτική φάση, που συνεχίζεται. Ο κόσμος χάρηκε με τα καλά νέα, δηλαδή το βραβείο. Δεν ήθελαν να τα "βάλουν" με τον Χρυσό Φοίνικα. Μάλλον γι' αυτό η ταινία πήγε καλά στο μποξ όφις».

Πώς σας φαίνεται η ιδέα μιας πιο ρεαλιστικής ταινίας;

«Κατ' αρχάς επηρεάζομαι από την πολιτική κατάσταση της χώρας μου. Δεν είμαι τόσο σίγουρος γι' αυτό που αποκαλούμε "ρεαλιστικό". Καμιά φορά η φαντασίωση αποκαλύπτει μια αλήθεια και μπορεί να έχει ισχυρότερη επίδραση από κάτι πιο ντοκουμενταρίστικο».

Οταν ήσασταν παιδί, σας τρόμαζαν οι ιστορίες με φαντάσματα και αλλόκοτα πλάσματα;

«Μεγάλωσα σε μια περιοχή με νοσοκομεία, γιατί οι γονείς μου ήταν γιατροί. Τα βράδια, για να πάω σε σπίτια φίλων μου, διέσχιζα κήπους. Οι ιστορίες φούντωναν τη φαντασία μου μέσα στο σκοτάδι. Δεν θα ξεχάσω τον φόβο που ένιωθα».

Μπορείτε να μας πείτε έναν σύγχρονο σκηνοθέτη από τον οποίο έχετε επηρεαστεί και δεν το περιμένουμε;

«Μου αρέσουν πολλοί σύγχρονοι, αλλά οι περισσότεροι δεν είναι νέοι. Για παράδειγμα, ο Ζακ Ριβέτ και ο Μανουέλ Ολιβέιρα. Θαυμάζω και σκηνοθέτες του Χόλιγουντ που έχουν προσωπική γραφή. Ισως δεν πάει το μυαλό σας, αλλά μου αρέσει πολύ ο Στίβεν Σπίλμπεργκ. Ή μάλλον κάποτε μου άρεσε πολύ». *

Ολική επαναφορά: και ο Δημόπουλος στο φεστιβάλ

  • Το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης επέστρεψε πραγματικά στις ρίζες του, στους ανθρώπους που το στήριξαν και συνέβαλαν το 1992 στη διεθνοποίησή του.
Σκηνή απο την ταινία «Το Παρόραμα» του Μάρεκ Λέχκι που προβάλλεται στο Διεθνές Διαγωνιστικό Τμήμα
Οχι μόνο γιατί έχει καλλιτεχνικό διευθυντή τον Δημήτρη Εϊπίδη, που διηύθυνε τους «Νέους Ορίζοντες» για 13 χρόνια (1992-2005). Τα καινούργια νέα είναι ότι και ο Μισέλ Δημόπουλος επανέρχεται στο φεστιβάλ, ως πρόεδρος της κριτικής επιτροπής. Τον είχε απομακρύνει από τη θέση του καλλιτεχνικού διευθυντή πριν από πέντε χρόνια ο Πέτρος Τατούλης, διορίζοντας τη Δέσποινα Μουζάκη.
Ο δρόμος, βέβαια, για το 51ο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης που ξεκινάει την Παρασκευή (έως 12 Δεκεμβρίου) δεν είναι στρωμένος με ροδοπέταλα. Οχι από καλλιτεχνική άποψη, γι' αυτό έχει φροντίσει ο Δημήτρης Εϊπίδης, ο οποίος επαναφέρει στον θεσμό το «ανεξάρτητο στίγμα», όπως είπε χθες το πρωί στη συνέντευξη Τύπου, αλλά και οι έμπειροι προγραμματιστές.
Το φεστιβάλ έχει ένα τεράστιο χρέος, που φτάνει περίπου τα 5 εκατομμύρια ευρώ εξαιτίας της σπατάλης της προηγούμενης διοίκησης. Μέσα σε ένα κλίμα αυστηρών περικοπών -«έχουμε μετρήσει και το ευρώ»- έχει φέτος προϋπολογισμό 2,5 εκατομμύρια ευρώ, εκ των οποίων το 1 έρχεται από το ΥΠΠΟΤ. Πέρυσι είχε δώσει 4,5 εκατ., ενώ η διοργάνωση είχε στοιχίσει περίπου 9 εκατ. Τεράστια η διαφορά.
Ας γυρίσουμε, όμως, στην ουσία του φεστιβάλ, που είναι οι ταινίες του. Θα προβληθούν 169 από 48 χώρες. Ανάμεσά τους και 23 ελληνικές, εκ των οποίων οι 14 είναι ψηφιακές. Οι δύο ελληνικές ταινίες που επιλέχτηκαν από τον Δημήτρη Εϊπίδη για το Διεθνές Διαγωνιστικό είναι η «Απνοια» του Αρη Μπαφαλούκα και το «Attenberg» της Αθηνάς Τσαγκάρη. Παρ' όλο που αρκετοί Ελληνες σκηνοθέτες σνόμπαραν φέτος το φεστιβάλ, αν και είμαστε σε απόσταση αναπνοής από την ψήφιση του νόμου Γερουλάνου, ο Δημήτρης Εϊπίδης ξεκαθάρισε: «Το φεστιβάλ ανήκει στους Ελληνες σκηνοθέτες. Πρέπει να το χρησιμοποιήσουν».
Την αυλαία σηκώνει την Παρασκευή η νέα ταινία του Ντάνι Μπόιλ, «127 ώρες». Θα πέσει εννέα μέρες αργότερα με τον «Μαύρο κύκνο» του Ντάρεν Αρονόφσκι. Οι καλεσμένοι φέτος είναι λίγοι και καλοί. Ο βραβευμένος με Χρυσό Φοίνικα Απιτσατπόνγκ Βιρασετακούν, η Δανέζα σκηνοθέτις Σουσάνε Μπίερ, ο Ιρακινός κινηματογραφιστής Μοχάμετ Αλ Νταράτζι, η πολυβραβευμένη Πολωνή σκηνοθέτις Ντορότα Κετζιεζάφσκα, ο θρύλος της Σχολής Κινουμένων Σχεδίων του Ζάγκρεμπ Μπόριβοϊ «Μπόρντο» Ντοβνίκοβιτς, ο Ιρανός σκηνοθέτης Ράφι Πιτς με την ταινία «The hunter», ο Ντενί Βιλνέβ με τη βραβευμένη «Incendies», ο Τούρκος Σερέν Γιτζέ με τη βραβευμένη στη Βενετία «Πλειοψηφία», ο γιος του Κώστα Γαβρά, Ρομέν, με την πρώτη του ταινία «Notre jour viendra» κ.ά.
Στο Διεθνές Διαγωνιστικό θα προβληθούν 16 ταινίες από 20 χώρες, που διεκδικούν τον Χρυσό Αλέξανδρο (20.000 ευρώ), τον Αργυρό (10.000 ευρώ) και από φέτος τον Χάλκινο (5.000). Είναι οι: «Ζωικό Βασίλειο» (Αυστραλία), «Ζεφίρ» (Τουρκία), «Littlerock» (ΗΠΑ), «Κουρασμένοι» (Ιράκ), «Στις Παρυφές» (Ρουμανία, Αυστρία), «Οι Τέσσερις Φορές» (Ιταλία, Γερμανία, Ελβετία), «Το Παρόραμα» (Πολωνία), «Limbo» (Νορβηγία), «Αύριο» (Ρουμανία, Γαλλία, Ουγγαρία), «Γαϊδούρια» (Ηνωμένο Βασίλειο, Δανία), «Ζο όπως Ζοναταν» (Καναδάς), «Μικρόφωνο» (Αίγυπτος), «Ζαν Ζαντί, ένας καλός άνθρωπος» (Μεξικό, Δομινικανή Δημοκρατία, Γερμανία), «Η Αρχή του Κακού» (Γαλλία).
Την κριτική επιτροπή, με πρόεδρο τον Μισέλ Δημόπουλο, απαρτίζουν: ο Μοχάμετ Αλ Νταράτζι, ο Παλαιστίνιος σκηνοθέτης Σκαντάρ Κόπτι, ο Ιρανός παραγωγός Μπεχρούζ Χασέιμιαν και ο Μάρτιν Σβάιγκχοφερ, διευθυντής Αυστριακής Κινηματογραφικής Επιτροπής.
Στο πρόγραμμα συμπεριλαμβάνεται μια ανοιχτή συζήτηση με θέμα «Το Ελληνικό Σινεμά ξεπερνά τα σύνορα», με τη συμμετοχή των Αλέξη Αλεξίου, Κωνσταντίνου Γιάνναρη, Βαρδή Μαρινάκη, Αρη Μπαφαλούκα, Σύλλα Τζουμέρκα, Αθηνάς-Ραχήλ Τσαγκάρη.
Θα γίνουν και εκδηλώσεις προς τιμήν δύο ανθρώπων του κινηματογράφου που έφυγαν πρόσφατα από τη ζωή, του Γιάννη Δαλιανίδη (θα προβληθεί το ντοκιμαντέρ «Ο έρωτας των πρώτων πλάνων - Γιάννης Δαλιανίδης») και του κριτικού κινηματογράφου Γιώργου Τζιώτζιου.
Φέτος το εισιτήριο μειώνεται στα έξι ευρώ (από 7). Η είσοδος θα είναι ελεύθερη στις πρωινές προβολές (έως τις 3 μ.μ.) για ανέργους. Η κάρτα για όλες τις προβολές για συνταξιούχους, φοιτητές, εκπαιδευτικούς στοιχίζει 40 ευρώ (από 60). *
  • Πενιχρή ελληνική συμμετοχή
Στο Πανόραμα Ελληνικού Κινηματογράφου, εκτός από τις 14 ψηφιακές ταινίες, θα προβληθούν οι: «Απνοια» του Αρη Μπαφαλούκα, «Attenberg» της Αθηνάς Τσαγκάρη, «Artherapy» του Νίκου Περάκη, «Κανένας» του Χρήστου Νικολέρη, «Επικίνδυνες μαγειρικές» του Βασίλη Τσελεμέγγου, «45 τετραγωνικά» του Στράτου Τζίτζη, «Show bitch» του Νίκου Ζερβού, «Το πέταγμα του κύκνου» του Νίκου Τζήμα, «Από θαύμα» του Μαρίνου Καρτίκη.

