Το Υπουργείο Πολιτισμού, θέλοντας να τιμήσει τη μεγάλη της προσφορά στην Ελλάδα και τον Πολιτισμό, ανακοινώνει ότι το φετινό πεντηκοστό επετειακό φεστιβάλ κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης θα είναι αφιερωμένο στη μνήμη της αξέχαστης Μελίνας. Η πρωτοβουλία αυτή θα αποτελέσει την κορύφωση μιας σειράς εκδηλώσεων που θα πραγματοποιηθούν από το ΥΠ.ΠΟ., για να τιμηθεί η μνήμη της Μελίνας Μερκούρη και του Μάνου Χατζηδάκι (15 χρόνια από το θάνατό τους), αλλά και του Γιάννη Ρίτσου και της Διδούς Σωτηρίου (100 χρόνια από τη γέννησή τους). Το αναλυτικό πρόγραμμα των εκδηλώσεων μνήμης του Υπουργείου Πολιτισμού και των εποπτευόμενων φορέων του για τους μεγάλους αυτούς Έλληνες θα ανακοινωθεί σύντομα. |
Wednesday, March 4, 2009
Αφιερωμένο στη μνήμη της αξέχαστης Μελίνας το 50ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου της Θεσσαλονίκης
Τα golden boys οι νέοι «κακοί» ήρωες του σινεμά
- Ο κινηματογράφος παίρνει ερεθίσματα από την αληθινή ζωή και σκαρώνει ιστορίες με επιχειρήσεις–«κακοποιούς»
- Ο κινηματογράφος προσαρμόζεται στα σημάδια των καιρών και στις καταστάσεις που φέρνει κάθε εποχή. Σε μια εποχή που η οικονομική κρίση έχει φέρει στο προσκήνιο τις μεγάλες τράπεζες και τους διεθνείς οργανισμούς με έναν τρόπο που τους κάνει ελάχιστα συμπαθείς στον πολύ κόσμο, ο κινηματογράφος έχει βρει τους νέους ιδανικούς «κακούς». Μεγαλοτραπεζίτες και εταιρικά στελέχη είναι τα νέα πρόσωπα που παλεύουν με τους «καλούς» ήρωες του σινεμά.
- Οι ισχυροί της άρχουσας οικονομικής τάξης ήταν πάντα πρόσωπα που προσφέρονταν για πορτρέτα αρνητικών χαρακτήρων. Μόνο που στο παρελθόν παρουσιάζονταν στον κινηματογράφο ως εκκεντρικοί πολυεκατομμυριούχοι που είχαν ασυνήθιστα όπλα και διηύθυναν τις επιχειρήσεις και τις στρατιές των μπράβων τους μέσα από πολυτελή καταφύγια.
Ρεαλιστική προσέγγιση
- Σήμερα τέτοια πρόσωπα θα φαίνονταν αστεία. Ο μόνος χώρος στον οποίο μπορούν να επιβιώσουν είναι οι ταινίες που βασίζονται σε κόμικς. Οπουδήποτε αλλού είναι απαραίτητη πια μια πιο ρεαλιστική προσέγγιση. Ετσι, ακόμη και στην τελευταία περιπέτεια του Τζέιμς Μποντ, το «Quantum of Solace», ο κακός τον οποίο υποδύεται ο Ματιέ Αμαλρίκ, διευθύνει ένα δίκτυο παράνομων επιχειρήσεων πίσω από τη βιτρίνα μιας οικολογικής οργάνωσης. Κι ας προσφέρεται ο Μποντ για υπερβολές, κι ας έχει παρουσιάσει έναν σωρό εκκεντρικούς κακούς στο παρελθόν, από τον Σταύρο Μπλόφελντ που είχε όπλα λέιζερ στο κρησφύγετό του και τον Σαγόνια με τη μεταλλική μασέλα, μέχρι τη Ρόζα Κλεμπ με τις φονικές λεπίδες στις σόλες της ανατολικής αισθητικής γόβας της.
"The International": Ο Βρετανός ηθοποιός Clive Owen
- Η τελευταία Μπερλινάλε άνοιξε στις αρχές του Φλεβάρη με το θρίλερ του Τομ Τίκβερ «The international», όπου ο Κλάιβ Οουεν και η Ναόμι Γουότς, ως πράκτορας της Ιντερπόλ και στέλεχος δικαστικής υπηρεσίας αντίστοιχα, προσπαθούν να βάλουν τέλος στις παράνομες δραστηριότητες μιας διεθνούς υπερ-τράπεζας με έδρα το Λουξεμβούργο. Ο Ούλριχ Τόμσεν που υποδύεται τον γενικό διευθυντή της τράπεζας, δίνει εντολές για ύποπτες συναλλαγές, εμπόριο όπλων και δολοφονίες, προκειμένου να προστατεύσει τα συμφέροντά του. Το σκεπτικό που αναλύει ο ίδιος στην ταινία είναι πολύ απλό. Δεν τον ενδιαφέρουν άμεσα ούτε τα κέρδη από το εμπόριο όπλων ούτε το ποιος κάνει πόλεμο με ποιον. Αυτό που θέλει είναι να γίνονται πόλεμοι και να δημιουργούνται ανάγκες δανεισμού. Οποιος ελέγχει τα χρέη των χωρών, καταφέρνει να έχει και τον γενικότερο έλεγχο. Οπως είπε στο Βερολίνο ο Τίκβερ, η ταινία άρχισε να σχεδιάζεται πριν από έξι χρόνια, όταν η οικονομική κρίση δεν υπήρχε ούτε καν ως υποψία. Φέτος όμως, κάθεται γάντι, έστω κι αν αυτό το στοιχείο είναι το πιο καλό κομμάτι της ταινίας.
