Thursday, February 26, 2009

Η πόλη της τιμά την Πενέλοπε Κρουζ

Και μετά το Οσκαρ; Η «αγαπημένη κόρη». Η Πενέλοπε Κρουζ [Penélope Cruz], η πρώτη Ισπανίδα ηθοποιός που κέρδισε Οσκαρ β’ γυναικείου ρόλου για το «Vicky Cristina Barcelona» του Γούντι Αλεν, τιμήθηκε ως «αγαπημένη κόρη», τίτλος ανάλογος με εκείνον του «επίτιμου δημότη» στη γενέτειρά της, Αλκομπέντας. «Μεγάλωσα σε ένα μέρος που λέγεται Αλκομπέντας, όπου αυτό δεν ήταν ένα εφικτό όνειρο», δήλωσε η Κρουζ στην τελετή απονομής των Οσκαρ. Η πόλη των 107.000 κατοίκων βορείως της Μαδρίτης αντιμετώπισε με ικανοποίηση το γεγονός ότι η Κρουζ την ανέφερε. «Χιλιάδες άνθρωποι έχουν αρχίσει πλέον να αναζητούν την πόλη στο Διαδίκτυο», δήλωσε ο δήμαρχός της Ιγνάσιο Γκαρσία ντε Βινουέσα.

Οι ταινίες της εβδομάδας

Και ξανά τα ίδια, Παντελάκη μου. Πάλι βγάζουν τον αμέτρητο οι διανομείς, μόλις πήραμε μια ανάσα από τα Οσκαρ, αλλά εμείς με τρία θα ασχοληθούμε και πολλά είναι! «Gran Torino» του Κλιντ Ιστγουντ με μπόλικη υπερεκτίμηση από μια σκοπιά, «Μέρες θυμού», που είναι από τα καλύτερα φιλμ που είδα φέτος και μας έρχεται από Δανία (μην τρομάζετε, για πολεμικό σασπένς πρόκειται κι όχι για έργο των «λεσχών») και «Επτά ζωές», που θα γελάσω με τις αντιδράσεις γύρω από αυτό ενώ πρόκειται για δράμα.


Διότι η άγνοια, όπως και στην περίπτωση του «Gran Torino», θα κάνει κι εδώ το θαύμα της. Υπάρχει κι ένα ελληνικό, το «Γκίνες», αλλά δυστυχώς για Μπερλινάλε και Οσκαρ δεν ήταν έτοιμο για προβολή κι έτσι δεν έχω γνώμη. (Ρεπορτάζ στη διπλανή στήλη.)

«Gran Torino»

«Gran Torino»

Κάθε χρόνο, στην περίοδο γύρω από τα Οσκαρ κι αμέσως μετά, ανακαλύπτεται και μία ταινία που κατά τη γνώμη ορισμένων θα έπρεπε να είναι στα Οσκαρ και δεν ήταν. Φέτος το ρόλο αυτό παίζει το «Gran Torino» του «αδικημένου» των Οσκαρ (θα γελάσει κάθε πικραμένος και κάθε παρδαλό κατσίκι) Κλιντ Ιστγουντ.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.

Προσωπικά η ταινία με συγκίνησε κυρίως ως περίπτωση, γύρω από τον ήρωα, κι επειδή ως ήρωας εμφανίζεται η «μουράκλα» που λέγεται Κλιντ Ιστγουντ. Αυτοί, όμως, που κάνουν ταινίες, δηλαδή στο Λος Αντζελες που το συζήτησα με κινηματογραφιστές και με μέλη της Ακαδημίας, δεν τους είδα να συμμερίζονται την άποψή μου. Κατακεραυνώνουν την ταινία κινηματογραφικά και δεν μπορούν να δεχτούν τη στατικότητα της κάμερας έξω από ένα σπίτι σαν να πρόκειται για φοιτητική ταινία. Την κατακεραυνώνουν διότι έχει γυριστεί με τους κανόνες του Χόλιγουντ, μεγάλου στούντιο κι από ένα σούπερ σταρ. Αν ήταν ταινία του ανεξάρτητου με κάποιο ρολίστα χαμηλής αμοιβής θα μπορούσαν, όπως μου είπαν, να τη δεχτούν. Για ταινία του Κλιντ Ιστγουντ, όμως, είναι κάθετα αντίθετοι. Σαν να την έκανε στο πόδι. Επίσης κακοχαρακτήρισαν τον ίδιο τον Κλιντ διότι μάζεψε γύρω του διάφορους αγνώστους θεωρώντας πως με αυτόν τον τρόπο θα ικανοποιούσε το απωθημένο του, να τον δεχτούν και ως ηθοποιό στην Ακαδημία κι όχι μόνο ως σκηνοθέτη. Και η ματαιοδοξία των ηθοποιών είναι παροιμιώδης. Τελικά αυτούς που ήθελε να πείσει δεν τους έψησε. Στο κοινό, όμως, η ταινία άρεσε. Ανάμεσα σε αυτούς που άρεσε περιλαμβάνομαι κι εγώ. Ωστόσο όφειλα να μεταφέρω τις ενστάσεις.

«Μέρες θυμού»

«Μέρες θυμού»

  • «Μέρες Θυμού» (Flame and Citron). Δανία, 2008. Σκηνοθεσία: Ολε Κρίστιαν Μάντσεν. Παίζουν: Μαντς Μίκελσεν

Αυτή είναι από τις καλύτερες ταινίες φέτος. Και μακάρι να το συνεχίσουν αυτό μερικοί τολμηροί διανομείς, μια και στις μέρες μας τολμηρό θεωρείται να φέρεις ευρωπαϊκές ταινίες που γίνονται για κοινό κι όχι εκείνες των φεστιβάλ που στέλνουν και το λάθος μήνυμα περί ευρωπαϊκού και κάνουν τον κόσμο να τρομάζει.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.


Το «Μέρες θυμού», μια παραλλαγή τίτλου τού «Μέρες οργής» του Δανού «πατριάρχη» Καρλ Ντράγερ, αφηγείται ένα περιστατικό από την εθνική αντίσταση της Δανίας, κάτι που αγνοούμε πλήρως κι έχουμε μηδαμινή κινηματογραφική αναφορά γι’ αυτό. Κυρίως από το αντάρτικο πόλεων στη γερμανοκρατούμενη Κοπεγχάγη, που, όπως συμπεραίνουμε από την ταινία, ήταν περισσότερο δωσιλογοκρατούμενη. Οι δωσίλογοι είχαν εισχωρήσει παντού κι η ιστορία αναφέρεται σε μια ομάδα που εκτελεί συνεργάτες του κατακτητή.

Πέρα από την εξαιρετική πλοκή, το σενάριο βάζει κι ερωτήματα που ελληνική ταινία ούτε που θα τολμούσε διότι θα έπεφταν πάνω της να της κολλήσουν ρετσινιές εθνικής προδοσίας κ.λπ. Η ελληνική ανεπίσημη λογοκρισία είναι μοναδική στον κόσμο διότι ξεκινάει πάντα από τη ρετσινιά και το διασυρμό. Μόνο που στη Δανία οι άνθρωποι είναι πολιτισμένοι και δημοκρατικοί και μπορεί ο κόσμος και προβληματίζεται καθώς ψυχαγωγείται.

