Tuesday, July 15, 2008

ΠΑΓΚΟΣΜΙΑ ΠΡΕΜΙΕΡΑ ΤΟΥ ΝΕΟΥ «ΜΠΑΤΜΑΝ» ΣΤΗ ΝΕΑ ΥΟΡΚΗ

Οι πρώτες κριτικές που έχει αποσπάσει η ερμηνεία του Χιθ Λέτζερ στην ταινία είναι τέτοιες που αρκετοί υποστηρίζουν ότι ίσως προταθεί για Όσκαρ. Να θυμίσουμε ότι ο Αυστραλός ηθοποιός βρέθηκε τον Ιανουάριο, νεκρός στο διαμέρισμά του στη Νέα Υόρκη και ο θάνατός του που προκλήθηκε από υπερβολική δόση συνταγογραφημένων φαρμάκων αποδόθηκε σε ατύχημα. Σημειώνεται ότι ο Λέτζερ είχε προταθεί για Όσκαρ και για την ερμηνεία του στην πολυσυζητημένη ταινία του Ανγκ Λι «Το μυστικό του Brokeback Mountain».

Oι συμπρωταγωνιστές του στη νέα ταινία του Μπάτμαν με τίτλο «Ο σκοτεινός ιππότης» έπλεξαν το εγκώμιο του Λέτζερ.

Ο Μάικλ Κέιν, από το μαύρο χαλί που είχε στρωθεί για την παγκόσμια πρεμιέρα της ταινίας, τη Δευτέρα στη Νέα Υόρκη, δήλωσε: «Είναι η καλύτερη ερμηνεία «κακού» που έχω δει» και συμπλήρωσε: «Έχω την αίσθηση ότι θα αποσπάσει υποψηφιότητα (για Όσκαρ). Θα αποτελούσε έκπληξη για μένα εάν δεν πάρει το Όσκαρ. Οπωσδήποτε πάντως έχει την ψήφο μου».

Ο ηθοποιός Γκάρι Όλντμαν που υποδύεται στην ταινία τον επιθεωρητή Τζιμ Γκόρντον ανέφερε: «Δεν έχω δει «κακό» σαν αυτόν, από τότε που ο Ντένις Χόπερ έπαιξε τον Φρανκ Μπουθ στο «Μπλε Βελούδο», φοβίζει και τον Χάνιμπαλ Λέκτερ». Ο πρωταγωνιστής που ενσαρκώνει τον Μπάτμαν, ο Κρίστιαν Μπέιλ υποστήριξε ότι ο Λέτζερ έχει δημιουργήσει έναν αναρχικό, ροκ τύπο, έναν Τζόκερ που δεν έχει ξαναδεί και που πιστεύει ότι θα μείνει κλασικός και θα τον θυμούνται για χρόνια.

Ο σκηνοθέτης Κρίστοφερ Νόλαν, τέλος, είπε πως επιδίωξή του ήταν να παρουσιάσει έναν τρομακτικό κακό αλλά και ανθρώπινο και θεωρεί πως ο Χιθ Λέτζερ το έχει καταφέρει αυτό με έναν πολύ ενδιαφέροντα τρόπο. Στον «Σκοτεινό Ιππότη» ο Μπάτμαν είναι αποφασισμένος να εξαλείψει οριστικά το οργανωμένο έγκλημα στο Γκόθαμ Σίτι.

Η ταινία κάνει πρεμιέρα στην Ελλάδα, την Πέμπτη 17 Ιουλίου.

www.kathimerini.gr με πληροφορίες από BBC

Monday, July 14, 2008

ΔΙΕΘΝΗΣ «ΕΛ ΓΚΡΕΚΟ»


Η βραβευμένη ταινία του Γιάννη Σμαραγδή «Ελ Γκρέκο» θα συμμετάσχει επίσημα στο Διεθνές Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Τορόντο, ενώ πέτυχε και διεθνή διανομή της. Στο Φεστιβάλ του Τορόντο θα παρουσιαστεί και η έκθεση «EL GRECO - Από το πλατό στην οθόνη», στο μουσείο «Batta» (παρουσιάστηκε στο μετρό Συντάγματος και στο Μουσείο του Τελλογλείου Ιδρύματος του ΑΠΘ). Η έκθεση περιλαμβάνει αναδημιουργίες έργων του Δομήνικου Θεοτοκόπουλου που χρησιμοποιήθηκαν στην ταινία, έργα τριών νέων ταλαντούχων ζωγράφων (Σάββα Γεωργιάδη, Νίκου Μόσχου, Στέλιου Πετρουλάκη), τα κοστούμια και διάφορα αντικείμενα της ταινίας.

