Κατέληξε το βράδυ της Τρίτης, στο νοσοκομείο όπου νοσηλευόταν έπειτα από τροχαίο, ο μεγάλος Έλληνας σκηνοθέτης και ποιητής των εικόνων, Θόδωρος Αγγελόπουλος. Ο 77χρονος σκηνοθέτης μεταφέρθηκε σοβαρά τραυματισμένος σε νοσοκομείο του Φαλήρου έπειτα από τροχαίο ατύχημα που συνέβη στις 7 το απόγευμα της Τρίτης στον περιφερειακό δρόμο της Δραπετσώνας. Ο σκηνοθέτης βρισκόταν στο σημείο για τα γύρισμα της νέας του ταινίας «H άλλη θάλασσα» και τη στιγμή που διέσχιζε το οδόστρωμα, μετά το πρώτο τούνελ του περιφερειακού, παρασύρθηκε από ιδιωτική μοτοσικλέτα που οδηγούσε ειδικός φρουρός, ο οποίος βρισκόταν εκτός υπηρεσίας. Ο Θόδωρος Αγγελόπουλος, ίσως ο πιο γνωστός Έλληνας κινηματογραφιστής στο εξωτερικό, γεννήθηκε στις 27 Απριλίου 1935 στην Αθήνα όπου και πέρασε τα παιδικά του χρόνια.
Tuesday, January 24, 2012
Friday, January 20, 2012
Οι ταινίες της εβδομάδας: Το «Μικρό σπίτι στο λιβάδι» συναντά τον… Αντρέι Βάιντα
Γιάννης Ζουμπουλάκης
Το μικρό σπίτι στο λιβάδι αλά Σπίλμπεργκ και η θηλυκή πλευρά του Εντγκαρ Χούβερ
TO BHMA: 19/01/2012
Βασισμένο στο μυθιστόρημα του εκπαιδευτικού - συγγραφέα Μαικλ Μορπούργκο, το «Αλογο του πολέμου» έγινε κατ' αρχάς ένα εξαιρετικά επιτυχημένο θεατρικό έργο (όπου το άλογο εμφανίζεται ως κούκλα) από το οποίο ο Σπίλμπεργκ εμπνεύστηκε την ταινία. Μια ταινία επική, πανοραμική, γυρισμένη επίτηδες με παλαιομοδίτικο στιλ, κάτι σαν φόρος τιμής του σκηνοθέτη προς το λαμπρό σινεμά παλαιότερων εποχών, όπου όλα γίνονταν «με το χέρι», χωρίς τις ευκολίες (αλλά και την ψευτιά) της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία φυσικά τον εξυπηρετεί σε άλλου είδους ταινίες όπως τις «Περιπέτειες του Τεν Τεν».
Η ζωή στο βρετανικό ύπαιθρο όπου το άλογο μεγαλώνει υπό την προστασία ενός νεαρού αγρότη (κάπως άχαρος ο Τζέρεμι Ερβάιν) μοιάζει βγαλμένη από τον «Ησυχο αμερικανό» του Τζον Φορντ ή από έγχρωμο γουέστερν του Αντονι Μαν, όπου η φύση γίνεται ένα με τον άνθρωπο. Ο Σπίλμπεργκ παραμένει ένας από τους πιο επιδέξιους χειριστές σκηνών θριάμβου και η σκηνή στο ξερό χωράφι που εν τέλει κατορθώνει να οργώσει ο Τζόι είναι τρανό παράδειγμα.
Αργότερα, στον πόλεμο, ο Σπίλμπεργκ «ζωγραφίζει» πλάνα που αποτυπώνονται στη μνήμη με κορυφαίο εκείνο της επίθεσης του βρετανικού ιππικού εναντίον των Γερμανών – μια σκηνή που μας υπενθυμίζει για ποιον λόγο ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε επίσης το τέλος του αλόγου ως πολεμικό «εξάρτημα».
Οι επιρροές του Σπίλμπεργκ σε αυτήν την ταινία είναι όλος ο κινηματογραφικός κόσμος, κάπου βλέπουμε ακόμα και τη «Λότνα», ένα από τα λιγότερο γνωστά φιλμ του Αντρέι Βάιντα που περιέγραφε τις περιπέτειες μιας αραβικής φοράδας των Πολωνών στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Σπίλμπεργκ βέβαια, δεν παύει να είναι και έμπορος. Και αυτό σημαίνει ότι συχνά έχεις την εντύπωση ότι παρακολουθείς κάτι που σου θυμίζει πολύ την τηλεοπτική σειρά «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι».
Δεν είναι τυχαίο που από τις πολεμικές σκηνές απουσιάζει το αίμα (γι' αυτό και θα θεωρηθεί άστοχη η όποια σύγκριση με τη «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν»). Γιατί στο μεδούλι του, το «Αλογο του πολέμου» είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια, στόχος της οποίας είναι με διδακτικό, ενίοτε αφελές και όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο τρόπο να προαγάγει αξίες και ιδανικά που αν και κάποτε ήταν κομμάτι της πραγματικότητας πλέον εκλείπουν από τη ζωή μας.
Αίθουσες: ΑΕΛΛΩ - ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ- ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ - STER ILION ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ - VILLAGE ΡΕΝΤΗ - VILLAGE MALL - VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ - VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ - ODEON MAΡΟΥΣΙ - ODEON STARCITY - ΑΝΟΙΞΙΣ ΧΑΙΔΑΡΙ - CINE CITY - ΝΑΝΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ VILLAGE COSMOS - ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ - STER CENTURY
Η «θηλυκή» πλευρά του Χούβερ έχει τη μερίδα του λέοντος στην ταινία επειδή ο Ιστγουντ εισχωρεί και στην κρεβατοκάμαρα της μητέρας του (Τζούντι Ντεντς), της μόνης γυναίκας που πίστεψε στον γιο της λέγοντάς του «εσύ θα κάνεις σπουδαία την οικογένειά σου».
