Wednesday, March 4, 2009

Την ιστορία της ταινίας «Σφραγισμένα χείλη» αφηγείται ο σεναριογράφος Ντέιβιντ Χέαρ

Το έγκλημα, η αλήθεια και η συμφιλίωση

The Guardian

  • Πολύ πριν επιχειρήσει οποιοσδήποτε σκηνοθέτης να ασχοληθεί με ταινία μυθοπλασίας για το Ολοκαύτωμα, ο Ζαν-Λυκ Γκοντάρ είχε δηλώσει: «Αν πρόκειται ποτέ να γυριστεί ταινία με θέμα το Αουσβιτς, θα πρέπει να είναι από τη σκοπιά των δεσμοφυλάκων».
  • Ομολογώ ότι η παρατήρηση του Γκοντάρ δεν ήταν το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό όταν διάβασα το μυθιστόρημα του Μπέρνχαρντ Σλινκ «Διαβάζοντας στη Χάνα» (το βιβλίο στο οποίο στηρίχθηκε το φιλμ «Σφραγισμένα χείλη»). Κυκλοφόρησε στα αγγλικά το 1997 και, όπως πολλοί άλλοι στη Βρετανία, πρωτοάκουσα γι' αυτό χάρη στο σχόλιο του Τζορτζ Στάινερ στον Ομπζέρβερ: «Ενα σπουδαίο έργο… Το μόνο που οφείλει να πει ο κριτικός όσο πιο δυνατά μπορεί είναι «Διαβάστε το» και «Ξαναδιαβάστε το»». Καθώς κανένας δεν θα φανταζόταν ότι ο Στάινερ είναι ένας κριτικός που εύκολα μοιράζει εγκώμια, το σχόλιό του αυτό ήταν πολύ εντυπωσιακό. Πήγα αμέσως και αγόρασα το βιβλίο.

Το δίλημμα των Γερμανών

  • Ο λόγος που το μυθιστόρημα αυτό έκανε τόσο μεγάλη αίσθηση ήταν επειδή άνοιγε πραγματικά ένα νέο πεδίο έρευνας. Είχε ήδη χρειαστεί πολύς καιρός για να αγγίξει σε βάθος τη συλλογική συνείδηση το μέγεθος της τραγωδίας των Εβραίων στα ναζιστικά στρατόπεδα. Για είκοσι περίπου χρόνια μετά το τέλος του πολέμου, υπήρχε μια απροθυμία εκ μέρους των επιζώντων να διηγηθούν τι είχαν περάσει. Στο Ισραήλ, ιδιαίτερα, η απόφαση να χτιστεί μια νέα χώρα σήμαινε ότι οι μεγαλύτεροι σε ηλικία άνθρωποι δεν ενθαρρύνονταν να μιλούν για το παρελθόν. Oταν πρωτοδημοσιεύτηκε στην Ιταλία το βιβλίο του Πρίμο Λέβι «Αν αυτό είναι ο άνθρωπος», ελάχιστα αντίτυπα πουλήθηκαν.
  • Αν στο Ισραήλ η καταδίκη του Αϊχμαν, το 1961, σηματοδότησε μια αποφασιστική στροφή στη συλλογική συνείδηση, οι δίκες για το Αουσβιτς στη Φρανκφούρτη μεταξύ 1963 και 1965 είχαν παρόμοιο αντίκτυπο στη Γερμανία. Τριάντα χρόνια ύστερα από εκείνες τις δίκες, ο Σλινκ κατόρθωσε να επινοήσει μια αφήγηση που τελικά αποτύπωσε το δίλημμα των Γερμανών της μεταπολεμικής γενιάς. Πώς μπορούσαν να αντιμετωπίσουν όσα διέπραξαν οι γονείς τους; Πώς ήταν δυνατόν να βρουν έναν τρόπο να ζήσουν μια στοιχειωδώς φυσιολογική ζωή; Το «Διαβάζοντας στη Χάνα» δεν είναι απλώς ένα μυθιστόρημα που εστιάζει στη μεταπολεμική γερμανική εμπειρία. Είναι επίσης μια βαθύτερη εξερεύνηση της οδυνηρής και δύσκολης διαδικασίας που όλοι γνωρίζουμε: της αλήθειας και της συμφιλίωσης.
  • Η ιστορία που αφηγείται το βιβλίο έχει την απλότητα ενός μύθου, αν όμως την καλοεξετάσεις, τα νοήματά της γίνονται πιο περίπλοκα. Σε μια γερμανική επαρχιακή πόλη τη δεκαετία του '50, ένα 15χρονο αγόρι, ο Μίχαελ Μπεργκ, έχει την πρώτη του σεξουαλική εμπειρία με μια μεγαλύτερή του γυναίκα, τη Χάνα Σμιτς. Στις συναντήσεις τους, αρχίζει να της διαβάζει μεγαλόφωνα σελίδες από έργα της παγκόσμιας λογοτεχνίας. Παρά την μικρή εμπειρία του, ο Μίχαελ αισθάνεται ότι κάτι ασυνήθιστο υπάρχει σ' αυτή τη σχέση. Ξαφνικά, η Χάνα εξαφανίζεται από τη ζωή του. Μερικά χρόνια αργότερα, ενώ σπουδάζει νομικά, ο Μίχαελ παρακολουθεί μια δίκη για εγκλήματα πολέμου και με έκπληξη διαπιστώνει ότι η Χάνα είναι κατηγορούμενη - είχε υπηρετήσει ως δεσμοφύλακας σε στρατόπεδο συγκέντρωσης, όπου είχε διαπράξει σοβαρά εγκλήματα. Καθώς η δίκη προχωράει, ο Μίχαελ συνειδητοποιεί ότι κατέχει κάποια στοιχεία που, αν τα αποκαλύψει, μπορεί να βοηθήσει να μετριαστεί η ποινή της Χάνας. Θα αποφασίσει να βοηθήσει μια γυναίκα που την αγάπησε αλλά που αισθάνεται ότι τον πρόδωσε; Και το χειρότερο, ποιο καθήκον μπορεί να έχει απέναντι σε κάποια που φέρει το βάρος τόσο φριχτών πράξεων;
  • Είναι σαφές ότι τελειώνοντας το μυθιστόρημα κατά κανένα τρόπο δεν μπορείς να το δεις σαν ένα βιβλίο για τη συγχώρηση. Αντίθετα, ο Σλινκ καθιστά σαφές, τόσο στο γράψιμό του όσο και στις συνεντεύξεις του, ότι κανένας συγγραφέας δεν έχει το ηθικό δικαίωμα, περιγράφοντας τα εγκλήματα του γερμανικού λαού, να επεκτείνει στους ήρωές του τη δυνατότητα της εξιλέωσης. Γι' αυτό, όποιος θα σκεφτόταν να μεταφέρει το μυθιστόρημα στον κινηματογράφο, θα αντιμετώπιζε μιαν ασυνήθιστη πρόκληση. Η συμβατική χολιγουντιανή αφήγηση πάντα τελειώνει με τον ήρωα να φτάνει σε κάποια συνειδητοποίηση των δικών του λαθών. Η ηθική ανύψωση, θα μπορούσες να πεις, είναι ενσωματωμένη μέσα στο συμβόλαιο. Η Χάνα όμως δεν καταφέρνει να κατανοήσει πραγματικά αυτό που έχει κάνει. Ισως, βέβαια, η συνειδητοποίηση τόσο ακραίων εγκλημάτων να μην είναι καν εφικτή.

