Τι θα χρειαζόταν άραγε ο ήρωας του Αρθουρ Κόναν Ντόιλ για να προσελκύσει το νεανικό κοινό; Ο Γκάι Ρίτσι δίνει την απάντησή του...
Ο Σέρλοκ Χολμς δυναμικός, αθλητικός ήρωας, που χρησιμοποιεί τις πολεμικές τέχνες και ασκείται στο μποξ; Οσοι έχουν διαβάσει τα βιβλία του Σερ Κόναν Ντόιλ γύρω από τον δαιμόνιο ντετέκτιβ ή έχουν δει παλιότερες ταινίες του στη μεγάλη ή στη μικρή οθόνη, σίγουρα θα απορήσουν.
Τζουντ Λο και Ρόμπερτ Ντάουνι Τζ. σε σκηνή της ταινία Κι όμως, όπως λέει ο Γκάι Ρίτσι, ο σκηνοθέτης της νέας ταινίας «Σέρλοκ Χολμς», που αρχίζει να προβάλλεται αυτές τις μέρες, οι ικανότητες αυτές του Χολμς αναφέρονται στα βιβλία, μόνο που κανένας μέχρι σήμερα δεν τις ανέπτυξε στις κινηματογραφικές διασκευές.
Ο ίδιος, όμως, με τους συνσεναριογράφους του έφτιαξε τον καινούριο αυτό ήρωα, μαζί κι έναν καινούριο, το ίδιο δυναμικό και έξυπνο με τον Χολμς, δόκτορα Γουάτσον, προσπαθώντας να τούς κάνει ελκυστικούς στο σημερινό κοινό. Και, βέβαια, πρόσφερε τους ρόλους σε δυο γνωστά αστέρια του σύγχρονου σινεμά: τον Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ (Χολμς) και τον Τζουντ Λο (Δρ Γουάτσον).
Με αμερικανική βοήθεια
Οσο για την ιστορία, το μπλέξιμο του δίδυμου μ' έναν πονηρό εγκληματία που καταφεύγει στη μαύρη μαγεία για να τρομοκρατήσει το βικτοριανό Λονδίνο, παρ' όλο που αυτή δεν βρίσκεται στα βιβλία του Ντόιλ, έχει στοιχεία και πρόσωπα που την κάνουν πολύ συγγενική μ' αυτά. Το ραντεβού του σκηνοθέτη με τους δημοσιογράφους έγινε πρόσφατα στο κτίριο της Μασονικής Στοάς του Λονδίνου, όπου έχουν γυριστεί και μερικές σκηνές:
- Γιατί επιλέξατε να γυρίσετε μία ακόμη περιπέτεια με τον Σέρλοκ Χολμς;
«Είχα ανάγκη να δουλέψω! Ηθελα επίσης να φύγω από τις μικρές παραγωγές και να προχωρήσω σε κάτι μεγαλύτερο. Το καλό ήταν ότι καταφέραμε, ελπίζω, να κρατήσουμε την αγγλική ταυτότητα της ιστορίας, ενώ, ταυτόχρονα, είχαμε αμερικανική βοήθεια τόσο από πλευράς ηθοποιών όσο και από πλευράς χρημάτων».
- Υπήρχε κάποια πίεση εξαιτίας της αμερικανικής βοήθειας;
«Να μου ξανακάνετε την ερώτηση σε μερικές μέρες, μετά την προβολή της ταινίας. Θα έλεγα όμως ότι η πίεση είναι η ίδια, είτε πρόκειται για χαμηλού κόστους, ανεξάρτητη ταινία, είτε για ταινία μεγάλου κόστους».
- Στο σενάριο υπάρχουν ορισμένες λέξεις από τα εβραϊκά. Υπάρχει κάποια επίδραση από τις εβραϊκές γραφές, όπως η Κάβαλα;
«Περνώντας από την πόρτα του κτιρίου αυτού, θα διαβάσετε τις λέξεις, "Κεντός, Κεντός, Κεντός". Στην πραγματικότητα αντλήσαμε αυτά τα στοιχεία από τους Μασόνους, που άλλωστε αναφέρονται στην ταινία. Αυτοί με τη σειρά τους έχουν αντλήσει πολλά από τις εβραϊκές γραφές».
- Πόσο κοντά παραμείνατε στον ήρωα του Ντόιλ;
«Οσο μπορούσαμε. Ακόμη και στο διάλογο. Υπάρχει σίγουρα κάποιος λόγος που εδώ και 120 χρόνια ο Κόναν Ντόιλ εξακολουθεί να τραβάει τους αναγνώστες, γιατί στα πρόσωπα του Χολμς και του Γουάτσον έφτιαξε δυο καταπληκτικούς χαρακτήρες. Κάναμε όμως μια σύγχρονη ταινία για ένα σύγχρονο κοινό, γιατί οι παλιές της δεκαετίας του '40 σήμερα φαίνονται ανιαρές».
- Και πιστεύετε πως αυτή είναι η πιο αυθεντική διασκευή των βιβλίων του Κόναν Ντόιλ;
«Αυτό είναι υποκειμενικό. Από νεαρή ηλικία είχα μια συγκεκριμένη εικόνα του πώς έπρεπε να δοθεί ο Σέρλοκ Χολμς. Αυτή την εικόνα προσπάθησα να δώσω στην ταινία».
- Τώρα πια πιστεύετε πως θα σας τραβήξει το Χόλιγουντ;
«Δεν ξέρω. Γυρίζω τις ταινίες που θέλω να γυρίσω. Και το συγκεκριμένο στούντιο με υποστήριξε. Πιστεύω πως η άποψη των στούντιο για τους σκηνοθέτες σήμερα έχει αλλάξει. Σήμερα υπάρχουν στούντιο που υποστηρίζουν το όραμα του σκηνοθέτη».
- Αντιμετωπίσατε δυσκολίες στην αναπαράσταση του βικτοριανού Λονδίνου;
«Νομίζω ότι το πετύχαμε πολύ ωραία. Οι σκηνογράφοι έφτιαξαν πιστεύω κάτι αυθεντικό, αν και πολλές από τις σκηνές τις γυρίσαμε σε φυσικούς χώρους».
- Τι πιστεύετε ότι κάνει τον Σέρλοκ Χολμς τόσο χαρακτηριστικά Αγγλο;
«Εν μέρει ίσως να είναι η ίδια η περίοδος στην οποία ζει. Αν και πιστεύω πως ο Χολμς είναι, κατά κάποιο τρόπο, καρικατούρα της περιόδου αυτής. Εχει βέβαια και ελαττώματα, που, δυστυχώς, δεν βλέπουμε τόσο ξεκάθαρα στους σύγχρονους ήρωες τόσων άλλων ταινιών. Το γεγονός ότι είναι υπερόπτης και υποφέρει από κατάθλιψη, μας κάνει να ενδιαφερθούμε γι' αυτόν, ως χαρακτήρα».