Σκοτεινό πρόσωπο
- Επιχειρηματίες και επιχειρήσεις με σκοτεινό πρόσωπο υπήρχαν πάντα στον κινηματογράφο. Τους έχουμε δει από οικονομικά θρίλερ όπως η «Wall Street», μέχρι κωμωδίες σαν την «Πολυθρόνα για δύο», κοινωνικά δράματα σαν την «Εξαφάνιση της Κάρεν Σίλκγουντ», θρίλερ με πολιτικές επεκτάσεις όπως το «Σύνδρομο της Κίνας», βιογραφίες οικολογικών αγωνιστών σαν την «Εριν Μπρόκοβιτς» ή δράματα κριτικής στις επιχειρήσεις και τα ΜΜΕ σαν το «Ιnsider». Δεν είναι επομένως η παρουσία των επιχειρηματιών και των επιχειρήσεων το νέο φαινόμενο στον κινηματογράφο. Το νέο στοιχείο είναι ο τρόπος δράσης τους. Από έναν στενό κύκλο δραστηριοτήτων επεκτείνονται σε ένα κύκλωμα με παγκόσμιες επιπτώσεις. Για να μιλήσει δηλαδή κανείς με επιχειρηματικούς όρους, πηγαίνουν από το local στο global. 'Η και το ξεπερνούν, φτάνοντας ακόμη και στο Διάστημα, όπως συμβαίνει στον αριστουργηματικό «Wall-e». Η κυβέρνηση της μοναδικής υπερδύναμης του πλανήτη ταυτίζεται με έναν επιχειρηματικό κολοσσό, που παράγει τα πάντα και ελέγχει κάθε επιχειρηματική δραστηριότητα στη Γη. Η υπερκατανάλωση που προωθεί έχει συνέπεια την καταστροφή της Γης και την κάλυψή της με σκουπίδια. Οι άνθρωποι αναγκάζονται να ζήσουν σε έναν διαστημικό σταθμό, μέσα στη νωθρότητα και την αφασία, από την οποία ξυπνούν μόνο χάρη στον Wall-e. Το φιλότιμο ρομποτάκι, εκτός από τα σκουπίδια που μαζεύει με εργατικότητα, καταφέρνει να ανατρέψει τα σχέδια της υπερδύναμης που στόχο έχει απλώς και μόνο το κέρδος.
- Οι νέοι «κακοί» επιχειρηματίες του κινηματογράφου οφείλουν να λειτουργούν σε μεγαλύτερη κλίμακα, για να είναι πιο αντιπαθείς και πιο πειστικοί. Η περιπτωσιακή δράση των παλιών εκκεντρικών εκατομμυριούχων δεν αφορά πλέον κανέναν. Αντίθετα, οι πιθανές ύποπτες δραστηριότητες μιας τράπεζας που μπορεί να έχει υποκατάστημα δίπλα στο σπίτι μας ή ενός οργανισμού στον οποίο μπορεί να ανήκουμε ως μέλη ή φίλοι, δίνουν μιας πρώτης τάξης υλικό για τη φαντασία των σεναριογράφων.
- Οπως ο κινηματογράφος παίρνει ερεθίσματα από την αληθινή ζωή, είναι βέβαιο ότι μέσα στα επόμενα χρόνια θα δούμε πολύ περισσότερες τέτοιες ιστορίες, με το «επιχειρηματικό κακό» να προσπαθεί να κυβερνήσει τον κόσμο. Τα στούντιο, ωστόσο, δεν περίμεναν τη μεγάλη οικονομική κρίση για να προωθήσουν σε παραγωγή σενάρια με τέτοιες ιστορίες. Η δυσπιστία που επικρατεί στον κόσμο για τα κίνητρα και τις προθέσεις των μεγάλων οικονομικών οργανισμών δικαιολογεί επαρκώς το «πράσινο φως» γι' αυτές τις ταινίες. Η «Syriana» και ο «Επίμονος κηπουρός» του 2005 ήταν δύο τέτοιες ταινίες που άνοιξαν τη νέα εποχή του επιχειρηματικού κακού στο σινεμά. Στη «Syriana», οι αμερικανικές εταιρείες πετρελαίου επιδίδονται σε ένα κύκλωμα ύποπτων συναλλαγών με ασφαλιστικές εταιρείες, τις αραβικές χώρες, την Κίνα και τη CIA. Ολοι εμπλέκονται στο ίδιο παιχνίδι, τον έλεγχο της αγοράς πετρελαίου και τα κόστη που περνούν στον καταναλωτή.