Με Μινγκέλα και Πόλακ

  • Ισως ήταν σημάδι της ξεροκεφαλιάς μου που θέλησα να γράψω το σενάριο, επειδή ήξερα πόσο ασυνήθιστο θα ήταν το εγχείρημα. Μια άλλη εξήγηση είναι ότι είχα κουραστεί, όπως πολλοί φίλοι του κινηματογράφου, από τις ταινίες καθορισμένου «είδους». Δεν άντεχα πια τα φιλμ που ακολουθούσαν αναγνωρίσιμες συνταγές.
  • Τα δικαιώματα του βιβλίου είχαν πουληθεί στον Βρετανό σκηνοθέτη Αντονι Μινγκέλα και στον Αμερικανό συνάδελφό του Σίντνεϊ Πόλακ, οι οποίοι είχαν ιδρύσει μια εταιρεία, την Mirage, με στόχο τη συμπαράσταση σε συναδέλφους τους όσο και την πραγματοποίηση δικών τους σχεδίων. Οσο όμως κι αν πίεσα τον Αντονι να μου αναθέσει το σενάριο, ήταν αποφασισμένος να γράψει και να σκηνοθετήσει ο ίδιος την ταινία. Πέρασαν εννέα χρόνια, μέχρι το φθινόπωρο του 2006, όταν ο Αντονι τελικά τηλεφώνησε στον σκηνοθέτη Στίβεν Ντάλντρι. Δεν είχε καταφέρει να βρει χρόνο για να ασχοληθεί με την ταινία, όπως είχε υποσχεθεί στον συγγραφέα.
  • Ετσι, ο Στίβεν κι εγώ πήραμε το «πράσινο φως» για να προχωρήσουμε. Κανένας τότε δεν θα μπορούσε να προβλέψει την απίθανη σειρά ατυχιών που έπεσε πάνω μας. Λίγο μετά την έναρξη των γυρισμάτων, «χάσαμε» την αρχική μας πρωταγωνίστρια (την Νικόλ Κίντμαν), ευτυχώς λόγω εγκυμοσύνης. Τα γυρίσματα διακόπηκαν και στο διάστημα αυτό συνεργαστήκαμε και πάλι με τον Σίντνεϊ και τον Αντονι, δύο ανθρώπους με ενδιαφέρουσες αντιθέσεις - ο Αντονι ομιλητικός, ζωηρός, γενναιόδωρος· ο Σίντνεϊ πιο ήσυχος πιο αποφασιστικός, εξαιρετικός δάσκαλος για τους ηθοποιούς, με τη διάθεση πάντα να εμβαθύνει στα ζητήματα που έθετε το βιβλίο.