Αμέσως μετά το Τορόντο η ταινία θα προβληθεί στη Ν. Υόρκη και το Λος Αντζελες. Το Νοέμβρη θα προβληθεί στην Ισπανία (μεταγλωττισμένη στα ισπανικά). Ακολουθούν προβολές της σε Ουγγαρία, Τσεχία, Σλοβακία και στις 9/12/2008 προβολή της στο Ευρωκοινοβούλιο, προς τιμή της Ελλάδας και του σκηνοθέτη.

Να σημειωθεί ότι εκτός των άλλων βραβείων αυτής της ταινίας, ο Γ. Σμαραγδής έλαβε (12/7) σε τελετή στους Δελφούς, το βραβείο του Πανεπιστημίου Αθηνών «Σοφίης», ενώ στις 26/9/2008 θα λάβει στη Ρώμη ένα ακόμα διεθνές βραβείο για την προσφορά του στην τέχνη και τον πολιτισμό.

Sunday, July 13, 2008

ΤΟ ΣΙΝΕ-ΜΑΤΙ ΕΝΟΣ «ΚΑΘΗΓΗΤΗ»

Μια συζήτηση για τον σοβιετικό και τον ρωσικό κινηματογράφο, τον Ταρκόφσκι, τον Κοντσαλόφσκι, τον Παρατζάνοφ...

Συνέντευξη στην Ευγενία Κριτσέφσκαγια, Η Αυγή, 13/07/2008

Τον Χριστόφορο Τριανταφίλοφ τον έλεγαν «καθηγητή», στην Ανώτατη Σχολή Κινηματογράφου της Μόσχας κι αργότερα στο Κινηματογραφικό στούντιο «Γκόρκι», τη μεγαλύτερη φάμπρικα του σοβιετικού σινεμά, το σοβιετικό Χόλιγουντ, όπου επί πολλά έτη εργαζόταν αυτός ο μοναδικός, ελληνικής καταγωγής οπερατέρ ανωτάτης κατηγορίας, σκηνοθέτης και παραγωγός. Ο ίδιος ο Χριστόφορος, υπεραγαπώντας την Ελλάδα, την επισκέπτεται με την κάμερά του κάθε χρόνο, αλλά διστάζει να την «αναγνωρίσει» ως πατρίδα του, για έναν και μοναδικό λόγο: δεν μιλά ελληνικά, μοναδικό «λάθος», για το οποίο πραγματικά μετανιώνει στα 70 του χρόνια.

  • Επισκέπτεστε συχνά την Ελλάδα, συναντιέστε με Έλληνες, που έχουν λιγότερη ή περισσότερη ιδέα από κινηματόγραφο. Έχετε πλέον καταλάβει πως εδώ θεωρούν θεό τον Αντρέι Ταρκόφσκι. Εσείς, απ’ ό,τι γνωρίζω, έχετε δουλέψει με τον Ταρκόφσκι.

Όταν σπούδαζα στην Ανώτατη Σχολή Κινηματογράφου στη Μόσχα, και μιλάμε για τη σχολική περίοδο 1958-1962, σε διάφορα τμήματα της σχολής σπούδαζαν πολλοί έλληνες -ακόμα θυμάμαι τα ονόματά τους. Στο τμήμα σκηνοθεσίας σπούδαζε και ο στενός φίλος του Αντρέι Ταρκόφσκι, που έγινε και δικός μου φίλος, ο Αντρέι Κοντσαλόφσκι. Μου άρεσε, και συνεχίζει να μου αρέσει η δουλειά του Κοντσαλόφσκι, ειδικά η «Οδύσσειά» του: με τα λεφτά των αμερικάνων, ο Κοντσαλόφσκι δημιούργησε έναν γιγάντιο «μουσαμά», χρησιμοποιώντας το ρωσικό πνεύμα στον ελληνικό μύθο. Κάθε σκηνοθέτης μεταφέρει στην οθόνη τους ελληνικούς μύθους με το δικό του τρόπο, ενώ πολλοί αμερικάνοι τους εκμεταλλεύονται απροκάλυπτα, αρκεί να θυμηθούμε την «Τροία» και τον «Μεγαλέξανδρο». Όμως, αυτή η συμπόνια, αυτή η αληθινή ανησυχία για την τύχη του ήρωα, που εισάγει στην ταινία του ο Κοντσαλόφσκι, είναι καθαρά ρωσικό στοιχείο. Ο Αντρέι κατάφερε να δώσει βαθιά ανθρώπινη διάσταση στο ελληνικό έπος.

Εκείνη την εποχή, ο Κοντσαλόφσκι και ο Ταρκόφσκι ήταν φίλοι. Το 1961, η Σχολή μ' έστειλε να κάνω την πρακτική μου εξάσκηση στο κινηματογραφικό στούντιο «Μοσφίλμ», στην ταινία «Τα παιδικά χρόνια του Ιβάν» που γύριζε ο νεαρός Ταρκόφσκι. Ήταν η πρώτη του ταινία μεγάλου μήκους, η οποία και τον έκανε παγκοσμίως γνωστό.

