Monday, November 1, 2010

Στη Spyglass το μάναντζμεντ της MGM

Στα διευθυντικά στελέχη της εταιρείας Spyglass περνάει το μάνατζμεντ της κινηματογραφικής εταιρείας MGM, μετά την απόφαση των πιστωτών της τελευταίας να εγκρίνουν τη σχετική συμφωνία. Η απόφαση αποτελεί τεράστιο βήμα για τον τερματισμό μιας επίπονης διαδικασίας, ενός περίπου έτους, κατά τη διάρκεια της οποίας η MGM αντιμετώπισε σημαντικά προβλήματα. 

Η απόφαση για τη συγχώνευση της MGM με την Spyglass, η οποία ψηφίστηκε από τους πιστωτές της πρώτης, πραγματοποιήθηκε μετά από στροφή 180 μοιρών του βασικού πιστωτή της MGM, Καρκλ Ικάχν, ο οποίος μέχρι πρότινος στήριζε σχέδιο συγχώνευσης με την ανταγωνιστική εταιρεία Lions Gate Entertainment, της οποίας είναι και ο κύριος μέτοχος. Σύμφωνα με πληροφορίες η αλλαγή στάσης του κ. Ικάχν έγινε μετά από συμφωνία περί εκπροσώπησής του με εννέα θέσεις στο Δ.Σ. της νέας εταιρείας. 
Η διαδικασίες για την υπαγωγή της MGM σε καθεστώς χρεοκοπίας αναμένεται, βάσει του άρθρου 11, να ξεκινήσει άμεσα. Μετά την ολοκλήρωση της διαδικασίας οι επικεφαλής της Spyglass Γκάρι Μπάρμπερ και Ρότζερ Μπίρνμπαουμ αναμένεται να τεθούν από κοινού διευθύνοντες σύμβουλοι της εταιρείας. Η MGM δεν έχει προχωρήσει εδώ και έναν περίπου χρόνο σε δημιουργία νέας ταινίας, λόγω των σοβαρών οικονομικών προβλημάτων που αντιμετώπιζε.