Κινηματογραφικά και σκηνοθετικά εξαιρετική, με υψηλά στάνταρντ παραγωγής, ατμοσφαιρική φωτογραφία και ωραίους ηθοποιούς.

«Επτά ζωές»

«Επτά ζωές»
  • «Επτά ζωές» (Seven pounds). ΗΠΑ, 2008. Σκηνοθεσία: Γκαμπριέλε Μουτσίνο. Παίζουν: Γουίλ Σμιθ

Η ταινία αυτή έχει ως κάρμα της το να αγαπηθεί μόνο στην Ιταλία. Επειδή ο σκηνοθέτης είναι Ιταλός, οι Ιταλοί αισθάνονται περήφανοι για τις ταινίες του κι επειδή είναι Ιταλοί οικτίρουν εκείνους που δεν τις γνωρίζουν. Συγχρόνως το ότι τον κάλεσαν στην Αμερική να σκηνοθετήσει τις δύο τελευταίες ταινίες του Γουίλ Σμιθ το παίρνουν ακόμα πιο πολύ πάνω τους. Και βλέποντάς το, επειδή εκεί τα πάντα ντουμπλάρονται, αισθάνονται ότι βλέπουν και ακούν μια ιταλική ταινία στην οποία πρωταγωνιστεί ο Γουίλ Σμιθ, που επίσης τους είναι αγαπητός.

Δείτε το τρέιλερ της ταινίας.


Οι εκτός Ιταλίας θα αναρωτηθούν τι έπαθε ο Γουίλ Σμιθ και το γύρισε στο δράμα. Οντως ως δράμα παραείναι στενόχωρο και όλο δείχνει να γίνεται στα καλά του καθουμένου. Μόνο μέσω Μουτσίνο μπορείς να καταλάβεις τι παίχτηκε, αλλά πόσοι ξέρουν το ιταλικό σινεμά ώστε να ξέρουν και τι ακριβώς κάνει ο Μουτσίνο, ήτοι ένα τρυφερό ιταλικό δράμα αλλά με τον Γουίλ Σμιθ…
  • Επίσης προβάλλονται

«Μικρές ελευθερίες» και «Καρουσέλ»: Δύο ελληνικά, αντιπροσωπευτικά τού πού βρίσκεται ο κινηματογράφος μιας χώρας που δεν διαθέτει πλατό για να γυρίζονται ελληνικές και ξένες παραγωγές και που παρά τις κρατικές σπατάλες απουσιάζουμε από παντού. Και τα δύο φιλμ είναι ενδεικτικά τού πού βρισκόμαστε.

ΤΙΜΟΓΙΑΝΝΑΚΗΣ ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ, Ελεύθερος Τύπος, Πέμπτη, 26.02.09
Ο Ντάνι Μπόιλ με το Οσκαρ στο ένα χέρι και τον πιτσιρικά Αζαρουντίν Μοχάμεντ Ισμαήλ κοντά του, στο πάρτι που ακολούθησε μετά την απονομή των βραβείων
Ο Ντάνι Μπόιλ με το Οσκαρ στο ένα χέρι και τον πιτσιρικά Αζαρουντίν Μοχάμεντ Ισμαήλ κοντά του, στο πάρτι που ακολούθησε μετά την απονομή των βραβείων

Ο Ντάνι Μπόιλ γράφει στους βρετανικούς «Τάιμς» ένα υστερόγραφο για τα φετινά Οσκαρ. Τι ακολούθησε μέσα στο επόμενο 24ωρο μετά τη μεγάλη του νίκη; Τα 8 Οσκαρ του «Slumdog millionaire» μπορεί να ξεσήκωσαν τους Ινδούς και να κατάφεραν ν' ανεβάσουν την τηλεθέαση της τελετής από τα... βάθη του 2008 (περισσότεροι από 36 εκατομμύρια θεατές παρακολουθήσαν την απονομή των βραβείων Οσκαρ, αυξάνοντας το ποσοστό κατά 13%), εκείνος, ωστόσο, παραμένει μετριοπαθής.

Στο Νέο Δελχί ο Τύπος πανηγύρισε το ανεπανάληπτο σουξέ του «Slumdog millionaire», αφιερώνοντας σε αυτό τα πρωτοσέλιδά του. Ωστόσο, ορισμένα ρεπορτάζ επιμένουν ότι η ταινία συνεχίζει να διχάζει τους Ιν
Στο Νέο Δελχί ο Τύπος πανηγύρισε το ανεπανάληπτο σουξέ του «Slumdog millionaire», αφιερώνοντας σε αυτό τα πρωτοσέλιδά του. Ωστόσο, ορισμένα ρεπορτάζ επιμένουν ότι η ταινία συνεχίζει να διχάζει τους Ινδούς, όχι μόνο λόγω του τρόπου με τον οποίο παρουσιάζεται η φτώχεια στις παραγκουπόλεις της Βομβάης, αλλά και γιατί τη θεωρούν ξένη παραγωγή. Ολοι, πάντως, στέκονται ενωμένοι απέναντι στην επιτυχία του Ινδού Α.Ρ. Ράχμαν, που πήρε 2 Οσκαρ για τη μουσική επένδυση της ταινίας και το τραγούδι «Jai Ηo».

«Πέρασα 20 λεπτά με τον Στίβεν Σπίλμπεργκ», συνεχίζει. «Μου θύμισε ότι έπρεπε να περιμένει 16 χρόνια από την πρώτη φορά που ήταν υποψήφιος (το 1977) για να κερδίσει ένα Οσκαρ το 1993. Μου έκανε καλό, μου είπε. Μαθαίνεις περιμένοντας».

«Το επόμενο πρωί όλοι οι νικητές πήγαμε πίσω στο Kodak Theatre για τα γυρίσματα του σόου της Οπρα. Αυτό ήταν σαν τη Μέρα της Μαρμότας», σχολιάζει ο σκηνοθέτης, ενώ δεν παραλείπει να αναφερθεί και σε κάτι που του έκανε εντύπωση: «Ηταν ωραία η στιγμή που ο Γουίλ Σμιθ ήρθε στο γκρουπ και αντί να πάει να χαιρετήσει τον Ντεβ Πατέλ, ο οποίος συγκεντρώνει όλο το ενδιαφέρον του Τύπου, πήγε στον Μαντούρ Μιτάλ, που παίζει τον αδερφό του και δεν είναι πολύ γνωστός. Αυτό δείχνει επίπεδο».

«Χάρηκα τόσο πολύ για την Κέιτ», συνεχίζει ο Μπόιλ. «Μου είπε ότι ο πατέρας της ήθελε περισσότερο να απολαύσει τη γνωριμία του με τον Ελβις Κοστέλο σε ένα από τα πάρτι από το να δει την κόρη του να παίρνει το Οσκαρ».