Wednesday, December 1, 2010

Το νομοσχέδιο υλοποιεί τη στρατηγική της ΕΕ

  • Με την ακρόαση φορέων συνεχίστηκε χτες στην αρμόδια κοινοβουλευτική επιτροπή η συζήτηση για το νομοσχέδιο του ΥΠΠΟ-Τ για τον κινηματογράφο.
Μεταξύ άλλων, ο πρόεδρος του Σωματείου Ελλήνων Ηθοποιών (ΣΕΗ), Λ. Βαρβαρός, τόνισε ότι το συγκεκριμένο νομοσχέδιο δεν εκφράζει τα συμφέροντα των εργαζομένων στον κινηματογράφο και υπογράμμισε ότι κατά την κατάρτισή του δε ζητήθηκε η γνώμη των σωματείων του χώρου και ότι με βάση όσα προβλέπει το νομοσχέδιο, «θα τα πάρουν όλα οι έμποροι», αφού καταργείται ο σκηνοθέτης - δημιουργός και αναδεικνύεται ο παραγωγός.
Ο ίδιος κατήγγειλε ότι οι διατάξεις του νομοσχεδίου υλοποιούν επιταγές της ΕΕ για τη συγκεντροποίηση του κεφαλαίου κόντρα στα συμφέροντα των εργαζομένων στο χώρο. Είναι χαρακτηριστικό ότι εταιρείες από τις ΗΠΑ που έχουν υποκαταστήματα στην ΕΕ θα μπορούν να χρηματοδοτούνται, ενώ δε θα μοριοδοτούνται ταινίες των μικρών παραγωγών. Ο κινηματογράφος δεν είναι εμπόρευμα, επισημαίνοντας ότι, πλέον, την τελευταία λέξη στο κινηματογραφικό έργο θα την έχει ο παραγωγός, με διαχειριστή το κράτος.
Ο πρόεδρος της Εταιρείας Ελλήνων Σκηνοθετών, Χ. Παπαδόπουλος, είπε ότι το νομοσχέδιο δεν ενισχύει τους νέους δημιουργούς, δεν κατοχυρώνει τους σκηνοθέτες και δεν αναφέρεται στις μικρού μήκους ταινίες. Παράλληλα, είπε, χαρίζονται 15 εκ. ευρώ στα ιδιωτικά κανάλια από την εισφορά που ήταν υποχρεωμένα να δίνουν για την ανάπτυξη του ελληνικού κινηματογράφου.
Σημειώνουμε ότι την Τρίτη, μιλώντας στην ίδια επιτροπή, ο υπουργός Πολιτισμού - Τουρισμού, Π. Γερουλάνος, υπερασπιζόμενος το νομοσχέδιο παρουσίασε την παράδοση της κινηματογραφικής τέχνης στο κεφάλαιο - που το ν/σ σηματοδοτεί - ως... «πλουραλισμό της χρηματοδότησης», ενώ την «έξωση» των φορέων από τις κρατικές κινηματογραφικές δομές ως... «τέλος» της «γραφειοκρατίας»! «Πρόβλεψε», μάλιστα, ως «βέβαιο», ότι η τεχνολογική εξέλιξη στην οπτικοακουστική βιομηχανία οδηγεί στο «ότι ο θεατής θα αποκτά όλο και μεγαλύτερη δύναμη», προσπερνώντας... το αδιαμφισβήτητο γεγονός της μονοπωλιακής κυριαρχίας στην εμπορευματική και βαθιά αντιδραστική στο περιεχόμενο «βιομηχανία του θεάματος»...
ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Πέμπτη 2 Δεκέμβρη 2010