Ους ο Τζαβέλλας συνέζευξεν

  • Καθώς ο Αντωνάκης και η Ελενίτσα ξαναζούν στο θέατρο, ο Γιώργος Κωνσταντίνου και η Μάρω Κοντού θυμούνται τα γυρίσματα μιας από τις πιο φεμινιστικές ταινίες της εποχής της
«Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω» ούρλιαζε ο Αντωνάκης στην αθώα Ελένη, μέχρι που εκείνη, νύφη επιτέλους, τον καπέλωσε κανονικά. Το έργο του Γιώργου Τζαβέλλα «Η δε γυνή να φοβήται τον άνδρα» ανεβαίνει τώρα στο θέατρο «Κιβωτός» με τους Γιάννη Μπέζο και Ναταλία Τσαλίκη στους πρωταγωνιστικούς ρόλους, σε σκηνοθεσία του Γ. Μπέζου. Ομως, ποιος δεν το έχει ταυτίσει με τους Γιώργο Κωνσταντίνου και Μάρω Κοντού;
Ο Γ. Κωνσταντίνου και η Μάρω Κοντού, ως Αντωνάκης και Ελενίτσα, στη σκηνή με την αξέχαστη ατάκα «Παίρνω το καπελάκι μου και φεύγω».
Πρωτοπαίχτηκε ως θεατρικό με τους Γιώργο Λογοθετίδη και Ιλια Λιβυκού. Το 1965 ο συγγραφέας το μετέφερε στον κινηματογράφο. Τα ταμπού και οι μικροαστικές συμπεριφορές της Αθήνας του '60 αναδύονται μέσα από το φακό που κατηύθυνε με ευαισθησία ο ίδιος. Σαράντε πέντε χρόνια μετά, ο Γ. Κωνσταντίνου και η Μ. Κοντού θυμούνται πώς υπήρξαν κύριος και κυρία Κοκοβίκου:
  • Γ. Κ.: «Ο Τζαβέλλας, εκτός από σπουδαίος συγγραφέας και σκηνοθέτης, υπήρξε σπάνιος άνθρωπος. Είχε πεθάνει πια ο Λογοθετίδης, όταν μου πρότειναν να παίξω τον ρόλο. Επρεπε να υποδυθώ έναν άντρα κοντά στα 50 κι εγώ δεν ήμουν ούτε 30. Με κάποιες σκιές στο πρόσωπο και την πρόσθεση γκρίζων μαλλιών, που όμως δεν έπεισαν και πολύ, βούτηξα στα βαθιά».
  • Αντεξε στον χρόνο
Ανάμεσα στις 70 ταινίες που γυρίζονταν τότε, εκείνη άντεξε στο χρόνο. Το πικρό γέλιο, η νοσταλγία μιας γοητευτικής Αθήνας, η αιώνια μάχη του αρσενικού με το θηλυκό;
  • Γ. Κ.: «Βάλαμε την ψυχή μας. Δεν είχαμε βιώσει τέτοιες καταστάσεις ή συμπεριφορές. Κι όμως με τη βοήθεια του σκηνοθέτη τα καταφέραμε. Παίζαμε τον Αντωνάκη και την Ελενίτσα σαν όλ' αυτά να συνέβαιναν σε μας τους ίδιους: Η γκρίνια, η αγάπη, ο γάμος, ο εγωισμός, ο χωρισμός».
  • Εκείνη γλυκιά, τρυφερή, αφοσιωμένη, συζεί χωρίς γάμο μ' έναν άντρα που αγαπά, υπομένοντας καρτερικά μια άνιση σχέση. Εκείνος γκρινιάρης, απότομος, εγωιστής, δεν της χαρίζει ένα χάδι. Κι όταν επιτέλους αποφασίζει να την παντρευτεί, η ισορροπία του σπιτικού τους ανατρέπεται. Λίγο μετά το γάμο και πριν ακόμα η Ελένη βγάλει το νυφικό, ο Αντωνάκης την εγκαταλείπει. Διαζύγιο σε χρόνο - ρεκόρ. «Η αγάπη τους βγαίνει μετά από χρόνια στην επιφάνεια, όταν εκείνος έχει ξεφορτωθεί τον εγωισμό του», λέει ο Γ. Κωνσταντίνου.
Ολ' αυτά δεν ήταν καθόλου συνηθισμένα ούτε για την εποχή ούτε για τον λαϊκό της κινηματογράφο. Καταλυτικό ρόλο στην επιτυχία της ταινίας έπαιξε μια πλειάδα εξαιρετικών ηθοποιών στον περίγυρο του ζευγαριού: Δέσπω Διαμαντίδου, Κατερίνα Γώγου, Λίλη Παπαγιάννη, Καίτη Λαμπροπούλου, Σταύρος Ξενίδης, Δημήτρης Καλιβωκάς, Τασσώ Καβαδία, Αγγελος Αντωνόπουλος κ.ά.
Και πώς ήταν τα γυρίσματα;
  • Γ. Κ.: «Αστεία περιστατικά στα γυρίσματα δεν είχαμε. Ο Σακελλάριος, πληθωρικός και χιουμορίστας, δημιουργούσε συχνά ευτράπελα. Αντίθετα ο Τζαβέλλας, ενώ ήταν χαρούμενος άνθρωπος, δούλευε με σοβαρότητα».
«Ηταν ένας υπέροχος σκηνοθέτης, ήπιος, γλυκός, τζέντλεμαν», θυμάται η Μ. Κοντού. «Δεν καταλάβαμε ποτέ πίεση, ούτε καν υποδείξεις. Δεν ζήσαμε εντάσεις και καβγάδες. Είχε προηγηθεί ένα έργο του Τσιφόρου κι είχαμε δέσει στις ατάκες. Ημασταν κι οι δυο πολύ νέοι και στην πραγματικότητα παίζαμε ρόλους καρατερίστα. Κάτι είχε δει πάνω μας ο Τζαβέλλας και ένιωσε ότι θα τα καταφέρναμε. Αλλά πιστέψτε με, το γεγονός ήταν ο ίδιος: Ηξερε πώς να στήσει το φακό, τις γωνίες που θα τραβήξει, την ατμόσφαιρα που θα φτιάξει. Εμείς δεν είχαμε συναίσθηση, έτσι όπως γυρίζαμε μπερδεμένες τις σκηνές. Θυμάμαι ότι χρειάστηκε κάμποσες φορές ν' αλλάξω ρούχα στο δρόμο. Πίσω από μια εκκλησία κάποιος μου κρατούσε ένα πανί για να φορέσω το νυφικό. Δεν προλάβαινα ούτε τα μαλλιά μου να φτιάξω, γιατί το ίδιο διάστημα δούλευα στο θέατρο παίζοντας έναν κόντρα με την ταινία ρόλο».
Το πρώιμο φεμινιστικό μήνυμα που έφερε η ταινία πώς αντιμετωπίστηκε εκείνη την εποχή από το κοινό;
  • Ο ουσιαστικός λόγος συμβίωσης
Μ. Κ.: «Πλησίαζε ο καιρός που η γυναίκα θα επιχειρούσε την επανάστασή της. Η αλήθεια είναι ότι ο γάμος ήταν το ζητούμενο. Αλλά μήπως και σήμερα αυτό έχει αλλάξει; Εγώ πιστεύω πως οι γυναίκες ό,τι κι αν ισχυρίζονται, στο βάθος, θέλουν ν' ακούσουν από τον αγαπημένο τους πρόταση γάμου έστω και για το δημαρχείο. Η Ελένη και ο Αντωνάκης αγαπιόντουσαν αλλά έπρεπε να χωρίσουν για να το καταλάβουν. Ο χρόνος τούς έδωσε την ευκαιρία, απαλλαγμένοι από εγωισμούς, να το συνειδητοποιήσουν. Στο περιβάλλον μας βλέπουμε πολλά ζευγάρια που μετά από έναν γερό τσακωμό βρίσκουν τον ουσιαστικό λόγο συμβίωσης».
  • Ζευγάρι και στη ζωή ο Γ. Μπέζος και η Ν. Τσαλίκη έχουν τις ευχές των δυο συνομιλητών μας «να σκίσουν, να ξεπεράσουν την επιτυχία της ταινίας».*

