Εχοντας στο ενεργητικό του ταινίες που έχουν γράψει τη δική τους βίαιη ιστορία μέσα στην τελευταία δεκαπενταετία, από τα «Παράξενα παιχνίδια» (που έγιναν και αμερικανικό ριμέικ) ως τη «Δασκάλα του πιάνου» και από το «Βίντεο του Μπένι» ως τον «Κρυμμένο», τη μεγαλύτερη ως σήμερα επιτυχία του, ο αυστριακός σκηνοθέτης Μίχαελ Χάνεκε παρουσιάζει την ενδέκατη μεγάλου μήκους ταινία του με τίτλο «Λευκή κορδέλα» («Das weisse Βand- Εine deutsche Κindergeschichte», 2009, Αυστρία/ Γερμανία/ Γαλλία/ Ιταλία), η οποία τον περασμένο Μάιο θριάμβευσε στο Φεστιβάλ των Καννών αποσπώντας τον Χρυσό Φοίνικα.
Στον «Κρυμμένο» (2006), ο Ντανιέλ Οτέιγ και η Ζιλιέτ Μπινός υποδύονται ένα παντρεμένο ζεύγος γάλλων διανοουμένων που απειλούνται από «κάτι» το οποίο ποτέ δεν μαθαίνουμε τι ακριβώς είναι. «Ο,τι είναι να πω βρίσκεται στις ταινίες μου» μού δηλώνει ο Χάνεκε. «Δουλειά μου δεν είναι να δίνω απαντήσεις παρά μόνο να θέτω ερωτήσεις». Λέει μάλιστα ότι δεν ενοχλείται όποτε τον ρωτούν «τι συνέβη μετά;» στις ταινίες του, γιατί θεωρεί την αντίδραση φυσιολογική. Προσπαθεί όμως να πείσει τους θεατές «να σκεφτούν αφήνοντας τον εαυτό τους ελεύθερο στη θέαση. Μόνο οι ψεύτες έχουν απαντήσεις. Οι πολιτικοί έχουν απαντήσεις».
Γεννημένος το 1942 στη Βαυαρία της Γερμανίας, ο Χάνεκε μεγάλωσε στην Αυστρία από τη μητέρα και τον πατριό του (ο πατέρας του εγκατέλειψε την οικογένειά του όταν ο ίδιος ήταν τριών ετών). Σπούδασε φιλοσοφία, ψυχολογία και κινηματογράφο στο Πανεπιστήμιο της Βιέννης. Από εκεί ξεκίνησε την καριέρα του στα τέλη της δεκαετίας του ΄60- από την τηλεόραση. Εξακολουθεί να ζει μονίμως στη Βιέννη όπου διδάσκει και σκηνοθετεί.
Από την «Εβδομη Ηπειρο», την πρώτη κινηματογραφική ταινία του, την οποία γύρισε με αρκετή καθυστέρηση το 1989, στα 47 του, ο Χάνεκε άρχισε να χτίζει τη φήμη ενός από τους πιο ασυμβίβαστους και εξαιρετικά «μαύρους» σκηνοθέτες του σύγχρονου κινηματογράφου. Η θεματολογία του αντλείται μέσα από ιστορίες κοινωνικής αποξένωσης, την αδιέξοδη επιρροή των μέσων μαζικής ενημέρωσης και τη διάλυση των ανέσεων της αστικής οικογένειας.
O ι ήρωές του σοκάρουν με τις αποφάσεις τους: στη «Δασκάλα του πιάνου» η κεντρική ηρωίδα ( Ιζαμπέλ Υπέρ ) αυτοευνουχίζεται γιατί θεωρεί ότι η σεξουαλικότητά της δεν έχει θέση στη σύγχρονη κοινωνία, ενώ το παιδί που πρωταγωνιστεί στο «Βίντεο του Μπένι» σκοτώνει χωρίς καμία τύψη τον συμμαθητή του και οι γονείς του απλώς κρύβουν το πτώμα επειδή δεν θέλουν να αμαυρώσουν την αξιοπρεπή κοινωνική εικόνα τους.
«Ολοι έχουμε ένοχες συνειδήσεις» λέει ο Χάνεκε, «αλλά δεν κάνουμε και πολλά για αυτό. Οσο καλό υπάρχει μέσα στον καθένα μας, άλλο τόσο και κακό». Για το γεγονός ότι συχνά «κατηγορείται» για απελπιστική χρήση βίας στις ταινίες του, δηλώνει ότι η βία πρέπει να απεικονίζεται ακριβώς όπως είναι. «Η αλήθεια είναι πάντα τρομακτική» τονίζει. Ισως γι΄ αυτόν τον λόγο ο σκηνοθέτης σνομπάρει τις αμερικανικές ταινίες αποκαλώντας τες «πολιτιστικό ιμπεριαλισμό». Μισεί τις ταινίες που τον κάνουν να νιώθει «περισσότερο ηλίθιος από όσο είμαι». Ωστόσο πριν από μερικά χρόνια πειραματίστηκε ο ίδιος με το αμερικανικό ριμέικ της πιο τρομακτικής ταινίας του, «Παράξενα παιχνίδια», την οποία γύρισε στο Χόλιγουντ με τους Τιμ Ροθ και Ναόμι Γουότς. Βλέμματα παιδιών στη δίνη της εξουσίαςΗ «Λευκή κορδέλα» είναι ένα τραχύ, αυστηρό, ασπρόμαυρο ψυχόδραμα που στα 144 λεπτά του «ζητεί» την υπομονή του θεατή καθώς παρακολουθεί τη ζωή των κατοίκων σε κάποιο απομακρυσμένο χωριό της Βαυαρίας στις αρχές του 20ού αιώνα (κάπου ανάμεσα στα 1913-1914).