Για λόγους έκτακτης ανάγκης... South of the border


Εβδομάδα με αρκετές και καλές ταινίες η τρέχουσα. Ολες καινούριες, από συμπαθείς έως και ενδιαφέρουσες που υποβάλλουν και επιβάλλουν αντιμετώπιση διαφορετικής - καθεμιά τους - προσέγγισης για διαφορετικούς λόγους κι αιτίες. Εκτός από τις ταινίες στις οποίες αναφερόμαστε κάπως αναλυτικότερα παρακάτω προβάλλονται επίσης η αμερικάνικη κωμωδία του 2010, «ΜΗ ΣΠΡΩΧΝΕΙΣ, ΕΡΧΟΜΑΙ» σε σκηνοθεσία Τοντ Φίλιπς και πρωταγωνιστές τους Ρόμπερτ Ντάουνι, Ζακ Γκαλιφιανάκις και Μισέλ Μόναγκαν ... καθώς και μια σημαντική ασπρόμαυρη γαλλική ταινία του 1949. Ο τίτλος της είναι «ΤΟ ΣΚΑΣΙΑΡΧΕΙΟ» και η σκηνοθεσία ανήκει στον Ζαν-Πoλ Λε Σαμουά με έναν νεαρό Μπερνάρ Μπλιε στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Το σενάριο της ταινίας βασίζεται στην ζωή του μεγάλου Γάλλου παιδαγωγού Σελεστέν Φρενέ (1896-1966) που γύρω στα 1920, στην πόλη Bar-sur-Loup της Προβηγκίας έθετε για πρώτη φορά τα θεμέλια μιας νέας εκπαιδευτικής αντίληψης, χρησιμοποιώντας πρωτοποριακές μεθόδους καθόλου αρεστές στο κατεστημένο της εποχής. Λιγότερο γνωστό είναι πως ο Φρενέ ήταν ο πρώτος που έβαλε τον κινηματογράφο στα σχολεία το 1926. Ταινία που πρέπει να δουν εκπαιδευτικοί, γονείς και μαθητές. Αποκλειστικά και μόνο στον κινηματογράφο «ΦΙΛΙΠ».

ΚΡΙΤΙΚΗ: Τζία ΓΙΟΒΑΝΗ, ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, Πέμπτη 2 Δεκέμβρη 2010
ΟΛΙΒΕΡ ΣΤΟΟΥΝ: South of border 
Η αφίσα της ταινίας
Επειδή οι κυβερνήσεις της πλουτοκρατίας αγαπούν ιδιαίτερα το φτωχό λαό, φροντίζουν για τον πολλαπλασιασμό του. Με γεωμετρική πρόοδο πολλαπλασιάζουν φτωχούς, ανέργους και εξαθλιωμένους. Αυτή την ασφυκτική αγάπη και η ελληνική κοινωνία την αισθάνεται πια στο πετσί της. Ειδικά στις μέρες μας συνιστά αξίωμα και ανέκδοτο η διαπίστωση ότι ο πολλαπλασιασμός της δυστυχίας είναι το μοναδικό «πλεόνασμα» για το οποίο μπορούν να καυχιόνται οι πολιτικοί υπάλληλοι των πλουτοκρατών. Για να παραχθεί αυτό το οργανικά χρήσιμο στην κερδοφορία των καπιταλιστών «πλεόνασμα» δουλεύουν σκληρά, μεταξύ άλλων παραγόντων του συστήματος, οι προεξέχοντες των επιτελείων ενημέρωσης των ΜΜΕ, εθνικών και πολυεθνικών, ιδιωτικών τε και κρατικών. Επαγγελματίες δηλαδή που έδωσαν όρκο να στέκονται απέναντι και να ασκούν έλεγχο στην εξουσία (sic!). Να συνιστούν φόρουμ υπεράσπισης - στην ζωντανή, αστική (τους) δημοκρατία - των πολλών και αδυνάτων, «των μη εχόντων φωνή».
Οι «ενημερωτές» ή καλύτερα οι «διαμορφωτές κοινής γνώμης» όμως έχουν στραφεί εναντίον αυτών που θα έπρεπε να υπηρετούν κι έχουν τεθεί στην υπηρεσία εκείνων που θα έπρεπε να εποπτεύουν. Υφίσταται μήπως η παραμικρή αμφιβολία για το ότι στην πρωινή και βραδινή ενημερωτική ζώνη η πολιτική και κοινωνική πραγματικότητα σκηνοθετείται; Για το ότι αποκρύπτονται ή/και παραποιούνται γεγονότα; Για το ότι στήνονται επεμβάσεις, παρεμβάσεις, αντιπαραθέσεις κλπ.; Για το ότι η πραγματικότητα παραμορφώνεται ή/και διαμορφώνεται στα μέτρα και τα συμφέροντα των masters (των κυρίων) τους; Χωρίς καν προσπάθεια στοιχειώδους κάλυψης αυτής τους της λειτουργίας, ως παπαγαλακίων ή καλύτερα «Νέων Μαντρόσκυλων» του οικονομικού συστήματος, όπως τους αποκαλεί ο Γάλλος δημοσιογράφος Serge Halimi, στο βιβλίο του «Les nouveauxchiens degarde», εκδόσεις «Raison d' Agir», Παρίσι, 1997. 
Το ντοκιμαντέρ του Ολιβερ Στόουν εμφορείται από το μήνυμα ότι ο εχθρός δεν είναι αήττητος. Τουναντίον. Ο Στόουν - από τη θέση του κινηματογραφιστή που αμφισβητεί ορισμένες τυχόν μη λειτουργικές ή άδικες πτυχές του καπιταλισμού, αλλά σε καμία περίπτωση το οικονομικό σύστημα αυτό καθαυτό - συνθέτει ένα ντοκιμαντέρ για τον Ούγκο Τσάβες. Τον βάζει στο κέντρο και στολίζει το περίγραμμά του με τα πορτρέτα των υπολοίπων νεοεμφανιζόμενων λαϊκών ηγετών της Λατινικής Αμερικής. Η προσωπογραφία Τσάβες σκιαγραφείται κατά μείζονα λόγο βάσει των πιο εντυπωσιακών, των πιο εμπορεύσιμων και των πιο επικοινωνιακών χαρακτηριστικών της προσωπικότητας του ηγέτη της Βενεζουέλας. Λίγες και στα πεταχτά οι πληροφορίες για την ουσία και το χαρακτήρα της πολιτικής του, για τις πολιτικές και κοινωνικές συμμαχίες στη βάση... Βέβαια, ο Στόουν δεν πλησιάζει καν την επιστημονικής θεώρησης πληρότητα των ντοκιμαντέρ των Χαϊνόφσκι και Σόιμαν, ο Αμερικανός Στόουν - που άφησε το Πανεπιστήμιο του Γέιλ για να καταταχθεί στο αμερικανικό πεζικό στο Βιετνάμ το 1967-68 - είναι φυσιολογικό να θεωρεί πρόκληση για δημιουργία θέματα εγγυημένης οικονομικής ανταποδοτικότητας και να φτιάχνει απ' αυτά προϊόντα light για όσο το δυνατόν ευρύτερη κατανάλωση. Το ντοκιμαντέρ για τον Τσάβες - εν μέσω γενικότερων συγχύσεων που προωθούνται από τα κέντρα που έχουν πολλαπλό συμφέρον από το να διατηρούν τον κόσμο σε σύγχυση - φαντάζει κορυφαίο, γιατί παρουσιάζει χωρίς περιστροφές και ταξινομημένες - σαν σε τυφλοσούρτη - τις δυνάμεις που μέσα κι έξω από κάθε χώρα συνθέτουν χονδρικά τον «εχθρό». Το ντοκιμαντέρ του Στόουν ίσως αυτήν τη στιγμή να ενδιαφέρει το ελληνικό κοινό κατά τι περισσότερο από αλλοεθνείς θεατές μια που πλέον μπορούμε να αισθανόμαστε περήφανοι που οι σοσιαλιστές μας μας αναβάθμισαν κι εμάς σε τριτοκοσμική χώρα. Με όλα τα κομφόρ που λένε: Με ΔΝΤ, με εκατομμύρια εξαθλιωμένων, με πολλά, μάλλον όλα, τα ΜΜΕ, ειδικά τα τηλεοπτικά - να κάνετε επιτόπου τη σύγκριση - να παίρνουν κατευθείαν γραμμή από CIA και τους επιχειρηματίες ιδιοκτήτες τους... όλα αυτά θα τα αναγνωρίσετε στη δική μας, την ελληνική πραγματικότητα. Με βάση, λοιπόν, τη χρησιμότητα του ντοκιμαντέρ του Στόουν, προτείνουμε να πάτε να το δείτε και να το συζητήσετε.
Παραγωγή: ΗΠΑ (2009).