Το καλό με την ταινία είναι ότι δεν καταλήγει σε αγιογραφία όπως π.χ. συνέβη με τηΜάργκαρετ Θάτσερ στη «Σιδηρά Κυρία» της Φιλίντα Λόιντ. Ο Ιστγουντ ξέρει ότι στα χέρια του έχει έναν βαθιά συμπλεγματικό και κρύο σαν ατσάλι άνθρωπο και τον κοιτάζει από απόσταση παρότι ως ρεπουμπλικανός οι απόψεις του θα πρέπει να συγκλίνουν με εκείνες του Χούβερ.
Ο πατριωτισμός του Χούβερ, άλλωστε, ήταν και ολίγον τι πονηρός αφού στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την ταινία του Ιστγουντ η ματαιοδοξία της πρόσκαιρης φήμης τον ενδιέφερε εξίσου, σε σημείο μάλιστα να καρπούται τις επιτυχίες άλλων.
Και ύστερα είναι και το ζήτημα του Οργανωμένου Εγκλήματος, το οποίο ο Χούβερ ποτέ δεν έβαλε στο στόχαστρό του. Αυτό το «γιατί» όμως, ο Ιστγουντ αρνείται να το φωτίσει και ίσως αυτό το «γιατί» να ήταν πολύ πιο σημαντικό από πολλά άλλα. Κρίμα που σε αυτήν την ταινία, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ο Ιστγουντ πάτησε την μπανανόφλουδα της φλυαρίας γεμίζοντας ένα φιλμ με περισσότερο υλικό απ' όσο το θέμα του άντεχε.
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ - ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ - ΑΕΛΛΩ - ΑTTIKON - VILLAGE MALL - VILLAGE PΕΝΤΗ - VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ - VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ - VILLAGE ΑΓ.ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ - ODEON KOSMOPOLIS ΜΑΡΟΥΣΙ - ODEON STARCITY - STER ΙΛΙΟΝ -ΝΑΝΑ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ - ΕΤΟΥΑΛ ΚΑΛΙΘΕΑ - ΦΟΙΒΟΣ - ΧΟΛΑΡΓΟΣ - ΝΙΡΒΑΝΑ - ΚΗΦΙΣΙΑ - ΣΙΝΕΑΚ - ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ VILLAGE COSMOS - ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ - STER CENTURY - ΟΛΥΜΠΙΟΝ
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ODEON ΟΠΕΡΑ - ΔΑΝΑΟΣ
ΑΞΙΟΛΟΓΗΣΗ: * 5: εξαιρετική, 4: πολύ καλή, 3: καλή, 2: ενδιαφέρουσα, 1: μέτρια, 0: απαράδεκτη, _: χωρίς άποψη
«Εμείς είμαστε το άλογο!», σαν να φωνάζει το «Αλογο του πολέμου» («The war horse», ΗΠΑ, 2011), η τελευταία ταινία του Στίβεν Σπίλμπεργκ που παρακολουθεί την πορεία ενός υπερήφανου αλόγου από τη στιγμή της γέννησής του, στα καταπράσινα βρετανικά λιβάδια, μέχρι τη στιγμή της επιστροφής του, αφού πρώτα περάσει μέσα από την κόλαση του Α' Παγκοσμίου Πολέμου. Πάνω στο άλογο, που λέγεται Τζόι (χαρά), αντανακλάται ο «κοινός άνθρωπος», εκείνος που διαρκώς καταδιώκεται από τις συμφορές αλλά που δεν το βάζει κάτω, δεν σηκώνει τα χέρια ψηλά. Εκείνος που αντιστέκεται, μάχεται, υπομένει, επιμένει, ελπίζει και κάποια στιγμή, αν σταθεί αρκετά τυχερός, δικαιώνεται.
Βασισμένο στο μυθιστόρημα του εκπαιδευτικού - συγγραφέα Μαικλ Μορπούργκο, το «Αλογο του πολέμου» έγινε κατ' αρχάς ένα εξαιρετικά επιτυχημένο θεατρικό έργο (όπου το άλογο εμφανίζεται ως κούκλα) από το οποίο ο Σπίλμπεργκ εμπνεύστηκε την ταινία. Μια ταινία επική, πανοραμική, γυρισμένη επίτηδες με παλαιομοδίτικο στιλ, κάτι σαν φόρος τιμής του σκηνοθέτη προς το λαμπρό σινεμά παλαιότερων εποχών, όπου όλα γίνονταν «με το χέρι», χωρίς τις ευκολίες (αλλά και την ψευτιά) της σύγχρονης τεχνολογίας, η οποία φυσικά τον εξυπηρετεί σε άλλου είδους ταινίες όπως τις «Περιπέτειες του Τεν Τεν».
Η ζωή στο βρετανικό ύπαιθρο όπου το άλογο μεγαλώνει υπό την προστασία ενός νεαρού αγρότη (κάπως άχαρος ο Τζέρεμι Ερβάιν) μοιάζει βγαλμένη από τον «Ησυχο αμερικανό» του Τζον Φορντ ή από έγχρωμο γουέστερν του Αντονι Μαν, όπου η φύση γίνεται ένα με τον άνθρωπο. Ο Σπίλμπεργκ παραμένει ένας από τους πιο επιδέξιους χειριστές σκηνών θριάμβου και η σκηνή στο ξερό χωράφι που εν τέλει κατορθώνει να οργώσει ο Τζόι είναι τρανό παράδειγμα.