Στα γυρίσματα γνωριστήκαμε πολύ καλά με τον Ταρκόφσκι, αλλά και με τον Κοντσαλόφσκι, που έκανε κι εκείνος την πρακτική του ως σκηνοθέτης. Δεν γίναμε φίλοι με τον Ταρκόφσκι∙ ξέρετε, η φύση της δουλειάς μας είναι τέτοια, που η φιλία είναι αντικειμενικά δύσκολη ανάμεσα στον σκηνοθέτη και τον οπερατέρ...

  • Οι έλληνες συμμαθητές σας, αφότου επέστρεψαν στην Ελλάδα αξιοποίησαν τις κινηματογραφικές τους σπουδές στη Μόσχα; Αφού κι εκείνοι, όπως κι εσείς, διδάχθηκαν δίπλα στους «θεμέλιους λίθους» της σοβιετικής κινηματογραφίας.

Τα παιδιά επέστρεψαν στην Ελλάδα μετά την πτώση της χούντας και η θέση τους ήταν απαρχής δύσκολη. Η κατάσταση εδώ ήταν εντελώς διαφορετική, ο κινηματογράφος στη Σοβιετική Ένωση χτιζόταν σε διαφορετικές αρχές.

  • Πού είναι πιο εύκολο να είναι κανείς κινηματογραφιστής;

Θα σου πως πού είναι πιο εύκολο να είσαι οπερατέρ. Σήμερα, τα πράγματα είναι απλά: κάνεις τις λήψεις σου με τη βιντεοκάμερα και δηλώνεις οπερατέρ. Κάποτε όμως σπουδάζαμε φωτισμό. Στη Δύση το επάγγελμα του οπερατέρ χωρίζεται σε δυο σκέλη: υπάρχει διευθυντής φωτογραφίας και υπάρχει κάμεραμαν. Ο διευθυντής φωτογραφίας φωτίζει το γιγάντιο σκοτεινό πλατό, τα σκηνικά, και ο κάμεραμαν χειρίζεται την κάμερα κι είναι στην άμεση διάθεση του σκηνοθέτη. Μες στην κάμερα υπάρχει βέβαια και το φιλμ, αλλά κι εκείνο το χειρίζεται ο διευθυντής φωτογραφίας...

  • Δηλαδή η εργασία του οπερατέρ χωρίζεται σε «πνευματική» και «τεχνική»…

Κάπως έτσι. Το μεγαλύτερο μειονέκτημα του σύγχρονου κινηματογράφου είναι ότι τα σκηνικά φωτίζονται δίχως να λαμβάνεται υπόψη η δραματουργική ιδέα της ταινίας.

  • Δηλαδή οι σοβιετικοί οπερατέρ συνδύαζαν τον διευθυντή φωτογραφίας και τον κάμεραμαν;

Η δική μας σχολή οπερατέρ τους ήθελε δύο σε έναν. Ο σοβιετικός οπερατέρ κουβαλούσε διπλά βάρη, και το θεωρούσαμε φυσικό. Οι λήψεις στα σκηνικά κόστιζαν ακριβά, έπρεπε να δουλεύουμε γρήγορα, κι εκτός τούτου το σοβιετικό φιλμ δεν ήταν φωτοευαίσθητο, γι’ αυτό και ο φωτισμός έπαιζε βασικό ρόλο. Το ταλέντο και η ικανότητα του οπερατέρ-σκηνοθέτη να καταλάβει τη δραματουργία, και να δημιουργήσει με τη βοήθεια του φωτισμού τη δραματουργία του φωτός, είναι πλέον σπάνια πολυτέλεια. Με βράβευσαν δυο φορές με το ανώτατο βραβείο κινηματογράφου, για την ικανότητα να χειρίζομαι κακής ποιότητας σοβιετικό φιλμ, και ίσως γι’ αυτό με «στόλισαν» με το παρατσούκλι «καθηγητής».

  • Ας επιστρέψουμε στον Ταρκόφσκι. Γιατί κατά τη γνώμη σας στη Δύση ακούγεται τόσο πολύ το όνομά του, και όχι, για παράδειγμα του Βασίλι Σουκσίν, ενός εξίσου μεγάλου σκηνοθέτη και συγγραφέα, συνομήλικου μάλιστα του Ταρκόφσκι;

Ναι, είναι ένα ερώτημα γιατί οι γενεές των σύγχρονων ελλήνων κινηματογραφιστών προσανατολίζονται μόνο στον Αντρέι Ταρκόφσκι, τον Σεργκέι Παρατζάνοφ και τον «πατριάρχη» του σοβιετικού κινηματογράφου, Σεργκέι Αϊζενστάιν. Ενώ δεν ξέρουν τίποτα, ή σχεδόν τίποτα, για τον Σουκσίν, τον Γκοβορούχιν, για τους κατεξοχήν «ρώσους» σκηνοθέτες.