ΝΟΕΛ ΚΛΑΡΚ - ΜΑΡΚ ΝΤΕΪΒΙΣ: 4. 3. 2. 1. 
Ο τίτλος ήδη περιγράφει το φιλμ σε σύνοψη. Θρίλερ. Μπανάλ μείγμα βρετανικής κωμωδίας και sex in the city που έδωσε ό,τι καλύτερο μπορούσε να δώσει - κάτι παραπάνω ή καλύτερο θα ήταν αδύνατο - δεδομένων των περιορισμών του είδους, που απευθύνεται πρωτίστως σε teenager ή πάσχοντες από παλιμπαιδισμό. Ελπίζουμε κι απευχόμαστε βέβαια να υπάρξει συνέχεια, Νο 2 δηλαδή, διότι κάτι τέτοιο καταλάβαμε από την τελευταία, πριν τους τίτλους του τέλους, σκηνή. Πάντως, η βίντεο κλιπ αισθητικής ταινία, με την ενδιαφέρουσα μουσική επένδυση, είναι δομημένη σε γερή βάση, με ιδιαίτερα ενδιαφέροντα τρόπο αφήγησης που διέπεται από δυναμισμό, καταπληκτική ιδέα στο μοντάζ και αποφασιστική, σε γενικές γραμμές, διάθεση.
Μέσα σε πλαίσια εκτενούς κοινωνικού discours (κλίμα/αντιπαράθεση/συζήτηση) όπου τα πάντα ανάγονται σε φυλετικές αντιθέσεις του τύπου λευκοί/μαύροι, άνδρες/γυναίκες, νέοι/γέροι κλπ. και σε διαπιστώσεις/καταγγελίες της αποδοχής του κοινωνικοπολιτικού status quo που εκφράζονται μέσα από την καταγγελία για έλλειψη δημόσιας κοινωνικής ασφάλισης και για μεσαίωνα στις εργασιακές σχέσεις, ο μύθος συντίθεται από τέσσερις διαφορετικές μεταξύ τους ιστορίες που δραματουργικά συνδέονται και στο τέλος καταλήγουν να μαζεύονται και να συρρέουν στην ίδια κοίτη. Η ταινία σφύζει από συγχύσεις, ίντριγκες και δολοπλοκίες. Τέσσερα πανέμορφα κορίτσια - απόγονοι των Αγγέλων του Τσάρλι - καθεμιά με τα δικά του μικρά ή μεγάλα προβλήματα και τη δική του καθημερινότητα, βρίσκονται μπλεγμένες σε δεινά που κλιμακώνονται όσο περνάει η (φιλμική) ώρα λόγω μιας χούφτας διαμαντιών που κλάπηκαν. Τα κλεμμένα διαμάντια καταλήγουν τυχαία και με απίθανο τρόπο στα χέρια τους. Ο μύθος εξαρχής απλώνεται με τρόπο δηλωτικό μιας επικείμενης απογείωσης, βγαίνουν όμως στην επιφάνεια πολλά σημεία άχρηστα, για να μην πούμε ενοχλητικά που άπτονται ακριβώς της ιδέας και αισθητικής του sex and the city. Σαν σύνολο, η ταινία σώζεται με την αυτοειρωνεία, την ενέργεια που αποπνέει, αλλά κυρίως με το ότι δεν παίρνει τον εαυτό της στα σοβαρά...
Παίζουν: Εμα Ρόμπερτς, Οφίλια Λόβιμποντ, Τάμσιν Ιγκερτον, Σανίκα Γουόρεν - Μάρκλαντ, Νοέλ Κλαρκ, Λίνζι Κούκερ κ.ά.
Παραγωγή: Βρετανία (2010).
ΤΖΕΪ ΝΤΙΠΛΑΣ - ΜΑΡΚ ΝΤΙΠΛΑΣ: Ο φίλος της μαμάς μου 
Χωρίς να έχει τίποτα εξαιρετικό να δώσει, αναγνωρίζουμε ότι βρισκόμαστε μπροστά σε μια συμπαθητική κωμωδία μοντέλο, ένα οικογενειακό χρονικό δοσμένο με ταλέντο και προσπάθεια μορφικής αυθεντικότητας, βασισμένη σε ερμηνείες και καταστάσεις με τη συμμετοχή δύο γενιών σπουδαίων κωμικών που υποδύονται χαρακτήρες καταθλιπτικούς και ολίγον τι «τρελούς»... Φαίνεται ότι οι σκηνοθέτες - οι αδελφοί Ντιπλάς - θέτουν την κάμερα στην υπηρεσία των ηθοποιών τους, ιδιαίτερα του Τζον Ρέιλι, στους οποίους παραχωρούν απεριόριστη ελευθερία αυτοσχεδιασμού. Το αποτέλεσμα είναι ένα φιλμ με σάρκα και οστά που απελευθερώνει γερή δόση ειλικρίνειας, δυνατό ανθρωπισμό και μοιάζει να εκτυλίσσεται σε χρόνο πραγματικό και μπροστά στα μάτια των θεατών να μεταβάλλεται συνεχώς και νευρωτικά. Ηδη από την αρχή η αφήγηση καλλιεργεί κλίμα αναμονής...
Αναμονή και η σουσπάνς ενός επικείμενου, δυνατού μυστικού που ρυθμίζει πράγματα και καταστάσεις και που αποδεικνύεται τελικά φούσκα, πολύ κακό για το αυτονόητο. Ο Τζον, έχοντας δρασκελίσει τα σαράντα, δεν κατόρθωσε να συνέλθει, εφτά χρόνια μετά το χωρισμό με την πρώην γυναίκα του, η οποία μπορεί να παντρεύεται με άλλον, δεν παύει όμως να παραμένει το στήριγμα και η καλύτερή του φίλη. Σαν από μηχανής θεός εμφανίζεται μπροστά στον Τζον ο έρωτας με τη μορφή της Μόλι, της μητέρας του υπέρβαρου κι ανασφαλούς Σάιρους, που θα δώσει μάχη για να κρατήσει την Μόλι μόνο για τον εαυτό του. Ο ρόλος του Τζον και εκείνος του Σάιρους βρίσκονται πάρα πολύ κοντά ο ένας στον άλλον κι όχι μόνο λόγω της Μόλι, της γυναίκας που αγαπούν και οι δυο. 
Το φιλμ ισορροπεί σταθερά σε δυο ταμπλό, εκείνο του χιούμορ και της συγκίνησης, χωρίς ποτέ να υπερισχύσει κάποιο εξ αυτών. Παρόντα όλα τα κλασικά στοιχεία της καταθλιπτικής κωμωδίας, από την κρίση πανικού ως την ψευδαίσθηση μιας σωτήριας αλλά εφήμερης ευτυχίας. Περίεργο το πώς και δεν υπάρχει ψυχανάλυση και ψυχαναλυτές. Τίποτα απολύτως καινούριο. Πείθει όμως η δοσολογία και η σύνθεση της γλυκόπικρης αυτής διένεξης για την καρδιά μιας γυναίκας.
Παίζουν: Τζόνα Χιλ, Μαρίζα Τομέι, Τζον Ρέιλι, Καθρίν Κίνερ, Ματ Γουόλς κ.ά.
Παραγωγή: ΗΠΑ (2010).

