Monday, October 4, 2010

Η γιορτή του ελληνικού ντοκιμαντέρ

Με αφιέρωμα στον σπουδαίο κριτικό κινηματογράφου και διανοούμενο, εκ των πρωτεργατών του λεγόμενου «νέου ελληνικού κινηματογράφου», Βασίλη Ραφαηλίδη, ξεκινά σήμερα το 4ο Φεστιβάλ Ελληνικού Ντοκιμαντέρ Χαλκίδας που θα διαρκέσει μέχρι τις 10/10.
Δηλωμένος στόχος του φεστιβάλ είναι «να συνεισφέρει με το δικό του τρόπο στη σοβαρή προσπάθεια των Ελλήνων ντοκιμαντεριστών προβάλλοντας δημιουργικούς καλλιτέχνες και πρωτοπόρες δουλειές». Στόχος που φαίνεται ότι θα επιτευχθεί, αφού προγραμματίζεται η προβολή συνολικά 82 ελληνικών ντοκιμαντέρ, από τα οποία τα 63 αποτελούν το σημαντικότερο μέρος της ετήσιας εγχώριας παραγωγής του είδους κατά τον τελευταίο χρόνο και «μοιράζονται» σε 17 μεγάλου μήκους και 46 μικρού μήκους ταινίες.
Αρκετές και προσεγμένες είναι οι παράλληλες εκδηλώσεις, όπως το αφιέρωμα στην ποιήτρια Κική Δημουλά, ενώ ξεχωρίζουν το αφιέρωμα στους σκηνοθέτες Τάσο Ψαρά (με τα ντοκιμαντέρ: «Μελλελέ», «Το Θαύμα», «Ανδρέας Εμπειρίκος», «Γράμμα στην μητέρα πατρίδα») και στον Γιάννη Σμαραγδή («Αναζητώντας τον Ιωάννη Βαρβάκη», «Πόρος - Σεφέρης», «Λέσβος - Ελύτης», «Σπύρος Λούης»). Ειδικό αφιέρωμα θα γίνει για τις ταινίες με θέμα την Εύβοια: «Το πλατανόδασος του ποταμού Κηρέα» του Γιάννη Φαφούτη, «Το σκυριανό Αλογάκι» του Γιώργου Σουργιαδάκη, «Το χωριό που σφυρίζει» της Κατερίνας Ζούλα, «Σπήλαια Κύμης» του Χρίστου Μπαρούς.
Οι καθημερινές, πρωινές προβολές του φεστιβάλ απευθύνονται σε Λύκεια και εκπαιδευτικά ιδρύματα δίνοντας έτσι τη δυνατότητα σε πληθώρα μαθητών και φοιτητών να παρακολουθήσουν δωρεά την σημαντικότερη ετήσια παραγωγή ντοκιμαντέρ 2009-2010.

Αφιέρωμα στον σύγχρονο αραβικό κινηματογράφο διοργανώνει το Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης

Από 3 έως 12 Δεκεμβρίου
Σκηνή από την ταινία «Son of Babylon» που έχει αποσπάσει πλήθος βραβείων σε διεθνείς διοργανώσεις
Σκηνή από την ταινία «Son of Babylon» που έχει αποσπάσει πλήθος βραβείων σε διεθνείς διοργανώσεις 
Ένα αφιέρωμα στο σύγχρονο αραβικό σινεμά διοργανώνει το 51ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, το οποίο εγκαινιάζει μια συνεργασία με το Φεστιβάλ του Αμπού Ντάμπι και της Ντόχα.

Κεντρική θέση στο αφιέρωμα κατέχει το έργο του Ιρακινού δημιουργού Μοχάμεντ Αλ Νταράτζι. Στο Φεστιβάλ θα προβληθούν οι πιο αντιπροσωπευτικές ταινίες του 32χρονου σκηνοθέτη.

Ο Μοχάμεντ Αλ Νταράτζι γεννήθηκε στη Βαγδάτη και βρήκε καταφύγιο στην Ευρώπη προκειμένου να αποφύγει τις διώξεις του καθεστώτος Σαντάμ. Το 2003, μετά την πτώση του καθεστώτος επέστρεψε στη γενέτειρά του, φιλτράροντας μέσα από τον κινηματογραφικό του φακό το κατακερματισμένο Ιράκ.

Η τελευταία του πολυβραβευμένη ταινία, με τίτλο Son of Babylon (2009), η οποία απέσπασε το βραβείο της Διεθνούς Αμνηστίας και το βραβείο Ειρήνης στο Φεστιβάλ Βερολίνου 2010, καθώς και το Μεγάλο Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής στο Φεστιβάλ του Σάντανς 2010, είναι ένα συγκινητικό road movie, με ήρωες ένα αγόρι και τη γιαγιά του, που αναζητούν τον αγνοούμενο πατέρα του μικρού.