Ο βασιλιάς κι εγώ

  • Στα οχτώ του χρόνια, ο μικρότερος γιος του βρετανού βασιλιά Γεωργίου Ε' απέκτησε ένα βασανιστικό τραύλισμα που τον ακολούθησε για το μεγαλύτερο μέρος του ενήλικου βίου του. Οταν το 1936 ο βασιλιάς εγκατέλειψε τη ζωή και ο μεγαλύτερος γιος του, Εδουάρδος Η', που τον διαδέχτηκε προσωρινά, αποφάσισε πως οι υποχρεώσεις του θρόνου δεν του ταίριαζαν, το στέμμα φόρεσε ο νεαρός Γεώργιος ΣΤ'.
Αναλαμβάνοντας τα καθήκοντα του παλατιού όταν ο κόσμος βρισκόταν στα πρόθυρα του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, ο απρόθυμος νέος βασιλιάς αγωνιζόταν εις μάτην να απαλλαγεί από το τραύλισμά του. Οταν όλες του οι προσπάθειες δεν απέδωσαν, τη λύση έμελλε να δώσει ένας ανορθόδοξος αυστραλός λογοθεραπευτής.
  • «Ανταμοιβή για την ταινία»
Τη σχετικά άγνωστη αυτή ιστορία ανέλαβε να διηγηθεί η ταινία «The King's Speech» του Τομ Χούπερ με πρωταγωνιστή τον Κόλιν Φερθ. Ενα φινετσάτο και καλαίσθητο δράμα εποχής που πραγματοποίησε την πανευρωπαϊκή πρεμιέρα του πριν από λίγες μέρες, στο 54ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου του Λονδίνου και βάζει ολοταχώς πλώρη για τα επερχόμενα Οσκαρ. Στη συνέντευξη που μας παραχώρησε, ο Φερθ δηλώνει κολακευμένος από τα προγνωστικά: «Ακόμη περισσότερο, όμως, χαίρομαι», μου λέει με αβρότητα, «επειδή τα σχόλια που λαμβάνουμε μοιάζουν με τη μεγαλύτερη ανταμοιβή απέναντι σε μια ταινία που πραγματοποιήθηκε με πολλές δυσκολίες. Δεν υπάρχει δικαιοσύνη για τη σκληρή δουλειά που μπορεί να επενδύεις σ' ένα φιλμ. Κανείς δεν σου χρωστάει τίποτα και καλά κάνει. Οπότε κάθε έπαινος θεωρώ ότι είναι μεγάλη γενναιοδωρία».

Ο 50χρονος ηθοποιός παραδέχεται ότι, προτού αναλάβει τον ρόλο του Γεωργίου ΣΤ', γνώριζε ελάχιστα για εκείνον: «Οι γονείς μου ήταν προφανώς παιδιά κατά τη διάρκεια της βασιλείας του, θυμάμαι όμως τη μητέρα μου να μου αναφέρει κάποια στιγμή πόσο απρόθυμος ήταν ο Γεώργιος στο να αναλάβει το θρόνο και πόσο έντονη προσωπική κρίση βίωσε μέχρι να καταπολεμήσει τη δυσκολία του, η οποία ανάγκαζε έναν ήδη εύθραυστο και με χαμηλή αυτοεκτίμηση άνθρωπο να μειώνεται διαρκώς στα μάτια του κόσμου».

Τι εισέπραξε ο ίδιος ερμηνεύοντάς τον; «Κατ' αρχάς έμαθα πόσο πολύ επηρεάζεται η ζωή σου από μια τέτοια δυσλειτουργία. Οι άνθρωποι που δυσκολεύονται να μιλήσουν εξαιτίας ενός τραυλίσματος ζουν καθημερινά με το φόβο τού να μην μπορούν να αναδυθούν από τη σιωπή τους. Τον διέκρινα αυτό το φόβο στο αρχειακό υλικό που παρακολούθησα, τον καιρό που προετοιμαζόμουν για τον ρόλο. Βλέπεις την ανακούφισή του κάθε φορά που κατόρθωνε να ψελλίσει μια ολόκληρη πρόταση χωρίς να κομπιάσει».