ΞΑΒΙΕ ΝΤΟΛΑΝ: Φανταστικές αγάπες 
Ο σκηνοθέτης Ξαβιέ Ντολάν είναι ένας 21χρονος γαλλόφωνος Καναδός που εμφανίστηκε στο διεθνές κινηματογραφικό προσκήνιο, πριν ένα χρόνο, με την ημι-βιογραφική ταινία «ΣΚΟΤΩΣΑ ΤΗΝ ΜΗΤΕΡΑ ΜΟΥ». Φέτος, ο ομοφυλόφιλος - κατά δική του δήλωση - Ντολάν, που είναι γιος γνωστού Καναδού ηθοποιού, επανέρχεται με μια δεύτερη μεγάλου μήκους ταινία - έκπληξη, ένα «μικρό» φιλμ «απτής» πραγματικότητας, μια απόλυτα προσωπική και πρωτότυπη ταινία, ένα κόσμημα που καταναλώνεται με βουλιμία εντός και εκτός κινηματογραφικής αίθουσας. Η αφήγηση που συνίσταται σε κολάζ παραθέσεων, με κυρίαρχο στοιχείο την μουσική σαν οργανικό και λειτουργικό μέρος της εικόνας, φέρνει έντονα την συγκεντρωτική σφραγίδα που διέπει το σινεμά του δημιουργού. Ο Ντολάν υπογράφει για το σενάριο, την παραγωγή και την σκηνοθεσία, ενώ υποδύεται ο ίδιος έναν από τους τρεις πρωταγωνιστικούς χαρακτήρες.
Πρόκειται για μια έντονων χρωμάτων μονογραφία με θέμα τους φαντασιακούς (νεανικούς) έρωτες χωρίς ανταπόκριση... Ο μύθος χτίζεται στην βάση ενός ασυνήθιστου ερωτικού τρίγωνου δύο κομψεπίκομψων κολλητών φίλων - του ομοφυλόφιλου Φρανσίς και της Μαρί - και του εφήβου που αμφότεροι ερωτεύονται κεραυνοβόλα. Τον αναγεννησιακής ομορφιάς, ξανθό και αυτάρεσκα αισθησιακό Νικολά - φιγούρα που παραπέμπει στον έφηβο Μπγιερν Αντρεσεν, στον «Θάνατο στην Βενετία» - ο οποίος μόλις μετακόμισε στην πόλη και θέλει να αποκτήσει φιλικό κύκλο. Ανάμεσα στον Φρανσίς και την Μαρί αρχίζει μια ανομολόγητη, μυστική, μονομαχία. Ενας σιωπηρά αμείλικτος ανταγωνισμός. Ταυτόχρονα και παράλληλα με τις φαντασιώσεις και ονειροπολήσεις - από πλευράς κολλητών - που η μία διαδέχεται την άλλη, καθένας απ' τους τρεις, δοκιμάζει την προσωπική του «τεχνική αποπλάνησης» πάνω στους άλλους. Και ο ναρκισσευόμενος Νικολά φροντίζει με δόση σαδισμού να κρατά εφτασφράγιστη την όποια τυχόν κλίση του προς κάποιον από τους δυο αντιμαχόμενους. Οι αντίζηλοι επιστρατεύουν επινοήματα στρατηγικού χαρακτήρα - που αρθρώνουν με υποδειγματική αξιοπρέπεια - για να εκμαιεύσουν, έστω και κλάσμα υπαινιγμού, ως προς τα πού κλίνει η πλάστιγγα της επιθυμίας, του αισθησιακού εφήβου. Εν αναμονή έστω και θραυσμάτων νεύματος ως προς την προτίμηση του Νικολά, τόσο ο Φρανσίς όσο και η Μαρί βρίσκουν παρηγοριά σε μονόχρωμες αγκαλιές, περαστικών συντρόφων ... Ειλικρινά ενδιαφέρον θέμα ... Οι έρωτες είναι κύκλοι που ανοίγουν, ζουν και κλείνουν. Και στους επόμενους που ακολουθούν οι άνθρωποι μπαίνουμε μέσα με τα μούτρα και ξαναρχίζουμε ακριβώς τα ίδια 
... Αναπόσπαστο μέρος της ερωτικής γοητείας η σημειολογία της επιτήδευσης, αλλά και η ακεραιότητά της, ακριβώς αυτό που κάνει η Μαρί η οποία παραπέμπει ευθέως στις κινηματογραφικές ηρωίδες της γαλλικής νουβέλ βαγκ ... μέσα σε ένα πρωταγωνιστικό τρίο που, συνεχίζοντας την συνεργασία με τον σκηνοθέτη, μοιάζει να εξελίσσεται σε σχήμα ρεπερτορίου ...
Παίζουν: Ξαβιέ Ντολάν, Νιλς Σναϊντέρ, Μονιά Σοκρί, Αν Ντορβάλ, Λουί Γκαρέλ κ.ά.
Παραγωγή: Καναδάς (2010).