Καθετί εδώ γίνεται υπό το βλέμμα των παιδιών, της γενιάς που όταν μεγαλώσει θα μετατραπεί στο τέρας της ναζιστικής Γερμανίας. Και πράγματι, τα εκφραστικά πρόσωπα των παιδιών (όλα παίζουν καταπληκτικά) είναι αυτό που συγκρατείς στη μνήμη έχοντας δει αυτή την ασκητική μελέτη πάνω στην έννοια της εξουσίας που σκηνοθετήθηκε με συγκρότηση και (όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε) από απόσταση.
Η κάμερα του Χάνεκε μας μεταφέρει από πόρτα σε πόρτα φτιάχνοντας ένα ψηφιδωτό μικροϊστοριών που συνθέτουν ένα σπουδαίο σύνολο: Ενας δάσκαλος ( Κρίστιαν Φρίντελ ) που επιζητεί το καλό της κοινότητας, αλλά αδυνατεί να επιβληθεί. Ενας πάστορας ( Μπούρκχαρτ Κλάουσνερ )
που όταν δέρνει τα παιδιά του λέει ότι πονάει ο ίδιος περισσότερο. Ο γαιοκτήμονας-βαρόνος ( Ούλριχ Τούκουρ ) που, παρά τις ενάρετες προθέσεις του, εκμεταλλεύεται τελικά τους αγρότες. Ο γιατρός της περιοχής ( Ράινερ Μποκ ) που απεχθάνεται και προσβάλλει βίαια τη γυναίκα ( Σουζάνε Λότερ) που μεγαλώνει τα παιδιά του. Και κυρίως, θα το επαναλάβω, τα ίδια τα παιδιά, με το απορημένο, τρομαγμένο, αλλά και γεμάτο μίσος ύφος τους. Ψηφίδες μέσα σε αυτό το υπόγειας βαρβαρότητας ψυχόδραμα, το ύφος του οποίου θυμίζει συχνά τον κινηματογράφο του Καρλ Ντράγερ. Και, όπως συμβαίνει με όλες τις ταινίες του Χάνεκε, ελάχιστα εξηγούνται στην ιστορία. Από την πρώτη κιόλας σκηνή ο Χάνεκε στοχεύει στην αβεβαιότητα του θεατή όταν ακούμε τον αφηγητή να λέει: «Δεν είμαι βέβαιος για το αν η ιστορία που θα σας διηγηθώ είναι πέρα για πέρα αληθινή. Κάποια σημεία της τα γνωρίζω μόνο από φήμες». Αυτή η αβεβαιότητα, όμως, είναι που τελικά σε ελκύει: παρά τη μεγάλη διάρκεια της ταινίας, δεν θέλεις να τελειώσει.«Στο βάθος κήπος»
Υπάρχουν σκηνές που με έκαναν να γελάσω. Οταν για παράδειγμα ο Λαέρτης Μαλκότσης , μια καρικατούρα Dirty Ηarry με το όνομα «αστυνόμος Μπεκάκης», λέει με παράπονο και με επιτηδευμένα κακή προφορά «Τhis is a world without future», και να θες, δεν γίνεται να μη γελάσεις. Το ίδιο μου συνέβη και με τις σκηνές του γκάνγκστερ Γιώργου Κοψιδά, αυτή την απίστευτη φάτσα καρατερίστα με την τεράστια μύτη, το τεράστιο μουστάκι και το τεράστιο πιγούνι. Καλές στιγμές που όμως εντάσσονται σε γενικότερο πλαίσιο αμηχανίας. Γιατί στην πρώτη μεγάλου μήκους ταινία του Κλεάνθη Δανόπουλου δεν λειτουργεί αποτελεσματικά το στοιχείο της «μαύρης» κωμωδίας τύπου «Αρσενικό και παλιά δαντέλα» ή «Η συμμορία των πέντε». Ολα ξεκινούν όταν μια σορός κάνει την εμφάνισή της στον κήπο της νεοαποκτηθείσας μονοκατοικίας ενός νιόπαντρου ζευγαριού ( Βασίλης Μαυρογεωργίου- στη φωτογραφία, Ηλέκτρα Τσακαλία ). Η ιδιοκτήτρια (ευχάριστη έκπληξη η Τζένη Ρουσσέα ) είχε προειδοποιήσει να μην ανοίξει τρύπα στον κήπο. Οσο οι τρύπες ανοίγουν (και ανοίγουν αρκετές) τόσο τα ευρήματα εξαντλούνται στην επανάληψη.«Νομοταγής πολίτης»Ακόμη μια αμερικανική ταινία με δυνατό θέμα και φιλόδοξη εκκίνηση, αλλά και με άδοξη κατάληξη. Το ερώτημα που τίθεται εδώ είναι αν ένας άνθρωπος από μόνος του μπορεί να καταρρίψει ένα ολόκληρο σύστημα δικαιοσύνης που χωλαίνει. Η απάντηση βρίσκεται στις πράξεις ενός άνδρα ( Τζέραρντ Μπάτλερ - και παραγωγός) του οποίου η γυναίκα και η κόρη έπεσαν θύματα στυγνής, εν ψυχρώ δολοφονίας. Η συμφωνία που πετυχαίνει ο κυνικός βοηθός εισαγγελέα ( Τζέιμι Φοξ- στη φωτογραφία μαζί με τον Μπάτλερ) θα σημάνει τη θανατική καταδίκη του ενός από τους δύο δολοφόνους, αλλά και την ελευθερία του άλλου έπειτα από μερικά χρόνια φυλάκισης. Χρόνια αργότερα λοιπόν αρχίζει η δράση του πληγωμένου πατέρα και συζύγου, ο οποίος για να πετύχει τον σκοπό του και να γκρεμίσει το σύστημα θα μπει ο ίδιος στη φυλακή, από όπου θα θέσει σε λειτουργία το σχέδιο εκδίκησης. Μέχρι ενός σημείου η ταινία του Φ. Γκάρι Γκρέι τα πηγαίνει καλά και- το κυριότερο- γίνεται πιστευτή. Από τη στιγμή όμως που αποκαλύπτεται η πραγματική ταυτότητα του εκδικητή το φιλμ μπαίνει στη σφαίρα της υπερβολής και νιώθεις ότι ο Μπάτλερ δεν είναι παρά ένας «κακός» ταινίας Τζέιμς Μποντ.