Μέσα από το ταξίδι τους, ο σκηνοθέτης χαρτογραφεί μια διαλυμένη χώρα, αλλά και τον ανθρώπινο ψυχισμό ενός λαού που πασχίζει να επουλώσει τις πληγές του, αντιμέτωπος με τα φαντάσματα του παρελθόντος. Στο ντεμπούτο του, με τίτλο Ahlaam (Ιράκ, 2005) σκιαγραφεί με ωμό ρεαλισμό τον εφιάλτη του πολέμου ιδωμένο μέσα από τα μάτια των τροφίμων ενός βομβαρδισμένου ψυχιατρικού ασύλου στη Βαγδάτη.

Ο Μοχάμεντ Αλ Νταράτζι, ολοκλήρωσε τα γυρίσματα της ταινίας, κάτω από εξαιρετικά αντίξοες κι επικίνδυνες συνθήκες, καθώς ο ίδιος αλλά και μέλη του κινηματογραφικού του συνεργείου, απήχθησαν και βασανίστηκαν. Η ταινία, παρ' όλα αυτά, αποτέλεσε την επίσημη υποψηφιότητα του Ιράκ για το Όσκαρ ξενόγλωσσης ταινίας το 2007.

Το ντοκιμαντέρ του, War, Love, God and Madness (2008), αποτελεί την καταγεγραμμένη μαρτυρία όσων συνέβησαν στη διάρκεια των γυρισμάτων του Ahlaam, αλλά και ένα αδιάψευστο ντοκουμέντο για την χαοτική κατάσταση που επικράτησε στο Ιράκ, λίγο μετά το ξέσπασμα του πολέμου. Στο φεστιβάλ, θα προβληθεί επίσης και η μικρού μήκους ταινία του δημιουργού, με τίτλο My name is Mohamed. Το Φεστιβάλ διοργανώνεται από τις 3 έως τις 12 Δεκεμβρίου. [Newsroom ΔΟΛ]

Οι καλοί πεθαίνουν νέοι

  • Με σφίξιµο στην καρδιά και έναν κόµπο στον λαιµό.
Οπως όλοι στον κόσµο του Σινεµά. Από το Σάββατο το πρωί όταν διαδόθηκε ο θάνατος του φίλου Γιώργου Τζιώτζιου. Το πρώτο πράγµα που µου ήρθε στον νου είναι ένα µότο των παλιών καουµπόικων ταινιών. Οι καλοί πεθαίνουν νέοι. Ηταν πενήντα έξι, είχε πολύ δρόµο µπροστά του και σε κάθε περασµά του έβαζε κι ένα λιθαράκι. Παντού. Και στην κριτική και στη διανοµή. Επιλογές µε κριτήρια ποιοτικά.

Ανήσυχος και πολλές φορές πρωτοπόρος. Από τη Θεσσαλονίκη, µε σπουδές στη Νοµική και στο Μονπελιέ της Γαλλίας. Υστερα κριτικός της «Οθόνης» (της συµπρωτεύουσας) καιµετά στην Αθήνα, όπου άνθησε. Ο άνθρωπος που ίδρυσε το περιοδικό «Σινεµά» και δηµιούργησε το ετήσιο φεστιβάλ Νύχτες Πρεµιέρας. Μισά από τα σηµερινά παιδιά της κριτικής του σινεµά είναι δικά του. Τον θυµάµαι στα φεστιβάλ των Καννών να τουςµαζεύειµετά την τελευταία προβολή στις δέκα το βράδυ γύρω από ένα τραπέζι σε ένα ιταλικό εστιατόριο και καταβροχθίζοντας µακαρονάδες να κουβεντιάζουν µε τις ώρες για κάποια ταινία. Οµως οµπαγάσας ήταν ανήσυχος και γι’ αυτό δεν βολευόταν. Εγκαταλείπει την κριτική και µπαίνει στην κινηµατογραφική διανοµή, πιστεύοντας ακράδαντα ότιµια καλή ταινία µπορεί να συνθέσει ποιότητα µε εισιτήρια. Είχε δίκιο. Και το απέδειξε. Και στη Νέα Κινηµατογραφική του Γ. Σκούρα. Και στην Προοπτική του Π. Μητρόπουλου. Και στην Οdeon του Μ. Κριεζία. Και στην Ρlaytime της Αudiovisual. Και στη Rosebud του στενού φίλου του Ζ. Παναγιωτίδη.

Και στη Νutopia, την τελευταία εταιρεία που έφτιαξε παρέα µε τον Τ. Βερέµη. Πλήθος ταινιών που υµνήθηκαν από τη διεθνή και την ελληνική κριτική ήταν από δικές του επιλογές. Αρκετέςµε ρίσκο.