ΜΑΤΙΕ ΑΜΑΛΡΙΚ: Τουρνέ στο Παρίσι 
Πολύ ενδιαφέρουσα η σκηνοθεσία, η οπτική και ο τρόπος αφήγησης μιας ουδόλως κοινότοπης ή βολικής ιστορίας που αναβιώνει το μιούζικ χολ και το μπουρλέσκ. Το φιλμ επικαλύπτεται από πέπλο μελαγχολίας, διάφανης στιγμιαία, εκτενώς όμως αδιαπέραστης, επιτεινόμενης από θλιβερή απογοήτευση και ξεπεσμό . Το μπουρλέσκ είναι είδος σκηνικής, θεατρικής κωμωδίας, με διάσπαρτους τόνους παρωδίας και σαρκασμού. Συνίσταται σε σύντομα, μικρά σκετς και ιντερμέδια στριπτίζ στα μεταξύ τους διαλείμματα. Πηγή έμπνευσης για τον σκηνοθέτη υπήρξε ένα κείμενο της συγγραφέα Κολέτ υπό μορφή σημειώσεων ημερολογίου το οποίο προοριζόταν να δημοσιευτεί στον ημερήσιο Τύπο της εποχής. Η Κολέτ που με τη ζωή και τη σκέψη της σκανδάλισε και γοήτευσε, υπερασπίζεται με τη γραφή της τις γυναίκες του «ελαφρού» κόσμου, του στριπτίζ, των καμπαρέ και της νυχτερινής ζωής.
Σκηνοθετικό ντεμπούτο σε ταινία μεγάλου μήκους του παγκοσμίως γνωστού - από πληθώρα διεθνών ταινιών - Γάλλου ηθοποιού Ματιέ Αμαλρίκ, σε δικό του σενάριο και τον ίδιο στον πρωταγωνιστικό ρόλο. Ο, βραβευμένος τρεις φορές με το «Σεζάρ» Καλύτερου Ηθοποιού Αμαλρίκ, γόνος γνωστών Γάλλων δημοσιογράφων, ξεκίνησε την κινηματογραφική του καριέρα σαν φροντιστής, βοηθός μοντέρ και βοηθός σκηνοθέτη πλάι σε σπουδαία ονόματα. Φέτος, στις Κάννες, η φαντασμαγορική του αυτή ταινία απέσπασε το βραβείο Σκηνοθεσίας της Επιτροπής του Φεστιβάλ, αλλά και το Βραβείο Fipresciτης Διεθνούς Ενωσης Κριτικών. Είναι η ιστορία του Ζοακίμ Ζαντ ενός επιτυχημένου, πρώην τηλεοπτικού παραγωγού στη Γαλλία, που άφησε πίσω του την οικογένεια και τους φίλους του και έφυγε για την Αμερική, για μια καινούργια καριέρα. Τώρα, από τον Νέο Κόσμο δεν επιστρέφει μόνος. Φέρνει μαζί του έναν ολιγομελή θίασο από «φελινικές» - όχι πια νέες - σέξι καλλιτέχνιδες με φτερά και πούπουλα, ψεύτικες βλεφαρίδες, φανταχτερά κοσμήματα και λιγοστά ρούχα και ξεκινούν περιοδεία από την βόρεια Χάβρη κατηφορίζοντας προς το Παρίσι. Το παρισινό όμως θέατρο στο οποίο επρόκειτο να λάβει χώρα η επίσημη πρεμιέρα του σόου ακυρώνει την εμφάνισή τους, αναγκάζοντας τον Ζοακίμ και τα κορίτσια του να ξυπνήσουν από το όνειρό τους.
Παίζουν: Ματιέ Αμαλρίκ, Μιράντα Κολκλασούρ, Αλεξάντερ Κρέϊβεν, Αντζελα Ντε Λορέντζο, Σούζαν Ράμσι, Τζούλι Αν Μιουζ, Λίντα Μαρατσίνι, Ορέλια Πετί, κ.α.
Παραγωγή: Γαλλία (2010).

Ξεκαρδιστικό ντουέτο συμφοράς α λα «Ηangover»

Η νέα ταινία του Τοντ Φίλιπς ξεχωρίζει χάρη στις ερμηνείες των Ρόμπερτ Ντάουνι τζούνιορ και Ζακ Γκαλιφιανάκις

Ενδεχομένως η επιτυχία του «Ηangover» (2008) να έπαιξε ρόλο στη δημιουργία του «Μη σπρώχνεις, έρχομαι» («Due date», ΗΠΑ, 2010). Οι δύο ταινίες, που είναι του ιδίου σκηνοθέτη, του Τοντ Φίλιπς, έχουν αρκετά κοινά σημεία: είναι «αντρικές» κωμωδίες, διανθίζονται από μια αλυσίδα αλλόκοτα περιστατικά απρόβλεπτης εξέλιξης, εξιστορούν μια κατάσταση απόλυτου χάους και έχουν ως πρωταγωνιστή τον «δικό» μας Ζακ Γκαλιφιανάκις - πρόσφορο έδαφος για χορταστική πλάκα.