- Στον «Επίμονο κηπουρό», ο ισχυρός είναι οι φαρμακευτικές εταιρείες, που χρησιμοποιούν την Αφρική ως σκουπιδότοπο για τα ληγμένα τους φάρμακα, με την πρόφαση της φιλανθρωπίας, αλλά και τους πένητες και πεινασμένους Αφρικανούς ως πειραματόζωα. Φυσικά, όπου υπάρχουν οικονομικά συμφέροντα, είναι απαραίτητη και η πολιτική προστασία, έτσι και εκεί οι μυστικές υπηρεσίες έχουν έναν βασικό ρόλο στη διατήρηση της κατάστασης.
Υπέρογκα bonus
- Τα δελτία ειδήσεων καθημερινά τροφοδοτούν με άφθονο υλικό την αντιπάθεια κατά των μεγάλων επιχειρήσεων. Μπορεί να μην αποκαλύπτουν φονικές συνωμοσίες και εμπόριο όπλων, όμως οι ειδήσεις για τα στελέχη τραπεζών που κατάσχουν σπίτια και απειλούν μέσω εισπρακτικών εταιρειών, ενώ δίνουν στους εαυτούς τους υπέρογκα bonus και διοργανώνουν τριήμερα επαγγελματικής ενημέρωσης σε πολυτελή σπα, χτίζουν το κλίμα που τις απομακρύνει από τον πολύ κόσμο και τις τοποθετεί στη θέση του «κακού». Και στο σινεμά και στην αληθινή ζωή.
- Με την κρίση και την ύφεση που ακολουθεί, όσο πραγματική ή πλαστή κι αν είναι (το ντοκιμαντέρ «Zeitgeist» επιμένει ότι πρόκειται για έναν κύκλο που επαναλαμβάνεται εντέχνως για τη διατήρηση των προνομίων των ισχυρών), οι περισσότεροι από εμάς έχουμε λόγους να ανησυχούμε. Ο κινηματογράφος, ωστόσο, έχει λόγους να χαίρεται, αφού έχει ανακαλύψει ήρωες που ταιριάζουν με την τρέχουσα επικαιρότητα, είναι πειστικοί, έχουν άμεση και ζωντανή σχέση με το κοινό, ενώ ταυτόχρονα βρίσκονται σε μια απόσταση που αφήνει ζωηρή τη φαντασία για το τι μπορεί να κρύβεται στα γραφεία των γυάλινων κτιρίων των μεγάλων επιχειρήσεων. [Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01-03-09]
Truth and reconciliation
Adapting Bernhard Schlink's Holocaust novel The Reader for the big screen was always going to be a challenge, but the deaths of two producers - Anthony Minghella and Sydney Pollack - made it all the harder. David Hare, who wrote the screenplay, recounts the tortured journey from book to film
- David Hare
- The Guardian, Saturday 13 December 2008
- Article history
Not a book about forgiveness ... The Reader
Long before film-makers of any nationality began their attempts to offer fictionalised drama about the Holocaust, the Swiss director Jean-Luc Godard made a famous statement: "If ever a film is to be made about Auschwitz, it will have to be from the point of view of the guards."
- The Reader
- Release: 2008
- Countries: Rest of the world, USA
- Cert (UK): 15
- Runtime: 123 mins
- Directors: Stephen Daldry
- Cast: David Kross, Jeanette Hain, Kate Winslet, Ralph Fiennes, Susanne Lothar
- I would love to be able to claim that Godard's remark came immediately to mind when I first read Bernhard Schlink's novel The Reader on its original publication in the English language in 1997. If it had, it would most certainly have been appropriate. Like so many people in Britain, I had first heard of the book when I read George Steiner's recommendation in the Observer: "A masterly work . . . The reviewer's sole and privileged function is to say as loudly as he is able, 'Read this' and 'Read it again.'" Since nobody had ever imagined Steiner was a critic who would praise any modern novel lightly, this ringing endorsement was especially striking. I went out and bought the book at once.
- The reason The Reader made such a strong impression and became such a success throughout the world was because it genuinely did open a new field of inquiry. It had already taken a long time for the suffering of Jews in the European concentration camps of the 1930s and 40s to reach deep into public consciousness. In the 20 years immediately after the end of the war, there was an understandable reluctance among survivors to describe in any detail what they had been through. It was as if a seemly reticence were the only available response to murder on such a previously unimagined scale. In Israel, in particular, the resolve to build a new country meant that older people were not encouraged to talk about the past. Often, indeed, people felt ashamed of being alive when so many of their families and fellow inmates had been killed. When Primo Levi's If This is a Man was first published soon after the war, most of the 2,500 copies printed mouldered unsold in an Italian warehouse.