- Κάνατε και τον Γουάτσον ελκυστικό ήρωα όπως τον Σέρλοκ Χολμς;
«Ναι, γιατί τον έβλεπα σαν ισότιμο συνεταίρο του Σέρλοκ. Και πιστεύω με την επιλογή του Τζουντ Λο το πετύχαμε». *
Saturday, January 2, 2010
Ο Σέρλοκ Χολμς εκσυγχρονίζεται
Πόλεμος σε τέσσερις τοίχους
- Συζητήθηκε όσο λίγες ταινίες νέων ελλήνων σκηνοθετών και ανέδειξε έναν ταλαντούχο και τολμηρό σκηνοθέτη που έβαλε στο στόχαστρό του το μικροαστισμό και τη βία της ελληνικής καθημερινότητας, χωρίς να «χαϊδεύει» τον θεατή.
Την ερχόμενη Κυριακή 10 του μηνός η «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία» προσφέρει μια ταινία που αξίζει να έχουμε στην ταινιοθήκη μας: το «Σπιρτόκουτο» του Γιάννη Οικονομίδη. Και μαζί, το τρίτο και τελευταίο cd με τα πιο αγαπημένα τραγούδια του Νίκου Παπάζογλου.
Ο Γιάννης Οικονομίδης γύρισε το low budget «Σπιρτόκουτο» το 2002 με ψηφιακή κάμερα. Η ταινία, που βγήκε στις αίθουσες το 2003, απέσπασε πολύ θετικές κριτικές και δημιούργησε έναν πυρήνα φανατικών θαυμαστών του σκηνοθέτη που τον ακολούθησε και στην επόμενη ταινία του: την εξόχως βίαιη «Ψυχή στο στόμα» που έφτασε μέχρι τις Κάνες, προσελκύοντας ακόμα μεγαλύτερο ενδιαφέρον.
Στο «Σπιρτόκουτο», με την κάμερα σε απόσταση αναπνοής από τα πρόσωπά του, που απαρτίζουν μια τυπική μικροαστική οικογένεια του Κορυδαλλού, ο σκηνοθέτης τα παρακολουθεί να αλληλοσπαράσσονται: άνθρωποι που φωνασκούν και «ασελγούν» λεκτικά αντλώντας ικανοποίηση με τον εξευτελισμό του άλλου. Ερμηνευμένοι από ηθοποιούς που παίζουν με τέτοια ένταση ώστε έχεις την αίσθηση ότι κινδυνεύουν.
Κεντρικό πρόσωπο ο πατέρας, τον οποίο ενσαρκώνει εκπληκτικά ο Ερρίκος Λίτσης. Ενας απολυταρχικός πάτερ φαμίλιας, με υπόστρωμα καλοσύνης που τον εξανθρωπίζει, από τον οποίο εξαρτώνται όλοι - και ίσως γι'αυτό τον μισούν τόσο. Η γυναίκα του, βίαιη, άτεγκτη και απηυδισμένη από τη ζωή της, τον «τιμωρεί» όπως μόνο μια γυναίκα μπορεί να τιμωρήσει έναν άντρα: λέγοντας του πως το παιδί που μεγάλωσε δεν είναι δικό του. Αλήθεια ή ψέματα; Δεν έχει σημασία. Ο σπόρος της αμφιβολίας έχει φυτευτεί μέσα του για πάντα. Ο «πόλεμος σε τέσσερις τοίχους» συνεχίζεται...
Ο ίδιος ο Οικονομίδης, που στο παρελθόν έχει χαρακτηρίσει τον μικροαστισμό «πηγή όλων μας των δεινών», βλέπει σήμερα την ταινία του αυτή ως ένα φιλμ «που έχει πάρα πολλή τρέλα, τόλμη, ιδρώτα, ρυθμό, πολλά στοιχήματα, πολύ νεύρο και έντονη επαναστατική διάθεση να αποκαλύψουμε τα ψέματα, να σπάσουμε νόρμες. Εχει μια επιθετική διάθεση σε όσα μας καταπλακώνουνε».
Θεωρεί δε πως η ταινία είναι «πιο επίκαιρη από ποτέ. Διότι τώρα μπαίνουμε πραγματικά στα "κόκκινα". Η οικονομική ανέχεια βγάζει στην επιφάνεια όλη την ασφυξία της καθημερινότητάς μας, μεγεθύνοντας όλες τις πληγές: προσωπική και κοινωνική βία, σοβινισμό, ξενοφοβία, απελπισία. Τα νεύρα του απλού ανθρώπου είναι σήμερα κουρέλια».
Κι επειδή το ενδιαφέρον του «ήταν είναι και θα είναι πάντα η Ελλάδα και ο Ελληνας», αυτό θα είναι και το θέμα της επόμενης ταινίας του, του «Μαχαιροβγάλτη», που σε μερικές εβδομάδες θα είναι έτοιμη. Ηρωας εκεί είναι «ένας επαρχιώτης, ένας χαμένος χωρίς παρόν και μέλλον, που πηγαίνει να ζήσει με τον θείο του στην Αθήνα και αναλαμβάνει να φυλάει τα δύο ντόπερμαν του σπιτιού. Η ταινία είναι η διαδρομή ενός ανόητου με άδειο βλέμμα. Μέσα από το βλέμμα του αυτό περνάει όλη η Ελλάδα. Ανόητοι δεν είναι και αυτοί που μας κυβερνούν; Ανθρωποι με χέρια βαμμένα από το αίμα δεν είναι αυτοί που πάντα τη βγάζουν καθαρή;».
Ηθοποιοί στα άκρα
Βλέπει, λοιπόν, και εδώ τον Ελληνα με τα ίδια μελανά χρώματα; «Μα μπορείς να δεις την Ελλάδα με χρώματα; Γι' αυτό γύρισα τον "Μαχαιροβγάλτη" μαυρόασπρο. Αλλά και το "Σπιρτόκουτο" μοιάζει αποχρωματισμένο. Σαν να έχει ρουφήξει κάποιος τα χρώματα από τη ζωή αυτών των ανθρώπων». Κι όμως έχει και χιούμορ.