Διπλή απώλεια

  • Ποτέ δεν αισθανθήκαμε, ο Στίβεν κι εγώ, ότι δουλεύαμε «για» τον Σίντνεϊ και τον Αντονι. Νιώθαμε σαν τέσσερις συνεργάτες σε μια ταινία που μας γοήτευε εξίσου. Ετσι ήταν τρομακτική η απώλεια όταν και οι δύο παραγωγοί μας πέθαναν σε διάστημα δύο μηνών. Γνωρίζαμε ότι ο Σίντνεϊ ήταν άρρωστος και τον βλέπαμε να αντιμετωπίζει τον καρκίνο με θαυμαστή αξιοπρέπεια. Αλλά ο θάνατος του Αντονι ήταν εντελώς αναπάντεχος. Του είχα μόλις στείλει μια σκηνή που είχα γράψει και πήρα την απάντησή του. Λίγες μέρες αργότερα πέθανε. Ηταν 54 ετών.
  • Εν μέσω αυτών των τραγωδιών, καταφέραμε τελικά να ολοκληρώσουμε την ταινία. Υπήρχαν δύο παράγοντες που λειτούργησαν υπέρ της. Πρώτα - πρώτα, η δεξιοτεχνία και η αντοχή του Στίβεν Ντάλντρι, που πάνω στους ώμους του έπεσε το μεγαλύτερο βάρος. Δεύτερο, και εξίσου σημαντικό, ήταν το εξαιρετικά υψηλό επίπεδο των ηθοποιών και των τεχνικών. Με επικεφαλής την Κέιτ Γουίνσλετ και τον Ρέιφ Φάινς, η ομάδα των ερμηνευτών είχε στους κόλπους της μερικούς από τους μεγαλύτερους ηθοποιούς του γερμανικού θεάτρου. Το γύρισμα αυτής της ταινίας ήταν μια συλλογική προσπάθεια στην οποία συμμετείχαν όλοι οι Γερμανοί που δούλεψαν μαζί μας, με τη βούληση να φτάσουμε σε ένα αποτέλεσμα αυθεντικό και πειστικό. Ποτέ πριν δεν είχα αισθανθεί ότι η πραγματοποίηση μιας ταινίας και το θέμα της -η αλήθεια και η συμφιλίωση- θα μπορούσαν να συνδεθούν τόσο αρμονικά.
  • Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 01/03/2009

Tuesday, March 3, 2009

Υποψήφιος για το βραβείο Genie ο Νίκος Κυπουργός

https://blogger.googleusercontent.com/img/b/R29vZ2xl/AVvXsEgEFIHEPI4SVaVO-Jq44xBbecwrELdggQIJWFt0P2_VNf5CkNXLHB2gLS2cRupf0CdeXQ4gAH5Eme59msgupJHHnfaPHSRYZqZs_cC37DoGlxikLbL3b8JxxnOB8CCO73qRfYsDxAWhcSMs/s400/pegasus_LARGE_t_641_1001778.JPG
  • Η μουσική του Νίκου Κυπουργού για την ταινία «Fugitive Ρieces» του Τζέρεμι Ποντέσβα θα είναι ανάμεσα στις πέντε υποψήφιες για τα φετινά βραβεία Genie (τα ετήσια καναδικά βραβεία κινηματογράφου, αντίστοιχα των αμερικανικών Οσκαρ). Η ταινία, που θα βγει στις ελληνικές αίθουσες στα τέλη Μαρτίου, είναι επίσης υποψήφια και για τα βραβεία φωτογραφίας, προσαρμογής σεναρίου, καλλιτεχνικής διεύθυνσης, δεύτερου αντρικού και δεύτερου γυναικείου ρόλου. Η μουσική για την ταινία «Fugitive Ρieces» περιέχεται στην τελευταία δισκογραφική δουλειά του Νίκου Κυπουργού, «Slow Μotion», μαζί με τη μουσική που έγραψε ο συνθέτης για 12 ακόμη ελληνικές και ξένες ταινίες.

Ολα τα Σεζάρ στη «Seraphine»

http://1.bp.blogspot.com/_vj2e1m7Hlgw/SNKJC641InI/AAAAAAAAKbg/WyYUle6g0LI/s400/ser.jpg

Τα δικά της βραβεία Οσκαρ απένειμε την Παρασκευή στο Παρίσι η κινηματογραφική κοινότητα της Γαλλίας. Εν μέσω έντονων διαξιφισμών για την απουσία της εμπορικότερης ταινίας της χρονιάς από τις υποψηφιότητες, της κωμωδίας «Bienvenue chez les Ch’tis» του Ντάνι Μπουν, η βραδιά έκλεισε με την ταινία «Seraphine» του Μαρτέν Προβόστ να σαρώνει τα βραβεία. Συνολικά απέσπασε επτά: Σεζάρ καλύτερης ταινίας, Α’ γυναικείου ρόλου για την ερμηνεία της Γιολάντ Μορό, σεναρίου, μουσικής, φωτογραφίας, σκηνικών και κοστουμιών.