  • Ο Ταρκόφσκι, κατά τη γνώμη σας, αξίζει αυτή την τεράστια δόξα;

Ο Αντρέι Ταρκόφσκι ήταν αναμφίβολα ταλαντούχος σκηνοθέτης. Έχουμε συνηθίσει να κριτικάρουμε τη Σοβιετική Ένωση για διάφορές αμαρτίες, αλλά πού αλλού θα μπορούσε να γυρίζει ο Ταρκόφσκι ταινίες που δεν έδιναν ταμείο; Ταινίες που παρουσίαζαν έλλειμμα και όχι κέρδη; Για να κάνει τις ταινίες του ο Ταρκόφσκι χρειαζόταν πολλά λεφτά, και ο Οργανισμός Κρατικού Κινηματογράφου τα έδινε. Τον Ταρκόφσκι τον παίνευαν στη Δύση, κι εγώ σκέφτομαι το εξής: αν ο «εχθρός» σε παινεύει, τότε σκέψου τι λάθος έκανες απέναντι στον εαυτό σου και τη χώρα σου.

Προσωπικά μού είναι ξένες οι παραψυχολογικές του αναζητήσεις. Είμαι ένας υγιής άνθρωπος, όσο δεν παίρνει άλλο, αγαπώ τη ζωή, αγαπώ τις γυναίκες. Βγήκα λοιπόν από εκείνη την κινηματογραφική νεολαία, αντιπροσώπους της οποίας αργότερα διαφήμιζαν πλατιά στη Δύση. Ήξερα και τον Ταρκόφσκι και τον Παρατζάνοφ. Το έργο τους δεν είναι απλό, αλλά εμένα προσωπικά δεν μου αρέσει ούτε ο ένας, ούτε ο άλλος. Γιατί υπάρχει η Τέχνη; Για να φοβίζει τους ανθρώπους;

  • Ίσως εδώ ισχύει το σύνδρομο του «γυμνού βασιλιά» του Άντερσεν; Εφόσον τον καλλιτέχνη τον παινεύουν οι ειδικοί, δεν γίνεται να μην αρέσει;

Δεν έχω σκοπό να κατηγορήσω κανέναν. Όμως, όταν την τέχνη του καλλιτέχνη αρχίζουν και την εκμεταλλεύονται για κάποια πολιτική σκοπιμότητα, δεν έχει πλέον καμιά σχέση με τη δημιουργία. Τι έγινε με την τέχνη του Ταρκόφσκι; Τον μυθοποίησαν, τον σήκωσαν στα ουράνια, όμως δεν μπορείς να πας ψηλότερα από τον θεό. Πρέπει να σταματήσεις κάποια στιγμή. Το ίδιο έγινε και με τον Παρατζάνοφ.

Άλλο ο Αϊζενστάιν. Έχει εφεύρει το μοντάζ, αξίζει να τον προσκυνάμε. Ο Αϊζενστάιν δεν ήταν σκηνοθέτης ηθοποιών, όλες οι ταινίες του είναι μνημειώδεις, σκηνοθετικές. Ο πατέρας του ήταν εκπληκτικός αρχιτέκτονας, τα κτίριά του ακόμα κοσμούν τη Μόσχα και την Αγία Πετρούπολη. Ο Αϊζενστάιν μπορούσε να μοντάρει άσχετα κομμάτια και να φτιάξει ένα σύνολο. Ούτε ο Ταρκόφσκι ούτε ο Παρατζάνοφ εφηύραν κάτι. Ας επιστρέψω όμως πάλι στις σκέψεις για τη Σοβιετική Ένωση και για τις συνθήκες εργασίας εκεί. Ποιος δυτικός παραγωγός θα έδινε λεφτά στο σκηνοθέτη για να γυρίσει δεύτερη φορά την ίδια ταινία; Ο Ταρκόφσκι γύρισε δύο φορές τον «Καθρέφτη» του. Είμαι σε μια ηλικία όπου είναι πια είναι αργά για να φοβάσαι και πρέπει να έχεις το θάρρος της γνώμης σου. Πιστεύω, λοιπόν, πως έχουμε θεοποιήσει τον Ταρκόφσκι και τον Παρατζάνοφ, και ξεχάσαμε άλλους, καθόλου λιγότερο αξιόλογους καλλιτέχνες.

Πιστεύω πως ο Ταρκόφσκι δεν θα είχε διαμορφωθεί ποτέ ως δημιουργός, ως σκηνοθέτης - κινηματογραφιστής, με τόσο υπερτροφικό όνομα, αν εργαζόταν, για παράδειγμα, στο Χόλιγουντ. Δε θα είχε περάσει κανένα από τα σενάριά του. Ή θα τον είχανε κάνει διάσημο, αν πολεμούσε το πολιτικό σύστημα το οποίο πολεμούσε εκείνη την εποχή η Αμερική... Εδώ που τα λέμε, οι ΗΠΑ ακόμα δεν έχασαν το ενδιαφέρον τους για τον πόλεμο, όχι πια με την ΕΣΣΔ αλλά σίγουρα με τη Ρωσία.

