- Είστε ο άνθρωπος που πήρατε την τελευταία συνέντευξη του Αλφρεντ Χίτσκοκ. Τι θυμάστε από τη συνάντησή σας και τι θα τον ρωτούσατε σήμερα;
«Αν τον συναντούσα σήμερα θα τον ρωτούσα πολύ πιο ενδιαφέρουσες ερωτήσεις από αυτές που τον ρώτησα όταν τον συνάντησα τότε. Αυτό που θυμάμαι πάντως ήταν μια απίστευτη ακρίβεια σε ό,τι έλεγε, μιλώντας με απεριόριστο θαυμασμό για τη δύναμη του κινηματογράφου. Ηταν όμως και πολύ πικραμένος διότι δεν μπορούσε να βρει χρήματα για την επόμενη ταινία του. Μου φάνηκε, τέλος, γενναιόδωρος. Ενώ μου είχαν δώσει μόλις 15 λεπτά μαζί του, εκείνος μου παραχώρησε μια ολόκληρη ώρα».
- Ως κινηματογραφιστή τι τον απασχολούσε περισσότερο;
«Αυτό που τον απασχολούσε πάντα. Πόσο δύσκολο πράγμα είναι να σοκάρεις το κοινό. Φανταστείτε ότι το έλεγε από τη δεκαετία του ΄30!».
Εχοντας κλέψει 40.000 δολάρια από τον εργοδότη της, η Μάριον (Τζάνετ Λι) εγκαταλείπει το Φοίνιξ της Αριζόνα με το αυτοκίνητό της. Το ίδιο βράδυ διανυκτερεύει σε ένα απόμερο μοτέλ. Ιδιοκτήτης του είναι ένας νεαρός, ο Νόρμαν Μπέιτς (Αντονι Πέρκινς), ο οποίος ζει εκεί με τη μητέρα του.
Παρά τη φιλική συμπεριφορά του, η Μάριον νιώθει ότι ο νεαρός κρύβει κάτι ύποπτο.Το ίδιο βράδυ η Μάριον δολοφονείται με φρικτό τρόπο στο λουτρό του δωματίου της ενώ κάνει ντους. Εν τω μεταξύ η αδελφή της (Βέρα Μάιλς), ο εραστής της (Τζον Γκάβιν) και ένας ιδιωτικός ντετέκτιβ (Μάρτιν Μπάλσαμ) που αναζητεί τα ίχνη της καταλήγουν στο ίδιο ξενοδοχείο.
- Ο Φρανσουά Τρυφό συζητώντας με τον Χίτσκοκ
Στα έξτρα του DVD υπάρχει επίσης το απόσπασμα για το «Ψυχώ» από την περίφημη συνέντευξη που πήρε από τον Χίτσκοκ ο συνάδελφός του, Φρανσουά Τρυφό. Ο Χίτσκοκ μίλησε αναλυτικά για τη δημιουργία όλων των ταινιών του στον Τρυφό στις περίφημες συζητήσεις τους που έγιναν το 1962 στη Universal City, όπου ο πρώτος μόνταρε τα «Πουλιά». Πέντε χρόνια αργότερα κυκλοφόρησε η πρώτη έκδοση του βιβλίου του Τρυφό με τίτλο «Ηitchcock» όπου εμπεριέχονται αυτές οι συζητήσεις (κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Υψιλον το 1986 ως «Χίτσκοκ»).
- Φρανσουά Τρυφό: Τι σας άρεσε σε αυτό το μυθιστόρημα «Ψύχωση» του Ρόμπερτ Μπλοχ;
Αλφρεντ Χίτσκοκ: «Νομίζω ότι το μόνο πράγμα που μου άρεσε και που με έκανε να αποφασίσω να γυρίσω αυτή την ταινία ήταν το πόσο ξαφνικά γίνεται ο φόνος στο ντους. Είναι τελείως απρόσμενο και αυτό μου κίνησε το ενδιαφέρον».
- Ενας φόνος που θυμίζει περισσότερο βιασμό. Νομίζω πως το μυθιστόρημα βασίστηκε σε μια αληθινή ιστορία, έτσι δεν είναι;
«Ναι,από την ιστορία κάποιου που κρατούσε το πτώμα της γριάς μητέρας του κάπου στο Ουισκόνσιν».
- Το μαχαίρωμα της Τζάνετ Λι στο μπάνιο είναι πολύ επιτυχημένο.
«Το γύρισμα αυτής της σκηνής κράτησε επτά ημέρες. Είχαμε 70 διαφορετικές θέσεις της κάμερας για 45 δευτερόλεπτα ταινίας. Για αυτή ειδικά τη σκηνή μού έφτιαξαν μια θαυμάσια κούκλα, με το αίμα να τρέχει από τις μαχαιριές. Δεν τη χρησιμοποίησα όμως. Προτίμησα να ντουμπλάρω την Τζάνετι Λι με μια κοπέλα, ένα γυμνό μοντέλο. Από την Τζάνετ δεν βλέπαμε παρά τα χέρια, τους ώμους και το κεφάλι. Ολα τα άλλα έγιναν με το μοντέλο. Το μαχαίρι φυσικά δεν ακουμπά ποτέ το κορμί της, όλα έγιναν στο μοντάζ. Ούτε μια στιγμή δεν βλέπουμε κάποιο μέρος-ταμπού του γυναικείου κορμιού γιατί ορισμένα πλάνα τα κινηματογραφήσαμε στο ρελαντί ώστε να μη φανεί το στήθος. Είναι η πιο βίαιη σκηνή της ταινίας. Οσο η ταινία προχωρεί, η βία μειώνεται σταθερά αφού και η ανάμνηση αυτής της σκηνής αρκεί για να γεμίσει με αγωνία τις επόμενες σκηνές σασπένς».
- Θα μπορούσαμε να χαρακτηρίσουμε το «Ψυχώ» πειραματική ταινία;
«Ισως. Αυτό που κυρίως με ικανοποίησε είναι ότι η ταινία επέδρασε πάνω στο κοινό και αυτό ακριβώς ήθελα. Στο “Ψυχώ” το θέμα και οι ήρωες δεν έχουν και τόση σημασία. Αυτό που έχει σημασία είναι ότι η συναρμολόγηση των κομματιών της ταινίας, η φωτογραφία, η ηχητική μπάντα και η καθαρά τεχνική πλευρά μπόρεσαν να κάνουν το κοινό να στριγκλίσει. Νομίζω ότι είναι μεγάλη ικανοποίηση για εμάς να χρησιμοποιούμε την κινηματογραφική τέχνη για να δημιουργήσουμε μαζική συγκίνηση. Και με το “Ψυχώ” τα κατάφερα. Αυτό που ταρακούνησε το κοινό δεν ήταν κάποιο μήνυμα, μια καταπληκτική ερμηνεία ή κάποιο περίφημο μυθιστόρημα. Αυτό που συγκίνησε το κοινό ήταν η ίδια η ταινία και τίποτε άλλο. Γι΄ αυτό αν είμαι περήφανος για το “Ψυχώ” είναι επειδή πολύ περισσότερο από οποιαδήποτε άλλη ταινία μου, ανήκει σε εμάς τους κινηματογραφιστές. Σε εσάς και σε εμένα».