Και τα παιδιά από τις φτωχογειτονιές; Πώς είδαν τον απατηλό κόσμο του Χόλιγουντ; «Τα παιδιά το χάρηκαν με όλο τους το είναι... Είμαι κι εγώ γονιός και ανησυχούσα που θα παίρναμε τα παιδιά -ειδικά τα πιο φτωχά από τα οχτώ, τη Ρουμπίνα Αλι και τον Αζαρουντίν Ισμαήλ. Πώς θα αντεπεξέρχονταν σε έναν κόσμο που στην καλύτερη των περιπτώσεων είναι ένας παραμορφωτικός φακός για όλους εμάς; Αλλά παρά τις δικές μου και του Κρίστιαν Κόλσον (ο παραγωγός του φιλμ) φιλελεύθερες συμβουλές, ήταν η σωστή απόφαση. Χάρηκαν τη στιγμή. Μόλις έφτασαν στο ξενοδοχείο τους, βούτηξαν στην πισίνα με τα ρούχα. Πήγαν στην Ντίσνεϊλαντ και στα στούντιο της Γιουνιβέρσαλ».

Το Οσκαρ του ο Μπόιλ έχει υποσχεθεί να το πάει στην Καθολική Λέσχη της Παρθένου Μαρίας στο Μάντσεστερ, μέλος της οποίας είναι ο πατέρας του. «Πήγα τα BAFTA εκεί σε μια σακούλα Μαρκς εν Σπένσερ. Εχω προς το παρόν το Οσκαρ σε μια σακούλα παπουτσιών. Τους υποσχέθηκα πριν από λίγες εβδομάδες ότι θα τους το πάω. Θα είμαι εκεί αυτή την Κυριακή».

  • Αντα Δαλιάκα, ΕΘΝΟΣ, 26/02/2009

Η αντίσταση της Δανίας με δυνατές ερμηνείες

Μέρες θυμού ** Ιστορικό δράμα. Σκηνοθεσία: Ολε Κρίστιαν Μάντσεν. Πρωταγωνιστούν: Μαντς Μίκελσεν, Θούρε Λίντχαρντ, Στίνε Στενγκάντε.

ΚΡΙΤΙΚΗ. Ανάμεσα στις μέτριες –στην καλύτερη περίπτωση- ταινίες που πλαισιώνουν την έξοδο του «Gran Torino» στις αίθουσες, περισσότερο ενδιαφέρουσα είναι η δανική παραγωγή «Μέρες θυμού». Κυρίως εξαιτίας του θέματος και των ερμηνειών. Οι ταινίες με θέμα τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο δεν είναι σπάνιες, όμως κάποιες ιστορίες εξακολουθούν να παραμένουν εντελώς άγνωστες.

Μία από αυτές είναι η ιστορία της δανικής αντίστασης στη ναζιστική Γερμανία. Χώρα γειτονική η Δανία, υπήρξε από τους πρώτους στόχους της Γερμανίας και κατακτήθηκε γρήγορα. Ομως από την αρχή υπήρξε ένα πολύ ισχυρό κίνημα αντίστασης, το οποίο φρόντιζε να «εξαφανίσει» όσους συμπαθούσαν ή συνεργάζονταν με τους κατακτητές. Κεντρικές μορφές της αντίστασης ήταν ένα δίδυμο εκτελεστών, που γρήγορα και αποτελεσματικά δολοφονούσε τους συνεργάτες των Γερμανών. Δεν υπήρχαν πάντα περίπλοκα σχέδια δράσης. Αρκούσε μια ερώτηση επιβεβαίωσης για την ταυτότητα του θύματος και ένας πυροβολισμός. Ο ένας από το δίδυμο ήταν ο εκτελεστής, ο άλλος ο οδηγός. Στην εξέλιξη της δράσης τους, όμως, τα προβλήματα άρχισαν να προκύπτουν όταν δεν ήξεραν πια ποιον μπορούσαν να εμπιστευτούν και ποιον όχι. Οι «Μέρες θυμού» είναι μία από τις πιο ακριβές παραγωγές που έχουν γυριστεί ποτέ στη Δανία και έκανε ρεκόρ εισιτηρίων. Παρά τις καλές στιγμές της όμως, πάσχει και από τη φιλοδοξία της. Ο Ολε Κρίστιαν Μάντσεν δείχνει να μην μπορεί να χειριστεί τα πιο θεαματικά κομμάτια της ταινίας, ενώ περισσότερο οικεία του είναι τα σημεία που εστιάζουν στους κεντρικούς χαρακτήρες και τις σχέσεις ανάμεσά τους. Πολύ καλοί είναι και οι δύο πρωταγωνιστές.

  • Οι άλλες ταινίες

Μια ταινία animation είναι η «Ιστορία του Ντεσπερό» (**). Ενώ όμως το animation είναι καλοσχεδιασμένο, με μια «χειροποίητη» αίσθηση, και το φωνητικό καστ καλό (Μάθιου Μπρόντερικ, Ντάστιν Χόφμαν, Κέβιν Κλάιν και οι φετινοί υποψήφιοι για Οσκαρ Ρίτσαρντ Τζένκινς και Φρανκ Λαντζέλα) το σενάριο υστερεί. Από τη Δανία έρχεται η «Μια ιστορία με θέμα την αγάπη» του Ολε Μπόρενταλ, ανάμεσα στο κοινωνικό δράμα και το ερωτικό θρίλερ. Προβάλλονται ακόμη οι «Επτά ζωές», ένα κοινότοπο δράμα που ούτε η παρουσία του Γουίλ Σμιθ μπορεί να σώσει και το «Push», μια μεταφυσική περιπέτεια, κατώτερη από τις αντίστοιχες τηλεοπτικές σειρές, όπως το «Heroes».

  • Του Παναγιωτη Παναγοπουλου, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/02/2009

Βρώμικος Χάρι χωρίς Μάγκνουμ

Ο Κλιντ Ιστγουντ ταξιδεύει με ένα Ford στον Παράδεισο των Αμερικανών κλασικών

Gran Torino **** Δράμα. Σκηνοθεσία: Κλιντ Ιστγουντ. Ερμηνεία: Κλιντ Ιστγουντ, Μπι Βανγκ, Ανεϊ Χερ, Κρίστοφερ Κάρλεϊ, Μπράιαν Χάλεϊ.

ΚΡΙΤΙΚΗ. Στην τελευταία του ταινία ο Κλιντ Ιστγουντ ενσαρκώνει έναν βετεράνο του αμερικανικού ονείρου σε μια εχθρική Αμερική, απονευρωμένη από τις παραδοσιακές αξίες της. Ο ευθυτενής γέροντας Γουόλτ Κοβάλσκι, ο αντι–ήρωας του «Gran Torino», είναι ένας «ξένος» σε μια χώρα που μόνον οι ξένοι είναι πιστοί στ’ όνειρό της. Είναι ένας ιθαγενής – «βάρβαρος» στη «Γη της Επαγγελίας» στην οποία συρρέουν οι νέοι άποικοι: οι οικονομικοί μετανάστες από την Ασία και από άλλες γωνιές του Τρίτου Κόσμου. Το «Gran Torino» ξεκινάει με μια κηδεία, με τον Κοβάλσκι δίπλα στη σορό της συντρόφου του σαν φρουρός που θέλει να κρατήσει σε απόσταση τα κοράκια: τον γιο του, τη νύφη του και τα εγγόνια του που συμπεριφέρονται σαν μακρινοί κληρονόμοι.