Ονειρό του, όπωςµου έλεγε, να βρει κάποιον «τρελό» επιχειρηµατία για να φτιάξουν έναµικρό multiplex καλών ταινιών, το «αντίπαλον δέος» στα ποπ κορν. Α ρε Γιώργο. Κανείς, µα κανείς δεν κερδίζει τηµάχηµε τον θάνατο. Θα τα πούµε για τελευταία φορά σήµερα το απόγευµα στις 4.30 στο Νεκροταφείο Χαλανδρίου. Φίλε, µια φράση απόµια ταινία που στοίχειωσε τα όνειράµας, Τhe Long Goodbye! [Δ.Δ., Δευτέρα 4 Οκτωβρίου 2010]

Sunday, October 3, 2010

Απεβίωσε ο κριτικός κινηματογράφου Γιώργος Τζιώτζιος

  • Σε ηλικία 56 ετών
 
Απεβίωσε σε ηλικία 56 ετών ο κριτικός κινηματογράφου Γιώργος Τζιώτζιος, ο οποίος υπήρξε διευθυντής του περιοδικού Σινεμά και θεμελιωτής του Φεστιβάλ Νύχτες Πρεμιέρας, ύστερα από μάχη με τον καρκίνο.

Ο Γ.Τζιώτζιος κηδεύεται το μεσημέρι της Δευτέρας στις 16:30 από το νεκροταφείο Χαλανδρίου.

Υπήρξε ένα από τα κεντρικά πρόσωπα στον χώρο του κινηματογράφου. Διετέλεσε κριτικός κινηματογράφου στο περιοδικό Οθόνη στις αρχές της δεκαετίας του 1980 στην Θεσσαλονίκη, αργότερα στην Αθήνα διευθύνων στέλεχος της εταιρείας διανομής Προοπτική, το 1989 έγινε ο πρώτος διευθυντής του περιοδικού Σινεμά και θεμελιωτής του Φεστιβάλ «Νύχτες Πρεμιέρας».

Ο Γιώργος Τζιώτζιος, προσέφερε τις υπηρεσίες του στον κινηματογράφο από διάφορες θέσεις, συστήνοντας παράλληλα ως διανομέας πρώτος στο ελληνικό κοινό, πολλές ταινίες και σκηνοθέτες του ανεξάρτητου ευρωπαϊκού κινηματογράφου.

50 χρόνια τρόμος


  • Μισό αιώνα μετά τη γέννησή του, ο απόλυτος κινηματογραφικός εφιάλτης του «Ψυχώ» επιστρέφει σε Βlu-ray που αποκαλύπτει όλα τα μυστικά της ταινίας του Αλφρεντ Χίτσκοκ η οποία άλλαξε την κινηματογραφική ιστορία

Διάσημη ακόμη και σήμερα για την κλασική σκηνή δολοφονίας της Τζάνετ Λι στην μπανιέρα, η «Ψυχώ» (1960) δικαίως έχει κερδίσει τον τίτλο της σκοτεινότερης δημιουργίας του Αλφρεντ Χίτσκοκ. Η ιδέα της διπλής προσωπικότητας του βασικού ήρωα (Αντονι Πέρκινς) ενέπνευσε και εξακολουθεί να εμπνέει αμέτρητους σκηνοθέτες οι οποίοι μιμήθηκαν το στυλ του Χίτσκοκ, χωρίς ποτέ ωστόσο να φθάσουν το άγγιγμά του. Η «Ψυχώ» υπήρξε επίσης η μεγαλύτερη εμπορική επιτυχία της καριέρας του, αποφέροντας έσοδα που ξεπέρασαν τα 13 εκατ. δολάρια στην πρώτη προβολή της, νούμερο αστρονομικό αν αναλογιστεί κανείς ότι κόστισε μόλις 800.000 δολάρια. Ο Χίτσκοκ αποφάσισε να σκηνοθετήσει την «Ψυχώ» μετά την επιτυχία της «Σκιάς των τεσσάρων γιγάντων» (1959) και ενώ η τηλεοπτική σειρά «Ο Αλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει», την οποία επιμελούνταν και παρουσίαζε, διένυε την πέμπτη σεζόν της. Το ιστορικό της ταινίας είναι αρκετά παράξενο.

Ως παραγωγή θεωρήθηκε πάμφθηνη, ενώ από τα 800.000 δολάρια κόστους της μόλις τα 9.000 πήγαν στα δικαιώματα του μυθιστορήματος του Ρόμπερτ Μπλοχ στο οποίο στηρίχτηκε το σενάριο. Ακολουθώντας τους ταχείς ρυθμούς των γυρισμάτων για την τηλεόραση, ο Χίτσκοκ χρησιμοποίησε το συνεργείο της σειράς «Ο Αλφρεντ Χίτσκοκ παρουσιάζει». Δεν είχε στη διάθεσή του ηθοποιούς σταρ και συν τοις άλλοις η ταινία ήταν ασπρόμαυρη σε μια εποχή που το ασπρόμαυρο ήταν είδος υπό εξαφάνιση. Ολοι αυτοί οι «περιορισμοί» όμως, με τη βοήθεια ενός προσεκτικού προγραμματισμού και ενός ευφυούς λανσαρίσματος το οποίο επέβλεψε ο ίδιος ο Χίτσκοκ, αποδείχθηκαν άκρως λειτουργικοί για την ταινία.