Η δεύτερη ταινία του, η «Ψυχή στο στόμα» είχε για ήρωα έναν καθημερινό βιοπαλαιστή (Ε. Λίτσης) που υπομένει πολλά: τη χυδαία συμπεριφορά του αφεντικού του (Β. Μουρίκης), την άπιστη γυναίκα του, τους τοκογλύφους... Και τελικά εκρήγνυται. Ο Οικονομίδης χρησιμοποίησε ακόμα και τη φινετσάτη Μαρία Ναυπλιώτου σε κόντρα ρόλο «χυδαίας γκόμενας». Και έφτασε τους ηθοποιούς του σε τέτοια άκρα, ώστε ο παραγωγός του, ο Πάνος Παπαχατζής, αναγκάστηκε να τους βάλει να υπογράψουν ένα ιδιωτικό συμφωνητικό σύμφωνα με το οποίο όλα γίνονται υπ' ευθύνη τους. Ο Ερρίκος Λίτσης έφαγε, αδιαμαρτύρητα, πολύ ξύλο. «Είμαι σαν σάκος του μποξ», μας είχε πει τότε.
«Το Σπιρτόκουτο» ήταν μια διαφορετική ταινία, εξηγεί ο Οικονομίδης. «Πιο ροκ εν ρολ. Αναδείκνυε τη γελοιότητα του μικρομεσαίου. Ενώ η "Ψυχή" ήταν ακόμα πιο σκοτεινή και ζοφερή».
Πολλοί τον κατηγόρησαν για υπερβολή. Και ενοχλήθηκαν από την χωρίς μέτρο, όπως υποστήριξαν, χρήση βωμολοχιών. Ο ίδιος απαντά: «Προς θεού, δεν βλέπουμε τι γίνεται γύρω μας; Τη λεκτική φτώχεια των Ελλήνων, τη βία; Αυτό που σοκάρει τον κόσμο είναι απλώς ότι δεν έχει συνηθίσει να βλέπει στο ελληνικό σινεμά μια τέτοιου τύπου αναπαράσταση...» *
- Της ΕΥΑΝΝΑΣ ΒΕΝΑΡΔΟΥ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010
Επιτραπέζια στο σινεμά
Την ημέρα που η αμερικανική ταινία «Transformers: Revenge of the fallen» έφτασε σε κέρδη τα 402.111.870 δολάρια, ερρίφθη ο κύβος για τη νέα μεγάλη χολιγουντιανή τρέλα: τις ταινίες με παιχνίδια!
Γιγάντια «ζωντανά» ρομπότ, σαν τον Optimus Prime, τον Megatron και τον Ironhide κουβαλώντας μαζί τους νοσταλγία για τη δεκαετία του '80, μπορούσαν να γεμίσουν με ένα δισ. δολάρια τα ταμεία των στούντιο!
Μέσα σε μερικούς μήνες, πολλά άλλα παιχνίδια, η Μπάρμπι, το Risk, η Monopoly, το Battleship και ο Stretch Armstrong έγιναν μέλη ενός λαμπερού κινηματογραφικού σταρ σίστεμ. Στις 28 Μαΐου του 2010, μάλιστα, η Ντίσνεϊ θα παρουσιάσει στο κοινό το βιντεοπαιχνίδι «Prince of Persia: The sand of time», ευελπιστώντας σε εκατομμύρια. Για ν' αυξήσει τις πιθανότητες επιτυχίας, ανέθεσε την κινηματογραφική μεταφορά τού δημοφιλούς παιχνιδιού στον σκηνοθέτη Μάικ Νιούελ (που έχει υπογράψει τα «Τέσσερις γάμοι και μία κηδεία», «Ο Χάρι Πότερ και το κύπελλο της φωτιάς»), τον παραγωγό Τζέρι Μπρουκχάιμερ («Πειρατές της Καραϊβικής») και τους ηθοποιούς Τζέικ Τζίλενχαλ και Μπεν Κίνγκσλεϊ.
Η Ντίσνεϊ είναι αποφασισμένη να κρατήσει την πρώτη θέση στην τάση που η ίδια επέβαλε το 2006, με τους «Πειρατές», τον Μπρουκχάιμερ και τον Τζόνι Ντεπ, ξεπερνώντας σε εισπράξεις παγκοσμίως το ένα δισ. Η υπόθεση της ταινίας δεν είναι διαφορετική από του βιντεοπαιχνιδιού: ο καλός πρίγκιπας αγωνίζεται ενάντια στο σκότος προκειμένου να προφυλάξει κάπου στην Περσία του 6ου αιώνα ένα αρχαίο στιλέτο που μπορεί να αναστρέψει τον χρόνο.
Tηs Lego και το Battleship
«Ο Πρίγκιπας» δεν είναι η μόνη παιχνιδο-ιστορία που ετοιμάζει η εταιρεία για την επόμενη χρονιά. Ηδη ανακοίνωσε τη συνεργασία της με την εταιρεία παιχνιδιών Lego για το καινούριο «Toy Story» καθώς και το νέο «Cars», σπάζοντας το απίστευτο μπαράζ της Universal που κάθε μέρα καλούσε σε συνέντευξη τύπου για να ανακοινώσει άλλη μια συμφωνία της με τον παιχνιδόκοσμο: Και το ναυτικό βιντεοπαιχνίδι στρατηγικής Battleship είναι δικό της (έχει ανακοινωθεί ότι θα το σκηνοθετήσει ο Πίτερ Μπεργκ που έκανε φέτος το «Hancock») και η Monopoly (σε σκηνοθεσία Ρίντλεϊ Σκοτ) και το Asteroids, το πασίγνωστο κλασικό παιχνίδι της Atari και το επιτραπέζιο παιχνίδι μυστηρίου Clue.
Στη μάχη ρίχτηκε και η Sony αγοράζοντας τα κινηματογραφικά δικαιώματα για το πασίγνωστο επιτραπέζιο «Risk», ενώ η Dreamworks ετοιμάζει ταινία με πρωταγωνιστή το γνωστό παιχνίδι της Fisher Price, το Viewmaster. Ο πόλεμος μόλις άρχισε. Κι η Γιουνιβέρσαλ έβγαλε άσο απ' το μανίκι, κλείνοντας συμφωνία με την εταιρεία Mattel για την κούκλα Barbie.