Στην πρώτη επιπόλαιη ματιά το «Gran Torino» μοιάζει σχηματικό, σαν καρικατούρα ενός γερασμένου «Βρώμικού Χάρι» που αυτοσαρκάζεται υπονομεύοντας την ξενοφοβία του. Κοιτώντας πιο προσεκτικά πίσω από τον θυμό και τη συσσωρευμένη οργή αυτού του ζωντανού σκιάχτρου θα ανακαλύψουμε μια σπαρακτική ταινία από τον τελευταίο των Μοϊκανών της κλασικής αφήγησης.

Το σεμνό και λιπόσαρκο «Gran Torino» είναι το πιο γρήγορο εξπρές του Κλιντ Ιστγουντ για τον παράδεισο των μεγάλων κλασικών του αμερικανικού κινηματογράφου με δύο σταθμούς στο ενδιάμεσο: το «Μillion Dollar Baby» και τον «Βρώμικο Χάρι». Το 1956, στην «Αιχμάλωτη της ερήμου», ο Τζον Φορντ έφερε το γουέστερν στο απόγειό του σκηνοθετώντας την εσωτερική μεταμόρφωση ενός τραγικού «χλωμού προσώπου» που ταυτίζεται όλο και πιο πολύ με τον εχθρό του: τον νομάδα Ινδιάνο της ερήμου. (Ο αναχρονιστικός Τζον Γουέιν ενσαρκώνει το ελεύθερο πνεύμα του λευκού πιονιέρου στην Αγρια Δύση το οποίο βρίσκει υλική υπόσταση μόνον μέσα από την περιπέτεια.) Σήμερα, ο Ιστγουντ δανείζεται τα στερεότυπα ενός b–movie (αυτό ήταν επί της ουσίας ο «Βρώμικος Χάρι» για το αμερικανικό σινεμά των αρχών του ’70) για να σκιαγραφήσει την ψυχή ενός ανθρώπου που είναι έωλος.

Ο Κοβάλσκι βρίσκεται ανάμεσα στο πτώμα μιας παχύσαρκης, κυνικής οικογένειας (που καταναλώνει με βουλιμία και χωρίς σεβασμό από τα έτοιμα) και στο δράμα μιας οικογένειας «κίτρινων μιασμάτων» που διατρέχουν πολλούς κινδύνους στη σύγχρονη Αγρια Δύση. Ο ξεροκέφαλος Κοβάλσκι προετοιμάζεται τελετουργικά για τον εξαγνισμό του (την πρώτη και μοναδική εξομολόγηση της ζωής του, που γίνεται έμπρακτα κι όχι στα λόγια) πριν από το τελευταίο μεγάλο ταξίδι.

Βρίζει σαν θερμοκέφαλος ρατσιστής και φτύνει διαρκώς το χώμα της κόλασης που κάποτε ήταν ο παράδεισός του.

Η γειτονιά του, που βρίσκεται σε μια πάλαι ποτέ ακμάζουσα πόλη χάρη στην αυτοκινητοβιομηχανία, είναι μια «βαρετή νεκρή ζώνη» για το κινητό της νεαρής κακομαθημένης εγγονής του (την οποία θα χαστούκιζε ευχαρίστως ο Κοβάλσκι).

Ενα γκέτο μεταναστών, που ο Κοβάλσκι δεν τους αντέχει γιατί ξυπνούν τις ενοχές του για φρικτά πράγματα που διέπραξε στα χρόνια της Κορέας.

«Αυτό που στοιχειώνει περισσότερο έναν άντρα είναι οι πράξεις που έκανε χωρίς να ’χει διαταχτεί από κανέναν να τις κάνει», λέει σ’ έναν ιερέα που βάλθηκε να τον εξομολογήσει.

  • Στις σκιές των ρόλων του

Ο Κοβάλσκι είναι ένας αναχρονιστικός κινηματογραφικός χαρακτήρας, φτιαγμένος από σκιές ρόλων που έχει ενσαρκώσει ο Ιστγουντ στο παρελθόν. Από τη σκιά του επιθεωρητή Κάλαχαν με το Μάγκνουμ στο χέρι. Από τη σκιά του προπονητή πυγμαχίας Φράνκι, στο «Μillion Dollar Baby», που βασανίζεται από τις ενοχές για εξαφανισμένη κόρη του και γίνεται ο πατέρας μιας φτωχής σερβιτόρας. Από τη σκιά του πιστολέρο χωρίς όνομα στα σπαγγέτι του Λεόνε…

Το «Gran Torino» είναι μια ελεγεία για την γκρίζα όψη της λευκής Αμερικής, με έναν γέροντα που κόβει ό, τι τον δένει με τα παιδιά και εγγόνια του για να γίνει ο πατέρας ενός νεαρού σχιστομάτη που βλέπει την Αμερική και τ’ όνειρό της σαν μονόδρομο. O τίτλος της ταινίας είναι δανεισμένος από ένα θρυλικό κουπέ της κραταιάς αμερικανικής βιομηχανίας που σήμερα παραπαίει: το Grand Torino του 1972 της Ford.

  • Του Δημητρη Mπουρα, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/02/2009

Wednesday, February 25, 2009

Κόσμος απωθητικός, απογυμνωμένος από κάθε τρυφερότητα


ΚΡΙΤΙΚΗ. Τρεις ελληνικές ταινίες αυτήν την εβδομάδα και καμία από τις τρεις δεν θα μπορούσε να αντιμετωπιστεί με τους όρους μιας ολοκληρωμένης κινηματογραφικής παραγωγής. Με εξαίρεση τις «Μικρές ελευθερίες» του Κώστα Ζάπα που διερευνούν τα όρια μιας γλώσσας περισσότερο συγγενούς με τη βίντεο αρτ, οι άλλες δύο, το «Carousel» του Σταμάτη Τσαρουχά και το «Γκίνες» του Αλέξη Καρδαρά, θα ήταν προτιμότερο να απουσιάζουν από τη φιλμογραφία των σκηνοθετών τους. Και εδώ προκύπτει ένα ερώτημα οξύ και, μάλιστα, σε περιόδους οικονομικής κρίσης: γιατί γυρίζονται παρόμοιες ταινίες;

Δεν θα έπρεπε (με όρους παραγωγής και μόνο) να προστατεύονται οι δημιουργοί από ένα προδιαγεγραμμένο ολίσθημα; Ποιος διάβασε τα σενάρια (το Κέντρο Κινηματογράφου συμμετέχει στις δύο τελευταίες) και πείστηκε ότι θα προκύψουν «ψυχολογικό θρίλερ» («Carousel») και «κωμωδία» («Γκίνες»);