Ουδείς από τους ηθοποιούς γνώριζε το φινάλε της ταινίας πριν από την πρώτη προβολή της, ενώ όλοι οι συντελεστές ορκίστηκαν άκρα μυστικότητα. Δεν επετράπη ούτε στους κριτικούς κινηματογράφου, ούτε όμως και στους αιθουσάρχες να δουν την ταινία πριν από την πρεμιέρα. Ο Χίτσκοκ παρουσίασε ο ίδιος το τρέιλερ της ταινίας, ξεναγώντας τον θεατή στους χώ ρους της, ανάμεσα στους οποίους και το ξενοδοχείο του Νόρμαν Μπέιτς. Ηχητικό υλικό ακουγόταν έξω από τις αί θουσες στις ουρές των θεατών. Ολες αυτές οι ιστορίες που έφτιαξαν τον μύθο της ταινίας συμπεριλαμβάνονται στο υλικό της ειδικής έκδοσης της ταινίας σε Βlu-ray, στο οποίο εκτός άλλων βρίσκουμε τα ντοκυμαντέρ «Πώς γυρίστηκε η ταινία» και «Στη σκιά του μετρ: Ο μύθος του Χίτσκοκ», επίκαιρα από τη χρονιά α΄ προβολής της ταινίας, αφίσες, διαφημίσεις κ.ά. από το αρχείο της Universal, το διαφημιστικό τρέιλερ του «Ψυχώ» με ξεναγό τον σκηνοθέτη και σπάνιο φωτογραφικό υλικό από την προώθηση της ταινίας.

  • ΟΙ ΚΑΤΑΡΑΜΕΝΟΙ ΠΡΩΤΑΓΩΝΙΣΤΕΣ
Η διασημότερη ταινία της φιλμογραφίας της Τζάνετ Λι (1927-2004) υπήρξε επίσης η «κινηματογραφική ταφόπλακά» της. Ο θρίαμβός της μετετράπη σε βαριά σκιά, όπως φαίνεται και στο βιβλίο της «Ρsycho: Βehind the scenes in the classic thriller». Μετά την «Ψυχώ» εμφανιζόταν όλο και πιο σποραδικά στη μεγάλη οθόνη και από τη δεκαετία του 1970 η δουλειά της περιορίστηκε στην τηλεόραση. Κάτι παρόμοιο συνέβη και με τον Αντονι Πέρκινς (1932-1992). Ο ηθοποιός έγινε πασίγνωστος από την «Ψυχώ» και στη συνέχεια η γκάμα των ηρώων που καλούνταν να υποδυθεί ήταν περιορισμένη σε παρόμοιους ρόλους,ώσπου στις αρχές της δεκαετίας του ΄80 αναγκάστηκε να επιστρέψει στον Νόρμαν Μπέιτς παίζοντας σε δύο «συνέχειες» της ταινίας. Η δεύτερη μάλιστα σκηνοθετήθηκε από τον ίδιο, έξι χρόνια πριν από τον θάνατό του από ΑΙDS.