Το αντίπαλον δέος της ταινίας του Προβόστ, το «Mesrine» του Ζαν-Φρανσουά Ρισέ, απέσπασε μόλις τρία βραβεία από τα δέκα που ήταν υποψήφιο. Ο πρωταγωνιστής της ταινίας, Βενσάν Κασέλ, σήκωσε το Σεζάρ Α’ ανδρικού ρόλου, ενώ στον Ρισέ απονεμήθηκε το Σεζάρ καλύτερης σκηνοθεσίας. Το Σεζάρ Β’ ανδρικού ρόλου απονεμήθηκε στον Ζαν-Ραούλ Ροσιγιόν για την ερμηνεία του στην ταινία «Μια νύχτα Χριστουγέννων», ενώ το Σεζάρ Β’ γυναικείου ρόλου απέσπασε η Ελσα Ζίλμπερσταϊν για την ερμηνεία της στην ταινία «Απλά σ’ αγαπώ».

Η βραδιά είχε και χολιγουντιανό άρωμα καθώς ο Ντάστιν Χόφμαν παρέλαβε το τιμητικό Σεζάρ για το σύνολο της προσφοράς του, ενώ ο πρόσφατα βραβευμένος με Οσκαρ, Σον Πεν, απένειμε το Σεζάρ καλύτερης ταινίας.

Μία ημέρα νωρίτερα, ο Ντάστιν Χόφμαν τιμήθηκε από τη γαλλική κυβέρνηση με το μετάλλιο της Τάξης των Γραμμάτων και των Τεχνών. «Δεν έχω τελειώσει ακόμη», δήλωσε ο 71χρονος ηθοποιός λίγο πριν αφήσει τη σκηνή της τελετής με το βραβείο στα χέρια.

O Σον Πεν θα μπορούσε να αποσπάσει ένα ακόμη βραβείο στη σπουδαία καριέρα του καθώς η ταινία του «Ταξίδι στην άγρια φύση» ήταν υποψήφια για το Σεζάρ καλύτερης ξενόγλωσσης ταινίας. Ομως το «Βαλς με τον Μπασίρ» του Αρι Φόλμαν ήταν το εκλεκτό φιλμ των ψηφοφόρων. Το ευτράπελο που σημάδεψε τη φετινή τελετή απονομής των βραβείων ήρθε από το σκηνοθέτη και πρωταγωνιστή της «αδικημένης» ταινίας «Bienvenue chez les Ch’tis», Ντάνι Μπουν. Θέλοντας να διαμαρτυρηθεί για την απουσία της ταινίας του από τις υποψηφιότητες (διεκδίκησε χωρίς επιτυχία το Σεζάρ καλύτερου σεναρίου), ο Γάλλος σκηνοθέτης εμφανίστηκε στην τελετή φορώντας… φόρμα κάτω από το φράκο.[Ελεύθερος Τύπος, Τρίτη, 03.03.09]

Monday, March 2, 2009

Gran Τorino (ΗΠΑ, 2008, 116') Σκηνοθεσία: Κλιντ Ιστγουντ Παίζουν: Κλιντ Ιστγουντ, Μπι Βανγκ, Ανι Χέιρ

  • Clint Eastwood in Gran Torino

Dirty Walt

Να τος πάλι. Πέντε περίπου χρόνια μετά το «Μillion Dollar Βaby», να τος πάλι στην οθόνη. Μας είχε λείψει. Ψηλός, ευθυτενής, αγέλαστος. Να λέει λίγα, αλλά ως συνήθως μόνο τα απαραίτητα. Να μασά ταμπάκο και να τον φτύνει προκλητικά. Να γρυλίζει όποτε «παίρνει ανάποδες». Να μη σηκώνει μύγα στο σπαθί του. Να στηρίζεται αποκλειστικά στον εαυτό του και να κρύβει μέσα του, βαθιά μέσα του, την αίσθηση του δικαίου. Ο Κλιντ Ιστγουντ, ο θεός των μοναχικών ηρώων του κινηματογράφου, είναι επιτέλους και πάλι κοντά μας.
  • Αυτή τη φορά λέγεται Γουόλτ Κοβάλσκι.
Ντιτρόιτ, σήμερα. Η μεγαλύτερη αυτοκινητούπολη της Αμερικής έχει πλέον παρακμάσει και ο Κοβάλσκι, συνταξιούχος μηχανικός της Ford και βετεράνος του πολέμου της Κορέας, δεν μπορεί να βρει πουθενά χαρά. Μόλις έθαψε τη γυναίκα του, δεν έχει κανένα σημείο επαφής με τους γιους του και τα εγγόνια του είναι παλιόπαιδα. Αποπαίρνει τον καλοπροαίρετο πάστορα που υποσχέθηκε στη μακαρίτισσα να τον φροντίζει. Μοναδική συντροφιά του μια (μουγκή άραγε;) σκύλα, η Νταίζη και μια Gran Τorino του 1972 στο γκαράζ.
  • Μια αντίκα. Οπως ο ίδιος.
Αρχικώς, η βλοσυρή εικόνα του Κοβάλσκι- ενώ κάθεται στην πολυθρόνα της αυλής με το κοντομάνικο πουκάμισο, την άσπρη κάλτσα, την μπίρα στο χέρι και την αμερικανική σημαία υψωμένη πίσω του, να παρατηρεί αμίλητος και συνοφρυωμένος τα όσα συμβαίνουν γύρω τουμπορεί να παρεξηγηθεί ως αποκρυστάλλωση όλων όσων πραγματικά αντιπαθούμε από την Αμερική: ξενοφοβία, ρατσισμός, καχυποψία. Η καραμπίνα μέσα στο σπίτι έτοιμη να βγει ανά πάσα στιγμή στον δρόμο και να αστράψει (όπως άλλωστε και γίνεται).