▅ Το μουσικό ντοκυμαντέρ «Μichael Jackson΄s Τhis Ιs Ιt» (ΗΠΑ, 2009) του Κένι Ορτέγκα (που δεν παρουσιάστηκε σε δημοσιογραφική προβολή) απευθύνεται κυρίως στους θαυμαστές του διάσημου αμερικανού τραγουδιστή ο οποίος πέθανε πριν από λίγο καιρό. Σύμφωνα με το δελτίο Τύπου της εταιρείας «είναι μια πίσω από τα παρασκήνια άποψη του καλλιτέχνη καθώς εξέλισσε, δημιουργούσε και έκανε πρόβες για τις προπωλημένες συναυλίες του που θα πραγματοποιούνταν το καλοκαίρι που μας πέρασε στην Ο2 Αrena του Λονδίνου. Καλύπτοντας στιγμές από τον Μάρτιο ως και τον Ιούνιο 2009, το έργο βασίστηκε πάνω σε περισσότερες από 100 ώρες backstage υλικού που δείχνουν τον Τζάκσον καθώς κάνει πρόβες για διάφορα τραγούδια του σόου». Ας σημειωθεί ότι ο Κένι Ορτέγκα θεωρείται εξπέρ σε ταινίες μουσικοχορευτικού περιεχομένου («Ηigh School Μusical») και ότι στα πλάνα του βρίσκεται ένα ριμέικ της επιτυχίας του 1984 «Φούτλουζ».
▅ «Ο Μπάρι και οι Ντισκο-σκώληκες» («Sunshine Βarry & the Disco Worms», ΗΠΑ, 2009) του Τόμας Μπορς Νίλσεν. Κινούμενα σχέδια αποκλειστικώς για παιδιά με κεντρικό ήρωα ένα σκουλήκι, τον Μπάρι, που από το εργοστάσιο λιπασμάτων στο οποίο εργάζεται συνειδητοποιεί ότι το πεπρωμένο του τον θέλει τραγουδιστή του μεγαλύτερου συγκροτήματος ντίσκο στον κόσμο, που θα ονομάζεται «Ο Μπάρι και οι Ντισκο-σκώληκες»! Η ταινία θα προβληθεί μόνο μεταγλωτισμένη, με τις φωνές τωνΔημήτρη Δημόπουλου, Πέτρου Σπυρόπουλου,Αντώνη Ζαχαράτου, Ακίνδυνου Γκίκα, Βασίλη Καΐλα, Ηλία Ζερβού, Τάσου Κωστή.
Wednesday, October 28, 2009
Ο Χάνεκε και η «Λευκή κορδέλα». Στις αίθουσες από αύριο, η βραβευμένη στις Κάννες ταινία του αυστριακού σκηνοθέτη
Tuesday, October 27, 2009
Η ψυχή του σκηνοθέτη
Παρακολούθησα την «Ψυχή βαθιά» του Παντελή Βούλγαρη, που έχει ως θέμα τον Εμφύλιο. Είχα διαβάσει τις αρνητικότατες κριτικές και είχα επηρεασθεί. Στο πρώτο εικοσάλεπτο, περίμενα στη γωνία για το πραγματολογκό ή ιστορικό ατόπημα. Επειδή όταν ψάχνεις βρίσκεις, 2 - 3 πραγματάκια τα ξεχώρισα αμέσως (π. χ., ο Γ. Συμεωνίδης, βάσει της ηλικίας του, θα έπρεπε να ερμηνεύει τουλάχιστον τον ρόλο ενός λοχαγού και όχι ανθυπολοχαγού). Επειτα από είκοσι λεπτά όμως η ταινία απλώς με συνεπήρε και ώς το φινάλε με είχε κατακτήσει. Ταπεινή μου γνώμη, ο Παντελής Βούλγαρης μάς έβαλε τα γυαλιά κι ας τον κατακεραύνωσε η κριτική.