  • Το καζανάκι της τουαλέτας και η δολοφονία της κεντρικής ηρωίδας
Στην ειδική Βlu-ray έκδοση που κυκλοφορεί,ο δημοσιογράφος και συγγραφέας Στίβεν Ρεμπέλο, συνεργάτης περιοδικών όπως το «Ρlayboy», το «Εsquire» και το «GQ», κάνει τον σχολιασμό σκηνή προς σκηνή. Ο Ρεμπέλο είναι ο τελευταίος άνθρωπος που πήρε συνέντευξη από τον Χίτσκοκ για λογαριασμό του περιοδικού «Real Τime». Η συνέντευξη δημοσιεύθηκε το 1980, χρονιά θανάτου του Χίτσκοκ, ενώ αργότερα ο Ρεμπέλο έγραψε το βιβλίο «Αlfred Ηitchock and the making o “Ρsycho”». Με αφορμή τη συμμετοχή του στην επανακυκλοφορία της ταινίας ο Ρεμπέλο μίλησε αποκλειστικά στο «Βήμα» για τη σχέση του με τον μετρ του τρόμου και την αξία του έργου του. 
- Πότε είδατε για πρώτη φορά την «Ψυχώ»; 
«Οταν διανεμήθηκε το 1960. Δεν επιτρεπόταν να την δω αλλά κατάφερα να μπω στην αίθουσα χρησιμοποιώντας πονηρές μεθόδους...».
- Πώς νιώσατε όταν είδατε την ταινία;
«Η ζωή μου άλλαξε ολοκληρωτικά και σε πολλούς τομείς. Για παράδειγμα με βοήθησε να ξεπεράσω τον φόβο που είχα απέναντι στην εξουσία. Ως τότε έτρεμα τους δασκάλους μου. Στην προβολή της ταινίας όμως είδα τη φιλόλογό μου, μια εξαιρετικά αυστηρή καθηγήτρια, να τρέχει σε έναν διάδρομο της αίθουσας ουρλιάζοντας από τον τρόμο! Πόσο όμορφα είχα νιώσει! Ο Χίτσκοκ με είχε απελευθερώσει».
- Εχουν ειπωθεί πολλά για την πρώτη προβολή της ταινίας και τον αντίκτυπο που είχε στον κόσμο.Εσείς τι θυμάστε πιο έντονα;
«Αυτό που μου έκανε τεράστια εντύπωση ήταν ο ήχος μέσα στην αίθουσα. Οχι μόνο ο ήχος της ταινίας αλλά και εκείνος των θεατών. Μπορώ να τον συγκρίνω μόνο με τους ήχους που έχω ακούσει να βγάζουν θεατές οι οποίοι παρακολουθούν ελληνική τραγωδία. Τα μουρμουρητά και οι κραυγές είχαν κάτι το ανεπανάληπτο (σ.σ.: μιμείται μια γυναίκα). Ηταν κάτι ανάμεσα σε ήχους σεξουαλικής έκστασης, αγωνίας και τρόμου, μου έδιναν την εντύπωση ότι ο κόσμος ήθελε να φύγει από την αίθουσα αλλά δεν μπορούσε. Σήμερα δεν ακούμε τέτοιους ήχους από τους θεατές όταν βλέπουν ταινία τρόμου. Ακούς περισσότερο αντανακλάσεις της ταινίας, ή κάποιον στο κοινό να προσπαθεί να προκαλέσει την προσοχή των άλλων».
- Για ποιους λόγους η «Ψυχώ» θεωρείται επίσης επαναστατική ταινία για τον ίδιο τον κινηματογράφο;
«Γυρίστηκε την εποχή που μεσουρανούσαν οι πανάκριβες έγχρωμες υπερπαραγωγές των στούντιο του Χόλιγουντ με τους μεγάλους σταρ και τα χλιδάτα ντεκόρ. Και να που αυτή, μια ασπρόμαυρη, χαμηλού κόστους ταινία ήλθε και τα τσάκισε όλα. Οι καινοτομίες του Χίτσκοκ ήταν απίστευτες, από το ότι “σκότωσε” την πρωταγωνίστρια (Τζάνετ Λι) στη μέση της ιστορίας ως το ότι έδειξε για πρώτη φορά καζανάκι τουαλέτας στη μεγάλη οθόνη. Στην Αμερική δεν είχαμε δει ποτέ τουαλέτα στη μεγάλη οθόνη. Ηταν ταμπού. Για να μην αναφερθώ στη διφορούμενη σεξουαλικότητα του Νόρμαν Μπέιτς. Ο αμερικανός θεατής δεν είχε ιδέα για το τι σημαίνει τραβεστί ως τότε». 
- Είστε ο άνθρωπος που πήρατε την τελευταία συνέντευξη του Αλφρεντ Χίτσκοκ. Τι θυμάστε από τη συνάντησή σας και τι θα τον ρωτούσατε σήμερα;
«Αν τον συναντούσα σήμερα θα τον ρωτούσα πολύ πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις από αυτές που τον ρώτησα όταν τον συνάντησα τότε. Αυτό που θυμάμαι πάντως ήταν μια απίστευτη ακρίβεια σε ό,τι έλεγε, μιλώντας με απεριόριστο θαυμασμό για τη δύναμη του κινηματογράφου. Ηταν όμως και πολύ πικραμένος διότι δεν μπορούσε να βρει χρήματα για την επόμενη ταινία του. Μου φάνηκε, τέλος, γενναιόδωρος. Ενώ μου είχαν δώσει μόλις 15 λεπτά μαζί του, εκείνος μου παραχώρησε μια ολόκληρη ώρα».
- Ως κινηματογραφιστή τι τον απασχολούσε περισσότερο;
«Αυτό που τον απασχολούσε πάντα. Πόσο δύσκολο πράγμα είναι να σοκάρεις το κοινό. Φανταστείτε ότι το έλεγε από τη δεκαετία του ΄30!».

  • Η ΥΠΟΘΕΣΗ
Εχοντας κλέψει 40.000 δολάρια από τον εργοδότη της, η Μάριον (Τζάνετ Λι) εγκαταλείπει το Φοίνιξ της Αριζόνα με το αυτοκίνητό της. Το ίδιο βράδυ διανυκτερεύει σε ένα απόμερο μοτέλ. Ιδιοκτήτης του είναι ένας νεαρός, ο Νόρμαν Μπέιτς (Αντονι Πέρκινς), ο οποίος ζει εκεί με τη μητέρα του.