Θέλω να πω, ότι σε κάθε σύστημα ο άνθρωπος μπορεί να ολοκληρωθεί ως καλλιτέχνης. Ως δημιουργός. Είναι η ικανότητα που μας έδωσε ο θεός. Δεν ολοκληρώθηκαν μονάχα οι τεμπέληδες, γιατί όταν ο Θεός δίνει ταλέντο, δίνει συνάμα και τεμπελιά.

  • Το σινε-μάτι είναι ένας ιδιαίτερος μηχανισμός. Κι εσείς χιλιάδες φορές είδατε την Ελλάδα μέσα από το φακό της κάμερας. Τι είδατε λοιπόν στην Ελλάδα;

Θα ήθελα κάποτε να κάτσω και να γράψω όσα είδα στην Ελλάδα. Θα ήθελα να γράψω για τους δρόμους της, για τις αγορές της, για τους έλληνες και τις ελληνίδες. Να χωρίσω ανά θέμα τις πιο μεγάλες εντυπώσεις μου.

Όσον αφορά τους δρόμους, η μικρή Ελλάδα τους έχει σε τέτοια αφθονία, που η άσφαλτος σε πάει ως το πιο μακρινό χωριό. Μπορεί να είναι μια σερπαντίνα που διασχίζει τα βουνά, μπορεί να είναι ένα τούνελ, σκαλισμένο στο βράχο, αλλά τα έχουν φτιάξει ανθρώπινα χέρια! Τι έργο! Κι εδώ, άθελά μου συγκρίνω την Ελλάδα με τη Ρωσία, που είναι επίπεδη, μόνο με πεδιάδες και δάση. Όπως λέει ένας φίλος μου, στη Ρωσία δεν υπάρχουν δρόμοι, υπάρχουν μόνο προορισμοί. Ο ίδιος ισχυρίζεται, πως οι ρώσοι επίτηδες κρατάνε τους δρόμους τους σε μαύρα χάλια, για να δυσκολέψουν την οπισθοχώρηση κάποιου πιθανού εχθρού... Οι καλοί δρόμοι σημαίνουν και καλό νοικοκυριό, σημαίνουν πάντα φρέσκα και καλά διατηρημένα τρόφιμα. Έχω πάει παντού και είδα, π.χ. στην πολυτραγουδισμένη ρωσική Χέρσα Γη, να μεταφέρουν σιτάρι στα καμιόνια δίχως τέντες. Το μισό σιτάρι στο δρόμο έπεφτε ή σάπιζε. Μια διαχείριση που δεν άργησε να επιφέρει το τέλος. Δυστυχώς. Στην Ελλάδα μου κάνουν μεγάλη εντύπωση τα χαμόγελα των ανθρώπων. Η Αθήνα δεν συγκρίνεται με τη Μόσχα, όπου ο κόσμος είναι κατσουφιασμένος και ολίγον εχθρικός. Μπορείς όμως να τη συγκρίνεις με κάποια επαρχιακή ρωσική πόλη, όπου οι πάντες γνωρίζουν τους πάντες και οι σχέσεις είναι στενές.

  • Έχετε κάποια κινηματογραφικά σχέδια για την Ελλάδα;

Θ’ αρχίσω να έχω, μόλις βρω τα απαραίτητα, για σοβαρές λήψεις, μέσα. Θα επέστρεφα ευχαρίστως στο θέμα της ναυμαχίας του Ναυαρίνου, γιατί πιστεύω πως η πραγματική ελευθερία ήρθε στην Ελλάδα μετά από την κατατρόπωση του τουρκικού και του αιγυπτιακού στόλου στο Ναυαρίνο. Ο νεαρός τότε τσάρος Νικόλαος Α', αφού κατέστειλε την εξέγερση των Δεκεμβριστών, άφησε πίσω του την Ιερή Συμμαχία και κινήθηκε προς την Ελλάδα. Στη ναυαρχίδα του ρωσικού στόλου, στο «Αζοφ», ήταν όλο το άνθος της ρωσικής ναυτικής ιστορίας: ο Λάζαρεφ, ο Κορνίλοφ, ο Ιστόμιν, ο Ναχίμοφ. Στο νεκροταφείο στον Πειραιά κείτονται ρώσοι ναυτικοί κι έχω τραβήξει τα μνήματά τους.

Η δεύτερη ταινία που θα έκανα, θα είχε τον τίτλο «Ελλάδα, δεύτερη πατρίδα», για τους ρώσους που σε διαφορετικές εποχές και για διαφορετικούς λόγους βρέθηκαν στην Ελλάδα κι έμειναν εδώ για πάντα.