Πρώτα απ’ όλα, έβαλε δύο πολύ δύσκολα στοιχήματα. Το ένα: έκανε πολεμική ταινία. Τι σημαίνει αυτό; Μετά τον «Ράιαν», τη «Λεπτή κόκκινη γραμμή», τις «Ιβοτζίμες» του Ιστγουντ, το «Αποκάλυψη τώρα», το «Ελα να δεις» του Κλίμοφ και τόσα άλλα ξένα πολεμικά φιλμ, η σύγκριση ήταν αναπόφευκτη και ζόρικη για τον Ελληνα σκηνοθέτη. Το αποτέλεσμα; Ναι, οι σκηνές μάχης δεν είναι ισοδύναμες με τις «ξένες», δεν είναι όμως σε καμία περίπτωση «κατασκήνωση», όπως γράφηκε. Εχουν δύναμη, έχουν ρεαλισμό - ειδικά η σκηνή στο ορεινό χειρουργείο είναι και συγκλονιστική. Αυτό από μόνο του αποτελεί υπέρβαση για τα ελληνικά δεδομένα.
Δεύτερον: ασχολήθηκε με τον Εμφύλιο. Αλλη καυτή πατάτα. Το αποτέλεσμα; Μια ταινία χωρίς ιδεολογικές αιχμές αλλά με μια ανάγκη για ισορροπίες. Με τη διαφορά ότι πουθενά δεν υποπίπτει σε πολιτική ορθότητα. Ειπώθηκε, ας πούμε, ότι στην ταινία δεν υπάρχει μίσος μεταξύ των αντιπάλων. Δεν κατάλαβα δηλαδή: όταν η αντάρτισσα ευνουχίζει τον αιχμάλωτο παρακρατικό, αυτό δεν είναι μίσος; Οταν ο ανθυπολοχαγός φτύνει το πτώμα της αντάρτισσας, αυτό δεν είναι μίσος; Τα σακιά με τα κομμένα κεφάλια δεν είναι μίσος;
Ναι: η ταινία έχει προβλήματα. Εχει τρία φινάλε (εκτέλεση, Ντούλας - Τριαντάφυλλος, αντάρτισσα - Ανέστης, εκπληκτικές σκηνές όλες), έχει σφάλματα (οι ναπάλμ ΔΕΝ χρησιμοποιήθηκαν για πρώτη φορά στον Γράμμο), αλλά ακόμα και ο «Ράιαν», στρατιωτικά μιλώντας, έχει πολλά ατοπήματα. Επειτα, μια ταινία ΔΕΝ σε μαθαίνει Ιστορία. Δίνει ερεθίσματα, θέτει ερωτήματα. Δηλαδή, μάθαμε τα πάντα για το Βιετνάμ μέσα από το «Φουλ Μέταλ Τζάκετ»; Αφήστε που με δύο προλογικές σκηνές, η ταινία δίνει το πολιτικό περίγραμμα.
Η ταινία έχει εξαιρετικούς πρωταγωνιστές, από τους νέους Γιώργο Αγγέλκο και Χρήστο Καρτέρη έως την Βικτώρια Χαραλαμπίδου, τον Βαγγέλη Μουρίκη και τον Γιώργο Συμεωνίδη (άλλη μοναδική στιγμή, ο σιωπηλός Θανάσης Βέγγος πάνω από το πτώμα του εγγονού του). Εχει γίνει πολύ αξιόλογη δουλειά με την κάμερα, η δράση είναι καλά στημένη - και έχει επίσης αριστουργηματική μουσική υπόκρουση του Γιάννη Αγγελάκα.
Η «Ψυχή βαθιά» συγκινεί. Εχει μια δύναμη που διαρκεί και αφού έχουν πέσει οι τίτλοι. Ας βγάλουμε μια φορά το καπέλο σε κάποιους ανθρώπους, δεν θα πάθουμε τίποτα.
- Tου Ηλια Μαγγλινη, Η Καθημερινή, 27/10/2009
Προπαγανδιστικός κινηματογράφος
Στο ...«γάνωμα» του προφίλ του Γεωργιανού προέδρου, Σαακασβίλι, επιδίδεται το Χόλιγουντ, που έσπευσε να εκμεταλλευθεί τον περσινό πόλεμο Γεωργίας - Ρωσίας, για μια ακόμη κινηματογραφική υπερπαραγωγή.
Το ότι ο κινηματογράφος θα αποτελούσε προπαγανδιστική «συνέχεια» του θερμού ιμπεριαλιστικού πολέμου μεταξύ των δύο χωρών ήταν αναμενόμενο. Και στη Ρωσία προβλήθηκαν σχετικά ντοκιμαντέρ και γυρίζονται ταινίες. Ομως, ο «εκλεκτός» των ΗΠΑ, Σαακασβίλι, θέλει κάτι πιο «ηχηρό», δεδομένης και της οικονομικής κατάστασης της Γεωργίας, που δεν αντέχει πολυέξοδες παραγωγές.