Αργότερα, στον πόλεμο, ο Σπίλμπεργκ «ζωγραφίζει» πλάνα που αποτυπώνονται στη μνήμη με κορυφαίο εκείνο της επίθεσης του βρετανικού ιππικού εναντίον των Γερμανών – μια σκηνή που μας υπενθυμίζει για ποιον λόγο ο Α' Παγκόσμιος Πόλεμος υπήρξε επίσης το τέλος του αλόγου ως πολεμικό «εξάρτημα».
Οι επιρροές του Σπίλμπεργκ σε αυτήν την ταινία είναι όλος ο κινηματογραφικός κόσμος, κάπου βλέπουμε ακόμα και τη «Λότνα», ένα από τα λιγότερο γνωστά φιλμ του Αντρέι Βάιντα που περιέγραφε τις περιπέτειες μιας αραβικής φοράδας των Πολωνών στον Β' Παγκόσμιο Πόλεμο.
Ο Σπίλμπεργκ βέβαια, δεν παύει να είναι και έμπορος. Και αυτό σημαίνει ότι συχνά έχεις την εντύπωση ότι παρακολουθείς κάτι που σου θυμίζει πολύ την τηλεοπτική σειρά «Το μικρό σπίτι στο λιβάδι».
Δεν είναι τυχαίο που από τις πολεμικές σκηνές απουσιάζει το αίμα (γι' αυτό και θα θεωρηθεί άστοχη η όποια σύγκριση με τη «Διάσωση του στρατιώτη Ράιαν»). Γιατί στο μεδούλι του, το «Αλογο του πολέμου» είναι μια ταινία για όλη την οικογένεια, στόχος της οποίας είναι με διδακτικό, ενίοτε αφελές και όσο το δυνατόν πιο ανώδυνο τρόπο να προαγάγει αξίες και ιδανικά που αν και κάποτε ήταν κομμάτι της πραγματικότητας πλέον εκλείπουν από τη ζωή μας.
Βαθμολογία: 3
Αίθουσες: ΑΕΛΛΩ - ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ- ΣΠΟΡΤΙΝΓΚ - STER ILION ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ - VILLAGE ΡΕΝΤΗ - VILLAGE MALL - VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ - VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ - ODEON MAΡΟΥΣΙ - ODEON STARCITY - ΑΝΟΙΞΙΣ ΧΑΙΔΑΡΙ - CINE CITY - ΝΑΝΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ VILLAGE COSMOS - ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ - STER CENTURY
Το «μπουλντόγκ» με τα φουστάνια
Με την εξαίρεση κάποιων ελάχιστης σημασίας ταινιών όπως οι «Μυστικοί φάκελοι του Χούβερ» (1974) και τα άπαιχτα εδώ «Hoover» (2000) και «Size ten or G Men» (2008), ο κινηματογράφος δεν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την περίπτωση του «μπουλντόγκ» του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ ο οποίος παρέμεινε ακούνητος στη θέση του επί μισό αιώνα, από τον 1924 έως τον θάνατό του. Στις περισσότερες ταινίες ο Χούβερ εμφανίζεται ως συμπληρωματικός ήρωας, όπως συνέβη στον «Νίξον» του Ολιβερ Στόουν (τον υποδύθηκε ο Μπομπ Χόσκινς) και στον «Δημόσιο κίνδυνο» του Μάικλ Μαν (τον υποδύθηκε ο Μπίλι Κράνταπ).
Με την εξαίρεση κάποιων ελάχιστης σημασίας ταινιών όπως οι «Μυστικοί φάκελοι του Χούβερ» (1974) και τα άπαιχτα εδώ «Hoover» (2000) και «Size ten or G Men» (2008), ο κινηματογράφος δεν έχει ασχοληθεί ιδιαίτερα με την περίπτωση του «μπουλντόγκ» του FBI Τζέι Εντγκαρ Χούβερ ο οποίος παρέμεινε ακούνητος στη θέση του επί μισό αιώνα, από τον 1924 έως τον θάνατό του. Στις περισσότερες ταινίες ο Χούβερ εμφανίζεται ως συμπληρωματικός ήρωας, όπως συνέβη στον «Νίξον» του Ολιβερ Στόουν (τον υποδύθηκε ο Μπομπ Χόσκινς) και στον «Δημόσιο κίνδυνο» του Μάικλ Μαν (τον υποδύθηκε ο Μπίλι Κράνταπ).
Η φειδωλή παρουσία του Χούβερ στο σινεμά οφείλεται κατά πάσα πιθανότητα στην εντελώς αντικινηματογραφική και ουδόλως ελκυστική εικόνα του. Κοντόχοντρος, γουρουνοκέφαλος, αγέλαστος, φωνακλάς, ρατσιστής, φανατικός αρχειομανής (για τη δική του, ωστόσο, προστασία), αρρωστημένα αντικομμουνιστής, βαθιά συμπλεγματικός και ψυχωτικός, ο Χούβερ ως κινηματογραφικός ήρωας κάνει πολύ δύσκολο το έργο εκείνου που αποφασίζει να ασχοληθεί μαζί του, γιατί πρώτον δεν είναι δα μια τόσο σημαντική προσωπικότητα και δεύτερον δεν έχει καμία απολύτως χάρη.