- If in Israel it was the appearance and conviction of Adolf Eichmann in Jerusalem in 1961 that brought about a decisive shift in public understanding, the Auschwitz trials in Frankfurt between 1963 and 1965 - realised through the persistence of one lone prosecutor, Fritz Bauer - had a comparable impact in Germany. Thirty years after those trials, it was Schlink's singular achievement as a lawyer conceiving his first non-detective novel to invent a narrative that finally articulated the dilemma of so many Germans who were born, through no fault of their own, as the children of a great crime. How does a succeeding generation deal with the transgressions of their parents? How do they find a way of living anything like a normal life? The Reader is not simply a novel specific to the postwar German experience. It is also a more far-reaching exploration of the painful and difficult process we all now know under the name of truth and reconciliation.
- The story of The Reader is simple on the page, conceived, it seems, with the clarity of the fable, reminiscent as Steiner says "of an extended novella in the manner of Kleist or Schnitzler". But once examined, its meanings become more complex. In a German provincial town in the mid-1950s, a 15-year-old boy, Michael Berg, is given a sexual initiation by an older woman, Hanna Schmitz, whom he has met when he has fallen ill on the way home and to whom he reads aloud great works of world literature. Even at the time and with so little experience, Michael, out of his depth, can nevertheless feel that the relationship has an undertow which is not wholly usual. Without warning, Hanna disappears from his life. Some years later, when, as an undergraduate studying law, Michael attends a war crimes trial in a town near Heidelberg, he is shocked to discover that one of the defendants is his one-time lover. Hanna has worked as a guard in a concentration camp. On the subsequent death marches, she has committed a shocking war crime. But disturbingly, as the trial proceeds, Michael realises he is in possession of evidence about her that, if he were to reveal it, would serve at least to mitigate Hanna's sentence. Can he bring himself to help someone whom he has loved but who he feels has betrayed him? Worse, what duty does he have towards someone who has done so many terrible things?
- It's clear the moment you finish the novel that in no sense can it be seen as a book about forgiveness. On the contrary, Schlink makes it plain, both in his writing and in private conversation, that no writer of whatever background, portraying the crimes of the German people, has the moral right to extend to his characters any possibility of redemption. For that reason, anyone whose unlikely response to the book is to want to make a film of it faces an unusual challenge. The conventional Hollywood narrative always ends in the hero coming to some understanding of his own flaws. Uplift, you may say, is built into the contract. But Hanna, at the author's own insistence, reaches no real understanding of what she has done. You may even argue that no understanding of such extreme crimes is even possible. How, then, was anyone to embark on a movie in which one of the two principal characters essentially learns nothing?
- Perhaps it was a mark of my stubbornness that I wanted to write the screenplay of The Reader precisely because I knew the task would be so unusual. More charitably, you could say that even by the time I read the book 10 years ago, I was already, like so many contemporary cinemagoers, weary of genre pictures. Much as I still loved going to the cinema, I could no longer endure films that followed formulae the audience already recognised. For me, Schindler's List had represented a high-water mark. I saw it once and never saw it again, because it achieved so completely what Godard had thought unachievable. It did justice to the sufferings of its subjects. It was both unnecessary and impossible to attempt to do it better. What excited me was the prospect of attempting its opposite. We would try to examine the consequences of the same events, but from the point of view of the perpetrators and of their descendants.
- It isn't possible in the course of a short article to get across just how tortured the path has been from reading the novel to finally sitting in front of a fresh-struck print of the film. All films are hard, but this one was harder than most and, as it turned out, crueller. The rights to the book had been sold on publication to the British film-maker Anthony Minghella, and to his American partner Sydney Pollack, who together had formed a benign organisation called Mirage, which existed both to offer companionable help to fellow film-makers, and for Sydney and Anthony to develop their own projects. However much I badgered Anthony to be allowed to write the screenplay, it was his firm intention to write and direct the film himself. It was nine years later, in the autumn of 2006, that Anthony finally rang the director Stephen Daldry to admit defeat. He would never be able to find time among his numerous commitments to get round to The Reader. He felt bad that he had not been able to fulfil his promise to the author of the book to make the film. So Stephen and I would therefore be allowed to go ahead, but on one condition. We must deliver the film within one calendar year of being granted the rights.
- No one at that point could have foreseen the extraordinary series of misfortunes that soon overtook us. Some time after the start of filming, we lost our original leading lady, happily to pregnancy. So the shoot was first delayed and then suspended. During this hiatus, we worked again with Sydney and Anthony, two producers who made an interesting contrast - Anthony discursive, generous, professorial, like a popular teacher at a good university; Sydney quieter, more decisive, everyone's favourite acting coach, keen always to address the fundamental themes that on close examination can make Schlink's writing seem so mysterious. Time and again, Sydney would draw us back to the question: What exactly is the metaphor of reading in the film? What is the function of literature?