Στην πραγματικότητα όμως ο Γουόλτ Κοβάλσκι είναι πολύ πιο τρυφερός απ΄ όσο επιτρέπει στον εαυτό του να φανεί και αυτή η τρυφερότητά του θα αναδυθεί με τη συνδρομή μιας οικογένειας ασιατών γειτόνων. Εκεί άλλωστε βρίσκεται η καρδιά αυτής της απλής, ήρεμης και στιβαρής ταινίας: το περιθώριο να αλλάξεις, να βρεις τη γαλήνη, να συμφιλιωθείς με τον εαυτό σου, να ανακαλύψεις το νόημα της ύπαρξής σου δεν χάνεται ποτέ, ακόμη κι όταν βρίσκεσαι δυο βήματα πριν από τον θάνατο.

Την ίδια ώρα, ο Κοβάλσκι του «Gran Τorino» είναι ένας απίστευτα γοητευτικός ήρωας, τον οποίο απλώς χαίρεσαι να βλέπεις. Μοιάζει με μωσαϊκό πολλών προηγούμενων ηρώων του Ιστγουντ· ένας χάρτης από σταθμούς της ως τώρα πορείας του μπροστά στον φακό. Κάπου βλέπεις τον «Dirty Ηarry» συνταξιούχο, αλλά με το ίδιο αποφασιστικό βλέμμα. Εντάξει, μπορεί να μην τραβά το πιστόλι τόσο γρήγορα όσο ο «Ανθρωπος δίχως όνομα» των σπαγκέτι γουέστερν του Σέρτζιο Λεόνε, όμως δεν διστάζει να το τραβήξει. Ή να μπλοφάρει. Και η πίκρα που κουβαλά για την προηγούμενη ζωή του, ίσως έχει αρκετά κοινά σημεία με εκείνη του Γουίλιαμ Μάνι των «Ασυγχώρητων».

Ο Κοβάλσκι είναι ένα απόσταγμα όλων όσα έχουμε αγαπήσει τόσα χρόνια από την κινηματογραφική περσόνα του Κλιντ Ιστγουντ και που θα εξακολουθούμε να αγαπάμε όσο θα ανανεώνεται παραμένοντας ίδια.
  • γιαννης ζουμπουλακης | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 1 Μαρτίου 2009

Saturday, February 28, 2009

Στίβεν Σόντερμπεργκ «Traffic»


File:Soderberghtrafficposter.JPG

Ο Στίβεν Σόντερμπεργκ [Steven Soderbergh] σκηνοθετεί την αστυνομική περιπέτεια «Traffic». Η ταινία παρακολουθεί τέσσερις ιστορίες που αφορούν στον πόλεμο μεταξύ αρχών και εμπόρων ναρκωτικών στα σύνορα ΗΠΑ - Μεξικό. Ενας ανώτατος Αμερικανός δικαστής, που αναλαμβάνει να συντονίσει την επιχείρηση κατά της διακίνησης ναρκωτικών, ανακαλύπτει ότι η δεκαεξάχρονη κόρη του είναι εθισμένη στην ηρωίνη. Στο Μεξικό ένας έντιμος αστυνομικός προσπαθεί μαζί με τον συνάδελφό του να αντιμετωπίσει το εμπόριο, υπό αντίξοες συνθήκες. Δύο εισαγγελείς συνεργάζονται με έναν μεγάλο πληροφοριοδότη που προτίθεται να καταθέσει με αντάλλαγμα την αμνηστία. Μία σύζυγος φυλακισμένου μεγαλέμπορου, μετά το αρχικό σοκ της σύλληψής του, αναλαμβάνει να συνεχίσει τις δουλειές του άντρα της... Παίζουν: Μάικλ Ντάγκλας, Κάθριν Ζέτα - Τζόουνς, Ντένις Κουέιντ, Μπενίσιο Ντελ Τόρο, Αλμπερτ Φίνεϊ, Ερικα Κρίστενσεν (Τετάρτη, 04/03, ΝΕΤ, 23.00).