Εχει ιδέα πώς θα αντιδράσουν οι άφθονοι εναπομείναντες εν ζωή συγγενείς του Γεωργίου και κυρίως η κόρη του, βασίλισσα Ελισάβετ Β', απέναντι στην ταινία; «Δεν το έχω σκεφτεί», παραδέχεται. «Το μόνο που θέλω να βεβαιώσω από την πλευρά μου είναι πως προσπάθησα να υποδυθώ τον ρόλο με όλη την ευθύνη και το σεβασμό που επιφέρει το γεγονός ότι καλείσαι να ερμηνεύσεις έναν άνθρωπο που υπήρξε στ' αλήθεια».

«Το πιθανότερο», του λέω, «είναι η βασιλική οικογένεια να ενοχληθεί από την πολυσυζητημένη και ιδιαιτέρως χιουμοριστική σκηνή του φιλμ όπου ο Γεώργιος ξεσπά σε ένα ακατάσχετο υβρεολόγιο προκειμένου να λύσει τον γλωσσοδέτη του». «Η σκηνή δεν γυρίστηκε με σκοπό να προκαλέσει, αισθανθήκαμε ότι είχε βασικό ρόλο στην ιστορία μας», απαντά ο Φερθ. «Κι αν είχα γράψει το σενάριο εγώ, πιστέψτε με, όσα ακούγονται στην οθόνη θα ήταν χειρότερα...»*

Καλώς τον κακό

Ο 37χρονος, γεννημένος στην Ατλάντα της Τζόρτζια, Στίβεν Ντορφ είναι σήμερα από τους πιο αξιόλογους, νεότερους ηθοποιούς του Χόλιγουντ. Σύντομα θα τον δούμε στη μυθολογική περιπέτεια «Αθάνατοι», γύρω από τον αγώνα του Θησέα εναντίον των Τιτάνων.
Ο Στίβεν Ντορφ στο ρόλο του Τζόνι Μάρκο, ενός κακομαθημένου ροκ σταρ που αλλάζει όταν γνωρίζει την κόρη του.  
Ο Στίβεν Ντορφ στο ρόλο του Τζόνι Μάρκο, ενός κακομαθημένου ροκ σταρ που αλλάζει όταν γνωρίζει την κόρη του.  