Εύκολα μπορεί να υποθέσει κανείς το περιεχόμενο του σεναρίου, αφού σκηνοθέτης της είναι ο Ρένι Χάρλιν (αυτός «γύρισε» και τη χολιγουντιανή ταινία... «Πολύ σκληρός για να πεθάνει ΙΙ»), ενώ τον Σαακασβίλι θα υποδυθεί ο χολιγουντιανός «σταρ», λατινοαμερικανικής καταγωγής... Αντι Γκαρσία! Παρότι όλο «καστ» παραπέμπει ...σε κωμωδία, προφανώς θα πρόκειται για πολεμική περιπέτεια χολιγουντιανού τύπου, με έντονη δόση αντιρωσικής προπαγάνδας, που είναι άκρως απαραίτητη στο σημερινό καθεστώς της Γεωργίας, όχι μόνο γιατί έχασε τον περσινό πόλεμο, αλλά και για τη διαχρονική ανάγκη της εξουσίας να «αντικαθιστά» τον «άρτο» με «θεάματα».
Ο Χάρλιν, ο οποίος βρίσκεται ήδη στη Γεωργία για τα γυρίσματα (μεταξύ άλλων και στο προεδρικό μέγαρο), μιλώντας σε δημοσιογράφους, ισχυρίστηκε ότι η ταινία του θα είναι μια «μεγάλη, τραγική, ανθρώπινη ιστορία»!!!
Τηλεφωνικό σεξ: ο ρομαντισμός του σήμερα
Ο ρομαντισμός και οι απεικονίσεις του στην έβδομη τέχνη βρίσκονται στην καρδιά του «Post-romance», που είναι το θέμα της ενότητας «Focus» του 50ου Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης (13 έως 22 Νοεμβρίου).
«Unmade beds» του Αργεντινού Αλέξις Ντος Σάντος
Ταινίες φετινής παραγωγής, από όλο τον κόσμο -την επιμέλεια έχει ο Κωνσταντίνος Κοντοβράκης- που πραγματεύονται επίκαιρα και δυνατά ζητήματα όπως η σεξουλικότητα, η συντροφικότητα, η μοναξιά, η αστική ζωή και η σχέση μας με τη φύση ενοποιούνται κάτω από τον νεολογισμό «Post-romance».
Πολλοί είναι οι παράγοντες που επηρεάζουν αυτό που αποκαλούμε «ρομαντική ταινία». Οι μεταλλασσόμενες αντιλήψεις γύρω από τα δύο φύλα, το σεξ, η ανθρώπινη ταυτότητα και οι κοινωνικές προκαταλήψεις παίζουν τον ρόλο τους. Οι ερωτικές σχέσεις, όμως, μπορούν να έχουν πολλές εναλλακτικές, πέρα από το συμβατικό αφηγηματικό όχημα «αγόρι γνωρίζει κορίτσι».
* Μια φουσκωτή κούκλα του σεξ, για παράδειγμα, πρωταγωνιστεί στην πρόσφατη ταινία του Χιροκάζου Κόρε-έντα, «Air doll», που είναι βασισμένη σε ιαπωνικό μάνγκα. Η κούκλα ζωντανεύει όταν την ερωτεύεται ένας υπάλληλος βιντεοκλάμπ. Κι όμως. Δεν υπάρχει καμία χυδαιότητα πίσω από το στόρι. Περισσότερο είναι ένα γλυκόπικρο ρομαντικό παραμύθι, που στηρίζεται στην ιδέα ότι όλοι οι άνθρωποι είναι άδειοι, σαν τις φουσκωτές κούκλες, μέχρι τη στιγμή που βρίσκεται κάποιος να τους αγαπήσει.
* Μια καθοριστική συνάντηση πραγματοποιείται και στο ρομαντικό και χιουμοριστικό «Cast away on the moon», του Κορεάτη Χάε-Τζουν Λι. Ενας άντρας, έπειτα από μια αποτυχημένη απόπειρα αυτοκτονίας, καταλήγει σε ένα ακατοίκητο νησί. Μια ιδιόρρυθμη κοπέλα, που επικοινωνεί με τον κόσμο μόνο μέσω μέιλ κι έχει περάσει τρία χρόνια απόλυτης απομόνωσης στο σπίτι της, τον αναζητά. Περιθωριοποιημένοι από δική τους επιλογή, σαν δύο μοντέρνοι αστικοί ναυαγοί, πραγματοποιούν αμφότεροι ένα ηρωικό ταξίδι αναζήτησης της ανθρώπινης επαφής.
* Σε εντελώς άλλο κλίμα μάς πάει το «Easier with practice», ντεμπούτο του Αμερικανού Κάιλ Πάτρικ Αλβάρεζ. Το τηλεφωνικό σεξ γίνεται η αφορμή για μια προκλητική ερωτική ιστορία, με ήρωα έναν ανασφαλή νεαρό συγγραφέα. Μια φαινομενικά αδιέξοδη σχέση πραγματεύεται και η Πολωνή Ούρσουλα Αντόνιακ, στο «Nothing personal», που κέρδισε στο Φεστιβάλ του Λοκάρνο βραβείο καλύτερης ταινίας. Χάρισε και στην πρωταγωνίστριά του το πρώτο γυναικείου ρόλου. Δύο αντίθετοι χαρακτήρες, που κουβαλούν, όμως, βαριά ψυχολογικά φορτία από το παρελθόν, αμφιταλατεύονται ανάμεσα στα όρια της μοναξιάς και την ανάγκη για συντροφικότητα.
* Σε πιο φωτεινό κλίμα κινείται η ταινία του Αργεντινού Αλέξις Ντος Σάντος, «Unmade beds». Με φόντο το πολυπολιτισμικό Λονδίνο, ο σκηνοθέτης θέτει ερωτήματα για τη μνήμη, την ταυτότητα και τον απαλλαγμένο από συμβάσεις έρωτα. Στο indie σάουντρακ της ταινίας περιλαμβάνεται και ένα κομμάτι των δικών μας, «Mary and the Boy».