* Η Barbie έκανε ταινίες, ως καρτούν όμως, αποκλειστικά για το βίντεο και έξω από το Χόλιγουντ. Τώρα που θα πάει στα σινεμά ετέθη από τον τύπο και από τις θαυμάστριές της ζήτημα πρωταγωνίστριας, υπόθεσης, χαρακτήρα: Πρέπει να της μοιάζει; Να είναι η Σαρλίζ Θερόν; Εχει χαρακτήρα η Μπάρμπι ή απλώς γκλάμορους ζωή και μοδάτα ρούχα; Ούτως ή άλλως έχει μπλογκ για θέματα μόδας, σελίδα στο Facebook και επί 50 χρόνια φίλες όλες τις μαμάδες και τις κόρες του κόσμου...
* Εδώ γίνεται ταινία η «Μονόπολη» ένα παιχνίδι του real estate, δεν θα γίνει η Μπάρμπι; Από το 1935 που πρωτοβγήκε, έχουν παίξει μ' αυτή περισσότεροι από 750 εκατομμύρια παίκτες! Τίποτα ευκολότερο από το να γραφτεί ένα σχετικό σενάριο. Ιδού: Ο ήρωας είναι κτηματομεσίτης στο Μανχάταν, χαριτωμένος και αποτυχημένος (και στα επαγγελματικά και στα ερωτικά του), ο οποίος συμμετέχει σε ένα μαραθώνιο 70 ημερών παιχνιδιού, που τον οδηγεί σε ένα παράλληλο σύμπαν όπου το παιχνίδι γίνεται πραγματικότητα.
* Από την άλλη, στη «Ναυμαχία» οι μάχες θα είναι μεταξύ γήινων και εξωγήινων. Στο Clue (το δεύτερο πιο δημοφιλές μετά τη «Μονόπολη» επιτραπέζιο παιχνίδι), ο σκηνοθέτης Γκορ Βερμπίνσκι στήνει το μυστηριώδες σκηνικό του σε έναν πύργο του οποίου ο ιδιοκτήτης δολοφονείται. Ακριβώς όπως και στο παιχνίδι οι πρωταγωνιστές-παίκτες θα αναζητήσουν το δολοφόνο μεταξύ των έξι καλεσμένων του θύματος.
* Για την ταινία Asteroids δεν έχουν διαρρεύσει πληροφορίες για το σενάριο. Ο σεναριογράφος Μάθιου Λόπεζ έχει ξεκινήσει να γράψει τη δική του διαστημο-ιστορία, καθώς το ίδιο το παιχνίδι δεν είχε κάποια ιστορία να διηγηθεί. Στη Universal δεν ανησυχούν: όπως η Μπάρμπι θα φέρει στο σινεμά τα κορίτσια από πέντε έως 50, έτσι και το Asteroids θα μαζέψει όλα εκείνα τα αγόρια που πατούσαν το 1979 τα κουμπάκια για να χτυπήσουν τους αστεροειδείς μέσα από την ασφάλεια του ηλεκτρονικού τους διαστημόπλοιου... *
- Της ΕΛΕΩΝΟΡΑΣ ΟΡΦΑΝΙΔΟΥ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010
Ενας άτυχος άνθρωπος
- Η πρώτη σπουδαία ταινία που θα δούμε με το ξεκίνημα του νέου έτους είναι μια υπαρξιακή φάρσα. Την υπογράφουν οι αδελφοί Κοέν
- Του ΛΟΥΚΑ ΚΑΤΣΙΚΑ, Κυρ. Ελευθεροτυπία, Επτά, Κυριακή 3 Ιανουαρίου 2010
Ενας από τους βασικότερους κανόνες της κβαντικής μηχανικής είναι και η αρχή της αβεβαιότητας. Τη διατύπωσε πρώτος ο Βέρνερ Χάιζενμπεργκ το 1927, συναντώντας αρχικά την αποδοκιμασία της επιστημονικής κοινότητας, προτού οι θεωρίες του εξακριβωθούν πανηγυρικά. Η αρχή αυτή ισχυρίζεται κάτι φαινομενικά απλό, αλλά σχεδόν συνταρακτικό: πως υπάρχουν γεγονότα στον κόσμο, η εκδήλωση των οποίων δεν υπαγορεύεται από κάποια αιτία.
Τη συγκεκριμένη θεωρία προσπαθεί να εξηγήσει κάποια στιγμή στους μαθητές της τάξης του ο ήρωας του «Ενας σοβαρός άνθρωπος», της καινούριας ταινίας των Τζόελ και Ιθαν Κοέν, δίχως να συνειδητοποιεί ότι τη στιγμή εκείνη θα μπορούσε να μιλά κάλλιστα για το τι συμβαίνει στη δική του ζωή.
Καθηγητής πανεπιστημίου που διδάσκει Φυσική, ο Λάρι Γκόπνικ είναι ένας μετριοπαθής μεσήλικας που ζει μαζί με την οικογένειά του σε ένα εβραϊκό προάστιο της Μινεσότα, στο δεύτερο μισό της δεκαετίας του 1960. Καλοκάγαθος και ευσυνείδητος άνθρωπος, ο Λάρι συνειδητοποιεί από την αρχή κιόλας του φιλμ ότι το σύμπαν μοιάζει να συνωμοτεί εναντίον του.
Η γυναίκα του τον απατά με τον καλύτερό τους φίλο, με τα παιδιά του δεν μπορεί να πετύχει ούτε την στοιχειώδη πλέον επικοινωνία, ανώνυμα γράμματα που τον κατηγορούν για ηθικό ξεπεσμό θέτουν σε κίνδυνο την αξιοπρέπεια και το μέλλον του στη δουλειά, ένας μαθητής τον κατηγορεί αδίκως για δωροδοκία, το αυτοκίνητό του γίνεται σμπαράλια σε ένα ατύχημα, οι λογαριασμοί απειλούν να τον καταπνίξουν.
Περισσότερο απ' όλα, εντούτοις, δοκιμάζεται η πίστη του στον Θεό. Ποια είναι η ύβρις που έχει διαπράξει για να υφίσταται όλα αυτά; Τι μπορεί να κάνει για να εξιλεωθεί και να συνεχίσει ομαλά τη ζωή του; Πόσο μερίδιο στην ευτυχία του έχει ο αστάθμητος παράγοντας που ονομάζεται τυχαίο; Και πόσο δίκιο, τελικά, είχε ο Χάιζενμπεργκ όταν με τη θεωρία που διατύπωνε συνελάμβανε ουσιαστικά έναν από τους πιο αδυσώπητους κανόνες που διέπουν την ανθρώπινη κατάσταση;
Δαιμόνιοι ανατόμοι της ανθρώπινης κωμωδίας, ο Τζόελ και ο Ιθαν Κοέν θέλησαν στη νέα τους ταινία να παρωδήσουν τον καθημερινό γολγοθά ενός φιλήσυχου ανθρώπου. Το «Ενας σοβαρός άνθρωπος» αποτελεί στην ουσία μια μοντέρνα εκδοχή της ιστορίας του Ιώβ. Οπως και ο αραμαϊκής καταγωγής ευγενής δέχεται στωικά τις δοκιμασίες στις οποίες τον υποβάλλει ο Θεός, θέλοντας να επιβεβαιώσει την πίστη του, έτσι και ο άμοιρος καθηγητής του φιλμ υφίσταται εξευτελισμούς και ατυχίες με σκυμμένο το κεφάλι. Στη δική του περίπτωση, όμως, δεν είναι σίγουρο ότι στο τέλος των δοκιμασιών του τον περιμένουν η λύτρωση και η ανταμοιβή.