Για να προλάβει τη γέννηση του παιδιού του ένας καλοβαλμένος αρχιτέκτονας (Ρόμπερτ Ντάουνι τζούνιορ) αναγκάζεται να διασχίσει την Αμερική παρέα με έναν τύπο τον οποίο δεν αντέχει καθόλου (Γκαλιφιανάκης). Ολα ξεκινούν από την άτσαλη γνωριμία τους στο αεροδρόμιο. Ο αρχιτέκτονας εκδιώκεται από την πτήση όταν εξαιτίας του ηθοποιού τον υποψιάζονται για τρομοκράτη. Το όνομά του μπαίνει στη «μαύρη λίστα» των επιβατών που απαγορεύεται να ταξιδέψουν με αεροπλάνο, δεν έχει τη βαλίτσα του στην οποία βρίσκονται χαρτιά και χρήματα και το αποτέλεσμα είναι να μείνει επί ξύλου κρεμάμενος. Οπότε ο ηθοποιός, τον οποίο επίσης έχουν διώξει από την πτήση, του προτείνει να κάνουν το ταξίδι παρέα.

Από εκεί και πέρα χάνεται η μπάλα. Η μία αναποδιά ακολουθεί την άλλη: από το ξύλο που τους ρίχνει ένας παράλυτος βετεράνος του πολέμου του Ιράκ ως το ντεραπάρισμα του αυτοκινήτου, όταν ο ηθοποιός κοιμάται στο τιμόνι, ή τη σύλληψή τους στα σύνορα του Μεξικού. Ισως το «Μη σπρώχνεις, έρχομαι» να μην έχει τη φρεσκάδα του «Ηangover», συχνά όμως θυμίζει μια καλή ανανέωση των buddy movies δρόμου της δεκαετίας του ΄80. Είναι μια έξυπνη (και ποτέ χοντροκομμένη) αμερικανική κωμωδία, γυρισμένη χαλαρά και με κέφι, με δύο άψογους πρωταγωνιστές που συμπληρώνουν έξοχα ο ένας τον άλλον, με μαύρο χιούμορ και χαριτωμένες «κακίες», όπως η γροθιά που ρίχνει στα κρυφά ο Ντάουνι στο στομάχι ενός κακομαθημένου παιδιού.

ΣΤΙΣ ΑΙΘΟΥΣΕΣ
* Ούτε στα πιο απίστευτα όνειρά του ο Τζον (Τζον Σ. Ράιλι) θα μπορούσε να διανοηθεί ότι το μεγαλύτερο εμπόδιο στη σχέση που τόσο πολύ επεδίωκε μετά τον χωρισμό του θα ήταν ο Σάιρους (Τζόνα Χιλ), ο γιος της τελευταίας του κατάκτησης (Μαρίζα Τομέι). Ο Σάιρους, όπως είναι και ο πρωτότυπος τίτλος της ταινίας «Ο φίλος της μαμάς μου» («Cyrus», ΗΠΑ, 2010), είναι σίγουρα ένας πολύ παράξενος τύπος που σε φέρνει σε τρομερή αμηχανία. Μια χαμηλότονη, low budget δραματική κομεντί που κατορθώνει να βγάλει ακόμη και μια αίσθηση τρυφερότητας, παρ΄ ότι σε κρατά σε διαρκή επιφύλαξη για τις αντιδράσεις του Σάιρους. Δεν ξέρεις αν πρέπει να γελάσεις μαζί του ή να τον φοβηθείς.

* Η νεανική περιπέτεια «4.3.2.1» των Νόελ Κλαρκ Μαρκ Ντέιβις αναφέρεται στα μπλεξίματα μιας παρέας τεσσάρων κοριτσιών και είναι χωρισμένη σε τέσσερα κεφάλαια ένα για κάθε μία κοπέλα (Εμα Ρόμπερτς, Οφήλια Λόβιμποντ, Τάμσιν Εγκερτον, Σανίκα Γουόρεν Μάρκλαντ). Βαβούρα, φλυαρία, δεκάδες πλάνα ανά λεπτό, μοντάζ που σε ζαλίζει... Κάτι σαν κουραστική απάντηση στις «Δύο καπνισμένες κάννες» τουΓκάι Ρίτσι,με κυρίαρχο το θηλυκό στοιχείο.