Ωστόσο, στο «J. Edgar» (ΗΠΑ, 2011), μια ταινία 137' και το πληρέστερο μέχρι σήμερα φιλμ για τον Τζέι Εντγκαρ Χούβερ, ο σκηνοθέτης Κλιντ Ιστγουντ βρήκε το κλειδί για να ανοίξει τις προοπτικές και να μετατρέψει τον Χούβερ σε ενδιαφέροντα ήρωα. Πολύ απλά ο Ιστγουντ προσπάθησε να γίνει ο ψυχαναλυτής του ανθρώπου που «έκτισε» το FBI. Θέλησε να εξετάσει τα «γιατί» που κρύβονταν πίσω από αυτήν την παράξενη και μυστηριώδη προσωπικότητα η οποία έδωσε στον Λεονάρντο Ντι Κάπριο την ευκαιρία να παίξει για πρώτη φορά έναν ρόλο απογυμνωμένος πλήρως από την εκ του φυσικού του παιδικότητα.
Από πολύ νωρίς μαθαίνουμε ότι το αντικομμουνιστικό μένος του Χούβερ είχε τις ρίζες του σε ένα επεισόδιο πολλαπλών βομβαρδισμών που έγιναν σε διαφορετικά σημεία των Ηνωμένων Πολιτειών το 1919. Οι μπολσεβίκοι πήραν την ευθύνη και ο Χούβερ κήρυξε τον πόλεμο εναντίον τους πιστεύοντας ότι αυτό ήταν η απόλυτη πράξη πατριωτισμού και φτάνοντας σε ανομολόγητες ακρότητες όπως την απέλαση της ακτιβίστριας Εμα Γκόλντμαν από την Αμερική, χωρίς στην πραγματικότητα να υπάρχουν ουσιαστικά στοιχεία εις βάρος της. Στον βωμό του πατριωτισμού ο Χούβερ κατέστρεψε ένα δίκτυο 4.000 κομμουνιστών.
Για ποιον λόγο ο Χούβερ ήταν τόσο μυστικοπαθής; Για ποιον λόγο, ενώ ήθελε να ξέρει τα πάντα για τους άλλους (εκβιάζοντας μάλιστα Προέδρους όπως ο Φρανκλίνος Ρούσβελτ και ο Τζον Φ. Κένεντι), προφύλασσε τόσο μεθοδικά και παθιασμένα την ερμητικά κλειστή και απροσπέλαστη ιδιωτική του ζωή; Μήπως φοβόταν την έκθεση επειδή ο ίδιος όπως φημολογείτο ήταν κρυφοομοφυλόφιλος; Αυτό τουλάχιστον αφήνει να εννοηθεί η αινιγματική σχέση του με τον υποδιευθυντή του Γραφείου Κλάιντ Τόλσον (Αρμι Χάμερ). Στην καλύτερη σκηνή της ταινίας ο Τόλσον του επιτίθεται σεξουαλικώς και ενώ ο Χούβερ αντιστέκεται ενοχλημένος, το γεγονός αποσιωπάται και οι δυο άντρες παραμένουν ο ένας κοντά στον άλλον.
Για ποιον λόγο ο Χούβερ ήταν τόσο μυστικοπαθής; Για ποιον λόγο, ενώ ήθελε να ξέρει τα πάντα για τους άλλους (εκβιάζοντας μάλιστα Προέδρους όπως ο Φρανκλίνος Ρούσβελτ και ο Τζον Φ. Κένεντι), προφύλασσε τόσο μεθοδικά και παθιασμένα την ερμητικά κλειστή και απροσπέλαστη ιδιωτική του ζωή; Μήπως φοβόταν την έκθεση επειδή ο ίδιος όπως φημολογείτο ήταν κρυφοομοφυλόφιλος; Αυτό τουλάχιστον αφήνει να εννοηθεί η αινιγματική σχέση του με τον υποδιευθυντή του Γραφείου Κλάιντ Τόλσον (Αρμι Χάμερ). Στην καλύτερη σκηνή της ταινίας ο Τόλσον του επιτίθεται σεξουαλικώς και ενώ ο Χούβερ αντιστέκεται ενοχλημένος, το γεγονός αποσιωπάται και οι δυο άντρες παραμένουν ο ένας κοντά στον άλλον.
Η «θηλυκή» πλευρά του Χούβερ έχει τη μερίδα του λέοντος στην ταινία επειδή ο Ιστγουντ εισχωρεί και στην κρεβατοκάμαρα της μητέρας του (Τζούντι Ντεντς), της μόνης γυναίκας που πίστεψε στον γιο της λέγοντάς του «εσύ θα κάνεις σπουδαία την οικογένειά σου».
Το καλό με την ταινία είναι ότι δεν καταλήγει σε αγιογραφία όπως π.χ. συνέβη με τηΜάργκαρετ Θάτσερ στη «Σιδηρά Κυρία» της Φιλίντα Λόιντ. Ο Ιστγουντ ξέρει ότι στα χέρια του έχει έναν βαθιά συμπλεγματικό και κρύο σαν ατσάλι άνθρωπο και τον κοιτάζει από απόσταση παρότι ως ρεπουμπλικανός οι απόψεις του θα πρέπει να συγκλίνουν με εκείνες του Χούβερ.
Ο πατριωτισμός του Χούβερ, άλλωστε, ήταν και ολίγον τι πονηρός αφού στην πραγματικότητα, σύμφωνα με την ταινία του Ιστγουντ η ματαιοδοξία της πρόσκαιρης φήμης τον ενδιέφερε εξίσου, σε σημείο μάλιστα να καρπούται τις επιτυχίες άλλων.