* Ενα ευαίσθητο, ανθρώπινο και αντισυμβατικό love story είναι το «Samson and Delilah» του Αυστραλού Γουόρικ Θόρντον, που έφυγε από τις φετινές Κάνες με το βραβείο Camera d' Or. Δύο έφηβοι Αβορίγινες, οι οποίοι ζουν στην έρημο της Αυστραλίας, πραγματοποιούν ένα σκληρό ταξίδι επιβίωσης.
«Ι'm not your friend» του Ούγγρου Γκιόργκι Πάλφι
* Οι έννοιες της ατομικής σεξουαλικότητας και ελευθερίας δοκιμάζονται στο «Ι am not your friend» του Ούγγρου Γκιόργκι Πάλφι («Taxidermaia»), με εννέα πρωταγωνιστές που στήνουν ένα ερωτικό γαϊτανάκι στη Βουδαπέστη.
- ΧΡΥΣΟΥΛΑ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Ελευθεροτυπία, Τρίτη 27 Οκτωβρίου 2009
Monday, October 26, 2009
ΕΛΛΗΝΙΚΟΣ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟΣ: Πολέμιοι και «φίλοι» ... των σωματείων
Την ομάδα των κινηματογραφιστών - παραγωγών που αυτοαποκαλούνται «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» υποστηρίζει η λεγόμενη επιτροπή Γαβρά που διόρισε το ΥΠΠΟ το 2008 για να «εκπονήσει» το κινηματογραφικό νομοσχέδιο, καταλήγοντας, τον περσινό Σεπτέμβρη, σε «προτάσεις» που κινούνται στην αγοραία «ανάπτυξη» της κινηματογραφίας!
Σε επιστολή τους προς τον υπουργό Πολιτισμού - Τουρισμού (21/10), τα μέλη της επιτροπής (Κ. Γαβράς, Α. Δοξιάδης, Γ. Λυκιαρδόπουλος, Χρ. Μήτσης, Ε. Μπερντέ, Τ. Μπουλμέτης, Γ. Τζιώτζιος) υπερασπίζονται το «πόνημά» τους και εναντιώνονται στην εκπροσώπηση των σωματείων του χώρου στις αρμόδιες κρατικές επιτροπές!
Συγκεκριμένα, ασκούν κριτική στο νομοσχέδιο που η προηγούμενη ηγεσία του ΥΠΠΟ «μοίρασε» στους φορείς (Αύγουστος 2009), σημειώνοντας, ότι «ενώ υιοθετούνται αρκετές προτάσεις μας», ωστόσο, «επανεισάγεται ή αυξάνεται η εκπροσώπηση στη διοίκηση κρατικών οργάνων των συντεχνιακών φορέων, συμμετοχή που οι δικές μας προτάσεις περιόρισαν σημαντικά (...) Το να εκχωρείται η πολιτική του κινηματογράφου σε επαγγελματίες συνδικαλιστές είναι μια ακατανόητη ελληνική ιδιαιτερότητα, την οποία πρέπει επιτέλους να αποτάξουμε αν θέλουμε να προχωρήσουμε»!
Φυσικά το νομοσχέδιο του ΥΠΠΟ, οι προτάσεις της επιτροπής, το νομοσχέδιο της λεγόμενης Διασωματειακής και οι θέσεις της «Ομίχλης», παρά τις επουσιώδεις διαφορές τους, προωθούν μια πολιτική ξένη προς τα συμφέροντα των δημιουργών, αφού όλα αυτά τα κείμενα ενδιαφέρονται για τα συμφέροντα της ιδιωτικής παραγωγής.
Και μια ενδιαφέρουσα - άκρως χαρακτηριστική και «συμβολική» - λεπτομέρεια: Η επιτροπή, ενώ παθαίνει «αλλεργία» για το ρόλο-λόγο που δικαιούνται να έχουν τα σωματεία (άσχετα με το ότι οι διοικήσεις ορισμένων φροντίζουν για το αντίθετο) «αναβαθμίζει» τους «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» χαρακτηρίζοντάς τη ως «αυθεντικότερη συλλογική έκφραση» του ελληνικού κινηματογράφου!!!
Αντιδρώντας στα παραπάνω, η Ενωση Μουσικοσυνθετών - Στιχουργών Ελλάδας (ΕΜΣΕ) σε ανακοίνωσή της σημειώνει μεταξύ άλλων ότι η κατάργηση του ρόλου των σωματείων επιχειρείται «προκειμένου να αποφύγουν οποιονδήποτε έλεγχο και διαφάνεια στην κατανομή των χρημάτων του ΥΠΠΟ προς την κινηματογραφία μέσω του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου (...) με μοναδικό στόχο τον έλεγχό της από τους μεγάλους παραγωγούς και το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου (...)»!