Επίσκεψη στο παρελθόν
Η νέα ταινία των Κοέν ίσως να αποτελεί και την πιο προσωπική στιγμή της φιλμογραφίας τους.
Η πλοκή της κουβαλά απόηχους από τα βιώματα του Τζόελ και τον Ιθαν, όταν μεγάλωναν και αυτοί το 1960 σε κάποιο προάστιο της Μινεσότα, γόνοι ενός ζεύγους πανεπιστημιακών καθηγητών και κάτοικοι μιας θεοσεβούμενης εβραϊκής κοινότητας που τηρούσε με σχολαστικότητα τα έθιμα και τις τελετουργίες της. «Ηταν πολύ παράξενο συναίσθημα το να επιστέφουμε στην παιδική μας ηλικία με αυτό τον τρόπο», επισημαίνει ο Ιθαν, ο νεαρότερος των δυο αδελφών, μιλώντας για την ταινία. «Μερικά από τα μέρη που επισκεφτήκαμε, καθώς αναζητούσαμε τοποθεσίες για το γύρισμα, είχαμε να τα δούμε από μικροί. Ο λόγος για τον οποίο αποφασίσαμε να κάνουμε αυτό το φιλμ, άλλωστε, ήταν γιατί μας έδινε μια καλή ευκαιρία να επισκεφτούμε για λίγο το παρελθόν μας. Αυτό δεν σημαίνει, ωστόσο, ότι υπογράψαμε ένα έργο αυτοβιογραφικό. Καθόλου. Οσον αφορά την τοποθεσία και το κοινωνικό πλαίσιο, η ταινία έχει δανειστεί κάτι από τα δικά μας βιώματα. Από εκεί και πέρα, όμως, τα πάντα αποτελούν ξεκάθαρη μυθοπλασία».
Δεν θα μπορούσε να γίνει διαφορετικά, άλλωστε. Δοσμένος περισσότερο σαν ειρωνική παραβολή, ο «Σοβαρός άνθρωπος» των Κοέν χαρακτηρίζεται από την ίδια φαταλιστική διάθεση που σφραγίζει το μεγαλύτερο μέρος του έργου τους και από τον ίδιο πνευματώδη σαρκασμό. Παράλληλα, προσφέρει ένα όχι και τόσο κολακευτικό πορτρέτο της εβραϊκής ιδιοσυγκρασίας, έστω κι αν προέρχεται από δυο ομοεθνείς.
«Ημασταν πολύ περίεργοι να δούμε αν θα υπήρχαν αντιδράσεις από μέλη της εβραϊκής κοινότητας που ενδεχομένως θα έκριναν ότι τα όσα απεικονίζει η ταινία δεν ρίχνουν ιδιαίτερα θετικό φως σε αυτήν», λέει ο Τζόελ Κοέν. «Μας εξέπληξε ευχάριστα, όμως, όταν όσοι Εβραίοι είδαν μέχρι στιγμής το φιλμ υπήρξαν ανέλπιστα θετικοί μαζί μας».
Αξιο απορίας ή όχι, το «Ενας σοβαρός άνθρωπος» παραμένει μια θαυμάσια ταινία... *
Πήγα στον πόλεμο 20 χρόνων κι έγινα εκτελεστής
Ο «Λίβανος» του Ισραηλινού Σάμουελ Μαόζ δεν είναι μόνο μια καταπληκτική αντιπολεμική ταινία. Εφυγε, άλλωστε, από το Φεστιβάλ της Βενετίας με το Χρυσό Λιοντάρι.
Το μεγαλύτερό της κατόρθωμα είναι ότι, παρακολουθώντας τη, φοβάσαι, τρέμεις και ασφυκτιάς. Γιατί ο σκηνοθέτης είχε την ιδέα να τη γυρίσει μέσα σε ένα τανκς. Ο θεατής βλέπει από τη διόπτρα με το μάτι του πυροβολητή, αγχώνεται, φρικάρει, πυροβολείται.
Ο θεατής βλέπει την ταινία μέσα από τη διόπτρα ενός τεθωρακισμένου. Σαν να πατάει ο ίδιος τη σκανδάλη... Η ματιά του πυροβολητή είναι στην πραγματικότητα αυτή του ίδιου του Σάμουελ Μαόζ. Στηριγμένη στα προσωπικά του βιώματα από τον πόλεμο του Λιβάνου το 1982 -όπου ήταν πυροβολητής- η ταινία παρακολουθεί τέσσερα νεαρά αγόρια που στέλνονται μέσα σε ένα τεθωρακισμένο για να κάνουν έρευνες σε εχθρική πόλη. Το μυαλό τους παραλογίζεται, η αντοχή τους δοκιμάζεται και η παράνοια του πολέμου κορυφώνεται σε μια αιματηρή εμπειρία. Συναντήσαμε τον σκηνοθέτη στο 50ό Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, όπου προβλήθηκε ο «Λίβανος».
- Τι σας ώθησε να γυρίσετε στο παρελθόν; Ηταν μια προσπάθεια να συμφιλιωθείτε με τις τύψεις σας;
«Ηταν μια ανάγκη να μου φύγει το βάρος. Οχι για να συγχωρήσω τον εαυτό μου, αλλά να βρω κατανόηση. Νιώθω ένοχος και υπεύθυνος, παρ' όλο που γνωρίζω ότι ήταν αναπόφευκτο. Πας στον πόλεμο 20 χρόνων και γίνεσαι εκτελεστής. Δεν έχεις το προνόμιο να σκέφτεσαι στο πεδίο της μάχης. Αν αργήσεις να αντιδράσεις ένα δευτερόλεπτο, κάποιος θα σκοτωθεί. Αν αργήσεις δύο δευτερόλεπτα, θα σκοτωθείς εσύ. Το θύμα σου μπορεί να είναι ένα παιδί. Εκανα τον "Λίβανο" για να δείξω πόσο σύνθετες είναι οι καταστάσεις πολέμου. Ολα αυτά τα χρόνια με παρηγορούσαν ότι δεν έφταιγα εγώ, ότι ο πόλεμος ήταν απόφαση της κυβέρνησης και μία κατάσταση από την οποία δεν υπήρχε διέξοδος. Αλλά εγώ είμαι ένας από αυτούς που πάτησαν σκανδάλη. Κι αυτό είναι κάτι που μένει χαραγμένο στην ψυχή μέχρι να πεθάνεις».