Τουλάχιστον ο Κώστας Ζάπας υπηρετεί ένα είδος που δεν επιδιώκει και δεν προσποιείται καμία «κανονικότητα» και -κυρίως- δεν απευθύνεται στο ευρύ κοινό. Η υπόθεση ούτως ή άλλως είναι σκιώδης (όπως και στις προηγούμενες ταινίες του ίδιου σκηνοθέτη «Uncut family», «Τhe last porn movie»): ένας πατέρας στην ελληνική επαρχία εμπορεύεται μετανάστες, εκπορνεύει την κόρη του, ενώ αναπτύσσεται ερωτική έλξη ανάμεσα στα δύο αδέλφια. Οι «Μικρές ελευθερίες» (**) θα μπορούσαν να είναι μια συρραφή από μικρού μήκους σπουδές με διαφορετικό θέμα: ο βιασμός, το σφαγείο, η έλξη, η κάθαρση… Ο φακός εστιάζει στο σώμα, στις εκκρίσεις, καθηλώνει τον άνθρωπο στα τέσσερα, σχολιάζει την αποκτήνωση, δουλεύει πάνω στο μεταίχμιο: της εξέλιξης του ανθρώπινου είδους, των ηλικιών. Η ταινία αναδίνει μια έντονη σωματικότητα, είναι μια διαρκής υπόμνηση της άγουρης, ενστικτώδους σεξουαλικότητας, της φύσης της διαστροφής. Το πρόσωπο του πατέρα είναι απωθητικό, η έννοια της οικογένειας έχει καταλυθεί εν τη γενέσει της, οτιδήποτε συγκροτεί μια σχέση, όπως η αγάπη, η τρυφερότητα, η φροντίδα, είναι έξω από τον κόσμο του Κ. Ζάπα. Οι ήρωές του επιβιώνουν με φόνους, συμβολικούς και ρεαλιστικούς. Οι άνθρωποι απογυμνωμένοι, εκτίθενται διαρκώς. Μοιάζουν αθύρματα αλλά αποδεικνύονται ισχυροί «παίκτες», μέσα στην κακοποίηση, τον πόνο, την αποστροφή, την ασθένεια, την επανάληψη. Κυρίως, σ’ αυτό, το τελευταίο.

Στο «Carousel» (x), ο Σταμάτης Τσαρουχάς, έχει ως ηρωίδα μια γυναίκα που υποφέρει από το παρελθόν της (ο πατριός της την κακοποιούσε σεξουαλικά) και αδυνατεί να βιώσει το παρόν της. Αμηχανία, αφέλεια, σχηματοποίηση σε βαθμό… κορεσμού.

Στο «Γκίνες» (x) ο Αλέξης Καρδαράς, με καλούς ηθοποιούς (Γιώργος Πυρπασόπουλος, Στέλιος Μάινας, Δημήτρης Αλεξανδρής, Ακης Σακελλαρίου) βυθίζεται στην α-νοησία. Από τα πρώτα κιόλας πλάνα και τον χαρακτηρισμό του ήρωα που -δείγμα χιούμορ- «απ’ τις πολλές τις γκίνιες, τον γράψαν στο βιβλίο Γκίνες κι από Ευτύχη που τον λέγανε, τώρα τον λένε Γκίνες»... Η συνέχεια δεν θα έπρεπε να βρίσκεται επί της οθόνης.

  • Της Μαριας Kατσουνακη, Η ΚΑΘΗΜΕΡΙΝΗ, 26/02/2009

Ο καλύτερος Κλιντ Ίστγουντ

«Gran Τorino»: Grande, πολύ Grande Κλιντ Ίστγουντ

Αnd the winner is Κλιντ Ίστγουντ. Αυτό έχει καταγραφεί στη συνείδησή μου. Αυτή η ταινία- το Gran Τorino- θα έπρεπε να είχε σαρώσει στα Όσκαρ. Η απόλυτα ειλικρινής αυτοαναίρεσή του. Σα να μπαίνει για πρώτη φορά στην εκκλησία και να κάνει στριπτίζ στον εξομολογητή του
Από την αρχή. Να μας ευλογήσει με τη μέγιστη αρετή. Αυτογνωσία αγαπητοί. Αυτογνωσία, που προϋποθέτει γενναιότητα, συνειδητότητα, αμφισβήτηση και διαρκή ανησυχία. Όσο περνάνε τα χρόνια τόσο αυτοαναιρείται και αναιρεί.

Πρώτον λοιπόν, ο τεράστιος αυτός ζωντανός μύθος, ο τελευταίος σοφός, ο Ακίρα Κουροσάβα του Αmerican Cinema, φτιάχνει μια μικρή παραγωγή. Σα να ξεκινάει από την αρχή. Ουδείς γνωστός πλην του Κλιντ. Ουδείς λευκός πλην του Κλιντ και των δύο δικών του αγοριών. Ασιατικής καταγωγής οι συμπρωταγωνιστές σ΄ αυτήν την ιστορία τη μικρή. Έχει σημασία αυτό. Ο Κλιντ γυρίζει την πλάτη του στο Χόλιγουντ το εκσυγχρονιστικό. Και πλαγίως επιστρέφει στις αξίες του Χόλιγουντ του παλιού. Όπως περίπου έκανε ο Ντάλτον Ντράμπο στο γουέστερν «Lonely are the brave» (Μόνοι είναι οι γενναίοι) με τον Κερκ Ντάγκλας.

Δεύτερον, η ιστορία εντελώς προσφυγική. Ποιος είναι ο Γουόλτ Κοβάλσκι; Φυσικά ο Κλιντ. Πού παραπέμπει το όνομα; Στον Στάνλεϊ Κοβάλσκι του «Λεωφορείον ο πόθος» του Τένεσι Ουίλιαμς και του 1947. Παραπέμπει ακόμα στους Πολωνούς μετανάστες. Και τέλος, παραπέμπει στους ήρωες του «Ελαφοκυνηγού» που βρέθηκαν στην κόλαση του Βιετνάμ. Πολωνοί κι αυτοί. Μ΄ έναν λόγο, λέει ο Ντάνι Ουάλας, συγγραφέας του ομότιτλου μυθιστορήματος, και ο σεναριογράφος Νικ Σενκ, πρόσφυγες και ξένοι η πλειονότητα του πληθυσμού των ΗΠΑ.

Τρίτον, το προφίλ του Γουόλτ Κοβάλσκι μοιάζει με φωτοτυπία του Κλιντ Ίστγουντ και του «Dirty Ηarry». Ρατσιστής μέχρι μυελού οστών. Αντιδραστικός μέχρι τον λαιμό. Μισάνθρωπος από τα παιδιά του μέχρι τον τελευταίο περαστικό. Ένας βετεράνος της Κορέας σε διαρκή πόλεμο με κάθε Αμερικανό. Κυρίως με τον ασιατικό πληθυσμό. Η επίθεση είναι η καλύτερη άμυνα. Υπάρχει λόγος γι΄ αυτό.