Παρά τη φιλική συμπεριφορά του, η Μάριον νιώθει ότι ο νεαρός κρύβει κάτι ύποπτο.Το ίδιο βράδυ η Μάριον δολοφονείται με φρικτό τρόπο στο λουτρό του δωματίου της ενώ κάνει ντους. Εν τω μεταξύ η αδελφή της (Βέρα Μάιλς),  ο εραστής της (Τζον Γκάβιν) και ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ (Μάρτιν Μπάλσαμ) που αναζητεί τα ίχνη της καταλήγουν στο ίδιο ξενοδοχείο.

  • Ο Φρανσουά Τρυφό συζητώντας με τον Χίτσκοκ
Στα έξτρα του DVD υπάρχει επίσης το απόσπασμα για το «Ψυχώ» από την περίφημη συνέντευξη που πήρε από τον Χίτσκοκ ο συνάδελφός του, Φρανσουά Τρυφό. Ο Χίτσκοκ μίλησε αναλυτικά για τη δημιουργία όλων των ταινιών του στον Τρυφό στις περίφημες συζητήσεις τους που έγιναν το 1962 στη Universal City, όπου ο πρώτος μόνταρε τα «Πουλιά». Πέντε χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη έκδοση του βιβλίου του Τρυφό με τίτλο «Ηitchcock» όπου εμπεριέχονται αυτές οι συζητήσεις (κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Υψιλον το 1986 ως «Χίτσκοκ»).
- Φρανσουά Τρυφό: Τι σας άρεσε σε αυτό το μυθιστόρημα «Ψύχωση» του Ρόμπερτ Μπλοχ;
Αλφρεντ Χίτσκοκ: «Νομίζω ότι το μόνο πράγμα που μου άρεσε και που με έκανε να αποφασίσω να γυρίσω αυτή την ταινία ήταν το πόσο ξαφνικά γίνεται ο φόνος στο ντους. Είναι τελείως απρόσμενο και αυτό μου κίνησε το ενδιαφέρον».
- Ενας φόνος που θυμίζει περισσότερο βιασμό. Νομίζω πως το μυθιστόρημα βασίστηκε σε μια αληθινή ιστορία, έτσι δεν είναι;
«Ναι,από την ιστορία κάποιου που κρατούσε το πτώμα της γριάς μητέρας του κάπου στο Ουισκόνσιν».
- Το μαχαίρωμα της Τζάνετ Λι στο μπάνιο είναι πολύ επιτυχημένο.
«Το γύρισμα αυτής της σκηνής κράτησε επτά ημέρες. Είχαμε 70 διαφορετικές θέσεις της κάμερας για 45 δευτερόλεπτα ταινίας. Για αυτή ειδικά τη σκηνή μού έφτιαξαν μια θαυμάσια κούκλα, με το αίμα να τρέχει από τις μαχαιριές. Δεν τη χρησιμοποίησα όμως. Προτίμησα να ντουμπλάρω την Τζάνετι Λι με μια κοπέλα, ένα γυμνό μοντέλο. Από την Τζάνετ δεν βλέπαμε παρά τα χέρια, τους ώμους και το κεφάλι. Ολα τα άλλα έγιναν με το μοντέλο. Το μαχαίρι φυσικά δεν ακουμπά ποτέ το κορμί της, όλα έγιναν στο μοντάζ. Ούτε μια στιγμή δεν βλέπουμε κάποιο μέρος-ταμπού του γυναικείου κορμιού γιατί ορισμένα πλάνα τα κινηματογραφήσαμε στο ρελαντί ώστε να μη φανεί το στήθος. Είναι η πιο βίαιη σκηνή της ταινίας. Οσο η ταινία προχωρεί, η βία μειώνεται σταθερά αφού και η ανάμνηση αυτής της σκηνής αρκεί για να γεμίσει με αγωνία τις επόμενες σκηνές σασπένς».
- Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το «Ψυχώ» πειραματική ταινία;
«Ισως. Αυτό που κυρίως με ικανοποίησε είναι ότι η ταινία επέδρασε πάνω στο κοινό και αυτό ακριβώς ήθελα. Στο “Ψυχώ” το θέμα και οι ήρωες δεν έχουν και τόση σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η συναρμολόγηση των κομματιών της ταινίας, η φωτογραφία, η ηχητική μπάντα και η καθαρά τεχνική πλευρά μπόρεσαν να κάνουν το κοινό να στριγκλίσει. Νομίζω ότι είναι μεγάλη ικανοποίηση για εμάς να χρησιμοποιούμε την κινηματογραφική τέχνη για να δημιουργήσουμε μαζική συγκίνηση. Και με το “Ψυχώ” τα κατάφερα. Αυτό που ταρακούνησε το κοινό δεν ήταν κάποιο μήνυμα, μια καταπληκτική ερμηνεία ή κάποιο περίφημο μυθιστόρημα. Αυτό που συγκίνησε το κοινό ήταν η ίδια η ταινία και τίποτε άλλο. Γι΄ αυτό αν είμαι περήφανος για το “Ψυχώ” είναι επειδή πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ταινία μου, ανήκει σε εμάς τους κινηματογραφιστές. Σε εσάς και σε εμένα».
Διαβάστε περισσότερα: http://www.tovima.gr/default.asp?pid=2&ct=34&artid=358214&dt=03/10/2010#ixzz11HTliPxT