- Σας βοήθησε τελικά η ταινία;
«Ηταν η καλύτερη θεραπεία. Νιώθω τυχερός σε σχέση με άλλους, που δεν είναι σκηνοθέτες, συγγραφείς, δημιουργοί και δεν έχουν αυτό τον τρόπο να απελευθερωθούν από τα βιώματά τους. Στην πραγματικότητα δεν είναι κάτι που επιδέχεται θεραπεία, γιατί δεν είσαι άρρωστος. Η θεραπεία είναι να μπορέσεις να συνεχίσεις τη ζωή σου. Κάποιος μου είπε κάποτε: "Φαντάζομαι ότι το τραύμα του πολέμου σημαίνει ότι βλέπεις εφιάλτες". Του απάντησα: "Μακάρι να ήταν τόσο απλό"».
- Το βραβείο στη Βενετία τι αντίκτυπο είχε μέσα σας;
«Μετά τον πόλεμο του Λιβάνου είχα χάσει την ικανότητα να κλαίω. Οταν στη Βενετία είδα ανθρώπους, μικρούς και μεγάλους, να χειροκροτούν την ταινία για 20 λεπτά και να κλαίνε, δάκρυσαν πάλι τα μάτια μου».
- Πώς αντιδρούν οι Ισραηλινοί; Υποθέτω πως δεν τους ευχαριστεί το γεγονός ότι δείχνετε στρατιώτες καταρρακωμένους να ξεσπούν σε λυγμούς σαν μικρά παιδιά.
«Πολλοί έχουν πρόβλημα με αυτές τις σκηνές. Θεωρούν ότι βλάπτεται η εικόνα του Ισραήλ. Αλλοι πάλι, χωρίς καν να τη δουν, θεωρούν εκ των προτέρων ότι είναι μια ταινία αριστερή, αφού κέρδισε βραβείο σε μεγάλο ευρωπαΐκό φεστιβάλ. Υπάρχουν όμως, και ορισμένοι, κυρίως άνθρωποι της δικής μου γενιάς, που έχουν αρχίσει να μιλάνε για τον πόλεμο. Εως τώρα τον κρύβαμε κάτω απ' το χαλί».
- Γιατί την ονομάσατε «Λίβανο»; Την περιορίζετε.
«Το όνομα ήταν τελικά λάθος. Αλλά για μένα η λέξη Λίβανος δεν είναι συνδεδεμένη μόνο με τον πόλεμο ή τη χώρα, αλλά με μια γενιά. Ισως έπρεπε να λέγεται "Η γενιά του Λιβάνου"».
- Ο «Λίβανος» είναι από τις λίγες αντιπολεμικές ταινίες όπου δεν υπάρχουν ήρωες, αλλά μόνο αντι-ήρωες...
«Γνωρίζουμε για τον πόλεμο μόνο ό,τι βλέπουμε στις αμερικάνικες ταινίες. Οι περισσότερες γίνονται για να προσφέρουν διασκέδαση. Αυτό επιτυγχάνεται με γενναίους ήρωες, θαρραλέες πράξεις και έναν πρωταγωνιστή που θυσιάζεται για τους άλλους, γονατίζει και πεθαίνει με το πρόσωπο γεμάτο μέικ άπ και το αίμα να δείχνει πάνω του σέξι... Αυτά είναι ανοησίες. Ο πόλεμος δεν έχει τίποτα ηρωικό. Πιστέψτε με, κανένας δεν θυσιάζεται για τον φίλο του. Ο πόλεμος στηρίζεται σε μία μόνο αρχή: Να κρατηθείς ζωντανός. Ο στρατιώτης είναι ένας κανονικός άνθρωπος. Δεν είναι σχιζοφρενής, ούτε θέλει να σκοτώσει. Το κόλπο είναι να τον ρίξεις στη μάχη. Γιατί όταν βρεθείς εκεί, όλο σου το κορμί μυρίζει τον κίνδυνο και γίνεσαι ζώο. Τότε, θα αναγκαστείς να σκοτώσεις».
- Γιατί δημιουργήσατε αυτή την κλειστοφοβική συνθήκη για τον θεατή, που παρακολουθεί την ταινία μέσα από τη διόπτρα;
«Το θέμα της ταινίας είναι ο τραυματισμός της ψυχής. Αυτό χρειάζεται συναισθηματική κατανόηση από τον θεατή. Δεν μπορούσα να πω την ιστορία απευθυνόμενος στο μυαλό, αλλά στο στομάχι και την καρδιά. Για να το πετύχω έπρεπε να δημιουργήσω στον θεατή μια εμπειρία. Ετσι σκέφτηκα να τον τοποθετήσω μέσα στο τανκς και να βλέπει μόνο ό,τι βλέπει ο πυροβολητής. Δεν θέλω ο θεατής να σκέφτεται, αλλά να νιώθει. Ας σκεφτεί όταν πάει σπίτι του».
- Πώς εκπαιδεύσατε τους ηθοποιούς σας;
«Πριν ξεκινήσουμε γυρίσματα έμεναν κλεισμένοι για τρεις ώρες σε ένα σκοτεινό κοντέινερ, που έκαιγε από τη ζέστη. Τους άφησα να ζήσουν την κλειστοφοβική εμπειρία και την υπνωτική κατάσταση, που δημιουργείται μέσα στο τανκς. Οταν οι ηθοποιοί βγήκαν, δεν χρειάστηκε να μιλήσουμε. Αυτή η εμπειρία λειτούργησε ως αφετηρία. Επρεπε να πιαστούν από κάπου. Επίσης, τους πήγα σε νοσοκομείο για να δουν το αίμα πάνω στα σώματα».