Και ύστερα είναι και το ζήτημα του Οργανωμένου Εγκλήματος, το οποίο ο Χούβερ ποτέ δεν έβαλε στο στόχαστρό του. Αυτό το «γιατί» όμως, ο Ιστγουντ αρνείται να το φωτίσει και ίσως αυτό το «γιατί» να ήταν πολύ πιο σημαντικό από πολλά άλλα. Κρίμα που σε αυτήν την ταινία, για πρώτη φορά μετά από πολύ καιρό, ο Ιστγουντ πάτησε την μπανανόφλουδα της φλυαρίας γεμίζοντας ένα φιλμ με περισσότερο υλικό απ' όσο το θέμα του άντεχε.
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ΑΙΓΛΗ ΧΑΛΑΝΔΡΙ - ΑΘΗΝΑΙΟΝ CINEPOLIS ΓΛΥΦΑΔΑ - ΑΕΛΛΩ - ΑTTIKON - VILLAGE MALL - VILLAGE PΕΝΤΗ - VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ - VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ - VILLAGE ΑΓ.ΔΗΜΗΤΡΙΟΣ - ODEON KOSMOPOLIS ΜΑΡΟΥΣΙ - ODEON STARCITY - STER ΙΛΙΟΝ -ΝΑΝΑ ΒΟΥΛΙΑΓΜΕΝΗΣ - ΕΤΟΥΑΛ ΚΑΛΙΘΕΑ - ΦΟΙΒΟΣ - ΧΟΛΑΡΓΟΣ - ΝΙΡΒΑΝΑ - ΚΗΦΙΣΙΑ - ΣΙΝΕΑΚ - ΤΡΙΑ ΑΣΤΕΡΙΑ ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ VILLAGE COSMOS - ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ - STER CENTURY - ΟΛΥΜΠΙΟΝ
Χωρίς οικογένεια
Η ταινία «Μάρθα Μάρσι Μέι Μαρλίν» (Martha Macy May Marlene», ΗΠΑ, 2011), που κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο περσινό φεστιβάλ ανεξάρτητου κινηματογράφου του Sundance (είναι η πρώτη του Σον Ντέρκιν), φέρνει σε αντιπαράθεση τον κλειστό, «απαγορευμένο» κόσμο μιας σύγχρονης θρησκευτικής κοινότητας αιρετικών, με τον ελεύθερο κόσμο της «φυσιολογικής» ζωής καταλήγοντας στο ότι και οι δύο μπορούν να μοιάζουν με διαφορετικές μορφές οικογένειας ή φυλακής.
Γεύσεις από τις δύο αυτές μορφές ζωής παίρνουμε παρακολουθώντας την ιστορία της Μάρσι (Ελίζαμπεθ Ολσεν) που εγκατέλειψε το σπίτι της για να γίνει μέλος της αίρεσης και εν συνεχεία εγκατέλειψε την αίρεση αναζητώντας την ασφάλεια που προσφέρει το σπίτι της καλοπαντρεμένης αλλά παγερής αδελφής της (Σάρα Πόλσον).
Ο λόγος που ωθεί τη Μάρσι να ενταχθεί στην κοινότητα είναι η ανάγκη της να γίνει μέλος μιας οικογένειας – εκείνη που ποτέ δεν απέκτησε. Ανεξαρτήτως περιβάλλοντος χώρου όμως, η Μάρσι είναι ένα άτομο που αδυνατεί να έρθει σε επαφή με τους ανθρώπους, ενώ όπου και να βρεθεί την πνίγει η απογοήτευση. Η ζωή της στο κοινόβιο είναι ελεύθερη («εδώ θα βρεις τη θέση σου» της λένε) αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για απάτη αφού στόχος του ηγέτη της αίρεσης (Τζον Χοκς) είναι να καταλήγει στο κρεβάτι με τις πιστές οπαδούς του.
Στο πλευρό της αδελφής της, η Μάρσι δεν αντιμετωπίζει τέτοιου είδους προβλήματα αλλά γίνεται διαρκώς στόχος κριτικής, σαν να μην κάνει τίποτε σωστά. Ακόμα χειρότερα, όταν η Μάρσι αποπειράται να κοπιάρει μέσα στο σπίτι της αδελφής της τη συμπεριφορά που έχει μάθει στο κοινόβιο κατηγορείται ως βαθιά προβληματική, σαν να χρειάζεται τη στήριξη ιδρύματος.
Με ευαισθησία και ειλικρινές ενδιαφέρον ο Ντέρκιν σκιτσάρει το πορτρέτο μιας διαταραγμένης προσωπικότητας που σταδιακά οδηγείται στην πλήρη αποσύνθεση γιατί ποτέ δεν έμαθε να ζητά αυτό που θέλει αφού ποτέ δεν της δόθηκε σημασία για να το κάνει.
Η ταινία «Μάρθα Μάρσι Μέι Μαρλίν» (Martha Macy May Marlene», ΗΠΑ, 2011), που κέρδισε το βραβείο σκηνοθεσίας στο περσινό φεστιβάλ ανεξάρτητου κινηματογράφου του Sundance (είναι η πρώτη του Σον Ντέρκιν), φέρνει σε αντιπαράθεση τον κλειστό, «απαγορευμένο» κόσμο μιας σύγχρονης θρησκευτικής κοινότητας αιρετικών, με τον ελεύθερο κόσμο της «φυσιολογικής» ζωής καταλήγοντας στο ότι και οι δύο μπορούν να μοιάζουν με διαφορετικές μορφές οικογένειας ή φυλακής.