Αλλά το μεγάλο μου όνειρο είναι να κάνω ταινία για τον Φίλιππο Β', τον πατέρα του Μεγαλέξανδρου. Πιστεύω πως ο ρόλος του στην ελληνική ιστορία δεν εκτιμήθηκε αρκετά. Εκείνος ενοποίησε την Ελλάδα, σ’ εκείνον χρωστούσε ο Αλέξανδρος τον άριστα εκπαιδευμένο και εξοπλισμένο στρατό. Και ο Αλέξανδρος τι έκανε; Σκόρπισε τις καλύτερες δυνάμεις των ελλήνων! Θα μου πεις, μετέφερε στην Ανατολή τον ελληνικό πολιτισμό. Αλλά ποιος του το ζήτησε; Περαστικός καθώς ήταν, κατέστρεψε τον ζωροαστρισμό -οι πέρσες ακόμα τον καταριούνται. Χάρις στον Αλέξανδρο, η Ελλάδα έγινε εύκολη λεία των Ρωμαίων. Δεν αξίζει, λοιπόν, ο Φίλιππος Β' μια ταινία;

(Η κουβέντα μας με τον Χριστόφορο Τριανταφίλοφ, τον έλληνα από την Τιφλίδα, που κατέκτησε το δύσκολο και απαιτητικό Σοβιετικό Χόλιγουντ, δεν σταμάτησε εδώ. Ο Χριστόφορος εκτός από το ανεκτίμητο ταλέντο να αφηγείται έχει και το σπάνιο (όσον αφορά τους καλλιτέχνες, τρεις φορές πιο σπάνιο) ταλέντο ν’ ακούει.

Με τον Χριστόφορο μπορείς να συμφωνείς, μπορεί να διαφωνείς, όμως οι σκέψεις του ενεργοποιούν ευεργετικά τους στοχασμούς του καθενός μας, για εκείνα τα «υψηλά», αλλά συνάμα και αιώνια θέματα, όπως η τέχνη, η ανθρώπινη δημιουργία, και, το βασικότερο, το ρόλο σε όλα αυτά της ανθρώπινης προσωπικότητας.)

Βράβευση της σκηνοθέτριας Αννέτας Παπαθανασίου στο Roma Ficton Fest

Η σκηνοθέτρια Αννέτα Παπαθανασίου, βραβεύθηκε χθες βράδυ στην επίσημη τελετή λήξης του Roma Fiction Fest, στην ιταλική πρωτεύουσα. Η Ελληνίδα δημιουργός, απέσπασε το βραβείο καλύτερου ντοκιμαντέρ, στο διαγωνιστικό τμήμα, με το «Καντίρ, ένας Αφγανός Οδυσσέας». Πρόκειται για συμπαραγωγή της ΕΡΤ, του Υπουργείου Εξωτερικών, της εταιρίας παραγωγής «Ορίζοντας», με την υποστήριξη του Ελληνικού Κέντρου Κινηματογράφου και του «Αλ Τζαζίρα».

Δείτε την αφίσα της ταινίας Η Ελληνίδα σκηνοθέτρια, παρουσίασε την ιστορία ενός Αφγανού μετανάστη, ο οποίος, μετά από εννέα χρόνια παραμονής στην Ελλάδα, καταφέρνει να πάρει «πράσινη κάρτα» και αποφασίζει να γυρίσει, προσωρινά, στην χώρα του, για να ψάξει τους γονείς του. «Παρακολουθούμε το ταξίδι του Καντίρ, ο οποίος θέλει να βρει τους γονείς του, να καταλάβει αν είναι ακόμη ζωντανοί, μετά τον κατατρεγμό των Ταλιμπάν», μας είπε η Αννέτα Παπαθανασίου. Σε ότι αφορά την επαγγελματική της αυτή εμπειρία, θέλησε να προσθέσει: « βρήκαμε ένα Αφγανιστάν, διαφορετικό από αυτό που μπορεί να περιμέναμε. Μια χώρα με βαθιά κουλτούρα, που πρέπει οπωσδήποτε να βοηθηθεί. Μια χώρα στην οποία οι γυναίκες ξαναρχίζουν να κερδίζουν την θέση που τους αξίζει. Δεν είναι τυχαίο ότι συναντήσαμε και γυναίκα- κυβερνήτη».
Όπως αποκάλυψε, το επόμενο ντοκιμαντέρ της, θα έχει ως θέμα, μια φυλή του Πακιστάν, τους «Καλάς», που θεωρούνται απόγονοι των πολεμιστών του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Το Roma Ficton Fest, στην δεύτερή του αυτή χρονιά, φιλοξένησε, συνολικά, 194 ντοκιμαντέρ, σίριαλ και ταινίες που γυρίστηκαν με την συμμετοχή τηλεοπτικών καναλιών, σε 24 διαφορετικές χώρες. Ο «Καντίρ» της Αννέτας Παπαθανασίου, κατάφερε να ξεχωρίσει, ανάμεσα σε άλλα 33 διαγωνιζόμενα ντοκιμαντέρ.