  • Οι γυναίκες τού μπουρλέσκ

Με την «Τουρνέ στο Παρίσι» («Τourne», Γαλλία, 2010) ο γάλλος ηθοποιός και τώρα σκηνοθέτης ταινίας μεγάλου μήκους Ματιέ Αμαλρίκ κάνει μια απόπειρα ανίχνευσης του κόσμου των καμπαρέ και των νάιτ κλαμπ με αφορμή μια περιοδεία καλλιτέχνιδων του «new burlesque» με προορισμό το Παρίσι (αρχική πηγή έμπνευσης ήταν ένα διήγημα της Κολέτ ). Το μεγαλύτερο μέρος αυτής της παράξενης ταινίας, που σε ορισμένες στιγμές θυμίζει ως και ντοκυμαντέρ, καλύπτεται από τα σέξι νούμερα των εκκεντρικών καλλιτέχνιδων, οι οποίες, χυμώδεις και γεμάτες τατουάζ, δείχνουν τόσο πολύ απελευθερωμένες που προκαλούν αμηχανία. Κάπου χαίρεσαι με την αίσθηση ελευθερίας που αναδίδουν, κάπου στενοχωριέσαι για το αβέβαιο μέλλον τους, αφού τα σώματα δεν είναι πια σφιχτά και το γήρας μοιάζει απειλητικό. Το Παρίσι όμως είναι επίσης η πόλη όπου ο ατζέντης τους, πρώην τηλεοπτικός παραγωγός (Αμαλρίκ), θέλει να επιστρέψει, κυρίως για να κλείσει λογαριασμούς με το αινιγματικό παρελθόν του. Η επιστροφή του προσθέτει δραματουργικό σασπένς, την παράσταση ωστόσο κλέβουν τα «κορίτσια», όλες τους πραγματικές καλλιτέχνιδες του new burlesque.
  • Στα ίχνη του Ούγκο Τσάβες
Αφού ασχολήθηκε με τον Φιντέλ Κάστρο, και μάλιστα σε δύο ντοκυμαντέρ, ο Ολιβερ Στόουν εμπλούτισε ακόμη περισσότερο τη φιλμογραφία του ως ντοκυμαντερίστας με το «South of border» (ΗΠΑ, 2009). Ενα ντοκυμαντέρ που, ενώ έχει ως κεντρικό «ήρωα» τον πρόεδρο της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες, σύντομα «απλώνεται» σε κάτι πολύ ευρύτερο. Το πολιτικοκοινωνικό προφίλ του Τσάβες που αποπειράται ο Στόουν (και τον τρόπο λειτουργίας του θα ζηλέψει κάθε σοβαρός δημοσιογράφος) είναι ένα παζλ από γνώμες άλλων προέδρων χωρών της Λατινικής Αμερικής όπως ο Εβο Μοράλες (Βολιβία), ο Λούλα ντα Σίλβα (Βραζιλία), η Κριστίνα Κίρτσνερ (Αργεντινή) και ο Ραούλ Κάστρο (Κούβα). Η ειρωνεία είναι ότι ο ίδιος ο Τσάβες τον παρότρυνε να διευρύνει την έρευνά του. Παρά την αναπόφευκτη αγιοποίηση του Τσάβες, το ντοκυμαντέρ αυτό χαρτογραφεί μια ολόκληρη Λατινική Αμερική δίνοντας μια ιδέα για τις τεράστιες κοινωνικοπολιτικές αλλαγές που έχουν επέλθει σε κάθε χώρα και τονίζοντας την κοινή προσπάθεια όλων για απεγκλωβισμό από την καταδυναστευτική πολιτική επιρροή των ΗΠΑ.
  • Αυτός, αυτή και ο κούκλος
Οι «Φανταστικές αγάπες» («Les amours imaginaires», Γαλλία, 2010) είναι η δεύτερη ταινία του Καναδού Ξαβιέ Ντολάν, αποκαλουμένου και «παιδιού-θαύματος», ο οποίος πέρυσι έκανε αίσθηση με το «Σκότωσα τη μητέρα μου». Εδώ χτίζει μια ιστορία που θυμίζει μοντέρνα, αμφιφυλόφιλη εκδοχή του «Ζυλ και Ζιμ» του Φρανουσά Τρυφό, όπου το «θήραμα» δύο αντρών ήταν η ίδια γυναίκα (Ζαν Μορό). Στην περίπτωση της ταινίας του Ντολάν το θήραμα είναι ένας άντρας (Νιλς Σνάιντερ) τον οποίο λιμπίζονται ένα κορίτσι (Μόνικα Τσόκρι) και ο γκέι φίλος της (τον οποίο υποδύεται ο ίδιος ο Ντολάν, που είναι ομοφυλόφιλος). Η μονομαχία που ακολουθεί φτιάχνει το κλίμα μιας ταινίας που ακροβατεί ανάμεσα στην κωμωδία και στο δράμα, χωρίς ποτέ να γίνεται αμιγώς κάτι από τα δύο. Ο Ντολάν ξέρει να λέει μια ιστορία με πρωτότυπους κινηματογραφικούς όρους. Υπόδειγμα «ρετρομοντέρνας» αισθητικής, αινιγματικοί ήρωες, «πιασάρικη» νοσταλγική μουσική και ένα σενάριο που επιφυλάσσει αρκετές εκπλήξεις καθώς δεν μπορείς να καταλάβεις προς τα πού θα γείρει η ζυγαριά.

Ξεκινά στη Βουλή η συζήτηση του νομοσχεδίου για τον κινηματογράφο

Διαδικασία επί των άρθρων
Ο υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος
Ο υπουργός Πολιτισμού Παύλος Γερουλάνος
Ξεκινά το απόγευμα της Τετάρτης στην Βουλή η συζήτηση επί των άρθρων του νομοσχεδίου για τον κινηματογράφο, αφού πρώτα ολοκληρωθεί η ακρόαση των φορέων του κινηματογράφου.

Ο υπουργός Πολιτισμού και Τουρισμού Παύλος Γερουλάνος παρουσίασε την Τρίτη το νομοσχέδιο στην Επιτροπή Μορφωτικών Υποθέσεων της Βουλής, τονίζοντας μεταξύ άλλων ότι το νομοσχέδιο υιοθετεί πολλές από τις πολύ παραγωγικές, όπως τις χαρακτήρισε, τοποθετήσεις του κινηματογραφικού χώρου στην διάρκεια της δημόσιας διαβούλευσης.

«Είναι εξαιρετικά αισιόδοξο ότι σε μια εποχή πολύ κρίσιμη για τον τόπο η πολιτική και οι πολιτικές επιλογές που έχουμε μπροστά μας κινητοποιούν τη συμμετοχή του κόσμου» είπε στην τοποθέτησή του ο κ. Γερουλάνος.

Αφού ανέπτυξε τους τρόπους, με τους οποίους το νομοσχέδιο επιτυγχάνει τους στόχους του -αύξηση κονδυλίων για τον κινηματογράφο, πλουραλισμός της χρηματοδότησης, τέλος στην γραφειοκρατία που οδήγησε στην σπατάλη, αδιαφάνεια και την διαφθορά στον χώρο- ο κ. Γερουλάνος πρόσθεσε: «Έχουμε ακόμη δουλειά να κάνουμε πριν ψηφιστεί το νομοσχέδιο και αρκετή αφότου ψηφιστεί για την ακόμα μεγαλύτερη ανάπτυξη της κινηματογραφικής τέχνης».

Εξάλλου, ο υπουργός αναφέρθηκε στις τροποποιήσεις ή βελτιώσεις στους πίνακες μοριοδότησης για την περαιτέρω ενίσχυση της ταινίας, όπως και στην ενίσχυση των θερινών κινηματογράφων από τον ειδικό φόρο. «Είναι ρυθμίσεις που θα ενταχθούν στο παρόν νομοσχέδιο» εξήγησε.

Για το θέμα της Ταινιοθήκης της Ελλάδος, η οποία δεν εντάσσεται στο παρόν νομοσχέδιο, ο κ. Γερουλάνος ανακοίνωσε ότι «θα αναζητηθεί η καλύτερη δυνατή λύση για τη στήριξη και την ενίσχυση ενός ιστορικού οργανισμού, με τεράστια προσφορά στον κινηματογράφο και τον τόπο, της Ταινιοθήκης της Ελλάδος. Μάλιστα, έγινε γνωστό ότι το ΥΠΠΟΤ προσανατολίζεται στην διαμόρφωση ενός νέου πλαισίου για τη λειτουργία της, που θα εξασφαλίζει και τη βιωσιμότητα του οργανισμού αλλά και το συμφέρον του Έλληνα φορολογούμενου.

Τέλος, για την εκπαίδευση ο κ. Γερουλάνος επισήμανε: «Βρισκόμαστε στην τελική ευθεία για την ολοκλήρωση του θεσμικού πλαισίου για τη λειτουργία των ανώτερων σχολών κινηματογράφου. Είναι σχεδόν έτοιμα τα δύο Προεδρικά Διατάγματα, που απαιτούνται, προκειμένου να αρχίσουν να λειτουργούν αναγνωρισμένες ανώτερες σχολές κινηματογράφου». [Newsroom ΔΟΛ]