Γεύσεις από τις δύο αυτές μορφές ζωής παίρνουμε παρακολουθώντας την ιστορία της Μάρσι (Ελίζαμπεθ Ολσεν) που εγκατέλειψε το σπίτι της για να γίνει μέλος της αίρεσης και εν συνεχεία εγκατέλειψε την αίρεση αναζητώντας την ασφάλεια που προσφέρει το σπίτι της καλοπαντρεμένης αλλά παγερής αδελφής της (Σάρα Πόλσον).
Ο λόγος που ωθεί τη Μάρσι να ενταχθεί στην κοινότητα είναι η ανάγκη της να γίνει μέλος μιας οικογένειας – εκείνη που ποτέ δεν απέκτησε. Ανεξαρτήτως περιβάλλοντος χώρου όμως, η Μάρσι είναι ένα άτομο που αδυνατεί να έρθει σε επαφή με τους ανθρώπους, ενώ όπου και να βρεθεί την πνίγει η απογοήτευση. Η ζωή της στο κοινόβιο είναι ελεύθερη («εδώ θα βρεις τη θέση σου» της λένε) αλλά στην πραγματικότητα πρόκειται για απάτη αφού στόχος του ηγέτη της αίρεσης (Τζον Χοκς) είναι να καταλήγει στο κρεβάτι με τις πιστές οπαδούς του.
Στο πλευρό της αδελφής της, η Μάρσι δεν αντιμετωπίζει τέτοιου είδους προβλήματα αλλά γίνεται διαρκώς στόχος κριτικής, σαν να μην κάνει τίποτε σωστά. Ακόμα χειρότερα, όταν η Μάρσι αποπειράται να κοπιάρει μέσα στο σπίτι της αδελφής της τη συμπεριφορά που έχει μάθει στο κοινόβιο κατηγορείται ως βαθιά προβληματική, σαν να χρειάζεται τη στήριξη ιδρύματος.
Με ευαισθησία και ειλικρινές ενδιαφέρον ο Ντέρκιν σκιτσάρει το πορτρέτο μιας διαταραγμένης προσωπικότητας που σταδιακά οδηγείται στην πλήρη αποσύνθεση γιατί ποτέ δεν έμαθε να ζητά αυτό που θέλει αφού ποτέ δεν της δόθηκε σημασία για να το κάνει.
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ODEON ΟΠΕΡΑ - ΔΑΝΑΟΣ
Ξεφεύγοντας από την «κακιά» Κίνα
Ο «Τελευταίος χορευτής του Μάο» («Mao's last dancer», Αυστραλία, 2009) του Μπρους Μπέρεσφορντ εξετάζει την αληθινή ιστορία του κινέζου χορευτή Λι Κουνζίν, ο οποίος κατάφερε να γίνει παγκόσμιο αστέρι του κλασικού χορού έχοντας ξεφύγει από το κομμουνιστικό περιβάλλον της πατρίδας του στη δεκαετία του 1980 (το σενάριο είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιογραφικό βιβλίο για τον Λι Κουνζίν).
Η ταινία κινείται ανάμεσα σε δύο άξονες, τη σχέση του Λι με τον βρετανό χορογράφο που ανέλαβε την προστασία του στις ΗΠΑ (Μπρους Γκρίνγουντ) και τη ζωή του στην επαρχία της «κακιάς» Κίνας του καταπιεστικού κομμουνιστικού καθεστώτος απ' όπου, ωστόσο, ο Λι πήρε τις βάσεις για να προχωρήσει (παρά το φυσικό του χάρισμα, αρχικώς δεν αγαπούσε το μπαλέτο).
Η ειρωνεία είναι ότι το πρόσταγμα «να' σαι καλός, να δουλεύεις σκληρά και να μας κάνεις υπερήφανους» κάτω από το οποίο ο Λι Κουνζίν γαλουχήθηκε στην Ακαδημία Χορού του Πεκίνου ίσχυσε και στην Αμερική, αν και σίγουρα κάτω από πιο δημοκρατικές διαδικασίες .
Ο Μπέρεσφορντ (σκηνοθέτης του «Σοφέρ της κυρίας Νταίζη») ακολουθεί την ασφαλή οδό του περιποιημένου μελό που σου δίνει αυτό ακριβώς που περιμένεις να δεις, χωρίς ποτέ να αποκτά τον αέρα μιας μεγάλης ταινίας. Ξεχωρίζουν οι σκηνές του μπαλέτου με πρωταγωνιστή τον επίσης χορευτή Τσι Τσαό, ο οποίος κρατά τον ρόλο του Λι Κουνζίν .
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ΙΝΤΕΑΛ - ΓΑΛΑΞΙΑΣ - ΑΒΑΝΑ - ΑΤΤΑΛΟΣ - ΔΙΑΝΑ - CINE CITY
Ο «Τελευταίος χορευτής του Μάο» («Mao's last dancer», Αυστραλία, 2009) του Μπρους Μπέρεσφορντ εξετάζει την αληθινή ιστορία του κινέζου χορευτή Λι Κουνζίν, ο οποίος κατάφερε να γίνει παγκόσμιο αστέρι του κλασικού χορού έχοντας ξεφύγει από το κομμουνιστικό περιβάλλον της πατρίδας του στη δεκαετία του 1980 (το σενάριο είναι βασισμένο στο ομότιτλο βιογραφικό βιβλίο για τον Λι Κουνζίν).
Η ταινία κινείται ανάμεσα σε δύο άξονες, τη σχέση του Λι με τον βρετανό χορογράφο που ανέλαβε την προστασία του στις ΗΠΑ (Μπρους Γκρίνγουντ) και τη ζωή του στην επαρχία της «κακιάς» Κίνας του καταπιεστικού κομμουνιστικού καθεστώτος απ' όπου, ωστόσο, ο Λι πήρε τις βάσεις για να προχωρήσει (παρά το φυσικό του χάρισμα, αρχικώς δεν αγαπούσε το μπαλέτο).