- During these relaxed meetings we talked with a collegiate ease that, in my experience, is pretty rare in modern Hollywood. Never once did Stephen and I feel we were working "for" Sydney and Anthony. Rather, we were four collaborators on a film that fascinated us equally. So it was a loss beyond measure when both our producers died in the space of two months. We had long known Sydney was ill, dealing with cancer with characteristic grace and dispatch. But Anthony's death was out of the blue. I'd just sent him a scene I'd rewritten. I'd got his reply. A few days later he was dead. He was 54.
- In the middle of these tragedies, somehow the film got made. There were two factors working in its favour. First, there was the skill and resilience of Stephen Daldry, on to whose shoulders the burden of the film at once fell. But second, and just as important, there was the steadfast excellence of the largely German cast and crew, led by Kate Winslet and Ralph Fiennes, and spotted with some of the greatest actors from the German theatre. At the outset, Stephen and I had felt like interlopers, daring to arrive in Berlin to address a subject that, you might think, our hosts knew far more intimately than we. The scrupulousness of Stephen's historical research and the accuracy of his reconstructions were more than a defensive gesture from a film-maker with a professional pride in getting things right. More, it was a group effort from all the Germans who worked alongside us. In every department, the crew were determined not just that this story should be told, but that it should, in every detail, be authentic and convincing. Never before have I felt that the making of a film and the subject of a film - truth and reconciliation - could be so perfectly aligned.
Την ιστορία της ταινίας «Σφραγισμένα χείλη» αφηγείται ο σεναριογράφος Ντέιβιντ Χέαρ
The Guardian
- Πολύ πριν επιχειρήσει οποιοσδήποτε σκηνοθέτης να ασχοληθεί με ταινία μυθοπλασίας για το Ολοκαύτωμα, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είχε δηλώσει: «Αν πρόκειται ποτέ να γυριστεί ταινία με θέμα το Αουσβιτς, θα πρέπει να είναι από τη σκοπιά των δεσμοφυλάκων».
- Ομολογώ ότι η παρατήρηση του Γκοντάρ δεν ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν διάβασα το μυθιστόρημα του Μπέρνχαρντ Σλινκ «Διαβάζοντας στη Χάνα» (το βιβλίο στο οποίο στηρίχθηκε το φιλμ «Σφραγισμένα χείλη»). Κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1997 και, όπως πολλοί άλλοι στη Βρετανία, πρωτοάκουσα γι' αυτό χάρη στο σχόλιο του Τζορτζ Στάινερ στον Ομπζέρβερ: «Ενα σπουδαίο έργο… Το μόνο που οφείλει να πει ο κριτικός όσο πιο δυνατά μπορεί είναι «Διαβάστε το» και «Ξαναδιαβάστε το»». Καθώς κανένας δεν θα φανταζόταν ότι ο Στάινερ είναι ένας κριτικός που εύκολα μοιράζει εγκώμια, το σχόλιό του αυτό ήταν πολύ εντυπωσιακό. Πήγα αμέσως και αγόρασα το βιβλίο.
Το δίλημμα των Γερμανών
- Ο λόγος που το μυθιστόρημα αυτό έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση ήταν επειδή άνοιγε πραγματικά ένα νέο πεδίο έρευνας. Είχε ήδη χρειαστεί πολύς καιρός για να αγγίξει σε βάθος τη συλλογική συνείδηση το μέγεθος της τραγωδίας των Εβραίων στα ναζιστικά στρατόπεδα. Για είκοσι περίπου χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, υπήρχε μια απροθυμία εκ μέρους των επιζώντων να διηγηθούν τι είχαν περάσει. Στο Ισραήλ, ιδιαίτερα, η απόφαση να χτιστεί μια νέα χώρα σήμαινε ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι δεν ενθαρρύνονταν να μιλούν για το παρελθόν. Oταν πρωτοδημοσιεύτηκε στην Ιταλία το βιβλίο του Πρίμο Λέβι «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος», ελάχιστα αντίτυπα πουλήθηκαν.
- Αν στο Ισραήλ η καταδίκη του Αϊχμαν, το 1961, σηματοδότησε μια αποφασιστική στροφή στη συλλογική συνείδηση, οι δίκες για το Αουσβιτς στη Φρανκφούρτη μεταξύ 1963 και 1965 είχαν παρόμοιο αντίκτυπο στη Γερμανία. Τριάντα χρόνια ύστερα από εκείνες τις δίκες, ο Σλινκ κατόρθωσε να επινοήσει μια αφήγηση που τελικά αποτύπωσε το δίλημμα των Γερμανών της μεταπολεμικής γενιάς. Πώς μπορούσαν να αντιμετωπίσουν όσα διέπραξαν οι γονείς τους; Πώς ήταν δυνατόν να βρουν έναν τρόπο να ζήσουν μια στοιχειωδώς φυσιολογική ζωή; Το «Διαβάζοντας στη Χάνα» δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα που εστιάζει στη μεταπολεμική γερμανική εμπειρία. Είναι επίσης μια βαθύτερη εξερεύνηση της οδυνηρής και δύσκολης διαδικασίας που όλοι γνωρίζουμε: της αλήθειας και της συμφιλίωσης.