Steven Soderbergh, July 2007

Η ταινία «Σεραφίν» ο μεγάλος νικητής των βραβείων Σεζάρ 2009

  • Η ταινία «Μεσρίν», που ήταν το φαβορί με 10 υποψηφιότητες, κέρδισε τελικά τρια βραβεία.

Ο μεγάλος νικητής της 34ης τελετής των κινηματογραφικών βραβείων Σεζάρ 2009 είναι η ταινία «Σεραφίν» του Μαρτέν Προβόστ, καθώς απέσπασε συνολικά επτά βραβεία. Μεταξύ αυτών είναι της καλύτερης ταινίας και της καλύτερης ηθοποιού, το οποίο κέρδισε η Γιολάντ Μορό.

Η ταινία «Μεσρίν», που ήταν το φαβορί με 10 υποψηφιότητες, κέρδισε τελικά τρια βραβεία Σεζάρ: αυτό του καλύτερου σκηνοθέτη, το οποίο απονεμήθηκε στον Ζαν-Φρανσουά Ρισέ, του καλύτερου ηθοποιού που κέρδισε ο Βενσάν Κασέλ και του καλύτερου ήχου. Η ταινία «Σεραφίν» κέρδισε επίσης βραβεία Σεζάρ πρωτότυπου σεναρίου, μουσικής, φωτογραφίας, σκηνικών και κοστουμιών.

Η Γιολάντ Μορό, η οποία κέρδισε το δεύτερο Σεζάρ της, τέσσερα χρόνια ύστερα από εκείνο για το ρόλο της στην ταινία «Οταν η θάλασσα ανεβαίνει», υποδύεται στην ταινία «Σεραφίν» μια γυναίκα που εργάζεται ως οικιακή βοηθός, πριν από τον Α΄ Παγκόσμιο Πόλεμο, για να κερδίσει κάποια χρήματα και να αγοράσει τα υλικά που της χρειάζονται για να ασχοληθεί με το πάθος της που είναι η ζωγραφική. Η Σεραφίν θα γίνει γνωστή με τη βοήθεια ενός Γερμανού κριτικού τέχνης και συλλέκτη.

Το βραβείο Σεζάρ καλύτερης ξένης ταινίας απονεμήθηκε στο «Βάλς με τον Μπασίρ» ένα αντιπολεμικό κόμικ για ενήλικες του Ισραηλινού Αρι Φόλμαν.

Η βραδιά επεφύλαξε στιγμές συγκίνησης, καθώς οι παρευρισκόμενοι έδωσαν φόρο τιμής στον παραγωγό, σκηνοθέτη και ηθοποιό Κλοντ Μπετί, ο οποίος πέθανε τον Ιανουάριο, ενώ για την σημαντική καριέρα του στον κινηματογράφο τιμήθηκε ο διάσημος Αμερικανός ηθοποιός Ντάστιν Χόφμαν.

Thursday, February 26, 2009

Κλιντ Ιστγουντ: Η εξιλέωση του επιθεωρητή Κάλαχαν

“Gran Torino”. Σκηνοθεσία: Κλιντ Ίστγουντ

Ο 79χρονος σήμερα Κλιντ Ιστγουντ είναι από μόνος του ένα μεγάλο κεφάλαιο, όχι πλήρως αποκωδικοποιημένο, του παγκόσμιου κινηματογράφου, σε μια μοναδική διαδρομή, που ουσιαστικά ξεκινά το 1964, όταν ερμήνευσε τον θρυλικό “Άνθρωπο χωρίς όνομα" στο “Για μια χούφτα δολάρια” του Σέρτζιο Λεόνε, τον μυθολογικό ήρωα που έρχεται από το πουθενά, ως απόλυτος δραματουργικός καταλύτης, περιβεβλημένος με επιτηδευμένο φορμαλισμό, "απελευθερώνοντας το γουέστερν από τα δεσμά της αμερικανικής ηθικολογίας", όπως έγραψε η Αμερικανίδα κριτικός Πωλίν Καέλ, και φτάνει στο προσωπικό του πέρασμα στη σκηνοθεσία το 1971 - “Play misty for me”, “Bird” “Οι Ασυγχώρητοι”, “Οι γέφυρες του Μάντισον”, “Million dollar baby”, “Γράμματα από την Ιβοτζίμα”, κινηματογραφικά διαμάντια σε μια καριέρα με απίστευτες διακυμάνσεις, αλλά και σταθερή ωρίμανση...