Η ειρωνεία είναι ότι το πρόσταγμα «να' σαι καλός, να δουλεύεις σκληρά και να μας κάνεις υπερήφανους» κάτω από το οποίο ο Λι Κουνζίν γαλουχήθηκε στην Ακαδημία Χορού του Πεκίνου ίσχυσε και στην Αμερική, αν και σίγουρα κάτω από πιο δημοκρατικές διαδικασίες .
Ο Μπέρεσφορντ (σκηνοθέτης του «Σοφέρ της κυρίας Νταίζη») ακολουθεί την ασφαλή οδό του περιποιημένου μελό που σου δίνει αυτό ακριβώς που περιμένεις να δεις, χωρίς ποτέ να αποκτά τον αέρα μιας μεγάλης ταινίας. Ξεχωρίζουν οι σκηνές του μπαλέτου με πρωταγωνιστή τον επίσης χορευτή Τσι Τσαό, ο οποίος κρατά τον ρόλο του Λι Κουνζίν .
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ΙΝΤΕΑΛ - ΓΑΛΑΞΙΑΣ - ΑΒΑΝΑ - ΑΤΤΑΛΟΣ - ΔΙΑΝΑ - CINE CITY
Στα συντρίμμια της Μόσχας
Επιτέλους, το Χόλιγουντ κατάφερε να μετατρέψει τη Μόσχα σε … κρανίου τόπο και τα κατάφερε γιατί την παραγωγή της ταινίας «Η πιο σκοτεινή ώρα» («The darkest hour», ΗΠΑ/Ρωσία, 2011) την έκανε Ρώσος, ο Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ, γνωστός από την αναβίωση των βαμπιροταινιών («Night watch», «Day watch»).
Σύμφωνα με το σενάριο της «Πιο σκοτεινής ώρας», εξωγήινες οντότητες κατεβαίνουν στη Γη σαν τεράστιες, πορτοκαλί νιφάδες που μόλις καταλήγουν στο έδαφος γίνονται (κυριολεκτικά) αόρατες και μετατρέπουν (κυριολεκτικά) σε σκόνη όποιον έρχεται σε επαφή μαζί τους.
Το γεγονός ότι η σκηνογραφία της ταινίας είναι το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο της δεν οφείλεται στην τύχη αλλά στο γεγονός ότι ο σκηνοθέτης Κρις Γκόρακ είναι αρχιτέκτονας και πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής ταινιών του Στίβεν Σπίλμπεργκ(«Minority report»), του Ντέιβιντ Φίντσερ («Fight club») και άλλων γνωστών δημιουργών.
Ο Γκόρακ βάζει στο μίξερ του ευρήματα από πολύ καλύτερες ταινίες τρόμου και φαντασίας όπως ο «Κυνηγός» του Τζον Μακ Τίρναν όπου και πάλι ο εξωγήινος εχθρός ήταν αόρατος ή το «28 ώρες μετά» του Ντάνι Μπόιλ στην οποία το Λονδίνο έχει την ίδια ακριβώς όψη με τη Μόσχα αυτής της ταινίας, αν και εκεί η επίθεση έχει γίνει με ζόμπι. (Παίζουν οι Έμιλ Χιρς, Μαξ Μινγκέλα, Ρέιτσελ Τέιλορ, Ολίβια Θίρλμπι, Τζόελ Κίναμαν).
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ODEON ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ ΜΑΡΟΥΣΙ - ODEON STARCITY ΣΥΓΓΡΟΥ - STER ΙΛΙΟΝ - VILLAGE MALL - VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ - VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ - VILLAGE ΡΕΝΤΗ - VILLAGE METRO MALL ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ - STER ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - VILLAGE COSMOS
Επιτέλους, το Χόλιγουντ κατάφερε να μετατρέψει τη Μόσχα σε … κρανίου τόπο και τα κατάφερε γιατί την παραγωγή της ταινίας «Η πιο σκοτεινή ώρα» («The darkest hour», ΗΠΑ/Ρωσία, 2011) την έκανε Ρώσος, ο Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ, γνωστός από την αναβίωση των βαμπιροταινιών («Night watch», «Day watch»).
Σύμφωνα με το σενάριο της «Πιο σκοτεινής ώρας», εξωγήινες οντότητες κατεβαίνουν στη Γη σαν τεράστιες, πορτοκαλί νιφάδες που μόλις καταλήγουν στο έδαφος γίνονται (κυριολεκτικά) αόρατες και μετατρέπουν (κυριολεκτικά) σε σκόνη όποιον έρχεται σε επαφή μαζί τους.
Το γεγονός ότι η σκηνογραφία της ταινίας είναι το μόνο ενδιαφέρον στοιχείο της δεν οφείλεται στην τύχη αλλά στο γεγονός ότι ο σκηνοθέτης Κρις Γκόρακ είναι αρχιτέκτονας και πρώην καλλιτεχνικός διευθυντής ταινιών του Στίβεν Σπίλμπεργκ(«Minority report»), του Ντέιβιντ Φίντσερ («Fight club») και άλλων γνωστών δημιουργών.
Ο Γκόρακ βάζει στο μίξερ του ευρήματα από πολύ καλύτερες ταινίες τρόμου και φαντασίας όπως ο «Κυνηγός» του Τζον Μακ Τίρναν όπου και πάλι ο εξωγήινος εχθρός ήταν αόρατος ή το «28 ώρες μετά» του Ντάνι Μπόιλ στην οποία το Λονδίνο έχει την ίδια ακριβώς όψη με τη Μόσχα αυτής της ταινίας, αν και εκεί η επίθεση έχει γίνει με ζόμπι. (Παίζουν οι Έμιλ Χιρς, Μαξ Μινγκέλα, Ρέιτσελ Τέιλορ, Ολίβια Θίρλμπι, Τζόελ Κίναμαν).