ΕΖΗΣΑΝ ΤΟΝ ΜΥΘΟ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ

ΓΙΑΝΝΗΣ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ, ΤΟ ΒΗΜΑ, 13/07/2008

Κάθε φορά που μια ξένη ταινία γυρίζεται σε ελληνικό φόντο αποκτά διαστάσεις κοσμοϊστορικού γεγονότος - τουλάχιστον στη χώρα μας. Βεβαίως, τις περισσότερες φορές οι διαστάσεις αυτές αγγίζουν τα όρια της γελοιότητας, γιατί το πού πίνει τον καφέ του κάθε πρωί ο Πιρς Μπρόσναν ή σε ποια παραλία λιάζεται ο Νίκολας Κέιτζ δεν έχει ακριβώς ειδησεογραφικό ενδιαφέρον. Το σίγουρο πάντως είναι ότι ο ελληνικός τουρισμός κερδίζει πόντους μέσω της κινηματογραφικής προβολής του τόπου μας, ενώ όσο πιο φολκλόρ και α λα καρτ ποστάλ είναι η ταινία τόσο μεγαλύτερη είναι και η επερχόμενη πελατεία στο νησί όπου γυρίστηκε. Στη δεκαετία του 1980 μια ταινιούλα με τον τίτλο «Summer lovers» προετοίμασε το έδαφος για το κοσμοπολίτικο χρώμα που επρόκειτο αργότερα να αποκτήσουν η Σαντορίνη και η Μύκονος, ενώ στα τέλη της δεκαετίας του 1990 πολλοί ανακάλυψαν τις ομορφιές της Κεφαλλονιάς χάρη στο «Μαντολίνο του λοχαγού Κορέλι». Στον χάρτη που ακολουθεί θυμίζουμε ορισμένες χαρακτηριστικές περιπτώσεις ελληνικών νησιών που απέκτησαν διεθνή αίγλη έχοντας φιλοξενήσει γυρίσματα ξένων παραγωγών, κυρίως αμερικανικών. Η παλαιότερη είναι το «Παιδί και το δελφίνι» στην Υδρα και η πιο πρόσφατη το «Mamma mia!» σε Σκόπελο, Σκιάθο και Πήλιο· μια ταινία που έχει ήδη αγαπηθεί στην Ελλάδα, στην οποία το πρώτο κιόλας τετραήμερο της προβολής της ξεπέρασε τις 130.000 εισιτήρια!... [συνεχίζεται]

Οι «Φυγάδες του Μιζούρι» εν Ελλάδι!


Του ΛΟΥΚΑ ΚΑΤΣΙΚΑ, Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία / 7 - 13/07/2008