Στην τελευταία του ταινία, με τον τίτλο “Gran Torino” (παρεμπιπτόντως, και για όσους έσπευσαν να διαμαρτυρηθούν για τον... αποκλεισμό της, η ταινία θα είναι υποψήφια για τα Οσκαρ της επόμενης χρονιάς) πρωταγωνιστεί ξανά ο ίδιος, ως συνταξιούχος εργάτης αυτοκινητοβιομηχανίας. Είναι ο Γουόλτ Κοβάλσκι, πολωνικής καταγωγής, δύσθυμος χαρακτήρας και εξαιρετικά συντηρητικός στις απόψεις του βετεράνος του πολέμου της Κορέας, περνάει τις μέρες του επισκευάζοντας το σπίτι του, πίνοντας μπίρα και πηγαίνοντας μια φορά τον μήνα στο κουρείο. Η γυναίκα έχει πεθάνει, με τελευταία της επιθυμία ο Γουόλτ να εξομολογηθεί επιτέλους στον παπά της ενορίας... Εκείνος όμως νιώθει κοντά του πλέον μονάχα το γέρικο σκυλί του, την Νταίζη. Στη γειτονιά του είναι πια εντελώς απομονωμένος: Οι παλιοί γείτονές του έχουν μετακομίσει ή πέθαναν και έχουν αντικατασταθεί από Ασιάτες μετανάστες, τους οποίους ο Γουόλτ απεχθάνεται. Τα πάντα γύρω του φθαρμένα, “ξεπερασμένα”, τα πρόσωπα ξένα, ο Γουόλτ περιμένει μονάχα το τέλος.

Μέχρι τη νύχτα που κάποιος προσπαθεί να κλέψει το κρυφό καμάρι του, ένα Gran Torino του '72 -“Δεν τα φτιάχνουν πια όπως τότε”. Ο υποψήφιος κλέφτης είναι ο ντροπαλός έφηβος γείτονάς του Τάο (Μπι Βανγκ), που μια συμμορία της περιοχής τον υποχρέωσε, σαν “δοκιμασία”, να κλέψει το αυτοκίνητο.

Ο Γουόλτ όμως εμποδίζει την κλοπή, ακυρώνει τα σχέδια της συμμορίας και γίνεται άθελά του ο ήρωας της γειτονιάς - ειδικά στα μάτια της μητέρας και της μεγαλύτερης αδερφής του Τάο, της Σου, η οποία επιμένει ότι ο Τάο πρέπει τώρα να δουλέψει για τον Γουόλτ προκειμένου να εξιλεωθεί. Ο Γουόλτ αρχικά δεν θέλει να έχει καμία σχέση με όλους αυτούς τους ανθρώπους, όμως τελικά υποχωρεί και βάζει τον μικρό να κάνει κάποιες μικροεπισκευές που θα αναμορφώσουν τη γειτονιά...

Μέσα από την φυσική ευγένεια και τον αυθορμητισμό του Τάο και της οικογένειάς του, ο Γουόλτ, αυτός ο “συνταξιούχος Κάλαχαν”, αρχίζει σιγά-σιγά να συνειδητοποιεί πως “αντικειμενικά” βρίσκεται πιο κοντά σε αυτούς τους βασανισμένους ανθρώπους- μετανάστες της διπλανής πόρτας παρά στα ίδια του τα παιδιά και τα εγγόνια. Θα “βγάλει” τελικά έξω, στο φως, το καταπιεσμένο καλύτερο κομμάτι του εαυτού του, όπως κρυμμένο κρατούσε για χρόνια και το καμάρι του, το Gran Torino. Θα δώσει την απάντηση στο πρόβλημα που αντιμετωπίζουν οι νέοι φίλοι του με έναν φαινομενικά “καουμπόικο” τρόπο -όμως όχι, αυτή τη φορά ο “επιθεωρητής Κάλαχαν” θυσιάζεται, ως μάρτυρας... Η πρώτη σκέψη που έρχεται μετά στο μυαλό είναι ότι ΄'και πάλι” ο Κλιντ Ισγουντ επέλεξε μια “προσωπική”, μοναχική λύση, περιφρονώντας τις συλλογικότητες, έστω με καλές προθέσεις. Πάλι λάθος. Η ακραία “θυσία” του δεν θα μπορούσε να λειτουργήσει εάν δεν κατάφερνε να αφυπνίσει την κοινότητα των μεταναστών, που καταγγέλλουν πια τους τραμπούκους... Είναι πράγματι εντυπωσιακό ότι το έργο του μεγάλου αυτού δημιουργού συνεχίζει να εξελίσσεται, ανατρέποντας το αξιακό σύστημα που ο ίδιος είχε εγκαθιδρύσει στο παρελθόν. Πόσοι δημιουργοί μπορούν σήμερα να κάνουν κάτι ανάλογο;

“Μικρές ελευθερίες”. Σκηνοθεσία: Κώστας Ζάπας. Να μια ελληνική ταινία που θα σας κάνει να αναθεωρήσετε πολλές από τις απόψεις σας για το ελληνικό σινεμά: Χαρακτήρες στα όρια του ρεαλισμού και της υπέρβασής του, με δάνεια από το ΄”θέατρο της σκληρότητας”. Ένας αυταρχικός άντρας κάπου στην αθέατη πλευρά της ελληνικής επαρχίας εμπορεύεται μετανάστες και νεαρές πόρνες από τις Βαλκανικές χώρες. Δεν διστάζει να εκπορνεύσει και την ανήλικη κόρη του, ενώ σήμερα φαίνεται να έχει σειρά και ο γιος του. Λόγος παραληρηματικός, σώματα που υποφέρουν και βιώνουν τη σεξουαλικότητα σαν βαθιά πληγή, κάμερα στο χέρι, ανορθόδοξα καδραρίσματα, σινεμά με τη λογική της γροθιάς στο στομάχι του θεατή.