Friday, October 1, 2010

ΝΟΜΟΣΧΕΔΙΟ ΓΙΑ ΤΟΝ ΚΙΝΗΜΑΤΟΓΡΑΦΟ: «Εκτός» οι δημιουργοί

Ακόμη πιο αντιδραστικό από αυτό που αναμενόταν είναι το νομοσχέδιο για τον κινηματογράφο που ετοιμάζει η κυβέρνηση. Οχι μόνο υπογραμμίζει το γενικότερο προσανατολισμό της κρατικής πολιτικής για τον κινηματογράφο τις τελευταίες δεκαετίες και όλων των κυβερνήσεων για στήριξη της ιδιωτικής παραγωγής εις βάρος των δημιουργών, αλλά, φτάνει στο σημείο να αποκλείσει εντελώς τους δημιουργούς, ακόμη και από το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου!
Συγκεκριμένα, η κυβέρνηση «προτείνει» ένα ΕΚΚ, το οποίο πλέον δε θα έχει όργανά του τη Γενική Συνέλευση και το Διοικητικό Συμβούλιο με αιρετά (προτεινόμενα από τα σωματεία της κινηματογραφικής κοινότητας) μέλη και μέλη διορισμένα από τον εκάστοτε υπουργό. Αλλά θα έχει όργανά του το επταμελές ΔΣ διορισμένο εξολοκλήρου από τον υπουργό με πρόσωπα της αρεσκείας του και το γενικό διευθυντή!
Μάλιστα, για να «δέσει» καλύτερα τον αποκλεισμό των συλλογικών φορέων των δημιουργών από το ΕΚΚ, το νομοσχέδιο καθιστά ως «ασυμβίβαστη» την ιδιότητα του μέλους του ΔΣ του ΕΚΚ, με την ιδιότητα μέλους διοίκησης συνδικαλιστικού ή επαγγελματικού σωματείου!
Ολα αυτά, σε συνδυασμό με την οικονομική «απλοχεριά» προς την «αγορά» του οπτικοακουστικού, επιβεβαιώνει την προθυμία της κυβέρνησης να «τακτοποιήσει» το κινηματογραφικό τοπίο στη βάση της γενικότερης στρατηγικής της ΕΕ για πλήρη εμπορευματοποίηση της κινηματογραφικής τέχνης και μετατροπής των δημιουργών σε πειθήνιους υπαλλήλους των επιχειρήσεων. [Ριζοσπάστης, Σάββατο 2 Οχτώβρη 2010]