Αυτή την εβδομάδα όμως θα τον δούμε στο «Somewhere» της Σοφίας Κόπολα, που κέρδισε το Χρυσό Λιοντάρι στο πρόσφατο Φεστιβάλ της Βενετίας και με το οποίο κλείνει απόψε το 23ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου. Ο Ντορφ υποδύεται τον βασικό ήρωα, Τζόνι Μάρκο, έναν κακομαθημένο σταρ, που ζει με ποτό, ναρκωτικά και περιστασιακό σεξ, μέχρι που η συνάντηση με την 11χρονη κόρη του τον αναγκάζει να επανεξετάσει τη ζωή του.
- Σε μια άλλη ζωή, θα μπορούσατε να είστε ο Τζόνι Μάρκο;
«Υπάρχουν αρκετές ομοιότητες με το χαρακτήρα μου. Γυρίζω ταινίες σ' όλη μου τη ζωή, γνωρίζω καλά το Χόλιγουντ. Ο Μάρκο έγινε σούπερσταρ, αλλά δεν ξέρει τι θέλει. Εγώ τον έβλεπα πάντα ως ροκσταρ πατέρα. Πηγαίνει αργά στο πάρτι γενεθλίων, αλλά φτάνει μ' ένα μεγάλο δώρο. Αυτή στενοχωριέται που δεν ήταν εκεί από την αρχή, αλλά τον αγαπά γιατί είναι μπαμπάς της».
- Η ταινία μάς δίνει και μια εικόνα του Χόλιγουντ...
«Ναι, αλλά δεν είναι το κύριο θέμα της. Για μένα είναι για έναν νεαρό, στην πραγματικότητα, ανώριμο πατέρα, που προσπαθεί να γίνει άντρας. Θ' αλλάξει σίγουρα ζωή και μπορεί και να γίνει έξοχος πατέρας. Αυτό θα τον κάνει και καλύτερο άνθρωπο. Προσπάθησα να δείξω με λεπτότητα τη μεταστροφή του».
- Εχετε συναντήσει ανθρώπους σαν τον Τζόνι Μάρκο;
«Οχι ακριβώς. Είναι ένα μείγμα από εκείνους που συνάντησε η Σοφία αλλά και από ιστορίες που άκουγε από τον μπαμπά της και φίλους τους. Αλλά μπορώ να πω ότι καταλαβαίνω τη μοναξιά του. Δεν ενδιαφέρεται για το ποια ταινία του προσφέρουν. Δεν τον ενδιαφέρει το σενάριο. Στο Χόλιγουντ, όπου ζει, όλα έχουν σχέση με το σόου. Στη Νέα Υόρκη τα πράγματα είναι διαφορετικά. Μοιάζει με ευρωπαϊκή πόλη. Μισώ το Χόλιγουντ. Γι' αυτό και μου άρεσε αυτή η ταινία».
  • Και πορνοστάρ
- Ηταν δύσκολος για σας ο ρόλος;
«Πολύ. Πρώτη φορά ήμουν σχεδόν σε κάθε πλάνο της ταινίας. Και η οικογένειά μου μου έλεγε: πότε επιτέλους θα παίξεις και ρόλο καλού, αντί κακού; Αλλά δεν εξαρτιόταν από μένα, γιατί όλοι μέχρι τότε μου πρόσφεραν τέτοιους ρόλους. Είχα ξεκινήσει πολύ νέος και δεχόμουν οτιδήποτε. Ολα άρχισαν να αλλάζουν πριν από τέσσερα χρόνια, όταν ο Ολιβερ Στόουν με φώναξε για να παίξω στο "World Trade Center". Παλιότερα είχα παίξει ακόμη και τον ρόλο γυναίκας ("Ι shot Andy Warhol"). Αλλά, όταν έπαιξα τον κακό στο "Blade", άρχισαν να μου προσφέρουν τέτοιους ρόλους».
- Τώρα όμως θα παίξετε και τον πορνοστάρ...
«Ναι, στο "Born to be a star". Ηθελα πάντα να παίξω σε κωμωδία. Σατιρίζει τη βιομηχανία του πορνό. Ο ήρωας είναι ένας νεαρός που βλέπει κρυφά στο υπόγειο του σπιτιού του τέτοιες ταινίες και ξαφνικά ανακαλύπτει πως σε μια απ' αυτές πρωταγωνιστές ήταν οι γονείς του! Ανεβαίνει πάνω και τους αναγγέλλει: "Μαμά... μπαμπά... τώρα ξέρω τι θα γίνω. Θα γίνω ηθοποιός...". Και γίνεται πορνοστάρ». *

Οταν ο Γούντι συνάντησε τον Μπέργκμαν