“Καρουζέλ”. Σκηνοθεσία: Σταμάτης Τσαρουχάς. Κοινωνικό δράμα, με θέμα την ιστορία μιας νέας γυναίκας που, κουβαλώντας τα ψυχολογικά τραύματα του παρελθόντος (τον βιασμό που υπέστη στα εφηβικά της χρόνια) αγωνίζεται να “κερδίσει” τη ζωή της. Φωτογράφος στο επάγγελμα, αφιερώνει πολύ χρόνο στη φροντίδα ανήλικων παιδιών που έχουν κακοποιηθεί, ενώ συγχρόνως, για βιοποριστικούς λόγους, έχει ανοίξει μαζί με μια φίλη της ένα καφέ. Ομως, κάποιες περίεργες συμπτώσεις αρχίζουν να ξαναφέρνουν στην επιφάνεια τα τραύματα της ηρωίδας... Δυστυχώς η σκηνοθεσία αλλά και το άτεχνο σενάριο δεν μπορούν να ανταποκριθούν ικανοποιητικά στην “εσωτερικότητα” της ιστορίας, και περιορίζονται σε μια “καταγραφή” των εξωτερικών χαρακτηριστικών.

“Επτά ζωές”. Σκηνοθεσία: Γκαμπριέλ Μουτσίνο. Ο Γουίλ Σμιθ ευθύνεται για τον θάνατο επτά ατόμων σε τροχαίο -ανάμεσά τους και η αγαπημένη του γυναίκα. Προσπαθώντας να εξιλεωθεί, και να “χαρίσει” επτά “κομμάτια ζωής” σε ανθρώπους που τα έχουν ανάγκη, “κλέβει” την ταυτότητα του αδελφού του που έχει πρόσβαση σε εκατομμύρια φακέλους προσωπικών δεδομένων. Δαιδαλώδης σκηνοθεσία, με αναφορές στα “21 γραμμάρια” που μένουν στα μισά της διαδρομής...

“Γκίνες”. Σκηνοθεσία: Αλέξης Καρδαράς. Ο καλός ηθοποιός Γιώργος Πυρπασόπουλος χαραμίζεται εδώ σε μια, επιεικώς, “σουρεαλιστική” ελληνική ταινία... Γκαντέμης χαρτοπαίχτης με το παρατσούκλι «Γκίνες» αναζητάει χρυσάφι θαμμένο σε κάποια ερημική ταβέρνα..

“Push, το επικίνδυνο χάρισμα”. Σκηνοθεσία: Πολ ΜακΓκίγκαν. Μέτριο θρίλερ επιστημονικής φαντασίας, που κινείται στον χώρο της κατασκοπίας, με ήρωες ανθρώπους που διαθέτουν τηλεπαθητικές και “παραφυσικές” ικανότητες.

“Μια ιστορία με θέμα την αγάπη”. Σκηνοθεσία: Όλε Μπόρνενταλ. Μια γυναίκα με απώλεια μνήμης. Ένας άντρας που θέλει να ξεχάσει τη βαρετή ζωή του. Μια γυναίκα που θέλει να κρατήσει τον άντρα που αγαπάει... Είναι βέβαιο ότι ο έρωτας προϋποθέτει την απώλεια της ταυτότητάς σου, την εξιδανίκευση του παρόντος; Ο Δανός σκηνοθέτης Ολε Μπόρνενταλ αναπτύσσει με στοιχεία θρίλερ την ιστορία ενός άντρα που θέλει να αλλάξει τη ζωή του και βρίσκει στον έρωτα μια “έξοδο κινδύνου”... Επιτήδευση στη σκηνοθεσία, που γρήγορα αναγκάζει τον θεατή σε υπερ-προσπάθεια, αν δεν παραιτηθεί γρήγορα...

“Μέρες θυμού”. Σκηνοθεσία: Όλε Κρίστιαν Μάντσεν. Δανέζικη παραγωγή, που εμβαθύνει στο σκοτεινό ιστορικό παρελθόν της χώρας κατά την περίοδο της ναζιστικής κατοχής, με επίκεντρο την ιστορία των δύο πιο γνωστών αντιστασιακών εκείνης της περιόδου. Μεγάλη εισπρακτική επιτυχία στις αίθουσες της Δανίας.

“Η ιστορία του Ντεσπερό”. Σκηνοθεσία: Σαμ Φελ, Ρόμπερτ Στίβενχαγκεν. Μέτριο ανιμέισον, με έναν ακόμη ποντικο-ήρωα, στα χνάρια του Ρατατούη.


  • Τερζής Κ., Η Αυγή, 26/02/2009