- Η ιστορία που αφηγείται το βιβλίο έχει την απλότητα ενός μύθου, αν όμως την καλοεξετάσεις, τα νοήματά της γίνονται πιο περίπλοκα. Σε μια γερμανική επαρχιακή πόλη τη δεκαετία του '50, ένα 15χρονο αγόρι, ο Μίχαελ Μπεργκ, έχει την πρώτη του σεξουαλική εμπειρία με μια μεγαλύτερή του γυναίκα, τη Χάνα Σμιτς. Στις συναντήσεις τους, αρχίζει να της διαβάζει μεγαλόφωνα σελίδες από έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Παρά την μικρή εμπειρία του, ο Μίχαελ αισθάνεται ότι κάτι ασυνήθιστο υπάρχει σ' αυτή τη σχέση. Ξαφνικά, η Χάνα εξαφανίζεται από τη ζωή του. Μερικά χρόνια αργότερα, ενώ σπουδάζει νομικά, ο Μίχαελ παρακολουθεί μια δίκη για εγκλήματα πολέμου και με έκπληξη διαπιστώνει ότι η Χάνα είναι κατηγορούμενη - είχε υπηρετήσει ως δεσμοφύλακας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου είχε διαπράξει σοβαρά εγκλήματα. Καθώς η δίκη προχωράει, ο Μίχαελ συνειδητοποιεί ότι κατέχει κάποια στοιχεία που, αν τα αποκαλύψει, μπορεί να βοηθήσει να μετριαστεί η ποινή της Χάνας. Θα αποφασίσει να βοηθήσει μια γυναίκα που την αγάπησε αλλά που αισθάνεται ότι τον πρόδωσε; Και το χειρότερο, ποιο καθήκον μπορεί να έχει απέναντι σε κάποια που φέρει το βάρος τόσο φριχτών πράξεων;
- Είναι σαφές ότι τελειώνοντας το μυθιστόρημα κατά κανένα τρόπο δεν μπορείς να το δεις σαν ένα βιβλίο για τη συγχώρηση. Αντίθετα, ο Σλινκ καθιστά σαφές, τόσο στο γράψιμό του όσο και στις συνεντεύξεις του, ότι κανένας συγγραφέας δεν έχει το ηθικό δικαίωμα, περιγράφοντας τα εγκλήματα του γερμανικού λαού, να επεκτείνει στους ήρωές του τη δυνατότητα της εξιλέωσης. Γι' αυτό, όποιος θα σκεφτόταν να μεταφέρει το μυθιστόρημα στον κινηματογράφο, θα αντιμετώπιζε μιαν ασυνήθιστη πρόκληση. Η συμβατική χολιγουντιανή αφήγηση πάντα τελειώνει με τον ήρωα να φτάνει σε κάποια συνειδητοποίηση των δικών του λαθών. Η ηθική ανύψωση, θα μπορούσες να πεις, είναι ενσωματωμένη μέσα στο συμβόλαιο. Η Χάνα όμως δεν καταφέρνει να κατανοήσει πραγματικά αυτό που έχει κάνει. Ισως, βέβαια, η συνειδητοποίηση τόσο ακραίων εγκλημάτων να μην είναι καν εφικτή.
Με Μινγκέλα και Πόλακ
- Ισως ήταν σημάδι της ξεροκεφαλιάς μου που θέλησα να γράψω το σενάριο, επειδή ήξερα πόσο ασυνήθιστο θα ήταν το εγχείρημα. Μια άλλη εξήγηση είναι ότι είχα κουραστεί, όπως πολλοί φίλοι του κινηματογράφου, από τις ταινίες καθορισμένου «είδους». Δεν άντεχα πια τα φιλμ που ακολουθούσαν αναγνωρίσιμες συνταγές.
- Τα δικαιώματα του βιβλίου είχαν πουληθεί στον Βρετανό σκηνοθέτη Αντονι Μινγκέλα και στον Αμερικανό συνάδελφό του Σίντνεϊ Πόλακ, οι οποίοι είχαν ιδρύσει μια εταιρεία, την Mirage, με στόχο τη συμπαράσταση σε συναδέλφους τους όσο και την πραγματοποίηση δικών τους σχεδίων. Οσο όμως κι αν πίεσα τον Αντονι να μου αναθέσει το σενάριο, ήταν αποφασισμένος να γράψει και να σκηνοθετήσει ο ίδιος την ταινία. Πέρασαν εννέα χρόνια, μέχρι το φθινόπωρο του 2006, όταν ο Αντονι τελικά τηλεφώνησε στον σκηνοθέτη Στίβεν Ντάλντρι. Δεν είχε καταφέρει να βρει χρόνο για να ασχοληθεί με την ταινία, όπως είχε υποσχεθεί στον συγγραφέα.