Τέταρτον, η ψυχολογία. Ο ρατσισμός του Κοβάλσκι είναι το ανάχωμά του για τη δική του, την ανομολόγητη ενοχή του. Ο ρατσισμός καλύπτει το δικό του στίγμα. Ο πόλεμος είναι το αόρατο πεδίο της ταινίας. Έχει σημασία αυτό. Ο πόλεμος ως εισβολή (Κορέα). Ο πόλεμος ως αμερικανική υπεροχή. Κάτι τρομερό είχε συμβεί. Κάτι αποτρόπαιο και δολοφονικό. Η επιθετικότητα του Κοβάλσκι είναι η άμυνά του. Είναι η μάσκα που φοράει όλα αυτά τα χρόνια. Ο ρατσισμός- λέει ο συγγραφέας- είναι το πιο εύκολο καταφύγιο του αμαρτωλού.

Πέμπτον, η προσφυγιά. Από την Πολωνία οι ρίζες του Κοβάλσκι. Από την Κορέα οι γείτονές του. Πρόσφυγας εναντίον προσφύγων. Ο χειρότερος εργοδότης είναι ένας πρώην αριστερός. Κάπως έτσι. Όλα θαμμένα, κρυμμένα και απωθημένα. Πάει ακόμα πάρα πέρα. Ο Ίστγουντ γκρεμίζει την κυρίαρχη λογική του καλού, κακού και άσχημου. Ας πούμε. Ο Κοβάλσκι από ρατσιστής μεταμορφώνεται σε ήρωα αλτρουιστή. Ας πούμε, δεν είναι όλοι οι Κορεάτες καλοί Ασιάτες. Όχι, λέει ο Κλιντ. Εξαρτάται. Όσοι ενσωματώνονται αμαχητί στην αμερικανική κοινωνία, είναι ίδιοι και απαράλλαχτοι με κάθε λευκή συμμορία. Απίστευτο.

Έκτον, η βία. Όλες οι αξίες που συγκροτούν τον Dirty Ηarry γκρεμίζονται από τον ίδιο άνθρωπο που έγινε διάσημος απ΄ αυτήν την ταινία. Όλα. Αυτοδικία, επιθετικότητα, προκαταλήψεις, αλαζονεία και ανωτερότητα. Για να καταλάβετε, η ταινία μοιάζει σα ν΄ αρχίζει με συνταξιούχο τον Dirty Ηarry και σα να τελειώνει με την κηδεία του.

Έβδομον, το τέλος του Αmerican dream. Αυτό και το επιμύθιο, αυτή και η ανατροπή. Μόνο ανθρώπινα «σκουπίδια», οι πρόσφυγες, οι κατατρεγμένοι και οι ξένοι, αυτοί το Άλας της Γης. Αυτοί οι ιμάντες των αξιών της Ζωής. Εμείς οι χορτασμένοι οι Αμερικανοί έχουμε εκπέσει από τον ανθρώπινο προορισμό μας σ΄ αυτήν τη Γη. Οι έσχατοι έσονται πρώτοι! Όλα αυτά ακούγονται εγκεφαλικά. Ε, λοιπόν σας λέω κάτι που μου συνέβη πρώτη φορά τον χρόνο αυτό. Στα τελευταία σαράντα λεπτά, τόσο συγκινήθηκα που δάκρυσα αληθινά. Τέτοια ουσία, τόσο ψαχνό, τέτοια λεβεντιά, τόση εκ βαθέων εξομολόγηση και ειλικρινή αυτοκριτική σε μια ιστορία τόσο μικρή και τόσο προσωπική. Αυτή η Άλλη, η πραγματικά μεγάλη Αμερική!

Με δυο λόγια: Συνταξιούχος και χήρος, κακότροπος, μισάνθρωπος ακόμα και προς τα δικά του τα παιδιά. Μετά την κηδεία της γυναίκας του, μένει μόνος παρέα με έναν θηλυκό σκύλο. Δίπλα στη γειτονιά ζωσμένος από πρόσφυγες της Κορέας. Πλάσματα που του θυμίζουν έναν πόλεμο στον οποίο καλύτερα να μην είχε βρεθεί. Ξεχειλίζει από μίσος για κάθε τι που θυμίζει την Κορέα. Όμως ούτε με τα παιδιά του είναι συμφιλιωμένος. Έχει τους λόγους του: Το μόνο που τους ενδιαφέρει είναι η περιουσία και τα κειμήλια από το σεντούκι της μητέρας. Ώσπου μια μέρα θ΄ αρχίσει η αλλαγή. Συμμορία θα επιτεθεί σε δύο μικρούς Κορεάτες. Οι μνήμες επιστρέφουν και ο Γουόλτ Κοβάλσκι βρίσκεται σε πόλεμο με τη νέα Αμερική.
«Gran Τorino». Η αυτοαναίρεση του Κλιντ Ίστγουντ Το γκρέμισμα του Dirty Ηarry Ό,τι πιο συγκινητικό έχει υπογράψει
ΒΑΘΜΟΙ=9 (Grande Εastwood)
  • Βροχή από ταινίες, ποιος θα τις δει;
Βροχή οι ταινίες! Ελλάδα, ο ορισμός της παραδοξολογίας ακόμα και στην κινηματογραφική εμπορία!

«Η ιστορία του Ντεσπερό» (Τhe tale of Despereaux). Αnimation των Σαμ Φελ και Ρομπ Στιβενχάγκεν, μεταγλωττισμένο στα ελληνικά με τις φωνές των Σταύρου Σιούλη, Μάντυ Λάμπου, Τάσου Μασμανίδη, Χρήστου Θάνου κ.ά. Όπου αρουραίος που χάλα σε τη σούπα με αποτέλεσμα να τα κακαρώσει η βασίλισσα, καταδιώκεται στα έγκατα. Την ίδια στιγμή ένας μικρός ποντικός με αυτιά σαν τηγανίτες και που δεν φοβάται τίποτα, αποφα- σίζει να ανέλθει στον κόσμο των ανθρώπων κι έτσι γίνεται αγαπητός από την πριγκίπισσα. Έξυπνο, καλοκουρδισμένο, με ιδιαίτερο σκίτσο, ολίγον σκοτεινό και αρκούντως χιουμοριστικό.
ΒΑΘΜΟΙ=7 (ό,τι πρέπει για τον μικρό)
«Μικρές ελευθερίες» του Κώστα Ζάπα. Όπου πατέρας εκδίδει τα δυο του παιδιά και από πάνω τα λοιδορεί και τα χλευάζει. Απόπειρα μείγματος αρχαίας τραγωδίας (ας πούμε «Ηλέκτρα»), ψυχανάλυσης (Φρόιντ) και κινηματογραφικής πρωτοπορίας. Η μηχανή να παίζει, η σκηνή να επιμένει, τα πρόσωπα να υποδύονται κόντρα στον καθιερω- μένο κώδικα ερμηνείας. Έτσι η διαστροφή καταλήγει σωματική εκτροπή. Πολύ σωστά. Καλύτερη όλων η Μάρλεν Σαΐτη. Όμως το εγχείρημα υπονομεύεται από αφέλειες, αμηχανίες και ευκολίες που εκλαμβάνονται ως πρωτοπορίες!
ΒΑΘΜΟΙ=3 (ατελείωτη δυσφορία)
«Carousel». Δραματικό και ψυχολογικό θρίλερ του Σταμάτη Τσαρουχά (η τρίτη ελληνική ταινία της εβδομάδας, από ποσότητα πάμε καλά). Όπου νέα κοπέλα, με τραύμα από βιασμό στα εφηβικά της χρόνια, έχει αναλάβει τη φροντίδα ανήλικων παιδιών και ταυτοχρόνως μαζί με μια φίλη της έχει ανοίξει cafe για βιοπορισμό.
ΒΑΘΜΟΙ=2 (σκέτο δράμα)
Αυτό ως πρόθεση. Το αποτέλεσμα, άσε, καλύτερα να μην πω. Ένα πράγμα συμβουλεύω και το εννοώ. Σταμάτη, σου πάει η κωμωδία. Με το δράμα, δράμα και η ταινία.