Μέσα σε λίγες προτάσεις η ΕΜΣΕ υπερασπίζεται ...και επιτίθεται ταυτόχρονα στο ΕΚΚ «τσουβαλιάζοντας» το ρόλο που θα έπρεπε να παίξει με τα συμφέροντα των μεγαλοπαραγωγών, υπέρ των οποίων όντως «δουλεύει» η κρατική κινηματογραφική πολιτική, αλλά και οι νομοθετικές προτάσεις φορέων όπως η «Διασωματειακή»... στην οποία συμμετέχει η ΕΜΣΕ..! [ΡΙΖΟΣΠΑΣΤΗΣ, 27/10/2009]
Sunday, October 25, 2009
Η «Ψυχή» του Εμφυλίου
Εντυπώσεις για την αισθητική και πολιτική αξία της νέας ταινίας του Παντελή Βούλγαρη «Ψυχή βαθιά» με θέμα τον εμφύλιο πόλεμο
- του ΓΙΑΝΝΗ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ | ΤΟ ΒΗΜΑ, Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009
Από την περασμένη Πέμπτη η «Ψυχή βαθιά», η ταινία μέσω της οποίας ο σκηνοθέτης Παντελής Βούλγαρης τίμησε τα 60 χρόνια από το τέλος του ελληνικού εμφυλίου πολέμου, προβάλλεται στις αίθουσες. Το φιλμ τοποθετείται στα βουνά της Δυτικής Μακεδονίας, στην εκπνοή του ελληνικού εμφυλίου πολέμου (1949), και εξετάζει την περίπτωση δύο εφήβων αδελφών, του 17χρονου Ανέστη (Χρήστος Καρτέρης) και του 14χρονου Βλάση (Γιώργος Αγγέλκος), οι οποίοι βρίσκονται σε αντίπαλα στρατόπεδα. Καθ΄ ότι και οι δύο γνωρίζουν καλά την περιοχή όπου μεγάλωσαν (τα υψώματα, τα δάση, τα ποτάμια, τα περάσματα), χρησιμοποιούνται ως οδηγοί. Ο μεν Ανέστης βρίσκεται στο πλευρό του ανθυπολοχαγού του Εθνικού Στρατού (Γιώργος Συμεωνίδης), ο δε Βλάσης στο πλευρό του καπετάν Ντούλα (Βαγγέλης Μουρίκης) του Δημοκρατικού Στρατού.
Περί τους 70.000 στρατιώτες και αντάρτες σκοτώθηκαν κατά τη διάρκεια του εμφυλίου πολέμου (1946-1949). «Στον Εμφύλιο η διάσταση του πολέμου είναι πιο δραματική γιατί καμία εξήγηση δεν πείθει απόλυτα, δεν παρηγορεί» αναφέρει ο Π. Βούλγαρης στο press kit της ταινίας του. «Η εμφύλια αναμέτρηση είναι η πιο τραγική εκδοχή πολέμου γιατί καμία πλευρά δεν μπορεί να είναι υπερήφανη, δεν μπορεί να ισχυριστεί ότι όλα ήταν καλά καμωμένα... Δεν είμαι πολιτικός ούτε ιστορικός ,είμαι καλλιτέχνης και στην ταινία καταθέτω αυτό που μου αναλογεί, αυτό που μέσα μου επιμένει να με συγκλονίζει. Η μοίρα των απλών ανθρώπων, των από κάτω, των λησμονημένων θανάτων».
Παρά τις ενάρετες προθέσεις της ταινίας, η απουσία πολιτικού πλαισίου έχει προκαλέσει αρνητικές αντιδράσεις. Σε πρόσφατο δημοσίευμα του «Ριζοσπάστη», π.χ., η Ελένη Μηλιαρονικολάκη αναφέρει ότι η «Ψυχή βαθιά» «παρακάμπτει το ιστορικό και πολιτικό πλαίσιο των γεγονότων που εξιστορεί. Περιγράφεται ένας πόλεμος και μάλιστα με εξαντλητικές για τη βία του λεπτομέρειες: ποιες οι αιτίες, ποιος ο χαρακτήρας και ο σκοπός του, ποια κοινωνικά συμφέροντα εκπροσωπούν οι αντιμαχόμενες πλευρές;».
«Το Βήμα» συγκέντρωσε απόψεις ανθρώπων του πολιτικού και του καλλιτεχνικού χώρου που είδαν την «Ψυχή βαθιά» στην πανελλήνια πρεμιέρα της και ανέθεσε σε δύο συντάκτες του να καταθέσουν τη δική τους γνώμη.
Κατά τη διάρκεια της δικτατορίας του Παπαδόπουλου ο ελληνικός εμφύλιος είχε αποσιωπηθεί, αν και κατά καιρούς υπήρξαν ταινίες που ασχολήθηκαν μαζί του: «Δώστε τα χέρια» του Ερρίκου Ανδρέου, «Δραπέτες του Μπούλκες» του Ανδρέα Παπασταματάκη, «Γράμμος» του Ηλία Μαχαίρα κ.ά. Ακόμη και όταν ο Εμφύλιος ήταν νωπός, κάποιες ταινίες έκαναν νύξεις όπως το «Οι Γερμανοί ξανάρχονται» (1949) του Αλέκου Σακελλάριου που καυτηριάζει τη φαγωμάρα που διαδέχθηκε την εθνική ομοψυχία των χρόνων της Κατοχής (μεταδίδεται το επόμενο Σάββατο από τη ΝΕΤ).