- Ανοίγετε και κλείνετε την ταινία με ένα χωράφι ηλιοτρόπια. Γιατί;
«Ηθελα, προτού "μπει" ο θεατής στο τανκς, να έχει μιαν άλλη εικόνα σύγκρισης. Με τα ηλιοτρόπια του δίνω ένα τελευταίο λεπτό να δει τον ουρανό, τη φύση, τα λουλούδια. Τον προετοιμάζω για το τι θα ακολουθήσει. Εκλεισα επίσης με την ίδια εικόνα για να αναρωτηθεί ύστερα από 24 ώρες πολέμου: "Τι στο διάολο έγινε;". Στην τελευταία σκηνή όμως είναι μαραμένα. Σαν άνθρωποι που θρηνούν... Τα ηλιοτρόπια είναι κομμάτι της δικής μου ψυχής».
* Βγαίνει στις αίθουσες στις 21 Ιανουαρίου. *
- Της ΧΡΥΣΟΥΛΑΣ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ, Ελευθεροτυπία, Σάββατο 2 Ιανουαρίου 2010
Friday, January 1, 2010
Whispers, sweat and sharks: The Top 10 film scenes of the decade
By Lucy Jones Film The Telegraph : December 23rd, 2009
I’m getting rather bored with lists, aren’t you? Best film, best television show, best celebrity… How much more interesting would it be to read about the Top 10 Weirdest Items Deep-fried in Darlington or the Top 10 Shrews who can Trapeze?
So, in an effort to be a little narrower, here are – in my mind – the best film scenes of the last 10 years:
10. The Soggy Bottom Boys in O Brother, Where Art Though? (2000)
While the Coen brothers’ No Country for Old Men is a better film, it has no obvious standout scene. O Brother, on the other hand, does. The Odyssey-based film charts the journey of three chain gang escapees. Their fortunes turn when they record the song Man of Constant Sorrow at a radio broadcast station. The zenith of the film occurs as the main character, played by George Clooney, tries to win his wife back at a campaign meeting they’ve snuck into. Cue the Soggy Bottom Boys:
9. The Pale Man in Pan’s Labryinth (2006)
I walked out of Pan’s Labyrinth feeling like a piece of gum on a frozen pavement. Spat out by a serial killer. But what a tour de force. Guillermo del Toro’s imagination continues to twist and screw in his film, set during the Franquist repression. I’ve chosen the scene where Ofelia finds herself in the lair of the Pale Man, a child-eating monstrosity. He is seated at a magnificent banquet and you know what’s going to happen if she allows herself just a little taste, a mere morsel, only the one grape, from his table…
8. The Jaguar Shark in The Life Aquatic with Steve Zissou (2004)
This film divides people. Some prefer The Darjeeling Limited – an infinitely inferior film, in my book. The comedy by Wes Anderson stars Bill Murray, Angelica Huston and Willem Defoe. It details Zissou’s quest to take revenge on the “Jaguar shark” that killed his best friend Estaban du Planter. After various romantic complications, kidnappings, pirate attacks, and paternal reunions, the film ends as the remaining cast discover the shark in question and decide it is too beautiful to be slaughtered. Sigur Ros provides the ethereal accompaniment.
7. The dogs in Waltz with Bashir (2008)
If you haven’t seen this you must. It’s stunning, sophisticated and you’ll walk away from it feeling like you’ve been punched. I haven’t chosen the obvious scene in the film – when the animation turns into real-life footage of the Sabra and Shatila massacre – but this comes close. The film is made by Ari Folman who was an infantry soldier in the Israel Defence Forces. He tells the story of his own search for lost memories of the 1982 Lebanon War. It kicks in at 0.50 minutes.
6. The accident in The Lives of Others (2006)
I think Das Leben der Anderen, or The Lives of Others, was the best film of 2006. It’s about a German playwright and his actress lover who are being monitored by the Stasi in East Berlin. It’s a tale of paranoia, betrayal, lust and loyalty but you’re never prepared for what happens in this scene. In fact, I’m pretty reluctant to include it because it really needs to be watched in context – and it’s also rather upsetting. Perhaps don’t watch it if you haven’t seen the film yet.
5. The Canned Heat dance in Napoleon Dynamite (2004)
This kooky comedy about a sensitive high school geek contains possibly the best supporting character of the decade in film: Napoleon’s brother Kip. The scene I’ve chosen isn’t just a silly dance to a Jamiroquai song; it’s the triumphant sweetness of adolescent acceptance, finally.
4. The whisper in Lost in Translation (2003)
The perfect thing about Sofia Coppola’s film is that the love affair between Bob (Bill Murray) and Charlotte (Scarlett Johanssen) is never realised. They meet in Tokyo and become friends, united by loneliness and doubts about the choices they’ve made. On the way to the airport in a taxi, Bob spies Charlotte in a crowd and runs to her. The last few minutes of the film are tense, understated and heart-thumping. What does he whisper in her ear?
I’m afraid I coudn’t find the clip for this – and I didn’t want to give you digitally enhanced videos with the suspected final words layered on top.
3. The Angkor Wat scene in In the Mood for Love (2000)
Another whisper scene but this time by Wong Kar-Wai. After a complicated love affair, Chow Mo-Wan, played by Tony Leung, visits Angkor Wat. He whispers his secrets into a hole in the wall before plugging it with grassy mud, which he believes will shore up them up forever.
2. The Milkshake scene in There Will Be Blood (2007)Can Daniel Day Lewis do no wrong? The famous “milkshake” scene secured an Oscar for the actor for his portrayal of Daniel Plainview, an oil man. As soon as I watched this bit, I thought “this is going to be repeated on those shows with all the clips and ad breaks and stupid talking heads with nothing better to do on a Saturday night until the end of time.” It’s creepy and magnificent. And yes: utterly iconic.
1. The Opening Scene in Sexy Beast (2000)
“Urrryeah. Bloody hell. I’m sweatin’ here. Roastin’. Boilin’. Baykin’. Swelterin’,” drawls Ray Winstone. A searing sun. Cicadas. The camera pans to Winstone’s oily, pink body. There’s a bottle of Hawaiian Tropic oil to one side. “Fan-dabby-dozy-tastic”. The Strangler’s Peaches bass riff comes in as he levers himself up to get a beer. Is this the best beginning to a film ever? Well, that’s another post…
Right my wrongs in the comment box below. There were many moments I had to leave out…
The Road: the end of the world, again
The film of The Road is part of a long tradition. Why do we have such a penchant for apocalypse?
By Robert Douglas-Fairhurst
Published: TELEGRAPH.CO.UK, 30 Dec 2009In 1806, a hen in Leeds started laying eggs on which the phrase “Christ is coming” was written. It turned out to be a practical joke. In 1843, New England farmer William Miller managed to convince thousands of followers that the world would end on April 23. The day passed like any other. In 1910, the return of Halley’s Comet led to widespread panic that the earth would be covered in a cloud of deadly gas. The comet left behind nothing more than a dull glow in the sky.