«Ρush, το επικίνδυνο χάρισμα» (Ρush). Μεταφυσικό, χάρτινο θρίλερ του Πολ ΜακΓκίγκαν. Όπου άτομα με εξαιρετικές ικανότητες (τηλεκίνηση, προφήτες και άλλοι τέτοιοι) επιδίδονται σε κόλπα μαγικά.

Κάτι σαν τσίρκο με εναέριες πολεμικές τέχνες!
ΒΑΘΜΟΙ=3 (μακριά)
  • Ιδού η αληθινή τρομοκρατία!
Από τη Δανία η δεύτερη καλύτερη ταινία. Μάλιστα. Η πιο αλλιώτικη αντιστασιακή, κατά των Γερμανών, ιστορία. Και πλαγίως ο θρίαμβος της αληθινής τρομοκρατίας. Ο ελληνικός τίτλος- «Μέρες θυμού»- την αδικεί. Προτιμότερος ο αυθεντικός. Με τα παρατσούκλια αυτών των ηρώων τρομοκρατών «Flame and Citron». Φλόγα και λεμόνι.

Αντίσταση λοιπόν στη Δανία τη χιτλερική. Ομολογώ με άφησε με το στόμα ανοικτό. Το περιστατικό που αφηγείται στέρεα και οργανωμένα μέχρι την τελευταία στιγμή ο Όλε Κρίστιαν Μάντσεν, είναι σοκαριστικό. Δύο νέοι, οργανωμένοι στην επίσημη (και όχι κομμουνιστική) αντίσταση, εκτελούν δωσίλογους, συνεργάτες και ναζί. Έτσι, εν ψυχρώ. Φάτσα φόρα. Χωρίς κουκούλες, μάσκες και μεταμορφώσεις. Χτυπάνε- ας πούμε- το κουδούνι και πυροβολούν στο ψαχνό χωρίς να καταλαβαίνουν Χριστό. Κορώνα γράμματα για ελευθερία. Τόσο σπάνιο, τόσο ηρωικό, τόσο απίστευτο και μοναδικό!

Πλαγίως η ιστορία παραπέμπει στη σύγχρονη τρομοκρατία. Τολμηρό αυτό. Ο Μάντσεν «διορθώνει» τις απόψεις που έχουμε για τον τρομοκρατικό συρφετό. Και πάει ακόμα πιο πέρα. Σε μια τέτοια κατάσταση, τίποτα δεν είναι καθαρό. Ο αρχηγός μπορεί να είναι πράκτορας του εχθρού. Και ο πράκτορας του εχθρού μπορεί να είναι σύμμαχος και φίλος του λαού. Γκρίζες ζώνες. Επομένως, το δίλημμα εφιαλτικό. Μπας και σκοτώνουν διπλούς πράκτορες που υπογείως δουλεύουν για τον ίδιο κοινό σκοπό; Μπας και είναι θύματα μιας αόρατης συνωμοσίας που βολεύει τους Γερμανούς; Αυτή η τραμπάλα ανάμεσα στο ψεύτικο και το πραγματικό, το κίβδηλο και το αυθεντικό, ανυψώνει το επίπεδο της ταινίας έξω από κάθε άλλη συνηθισμένη με θέμα την αντίσταση κατά των Γερμανών.

Γι΄ αυτό- και πολύ σωστά- το στυλ της ταινίας μοιάζει με φιλμ νουάρ από την κλασική αμερικανική φιλμογραφία. Γι΄ αυτό η αμφισημία. Γι΄ αυτό η σύγχυση και η αοριστία. Γι΄ αυτό στην κόψη του ξυραφιού η αντιστασιακή τρομοκρατία. Υποδειγματική η επιλογή αυτής της φόρμας. Υπηρετεί με τον καλύτερο τρόπο τη φιλοσοφία που πηγάζει απ΄ αυτήν την ταινία. Ταυτόχρονα αναδεικνύει το πορτρέτο ενός αληθινού λαϊκού «τρομοκράτη». Απίστευτη αφοσίωση. Εξωφρενική αποφασιστικότητα. Πρωτοφανής ψυχραιμία. Μοναδική στοχοπροσήλωση. Ο ηρωισμός -λέει ο Μάντσεν- είναι γέννημα θρέμμα της ψυχής. Το σώμα απλώς ακολουθεί. Η πίστη, το αναντικατάστατο όπλο που και βουνά μετακινεί. Ψέματα; Αν διαβάσετε μερικά περιστατικά από την ελληνική Αντίσταση κατά των ναζί, θα νομίσετε πως είναι αποκυήματα μιας φαντασίας μακριά από τη Γη.

Αν τώρα κοντά σ΄ αυτά του περιεχομένου και της φόρμας προσθέσω την εξαιρετική ερμηνεία πρώτα του Θούρε Λίντχαρτ και έπειτα του γνωστού Μαντς Μίκελσεν, καθώς και τα κοστούμια, την ατμόσφαιρα και τους ρυθμούς της ταινίας, τότε οι «Μέρες θυμού» είναι μέσα στις ευχάριστες εκπλήξεις ενός τόσο φτωχού καιρού!