Οπως αναφέρει ο ιστορικός Πολυμέρης Βόγλης στο βιβλίο Αναπαραστάσεις πολέμου (εκδόσεις Παπαζήση), μετά τη Μεταπολίτευση η πολιτική αλλαγή ώθησε σκηνοθέτες σε μια «αναδιαπραγμάτευση της δεκαετίας του 1940 και της μνήμης της». Ταινίες όπως «Η κάθοδος των εννιά» του Χρίστου Σιοπαχά και «Τα χρόνια της θύελλας» του Νίκου Τζήμα τοποθετούνται κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου, ενώ άλλες όπως το «Ταξίδι στα Κύθηρα» του Θόδωρου Αγγελόπουλου, «Τα παιδιά της Χελιδόνας» του Κώστα Βρεττάκου, «Ο άνθρωπος με το γαρίφαλο» του Τζήμα, η «Βασιλική» του Βαγγέλη Σερντάρη και το «Ούλοι εμείς εφέντη» του Λεωνίδα Βαρδαρού ασχολήθηκαν με τις συνέπειές του. Με περιέργεια περιμένουμε και το πρόσφατο ντοκυμαντέρ της Αλίντας Δημητρίου «Η ζωή στους βράχους» που ασχολείται με το πολύκροτο ζήτημα του ελληνικού εμφυλίου πολέμου.
Εγκλημα στον κήπο
- Το ελληνικό σινεμά ανακάλυψε ένα νέο αστέρι. Αυτή τη φορά όμως δεν το άντλησε από τη δεξαμενή της τηλεόρασης, αλλά από αυτήν του θεάτρου.
Στη μαύρη κωμωδία «Στο βάθος κήπος» που βγαίνει μεθαύριο στα σινεμά, η κάμερα εστιάζει στο εκφραστικό πρόσωπο του Βασίλη Μαυρογεωργίου, γνωστότερου ως συγγραφέα και πρωταγωνιστή της πετυχημένης θεατρικής «Κατσαρίδας». Στον πρώτο του αυτόν πρωταγωνιστικό κινηματογραφικό ρόλο ενσαρκώνει έναν νιόπαντρο τριαντάρη, που, ξυπνώντας ένα πρωί με τη σύζυγό του στο νέο τους σπίτι, διαπιστώνει πως, κοντά στο λάκκο που άνοιξε για να φυτέψει έναν φοίνικα, κείται ένας νεκρός.
Η ταινία βασίζεται σε ένα διήγημα της συλλογής «Αθωότητες» (κυκλοφορεί από τις Εκδόσεις Πατάκη) του σκηνοθέτη Κλεάνθη Δανόπουλου.
Ο συγκεκριμένος κήπος κρύβει βέβαια πολλές ακόμα εκπλήξεις που εμπλέκουν από μαφιόζους μέχρι δύο στιλιζαρισμένους αστυνομικούς που θυμίζουν αμυδρά τους αδερφούς Ντιπόν του «Τεν Τεν». Ολα ξεκινούν όταν το νεαρό ζευγάρι, ένας βιβλιοφάγος και μια καλλιτέχνιδα, νοικιάζουν μια μονοκατοικία από την Τζένη Ρουσσέα. Μόνος της όρος να μην πειράξουν τον κήπο. Το ζευγάρι δεν καταφέρνει να αποκτήσει παιδί, και από μια απλή δεισιδαιμονία, ξεκινά ένα γαϊτανάκι απρόβλεπτων κωμικών καταστάσεων. Παρά τις κάποιες αστοχίες της πάντως, η ταινία ξεφεύγει από τη συνήθη κακογουστιά και αφέλεια των περισσότερων κωμωδιών τελευταίας κοπής.
Στο πλευρό του Μαυρογεωργίου συμπρωταγωνιστεί μια νέα και όμορφη κοπέλα, η Ηλέκτρα Τσακαλία. Κι αν σας φαίνεται υπερβολικό να ξυπνάς και να βρίσκεις ένα πτώμα στον κήπο σου, «αυτό ακριβώς συνέβη σε μένα», μας αποστομώνει ο σκηνοθέτης, αφηγούμενος πως στις αρχές του '90 ζούσε με τη γυναίκα του και την κόρη του στα Πατήσια, σε μια μονοκατοικία, κι ένα πρωί, βγαίνοντας στον κήπο, αντίκρισαν πεσμένο έναν άνθρωπο σε αφύσικη στάση. Οπως έμαθαν, το θύμα είχε ψυχολογικά προβλήματα, είχε ανέβει στη διπλανή ταράτσα να φτιάξει την κεραία της τηλεόρασης, και έπεσε.
Χρόνια αργότερα αποφάσισε να γράψει γι' αυτό, φέρνοντας σε αντιπαράθεση τον παράξενο αυτό θάνατο με τη δυνατή επιθυμία ενός ζευγαριού να κάνει παιδί. «Το στοιχείο της μαύρης κωμωδίας μού ήρθε αβίαστα».
Οσο για τον Β. Μαυρογεωργίου, σύμφωνα με τον σκηνοθέτη, «έχει τη γοητεία ενός ηθοποιού του '50 συνδυάζοντας το χιούμορ ενός σύγχρονου νέου ανθρώπου». Πράγματι, η πρώτη του αυτή εμφάνιση δείχνει πως έχει τη στόφα τόσο για ρόλους ζεν πρεμιέ όσο και για αμιγώς κωμικούς ρόλους. *
- Της ΕΥΑΝΝΑΣ ΒΕΝΑΡΔΟΥΚυριακάτικη Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 25 Οκτωβρίου 2009