The release of the film version of Cormac McCarthy’s post-apocalyptic novel The Road, directed by John Hillcoat, offers a timely reminder that thinking about the end of the world has long been one of mankind’s favourite activities. Almost every period has been convinced that it was trembling on the edge of disaster. “Never, perhaps, in the history of man, were the times more ominous, or pregnant with greater events than the present,” wrote the Rev Alexander Keith in 1832, and his words could serve as a motto for every doom-peddler from John Milton to Al Gore. The end has always been nigh and the reasons for thinking about it have always been the same. Imagining apocalypse allows us to contemplate disaster from a position of safety. It is the cultural equivalent of a fire drill.
Related Articles
But although it is easy to find examples of people predicting how the world will end – whether with a bang, or a whimper – the stories we tell about it are far harder to pin down. Just as preachers who warn of the day of judgment are happy to revise their calculations as the predicted date comes and goes, so our ideas about the future tend to change in response to whatever is terrifying us here and now.
Much of this has been aided by the fact that the Book of Revelation, Western culture’s most influential apocalyptic vision (the Greek word apocalypse literally means “disclosing” or “unveiling”), depends on a vision so misty and uncertain that it is capable of being turned in almost any direction. While the language of Revelation is still used in everyday speech – the four horsemen, fire and brimstone, and so on – and is still interpreted with sturdy literalism by some, such as the preacher in Nebraska who is apparently hoping that a specially bred herd of Red Angus cattle may yield the “Red Heifer” needed for the rebuilding of Jerusalem’s temple, it has also been the inspiration for some of the most striking apocalyptic visions of recent years.
Its descriptions of floods, earthquakes, monsters and plagues have been rebranded as popular entertainment in the crash-bang-wallop genre of disaster movies. Its “beasts” have spawned creatures as diverse as the furry hordes in Planet of the Apes and the snarling Orc army made out of fire and ooze in The Lord of the Rings.
In the end, of course, the Orcs are defeated and this is what gives many of the best apocalyptic stories their narrative shape. Disaster is approached but then flinched away from. The meteorite heading for earth is blown up with only seconds left on the clock. Alien invaders suck the life out of their victims but are then vanquished by humble bacteria. The Daleks cackle lustily over their plans for world domination before falling down the stairs. In every case, whether by luck or cunning, the danger is averted. Traditional apocalyptic stories are triumphs of the near miss.
More recently the situation has been changing. These days, it seems, the storyline has to be pursued to its bitter end. German director Roland Emmerich’s films provide the grimmest examples. In 2004’s The Day After Tomorrow, freakish weather conditions produce a new Ice Age overnight. In last year’s 2012, a realignment of the Earth’s crust causes global chaos: continents drown, civilisation collapses and a handful of wealthy survivors bob towards the future on a fleet of secretly built “arks”.
Both films are committed to what Susan Sontag described in her 1965 essay “The Imagination of Disaster” as “the peculiar beauties to be found in wreaking havoc, in making a mess”. Mountains explode; cities are pulverised; millions vanish under the waves. It is a long way from the sort of events sci-fi writer Brian Aldiss had in mind when he dismissed novels like The Day of the Triffids for their brand of “cosy catastrophe”. There is nothing cosy about Emmerich’s films. This is catastrophe with designer stubble and twin turbos. Hard-core catastrophe.
The assumption behind such Hollywood spectacles seems to be that bigger is always better. Do you find storms scary? Here’s one that flattens skyscrapers like matchwood. How about earthquakes? Watch as California slithers into the sea. Yet, the odd thing about these films is that the higher the body count, the less we end up caring. To some extent this is because we are never allowed to get to know the anonymous crowds who perish; they are just computer-generated specks, about as interesting as dust. Unlike tragedy, where the hero eventually dies, in apocalypse movies it is the hero who must survive and to hell (or heaven) with the rest of the human race. CGI special effects make the loss of a city seem of no more consequence than airbrushing a beauty spot out of a photograph. Worse still, is how quickly we are anaesthetised to suffering on such a grand scale. We become so used to being helpless spectators – oops, there goes France! – we are tempted to forget that we can create the future as well as merely suffer it.
In its quiet and understated way, The Road offers something far more interesting. This is apocalypse restored to a human scale. The film follows a man and his young son as they make their lonely way through a landscape that has been turned to ashes by nuclear war or some unspoken ecological catastrophe. It is a familiar enough premise: variations on the same theme can be traced back through Mad Max and The Omega Man to Mary Shelley’s 1826 novel The Last Man, all of which make survival seem like a Robinson Crusoe fantasy in which the desert island has expanded to the size of the world. In The Road, though, the story is not a fable of self-sufficiency or celebration of the pioneer spirit. What we are given instead is a combination of grimy realism and pitiless logic, as the man and boy seek out the few remaining rusty cans of food, or avoid the “bad guys” hunting in packs. “Do you ever wish that you could die?” the man asks an old tramp they encounter on the road, receiving the flat reply: “No, it’s foolish to ask for luxuries at times like these.” It sounds like the sort of exchange you might find in Waiting for Godot.
But if The Road has Samuel Beckett’s despair, it also has his flickering sense of hope. At the end of the film, the boy is adopted by a new family and there is the suggestion that for him at least there may be a fresh start. It is close to the optimism that led Beckett, when he wrote in French, to keep coming back to words like terminé, which means “finished”, but ends in né, meaning “born”.
Viewers of the film might conclude that optimism, like everything else in this bleached world, is in short supply. After all, the closest the man and boy get to a “revelation” is when they stumble upon a trapdoor in a rotting house and discover that the cellar is full of maimed human beings whose captors periodically chop off bits to eat. The real menace of the future, it turns out, will not be zombies or vampires, but cannibals who keep people in the larder like sides of ham.
But that is not the most important revelation of the film. The real revelation is that, even in a future that is silent, save for the crackle of flames and the shrieks of the dying, not everyone has succumbed to despair. As father and son walk across this wasteland, they create an almost silent duet, a shuffling pas de deux, in which every movement is generated by love. It is almost unbearable to watch. It also shows how powerfully such stories can still affect us, resonating with the ancient force of myth, when they manage to avoid being seduced by shiny special effects. Apocalypse continues to have a future.
- 'The Road’ (15) is released on Friday. Read director John Hillcoat’s gripping account of the filming of 'The Road’ in the Telegraph Magazine