- Ετσι, ο Στίβεν κι εγώ πήραμε το «πράσινο φως» για να προχωρήσουμε. Κανένας τότε δεν θα μπορούσε να προβλέψει την απίθανη σειρά ατυχιών που έπεσε πάνω μας. Λίγο μετά την έναρξη των γυρισμάτων, «χάσαμε» την αρχική μας πρωταγωνίστρια (την Νικόλ Κίντμαν), ευτυχώς λόγω εγκυμοσύνης. Τα γυρίσματα διακόπηκαν και στο διάστημα αυτό συνεργαστήκαμε και πάλι με τον Σίντνεϊ και τον Αντονι, δύο ανθρώπους με ενδιαφέρουσες αντιθέσεις - ο Αντονι ομιλητικός, ζωηρός, γενναιόδωρος· ο Σίντνεϊ πιο ήσυχος πιο αποφασιστικός, εξαιρετικός δάσκαλος για τους ηθοποιούς, με τη διάθεση πάντα να εμβαθύνει στα ζητήματα που έθετε το βιβλίο.
Διπλή απώλεια
- Ποτέ δεν αισθανθήκαμε, ο Στίβεν κι εγώ, ότι δουλεύαμε «για» τον Σίντνεϊ και τον Αντονι. Νιώθαμε σαν τέσσερις συνεργάτες σε μια ταινία που μας γοήτευε εξίσου. Ετσι ήταν τρομακτική η απώλεια όταν και οι δύο παραγωγοί μας πέθαναν σε διάστημα δύο μηνών. Γνωρίζαμε ότι ο Σίντνεϊ ήταν άρρωστος και τον βλέπαμε να αντιμετωπίζει τον καρκίνο με θαυμαστή αξιοπρέπεια. Αλλά ο θάνατος του Αντονι ήταν εντελώς αναπάντεχος. Του είχα μόλις στείλει μια σκηνή που είχα γράψει και πήρα την απάντησή του. Λίγες μέρες αργότερα πέθανε. Ηταν 54 ετών.
- Εν μέσω αυτών των τραγωδιών, καταφέραμε τελικά να ολοκληρώσουμε την ταινία. Υπήρχαν δύο παράγοντες που λειτούργησαν υπέρ της. Πρώτα - πρώτα, η δεξιοτεχνία και η αντοχή του Στίβεν Ντάλντρι, που πάνω στους ώμους του έπεσε το μεγαλύτερο βάρος. Δεύτερο, και εξίσου σημαντικό, ήταν το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο των ηθοποιών και των τεχνικών. Με επικεφαλής την Κέιτ Γουίνσλετ και τον Ρέιφ Φάινς, η ομάδα των ερμηνευτών είχε στους κόλπους της μερικούς από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς του γερμανικού θεάτρου. Το γύρισμα αυτής της ταινίας ήταν μια συλλογική προσπάθεια στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Γερμανοί που δούλεψαν μαζί μας, με τη βούληση να φτάσουμε σε ένα αποτέλεσμα αυθεντικό και πειστικό. Ποτέ πριν δεν είχα αισθανθεί ότι η πραγματοποίηση μιας ταινίας και το θέμα της -η αλήθεια και η συμφιλίωση- θα μπορούσαν να συνδεθούν τόσο αρμονικά.
- Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/03/2009
Tuesday, March 3, 2009
Υποψήφιος για το βραβείο Genie ο Νίκος Κυπουργός
- Η μουσική του Νίκου Κυπουργού για την ταινία «Fugitive Ρieces» του Τζέρεμι Ποντέσβα θα είναι ανάμεσα στις πέντε υποψήφιες για τα φετινά βραβεία Genie (τα ετήσια καναδικά βραβεία κινηματογράφου, αντίστοιχα των αμερικανικών Οσκαρ). Η ταινία, που θα βγει στις ελληνικές αίθουσες στα τέλη Μαρτίου, είναι επίσης υποψήφια και για τα βραβεία φωτογραφίας, προσαρμογής σεναρίου, καλλιτεχνικής διεύθυνσης, δεύτερου αντρικού και δεύτερου γυναικείου ρόλου. Η μουσική για την ταινία «Fugitive Ρieces» περιέχεται στην τελευταία δισκογραφική δουλειά του Νίκου Κυπουργού, «Slow Μotion», μαζί με τη μουσική που έγραψε ο συνθέτης για 12 ακόμη ελληνικές και ξένες ταινίες.
Ολα τα Σεζάρ στη «Seraphine»
Το αντίπαλον δέος της ταινίας του Προβόστ, το «Mesrine» του Ζαν-Φρανσουά Ρισέ, απέσπασε μόλις τρία βραβεία από τα δέκα που ήταν υποψήφιο. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Βενσάν Κασέλ, σήκωσε το Σεζάρ Α’ ανδρικού ρόλου, ενώ στον Ρισέ απονεμήθηκε το Σεζάρ καλύτερης σκηνοθεσίας. Το Σεζάρ Β’ ανδρικού ρόλου απονεμήθηκε στον Ζαν-Ραούλ Ροσιγιόν για την ερμηνεία του στην ταινία «Μια νύχτα Χριστουγέννων», ενώ το Σεζάρ Β’ γυναικείου ρόλου απέσπασε η Ελσα Ζίλμπερσταϊν για την ερμηνεία της στην ταινία «Απλά σ’ αγαπώ».