Με δυο λόγια:
Δύο κολλητοί και αχώριστοι νέοι με παρατσούκλια Φλόγα και Λεμόνι, εκτελούν χωρίς ενδοιασμό συνεργάτες, δωσίλογους και ναζί στη Δανία του 1944. Υπογείως και πολύ μακρινά, η διαδρομή αυτή παραπέμπει στον Βutch Cassidy και τον Sundance Κid (Πολ Νιούμαν και Ρόμπερτ Ρέντφορντ του 1969). Όταν όμως αρχίζει να κυκλοφορεί η φήμη πως ο αρχηγός της οργάνωσης είναι αμφιβόλου ηθικής και πατριωτικού σκοπού, τότε μέσα τους αρχίζουν να γκρεμίζονται. Μήπως λειτουργούν σαν προβοκάτορες του εχθρού και μήπως σκοτώνουν ανθρώπους που με κίνδυνο την ίδια τους τη ζωή υπηρετούν τον ίδιο με εκείνους πατριωτικό σκοπό;
«Μέρες θυμού». Αντίσταση και τρομοκρατία στη Δανία Αληθινή ιστορία Καλοφτιαγμένη σκηνοθεσία
ΒΑΘΜΟΙ=7 (ευχάριστη έκπληξη)
  • Μυστήριο και μελόδραμα
«Μια ιστορία με θέμα την αγάπη» (Just another love story). Από τη Δανία και τον Όλε Μπόρνενταλ αυτή η στυλιστική και μυστηριώδης ιστορία. Όπου φωτογράφος και παντρεμένος με δυο παιδιά, ερωτεύεται το θύμα μιας αυτοκινητικής τραγωδίας. Έτσι και χωρίς να το καταλάβει τον εκλαμβάνουν οι γονείς και οι συγγενείς ως τον επίσημο εραστή της κοπέλας. Ένα πρόσωπο αινιγματικό ο οποίος έχει δολοφονηθεί στο Βιετνάμ. Όταν όμως ο νεκρός εμφανίζεται με το όνομα του φωτογράφου τότε το μπέρδεμα γίνεται εφιάλτης. Καλοφτιαγμένο αλλά το φινάλε έξω από το στυλ της ταινίας.
ΒΑΘΜΟΙ=6 1/2
(καλή σκηνοθεσία, μέτρια ιστορία)
«Επτά ζωές» (Seven Ρounds). Δραματική, καταθλιπτική ιστορία με σκηνοθέτη τον Γκάμπριελ Μουτσίνο και πρωταγωνιστές Γουίλ Σμιθ, Ροζάριο Ντόσον, Γούντι Χάρελσον. Επειδή δεν πρέπει να αποκαλύψω το φινάλε, ένα έχω να πω γι΄ αυτήν την ανθρώπινη τραγωδία. Κάποιος, ο οποίος προφανώς συναντήθηκε με τον θάνατο, έχει επιλέξει επτά πλάσματα προκειμένου να τους αλλάξει τη ζωή προς το καλύτερο. Η ίδια σκηνή με παραλλαγές επαναλαμβάνεται από την αρχή. Σοβαρές προθέσεις, μελοδραματική ιστορία.

ΒΑΘΜΟΙ=6 (ναι μεν, αλλά)
  • Αδελφοί Κόεν made in Greece
Υπερβολικό; Μπορεί. Πάντως το ίδιο σενάριο μ΄ αυτό του «Γκίνες» αλλά με εξαιρετική επεξεργασία, καλύτερη παραγωγή και ανώτερη σκηνοθεσία, θα μπορούσε να έφερε την υπογραφή των αδελφών Κόεν. Το όνομα αυτού Αλέξης Καρδαράς.

Μετράω τα βήματα αυτού του διακριτικού και σπουδαίου γραφιά. Πριν από δέκα χρόνια κατεβαίνει με «Ληστεία» και Αντώνη Καφετζόπουλο με Μάνια Παπαδημητρίου. Ο προάγγελος του «Βank Βang». Μέσα στις ελάχιστες και διαφορετικές κομεντί που έγιναν τα τελευταία τριάντα χρόνια. Τι έγινε; Γυρίσαμε πλάτη και τον γράψαμε στα παλαιότερα των υποδημάτων μας. Τόσο καταλαβαίνουμε. Και ως Κοινό και ως Κριτική., Το 2005 «Η γυναίκα είναι σκληρός άνθρωπος» με την καλύτερη- και ανώτερη από το χλωμό «Στάκαμαν»- εμφάνιση του Αντώνη Καφετζόπουλου. Τώρα με το «Γκίνες» και εντός των προσεχών μηνών- όπως μαθαίνω- με τη δραματική ιστορία, σε σενάριο δικό του και με προσωρινό τίτλο «Δεν θα γίνεις Έλληνας ποτέ» και σκηνοθέτη τον Φίλιππο Τσίτο. Αγάλι αγάλι γίνεται η αγουρίδα μέλι.

Από τις γκίνιες θα γράψεις στο Γκίνες. Αυτό το μότο της ιστορίας. Από εδώ και το πνεύμα των Κόεν το οποίο υπερίπταται της ταινίας. Που πάει να πει γκαντεμιά. Φιλόδοξος στόχος. Για να υπηρετηθεί και να πραγματωθεί, τρία πράγματα απαιτεί. Πρώτον, υποδόριο, μαύρο, σαρκαστικό χιούμορ. Δεύτερον, αραχνούφαντη επεξεργασία. Και τρίτον, (κάτι που ισχύει για όλες τις ταινίες) ομοιογένεια στο στυλ και τη σκηνοθεσία. Δηλαδή, από μόνος του ο Καρδαράς τοποθετεί τον πήχυ πολύ, μα πολύ ψηλά. Αυτό το πρόβλημα, αυτή και η προσγείωση.

Γιατί ενίοτε το χιούμορ κάνει τραμπάλα μεταξύ Κόεν και φολκλόρ. Γιατί ο σαρκασμός ροκανίζεται από ένα φινάλε έξω από το ύφος της ιστορίας. Γιατί η επεξεργασία ήθελε περισσότερο χρόνο και ουσία. Και γιατί η ομοιογένεια κλονίζεται από το παροιμιώδες ελληνικό φολκλόρ.

Όμως να μην τον αδικώ. Η ιδέα και η πρώτη, σεναριακή γραφή, αξίζουν περισσότερο, απείρως περισσότερο, απ΄ όλες τις ελληνικές μπαλαφάρες που έχω δει. Και ακόμα, το καστ, με εξαίρεση τον Στέλιο Μάινα, είναι της πρώτης γραμμής. Από τον γκαντέμη Γιώργο Πυρπασόπουλο, μέχρι τον δολοφόνο Δημήτρη Αλεξανδρή, καθώς και τον Αντώνη Καφετζόπουλο (η σκηνή που ψαρεύει στη λίμνη εξαιρετικό αντίγραφο των Κόεν) καθώς και τη Μαρκέλα Γιαννάτου που με την αφέλειά της διαρκώς σε κάνει ν΄ ανησυχείς. Άραγε είναι τόσο χαζή ή το κορίτσι σχεδιάζει από πίσω να τους βγει; Α, ρε Αλέξη. Λίγο ακόμα και θα τους είχες πάρει τα σώβρακα!

Με δυο λόγια: Ένας γκαντέμης της πόκας ακούει τυχαία μια αποκάλυψη τρομερή. Σ΄ ένα χωριό της Ηπείρου έχουν θάψει τούβλα από χρυσάφι. Μια και δυο στο χωριό πηγαίνει αλλά αντί για χρυσάφι πάνω σε γραφική ταβέρνα πέφτει. Η οποία έχει κτιστεί πάνω ακριβώς στον χρυσό τάφο. Έλα όμως που ένας ψυχρός δολοφόνος ακολουθεί. Και έλα που το κορίτσι της ταβέρνας σκοτώνει δυο τρεις κατά λάθος. Όσο ψάχνει για χρυσάφι, τόσο σκάβει τον δικό του τάφο.
«Γκίνες». Μαύρη, σαρκαστική κομεντί Με καλύτερη επεξεργασία, Κόεν από Ελλάδα Με πλοκή αστυνομική Γ καντεμιάς ευαγγέλιο
  • Του Δημήτρη Δανίκα, ΤΑ ΝΕΑ: Πέμπτη 26 Φεβρουαρίου 2009