  • Στα γνωστά του θέματα, τη ζωή, τον έρωτα, την απιστία, την απώλεια αλλά και το θάνατο στρέφεται ακόμη μια φορά ο Γούντι Αλεν στη νέα του κωμωδία «Θα συναντήσεις έναν ψηλό, μελαχρινό άντρα».
Ο Γούντι Αλεν δίνει οδηγίες στη Ναόμι Γουότς κατά τη διάρκεια των γυρισμάτων
Μια κωμωδία γυρισμένη και πάλι στο Λονδίνο, παιχνιδιάρικη, δοσμένη με φρεσκάδα, με έναν αφηγητή να συνδυάζει τις επιμέρους σκηνές. Ταυτόχρονα, μια κωμωδία, που πίσω από το χιούμορ της κρύβει μια σκοτεινή, μαύρη, πεσιμιστική ματιά. «Οι χαρακτήρες μου είναι γελοίοι», μου είχε πει κάποτε σε μια συνέντευξή μας ο Γούντι Αλεν, «αλλά όταν τους κοιτάξεις είναι πολύ θλιμμένοι. Εξάλλου κι ο δικός μου ο χαρακτήρας είναι πολύ θλιμμένος. Ο έρωτας και το σύμπαν, η ζωή και ο θάνατος, είναι ακριβώς όπως οτιδήποτε άλλο, πράγμα που σημαίνει, είναι τίποτα. Δεν ξέρεις τίποτα γι' αυτά, πας κάπου και δεν υπάρχει τίποτα».
Ο σκηνοθέτης παρουσιάζει τα ερωτικά και υπαρξιακά προβλήματα δυο ζευγαριών. Από τη μια του Αλφι (Αντονι Χόπκινς) και της Ελενας (Τζέμα Τζόουνς) και από την άλλη της κόρης τους Σάλι (Ναόμι Γουότς) και του άντρα της Ρόι (Τζος Μπρόλιν). Οταν ο Αλφι, από το φόβο του θανάτου αλλά και της χαμένης νιότης του, εγκαταλείπει τη γυναίκα του και ακολουθεί μια νεαρή κοπέλα, τη Σαρμέν (Λούσι Παντς), η Ελενα στρέφεται σε μια μάντισσα, που της λέει: «Θα συναντήσεις έναν ψηλό, μελαχρινό άντρα». Μόνο που η συνάντηση αυτή δεν περιορίζεται σ' έναν άντρα, αλλά αναφέρεται και στο άλλο, ψηλό, μελαχρινό και τρομερό πρόσωπο που κάποτε όλοι θα συναντήσουμε. Για άλλη μια φορά ο κωμικός Αλεν συναντά τον με υπαρξιακά προβλήματα Ινγκμαρ Μπέργκμαν.
Παράλληλα, παρακολουθούμε και τα προβλήματα που αντιμετωπίζει τόσο η δυστυχισμένη από τη συζυγική ζωή της Σάλι, ερωτευμένη κρυφά με τον γκαλερίστα και αφεντικό της Γκρεγκ (Αντόνιο Μπαντέρας), καθώς ο συγγραφέας σύζυγός της Ρόι, στερημένος από έμπνευση, αρχίζει να ενδιαφέρεται για μια νεαρή, μυστηριώδη γυναίκα (Φρίντα Πίντο) ντυμένη στα κόκκινα. «Είναι άνθρωπος που περνάει μια δύσκολη περίοδο στη ζωή του», ανέφερε ο Αλεν, «και όταν βλέπει αυτή τη φρέσκια πνοή αέρα απέναντι από το παράθυρό του, αυτό τον ιντριγκάρει και σταδιακά η κοπέλα μετατρέπεται σε μια ελκυστική φαντασίωση».
Παρ' όλες τις προσπάθειες των προσώπων αυτών να ξεφύγουν από τα προβλήματά τους με απραγματοποίητα όνειρα και φανταστικά σχέδια, το αποτέλεσμα δεν είναι πάντα ευχάριστο. Ο δρόμος τους είναι γεμάτος με απογοητεύσεις και αναπάντεχους κινδύνους. Μέσα από την πορεία τους αυτή, ο σκηνοθέτης εξερευνά την ανθρώπινη ανάγκη για φαντασιώσεις και όνειρα. Βέβαια ο ίδιος, που επιμένει πως δεν πρέπει να τον παίρνουμε στα σοβαρά, αρχίζει την ταινία του με ένα τσιτάτο του Σέξπιρ από τον «Μάκβεθ», που αναφέρει πως τη ζωή την αφηγείται ένας βλάκας που κάνει πολλή φασαρία για το τίποτα...