Η βραδιά είχε και χολιγουντιανό άρωμα καθώς ο Ντάστιν Χόφμαν παρέλαβε το τιμητικό Σεζάρ για το σύνολο της προσφοράς του, ενώ ο πρόσφατα βραβευμένος με Οσκαρ, Σον Πεν, απένειμε το Σεζάρ καλύτερης ταινίας.
Μία ημέρα νωρίτερα, ο Ντάστιν Χόφμαν τιμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση με το μετάλλιο της Τάξης των Γραμμάτων και των Τεχνών. «Δεν έχω τελειώσει ακόμη», δήλωσε ο 71χρονος ηθοποιός λίγο πριν αφήσει τη σκηνή της τελετής με το βραβείο στα χέρια.
O Σον Πεν θα μπορούσε να αποσπάσει ένα ακόμη βραβείο στη σπουδαία καριέρα του καθώς η ταινία του «Ταξίδι στην άγρια φύση» ήταν υποψήφια για το Σεζάρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Ομως το «Βαλς με τον Μπασίρ» του Αρι Φόλμαν ήταν το εκλεκτό φιλμ των ψηφοφόρων. Το ευτράπελο που σημάδεψε τη φετινή τελετή απονομής των βραβείων ήρθε από το σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή της «αδικημένης» ταινίας «Bienvenue chez les Ch’tis», Ντάνι Μπουν. Θέλοντας να διαμαρτυρηθεί για την απουσία της ταινίας του από τις υποψηφιότητες (διεκδίκησε χωρίς επιτυχία το Σεζάρ καλύτερου σεναρίου), ο Γάλλος σκηνοθέτης εμφανίστηκε στην τελετή φορώντας… φόρμα κάτω από το φράκο.[Ελεύθερος Τύπος, Τρίτη, 03.03.09]
Monday, March 2, 2009
Gran Τorino (ΗΠΑ, 2008, 116') Σκηνοθεσία: Κλιντ Ιστγουντ Παίζουν: Κλιντ Ιστγουντ, Μπι Βανγκ, Ανι Χέιρ
Dirty Walt
- Αυτή τη φορά λέγεται Γουόλτ Κοβάλσκι.
- Μια αντίκα. Οπως ο ίδιος.
Στην πραγματικότητα όμως ο Γουόλτ Κοβάλσκι είναι πολύ πιο τρυφερός απ΄ όσο επιτρέπει στον εαυτό του να φανεί και αυτή η τρυφερότητά του θα αναδυθεί με τη συνδρομή μιας οικογένειας ασιατών γειτόνων. Εκεί άλλωστε βρίσκεται η καρδιά αυτής της απλής, ήρεμης και στιβαρής ταινίας: το περιθώριο να αλλάξεις, να βρεις τη γαλήνη, να συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου, να ανακαλύψεις το νόημα της ύπαρξής σου δεν χάνεται ποτέ, ακόμη κι όταν βρίσκεσαι δυο βήματα πριν από τον θάνατο.
Την ίδια ώρα, ο Κοβάλσκι του «Gran Τorino» είναι ένας απίστευτα γοητευτικός ήρωας, τον οποίο απλώς χαίρεσαι να βλέπεις. Μοιάζει με μωσαϊκό πολλών προηγούμενων ηρώων του Ιστγουντ· ένας χάρτης από σταθμούς της ως τώρα πορείας του μπροστά στον φακό. Κάπου βλέπεις τον «Dirty Ηarry» συνταξιούχο, αλλά με το ίδιο αποφασιστικό βλέμμα. Εντάξει, μπορεί να μην τραβά το πιστόλι τόσο γρήγορα όσο ο «Ανθρωπος δίχως όνομα» των σπαγκέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, όμως δεν διστάζει να το τραβήξει. Ή να μπλοφάρει. Και η πίκρα που κουβαλά για την προηγούμενη ζωή του, ίσως έχει αρκετά κοινά σημεία με εκείνη του Γουίλιαμ Μάνι των «Ασυγχώρητων».
Ο Κοβάλσκι είναι ένα απόσταγμα όλων όσα έχουμε αγαπήσει τόσα χρόνια από την κινηματογραφική περσόνα του Κλιντ Ιστγουντ και που θα εξακολουθούμε να αγαπάμε όσο θα ανανεώνεται παραμένοντας ίδια.
- γιαννης ζουμπουλακης | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Μαρτίου 2009
Related articles
-
-
-
-
Emma Brockes meets Clint Eastwood, one of the last American heroes, to talk about films, politics, ageing ... and the truth about that Spike Lee spat
-
-
Drama about the developing friendship between a Korean war veteran and his young Hmong neighbour sets new opening record for a Clint Eastwood film
-
-
With his new film, Clint Eastwood is finally disavowing the racism and vengefulness of Dirty Harry. You might even see this as an apology, says John Patterson