Ολοι τον προτιμούσαν καυτό

Ενας από τους λαμπερότερους αστέρες της χρυσής εποχής του Χόλιγουντ έσβησε χθες. Ο Τόνι Κέρτις πέθανε στο σπίτι του στο Λας Βέγκας σε ηλικία 85 ετών, ύστερα από καρδιακή ανακοπή, όπως ανακοίνωσε η κόρη του Τζέιμι Λι Κέρτις.
Ο Τόνι Κέρτις στο «Ετσι σπάσαμε τις αλυσίδες» του Στάνλεϊ Κρέιμερ του 1958
Ο πανέμορφος, κομψός και κουλ τύπος με τη βελούδινη φωνή δεν έχασε ποτέ το χιούμορ του. Οταν πριν από δύο χρόνια κάποιος τον ρώτησε τι θα ήθελε να γράψουν στην ταφόπλακά του, αυτός απάντησε αυθόρμητα: «Κανείς δεν είναι τέλειος». Είναι, φυσικά, η τελευταία ατάκα της ταινίας «Μερικοί το προτιμούν καυτό» (1957) του Μπίλι Γουάιλντερ, στην οποία συμπρωταγωνίστησε με τη Μέριλιν και άφησε εποχή σαν τζαζ μουσικός που κάνει τη γυναίκα, προκειμένου να γλιτώσει από τη Μαφία. Και στην οποία προσποιείται τον εκκεντρικό πολυεκατομμυριούχο, μιμούμενος τη φωνή του Κάρι Γκραντ, εξαγριώνοντας τον συμπρωταγωνιστή του Τζακ Λέμον, που του έλεγε: «Μα κανείς δεν μιλάει έτσι!».
Ο Κάρι Γκραντ ήταν το πρότυπο που τον έβγαλε από την αφάνεια. Ο Τόνι Κέρτις γεννήθηκε το 1925 σε μια φτωχογειτονιά του Μπρονξ ως Μπερνάρντ Σβαρτζ και ήταν ένας από τους τρεις γιους ενός Εβραίου ράφτη, μετανάστη από την Ουγγαρία. Είχε δύσκολα παιδικά χρόνια, η σχιζοφρενής μητέρα του τον χτυπούσε, η πάμφτωχη οικογένεια έμενε στο πίσω μέρος του ραφτάδικου. Ο ένας αδερφός του εκδήλωσε σχιζοφρένεια και κλείστηκε σε ίδρυμα, ενώ για λίγο καιρό ο οκτάχρονος Τόνι και ο άλλος του αδερφός (που τελικά σκοτώθηκε σε τροχαίο πριν ενηλικιωθεί) έμειναν σε ορφανοτροφείο γιατί οι γονείς τους δεν μπορούσαν καν να τους ταΐσουν.
Με το που η Αμερική μπαίνει στον Β' Παγκόσμιο, ο Τόνι βλέπει το είδωλό του Κάρι Γκραντ στην ταινία «Destination Tokyo» και κατατάσσεται και αυτός στο πολεμικό ναυτικό. Υπηρετεί σε πλοίο υποστήριξης υποβρυχίων και βλέπει ζωντανά την τελετή συνθηκολόγησης των Ιαπώνων από το κατάστρωμά του, στο Τόκιο, πριν γυρίσει σπίτι.
Ως το 1948 το Χόλιγουντ βλέπει σε αυτόν ένα νέο Κάρι Γκραντ, που με τη μοναδική του εμφάνιση ανεβάζει μια κλάση διάφορες μέτριες ταινίες κι έτσι υπογράφει στη Γιουνιβέρσαλ. Αλλάζει το όνομά του χρησιμοποιώντας το Αντονι από το μυθιστόρημα «Anthony Adverse» και το εξαμερικανισμένο επώνυμο της μητέρας του.
Ο ρόλος του διεφθαρμένου δημοσιογράφου στο «The sweet smell of success» του Αλεξάντερ Μακεντρικ τον καθιερώνει. Την επόμενη χρονιά είναι υποψήφιος για Οσκαρ α' ρόλου για την εμφάνισή του δίπλα στον Σίντνεϊ Πουατιέ στο αντιρατσιστικό δράμα «Ετσι σπάσαμε τις αλυσίδες» του Στάνλεϊ Κρέιμερ.
Η επιτυχία συνεχίζεται στο «The Vikings» και τον «Σπάρτακο» του Κιούμπρικ δίπλα στον Κερκ Ντάγκλας σε ρόλο δούλου, αλλά παίζει και τον σίριαλ κίλερ στον «Στραγγαλιστή της Βοστόνης» του Ρίτσαρντ Φλέισερ. Ως το τέλος δήλωνε πως ο σκοτεινός ρόλος στην ταινία, που οι κριτικοί έθαψαν, ήταν ο καλύτερος της καριέρας του.
Πέρασε στην τηλεόραση δίπλα στον Ρότζερ Μουρ στη σειρά «The Persuaders» και αργότερα συμπρωταγωνίστησε στις σειρές «McCoy» και «Vegas». Ηδη από το 1960 είχε δικό του ήρωα στους Φλίνστοουνς, τον Stony Curtis. Ως το τέλος της καριέρας του συνέχιζε να συμμετέχει από άποψη και σε χαμηλότερου μπάτζετ κινηματογραφικές παραγωγές ποιότητας, όπως το «Μια νύχτα με τη Μέριλιν» του Νίκολας Ρεγκ (1983).
Γέρος πια δήλωσε: «Εχοντας κάνει 122 ταινίες, τολμώ να πως πως παίζεται μια ταινία μου κάθε μέρα κάπου στον κόσμο».
Μεγαλώνοντας τον κέρδισε η ζωγραφική, με αρκετή επιτυχία και επιρροές από Βαν Γκογκ, Πικάσο και Μαγκρίτ.
Παντρεύτηκε έξι φορές. Την πρώτη με τη σταρ τότε Τζάνετ Λι, με την οποία απέκτησαν την Τζέιμι Λι, και την τελευταία με μια 42 χρόνια μικρότερή του.
Απολαμβάνοντας τη φήμη του γλεντζέ γυναικά έλεγε: «Ούτε νεκρός δεν θα παντρευόμουν μια γυναίκα σε ηλικία ταιριαστή για σύζυγό μου». Ο Φρανκ Σινάτρα είχε πει πως είναι ο αγαπημένος του Χολιγουντιανός σταρ γιατί «τα κατάφερε, παρ' ότι οι πιθανότητες ήταν όλες εναντίον του». *