Οτάρ Ιοσελιάνι: «Οι σκηνοθέτες λογοκρίνονται από το κοινό»

«Το κοινό είναι δικτάτορας. Εχει εθιστεί στο Χόλιγουντ και το ποπ κορν». Δεν τα βάζει μόνο με τους θεατές ο Γεωργιανός Οτάρ Ιοσελιάνι. Καλεσμένος του 23ου Πανοράματος Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου, ο 76χρονος σκηνοθέτης ταινιών όπως οι «Pastorale» και «Ηταν ένας τραγουδιστής κότσιφας», έδωσε ένα μάστερκλας το Σάββατο στον «Ιανό» και ήταν αρκετά οργισμένος.
Ο κορυφαίος Γεωργιανός σκηνοθέτης Οτάρ Ιοσελιάνι έδωσε ένα «οργισμένο» μάστερκλας στον «Ιανό», μιλώντας για τη λογοκρισία, το αβέβαιο μέλλον του σινεμά και την πολιτική Σαρκοζί. Η καινούργια του ταινία «Chantrapas» προβλήθηκε στο 23ο Πανόραμα Ευρωπαϊκού Κινηματογράφου
Με μια βουδιστική ηρεμία, βέβαια, χωρίς να υψώνει τον τόνο της φωνής ή να κάνει χειρονομίες, ο λόγος του έσταζε χολή για πολλά.
Για τη χρήση αρκετής μουσικής, που υποδεικνύει ότι «υπάρχει αδυναμία στη σκηνοθεσία». Για τους σκηνοθέτες που μεταφέρουν στο σινεμά βιογραφίες («ο καθένας ενταφιάζεται με το μυστικό της ζωής του») ή βιβλία («ποτέ δεν χρησιμοποιούμε το κείμενο κάποιου άλλου»).
Είχε και μια συμβουλή για τους νέους σκηνοθέτες. «Να κάνετε αυτό που θέλετε. Γιατί μόλις υποκύψεις στον πρώτο σου συμβιβασμό, η υπόθεση τελείωσε». Αυτό έκανε ο Ιοσελιάνι όταν ήταν νέος. Αναζήτησε την ελευθερία στο Παρίσι το 1982, όταν το κομμουνιστικό καθεστώς της Γεωργίας λογόκρινε τις ταινίες του.
Και ο πρωταγωνιστής της νέας του ταινίας, «Chantrapas» -που προβλήθηκε στο Πανόραμα- είναι ένας Γεωργιανός σκηνοθέτης που τραβάει τα ίδια. «Διηγείται την ευτυχία τού να είσαι πεισματάρης και να κάνεις την ταινία που ονειρεύεσαι. Ακόμα κι αν φτάσει στο κοινό αρκετά αργότερα. Αυτή είναι η μοίρα των δημιουργών της χώρας μου: των Ταρκόφσκι, Παρατζάνοφ, Πάμφιλοφ», μας έλεγε λίγο νωρίτερα σε συνέντευξη, μια ευκαιρία να μιλήσουμε και για άλλα θέματα:
ΛΟΓΟΚΡΙΣΙΑ. «Οι καλλιτέχνες υφίστανται την πίεση διαφορετικών ειδών λογοκρισίας. Μία από αυτές είναι η λογοκρισία του κοινού. Θυμηθείτε τους ιμπρεσιονιστές. Δεν αναγνωρίστηκαν το 19ο αιώνα, αλλά πλέον θεωρούνται σπουδαίοι. Μια άλλη μορφή είναι η λογοκρισία των απολυταρχικών καθεστώτων, της ναζιστικής Γερμανίας ή της Ιταλίας του Μουσολίνι ή του μακαρθισμού στην Αμερική. Σήμερα οι σκηνοθέτες λογοκρίνονται από το κοινό. Το «Θαύμα στο Μιλάνο» του Ντε Σίκα ή η «Αταλάντη» του Βιγκό, προβάλλονται σε... άδειες αίθουσες. Το κοινό δεν θέλει αληθινό σινεμά. Για να το πω μεταφορικά, προτιμά, αντί να πηγαίνει σε ένα καλό εστιατόριο, να τρώει στα ΜακΝτόναλντς».
Η ΤΥΧΗ ΤΩΝ ΤΑΙΝΙΩΝ ΜΟΥ; «Είχαμε μια ιδέα με τον Γκοντάρ: να φτιάξουμε μια αίθουσα όπου η είσοδος θα απαγορεύεται σε ηλικίες κάτω των 30. Βέβαια, και αυτοί που είναι 40 ή 50 δεν πηγαίνουν στο σινεμά γιατί ξέρουν ότι δεν υπάρχει τίποτε να δουν. Κι αν παίζεται μια καλή ταινία, μέχρι να την πάρεις είδηση, έχει κατέβει. Υπάρχουν πάντοτε σκηνοθέτες όπως οι Ρομέρ, Ριβέτ και Ματιέ Αμαλρίκ, που αντιστέκονται. Συνεχίζουμε να κάνουμε ταινίες γιατί πιστεύουμε ότι το σινεμά δεν έχει πεθάνει. Αλλά σε λίγα χρόνια κάποιες ταινίες θα τις βλέπουμε μόνο σε ταινιοθήκες».
ΡΙΜΕΪΚ. «Η ταινία "Και οι επτά ήταν υπέροχοι" του Τζον Στάρτζες -ριμέικ τού «Οι επτά σαμουράι» του Ακίρα Κουροσάβα- ήταν ενδιαφέρουσα. Φανταστείτε όμως, ριμέικ ταινιών των Μπάστερ Κίτον, Τσάρλι Τσάπλιν, Ορσον Γουέλς... Οι έμποροι του Χόλιγουντ κλέβουν την ιδέα μιας ταινίας για ριμέικ όταν θεωρήσουν ότι θα πάει καλά εμπορικά. Οι ταινίες για μεγάλο κοινό είναι κλώνοι».
ΕΓΩ ΕΜΙΓΚΡΕΣ; «Δεν ένιωσα ποτέ. Πήγα στο Παρίσι με μία προϋπόθεση: να μη μείνω εκεί. Εκανα μια ταινία και μετά επέστρεφα στη χώρα μου. Κατά τη διάρκεια του σοβιετικού καθεστώτος, το σινεμά εξυπηρετούσε την προπαγάνδα. Ηταν όμως καλό (πάρτε για παράδειγμα τις ταινίες του Ταρκόφσκι) και εκτιμούσαν τους σκηνοθέτες. Ο Μιχαήλ Ρομ έκανε καλές ταινίες, παρόλο που το θέμα του ήταν ο Λένιν και η επανάσταση. Σήμερα, το σινεμά στις πρώην σοβιετικές χώρες βρίσκεται στο περιθώριο».
ΓΙΑ ΤΟΝ ΣΑΡΚΟΖΙ: «Είναι ηλίθιος. Για πολλούς λόγους: υποσχέθηκε πράγματα που δεν ήταν ικανός να πραγματοποιήσει και περιφρονεί τη γνώμη τού λαού. Ο νόμος για τη συνταξιοδότηση είναι ο πιο άδικος που υπάρχει στη Γαλλία. Επομένως, δεν μπορεί να είναι νορμάλ ο τύπος που τον πέρασε. Οι Γάλλοι μετανιώνουν που τον ψήφισαν». *