Οι «Φυγάδες του Μιζούρι» έφτασαν στις αμερικανικές αίθουσες τη στιγμή που το κινηματογραφικό είδος του γουέστερν, που πρέσβευε η ταινία, φαινόταν να οδεύει προς το τέλος του. Η δεκαετία του '70 έστεκε μάλλον εχθρική απέναντι σε ένα παραδοσιακό είδος της αμερικανικής οθόνης που τώρα πλέον φάνταζε οπισθοδρομικό, ένα σινεμά που έβλεπαν οι μπαμπάδες και έπρεπε τώρα να μισήσουν οι γιοι.
Μέσα σε αυτό το κλίμα, ήταν μάλλον απίθανο για τον σκηνοθέτη Αρθουρ Πεν να πείσει την πλειονότητα των τότε θεατών να πληρώσουν εισιτήριο για να δουν ένα αλλοπρόσαλλο και σχιζοφρενικό γουέστερν, για το οποίο είχε διαρρεύσει η φήμη ότι καθένας από τους βασικούς του εμπλεκόμενους έκανε οτιδήποτε ήθελε στα γυρίσματα.
Στο ρόλο ενός συμπαθούς κλέφτη αλόγων, ο πρωταγωνιστής Τζακ Νίκολσον περιέφερε την αίγλη του πιο πολυσυζητημένου ηθοποιού των τελευταίων ετών, μετά ιδίως και από το Οσκαρ α' αντρικού ρόλου που είχε μόλις κερδίσει για τη «Φωλιά του Κούκου», και προσπαθούσε να επιβάλει τις απόψεις του γύρω από τη μορφή που έπρεπε να πάρει κατά τη γνώμη του το φιλμ.
Ο σκηνοθέτης που πριν από μερικά χρόνια είχε υπογράψει τον βίαιο αντιεξουσιαστικό ύμνο του «Μπόνι και Κλάιντ» άλλαζε διαρκώς τις διαθέσεις του ως προς την ταινία, υπονομεύοντας τον δραματικό και περιπετειώδη χαρακτήρα της με σφήνες παράλογου χιούμορ αλλά και τον γνήσιο κυνισμό ενός πρώην χίπη ο οποίος στεκόταν απομυθοποιητικά απέναντι στις ηρωικές θεωρήσεις περί Αγριας Δύσης.
Πιο αλλόκοτη όλων ήταν, εντούτοις, η συμπεριφορά του Μάρλον Μπράντο ο οποίος φρόντισε, από την πρώτη του μέρα στα γυρίσματα, να προκαλέσει πονοκέφαλο και αγανάκτηση στον σκηνοθέτη με τα καπρίτσια του, την άρνησή του να σεβαστεί τους διαλόγους που του όριζε το σενάριο, τους ξέφρενους αυτοσχεδιασμούς του και τις αλλόκοτες λεπτομέρειες που θέλησε να επιβάλει στον ρόλο του. Μία από τις ιδιόρρυθμες λεπτομέρειες που επέβαλε στον μακιαβελικό πληρωμένο εκτελεστή που ερμήνευε ήταν να εμφανίζεται σε κάθε σκηνή και με μία διαφορετική αμφίεση, ντυμένος πότε ως ιερέας, πότε ως τζέντλεμαν του Νότου, πότε ως Ινδιάνος και πότε ως... ηλικιωμένη γυναίκα με πλήρη ένδυση και συμπεριφορά γιαγιάς!
Η ταινία κυκλοφόρησε στους κινηματογράφους της Αμερικής τον Μάιο του 1976 με ισχνές εισπράξεις και πολλή δυσαρέσκεια. Αφ' ενός από τη μεριά της εταιρείας που έβλεπε τα χρήματα που επένδυσε να χάνονται αστραπιαία, αφ' ετέρου από τη μεγαλύτερη μερίδα των κριτικών που κατηγορούσαν το φιλμ ως μια χειρονομία εκκεντρικότητας από μέρους του δημιουργού του και τους θεατές που έβρισκαν δύσκολο να κατανοήσουν τον ασυνήθιστο συνδυασμό γουέστερν, μαύρης κωμωδίας και πικρόχολης κριτικής. Ιδιαιτέρως δυσαρεστημένη με το φιλμ φάνηκε όμως και η Αμερικανική Εταιρεία Προστασίας Ζώων που, όταν ανακάλυψε ότι η πραγματοποίησή του οδήγησε στον θάνατο ενός αλόγου και στον τραυματισμό πολλών άλλων, τοποθέτησε τους «Φυγάδες του Μιζούρι» σε μια απαξιωτική λίστα.
Ετσι, το ιδιοσυγκρασιακό γουέστερν του Αρθουρ Πεν χάθηκε βιαστικά από τις αίθουσες και παρέμεινε για περίπου 15 χρόνια δυσεύρετο. Με το πέρασμα του χρόνου, όμως, πολλοί ζήτησαν την αναθεώρηση του παρεξηγημένου αυτού δημιουργήματος, κάνοντας λόγο για ένα από τα πιο αντισυμβατικά και μοντέρνα φιλμ της δεκαετίας του '70 αλλά και για μια ταινία που έπαιρνε ρίσκα στην προσπάθειά της να υπερβεί και να ανανεώσει τα στεγανά του είδους της. Η επανέκδοσή της αυτές τις μέρες στα ελληνικά σινεμά μένει να επαληθεύσει αυτούς τους ισχυρισμούς.

Saturday, July 12, 2008

Κέρτις Χάνσον «Αγριος ποταμός»

Μια δραματική περιπέτεια είναι η ταινία του Κέρτις Χάνσον «Αγριος ποταμός». Η Γκέιλ, ειδική στο ράφτινγκ, παίρνει την οικογένειά της για να κατέβουν όλοι μαζί το ποτάμι που περνάει από το εξοχικό τους και να κάνουν εκεί τις διακοπές τους. Στη διαδρομή συναντούν δυο άντρες, που δείχνουν να δυσκολεύονται να χειριστούν το φουσκωτό και ζητούν τη βοήθειά της. Πρόθυμη, η Γκέιλ τους παίρνει μαζί, αλλά στην πορεία η οικογένεια ανακαλύπτει ότι οι δύο άντρες είναι ένοπλοι ληστές, που τελικά τους αναγκάζουν, με την απειλή όπλων, να τους κατεβάσουν μέχρι το τέλος του ποταμού για να μπορέσουν να βρουν τους συνεργούς τους. Το ταξίδι της οικογένειας έχει πλέον καταστραφεί, αφού τώρα ανησυχούν για τις ίδιες τους τις ζωές. Παίζουν: Μέριλ Στριπ, Κέβιν Μπέικον, Τζον Σ. Ράιλι, Τζόζεφ Μαζέλο (Τετάρτη 16/07, «ALTER», 22.00).