Οι «ομιχλιστές» στηρίζουν το νέο κινηματογραφικό νομοσχέδιο

  • Η πλειονότητα των ενεργών σκηνοθετών υποδέχεται θετικά το καινούργιο σχέδιο νόμου και ζητεί την ψήφιση και την εφαρμογή του
Οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη» έκαναν πάλι την εμφάνισή τους. Οχι για να σηκώσουν μπαϊράκι, αλλά για να καλωσορίσουν τον νέο νόμο Γερουλάνου. Ο υπουργός Πολιτισμού με το νομοσχέδιο που κατέθεσε για διαβούλευση έχει στο πλευρό του την πλειονότητα των ενεργών κινηματογραφιστών.
Δικαιωμένοι αισθάνονται οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη». Πριν από ενάμιση χρόνο ανακοίνωσαν την αποχή τους από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, απαιτώντας νέο νόμο
Και για να μιλήσουμε με νούμερα, αυτοί υπογράφουν περίπου 40 ταινίες φετινής παραγωγής, που είτε είναι έτοιμες να βρουν τον δρόμο τους στην αίθουσα είτε είναι στο τελικό στάδιο επεξεργασίας.
Οι «ομιχλιστές» -μην ξεχνάμε ότι ξεκίνησαν πέρυσι την ιστορία της αποχής από το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης ζητώντας «εδώ και τώρα» νέο νόμο- με σύντομη επιστολή τους λένε «ναι» στο νομοσχέδιο και στις αλλαγές που αυτό φέρνει στον κινηματογράφο. Εχουν ήδη προηγηθεί η Ενωση Σκηνοθετών-Παραγωγών Ελληνικού Κινηματογράφου (ΕΣΠΕΚ) και ο Σύνδεσμος Ανεξάρτητων Παραγωγών Οπτικοακουστικών Εργων (ΣΑΠΟΕ).
Στην επιστολή τους γράφουν οι «Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη»: «Η φιλοσοφία και οι στρατηγικές επιλογές του, όπως ο πολλαπλασιασμός των πηγών χρηματοδότησης, η ανακατανομή των κονδυλίων προς όφελος της παραγωγής, η ενίσχυση της ανεξάρτητης παραγωγής, η εξάλειψη γραφειοκρατικών πρακτικών και η απόδοση του ειδικού φόρου είναι σαφώς θετικές και ικανοποιούν αυτά που ζητάμε εδώ και ενάμιση χρόνο».
Εχουν βέβαια αιτήματα, όπως «τη συμμετοχή ενεργών κινηματογραφιστών στη διαμόρφωση του κανονισμού καθώς το νομοσχέδιο έχει το χαρακτήρα πλαισίου και κρίσιμα θέματά του προβλέπεται να υλοποιηθούν είτε με υπουργικές αποφάσεις είτε από τον νέο εσωτερικό κανονισμό του ΕΚΚ».
Ζητούν ακόμη «να υπάρξει άμεσα η υπουργική απόφαση για τα φορολογικά κίνητρα και να διασφαλιστεί πάση θυσία η εφαρμογή τού 1,5%. Περιμένουμε την εξειδίκευση των μέτρων που θα εξασφαλίσουν το "άνοιγμα" του επαγγέλματος του παραγωγού, τη διαφύλαξη της πολυφωνίας του ελληνικού κινηματογράφου, τη στήριξη της ανεξάρτητης διανομής και τη διεθνή προβολή της ελληνικής ταινίας από το ΦΚΘ».
Και κλείνουν ως εξής: «Η βασική επιδίωξη των "Κινηματογραφιστών στην Ομίχλη" είναι αυτός ο νόμος να ψηφιστεί και να εφαρμοστεί. Και επειδή τα πάντα στη χώρα μας εξαρτώνται από την ικανότητα των προσώπων που καλούνται κάθε φορά να τα υλοποιήσουν, θα είμαστε σταθερά αντίθετοι σε επιλογές που θα ανατρέπουν στην πράξη τη φιλοσοφία του νόμου.
»Περιμένοντας την ικανοποίηση του πάγιου αιτήματος του χώρου μας για την αναβάθμιση της κινηματογραφικής παιδείας, οι "Κινηματογραφιστές στην Ομίχλη" συμμετέχουμε στη διαδικασία διαβούλευσης με εξειδικευμένες προτάσεις, ταυτοχρόνως όμως δηλώνουμε πως επιθυμούμε την άμεση ψήφιση του νόμου, χωρίς να αλλοιωθεί στο παραμικρό το αναπτυξιακό του πνεύμα». [Χ.Ι.Π.