Βαθμολογία: 2
Αίθουσες: ODEON ΚΟΣΜΟΠΟΛΙΣ ΜΑΡΟΥΣΙ - ODEON STARCITY ΣΥΓΓΡΟΥ - STER ΙΛΙΟΝ - VILLAGE MALL - VILLAGE ΠΑΓΚΡΑΤΙ - VILLAGE ΦΑΛΗΡΟ - VILLAGE ΡΕΝΤΗ - VILLAGE METRO MALL ΣΤΗ ΘΕΣΣΑΛΟΝΙΚΗ ODEON ΠΛΑΤΕΙΑ - STER ΜΑΚΕΔΟΝΙΑ - VILLAGE COSMOS
«Παντρεύοντας» την Ανατολή με την Ευρώπη
[Στο «Johanna d' Arc of Mongolia» η Ούλρικε Οτινγκερ κοιτάζει με χιούμορ τις πολιτισμικές διαφορές Δύσης και Ανατολής].

To BHMA, 20/1/2012
Ταινίες και φωτογραφίες της παραγνωρισμένης γερμανίδας καλλιτέχνιδος Ούλρικε Οτινγκερ στο Ινστιτούτο Γκαίτε... Αγνωστη στην Ελλάδα αλλά καλλιτέχνις διεθνούς ακτινοβολίας που διαβαίνει χώρους τέχνης, γεωγραφίας και πολιτισμού, με βλέμμα οξυδερκές και υποκειμενικό, η Ούλρικε Οτινγκερ ανήκει στις ιδιάζουσες περιπτώσεις του γερμανικού κινηματογράφου: με τα περάσματά της από τις χώρες της Δυτικής Ευρώπης ως την Απω Ανατολή ή τις πρώην χώρες του Σιδηρού Παραπετάσματος, η Οτινγκερ καδράρει τη σύλληψη και την περιγραφή του «άλλου», του «ξένου» στοιχείου ως εξερευνήτρια των συνόρων της ανθρώπινης αντίληψης και των συνόρων του κόσμου.
Γεύσεις από το έργο της που δεν έχουν προβληθεί ποτέ στη χώρα μας προσφέρει το διπλό αφιέρωμα (κινηματογραφικό και φωτογραφικό) στο Ινστιτούτο Γκαίτε τον Ιανουάριο και τον Φεβρουάριο.
Η «Johanna d' Arc of Mongolia» (1988-1989), που θα προβληθεί τη Δευτέρα 30 Ιανουαρίου στις 20.00, είναι ένας κριτικός-κωμικός διάλογος δυτικών αντιλήψεων και άπω ανατολίτικης πραγματικότητας ανάμεσα σε επτά γυναίκες της Δύσης και μιας πριγκίπισσας της Μογγολίας κατά τη διάρκεια ενός ταξιδιού με τον υπερσιβηρικό σιδηρόδρομο. Οι γυναίκες της Δύσης απάγονται από την όλο φλόγα και πάθος πριγκίπισσα της Μογγολίας και τους καβαλάρηδές της και μεταμορφώνονται από τουρίστριες σε ταξιδεύτριες.
Αγνωστες πτυχές της ιστορίας του Ολοκαυτώματος των Εβραίων παρουσιάζονται στο διάρκειας 275' ντοκυμαντέρ της Οτινγκερ «Exil Shanghai» (1997) που θα προβληθεί την Τρίτη 31 Ιανουαρίου, επίσης στις 20.00: το πολύμορφο πορτρέτο της σύγχρονης Σανγκάης γίνεται το κάδρο μέσα στο οποίο προβάλλονται οι ιστορίες της ζωής έξι Εβραίων ρωσικής, αυστριακής και γερμανικής καταγωγής που από το 1938 ως το 1942 βρήκαν εκεί καταφύγιο προτού η γιαπωνέζικη κατοχή τούς αναγκάσει να μεταναστεύσουν στην Καλιφόρνια.
Η Ούλρικε Οτινγκερ γεννήθηκε το 1942 στην Κωνσταντία της λίμνης Μπόντενζεε. Το 1961 πήγε στο Παρίσι, όπου παρέμεινε για οκτώ χρόνια και εργάστηκε ως καλλιτέχνις, ενώ παράλληλα παρακολουθούσε στη Σορβόννη διαλέξεις Ιστορίας της Τέχνης, Θεολογίας και Εθνολογίας.
Το 1973 η Ούλρικε Οτινγκερ εγκαταστάθηκε στο Βερολίνο και μαζί με την Tαμπέα Μπλούμενσαϊν υλοποίησε τις πρώτες της ταινίες «Λαοκόων και Υιοί. Η ιστορία της μεταμόρφωσης της Εζμεράλντα ντελ Ρίο» (1975) και «Το μάγεμα των γαλάζιων ναυτών» (1975).
Το 1979 ξεκίνησε τη βερολινέζικη τριλογία της «Περί αποκλεισμού και ενσωμάτωσης περιθωριακών στοιχείων στη σύγχρονη κοινωνία» με τις ταινίες «Το πορτρέτο μιας γυναίκας σε κατάσταση μέθης. Εισιτήριο χωρίς επιστροφή», «Ορλάντο ή Τα τέρατα της φύσης. Μικρό παγκόσμιο θέατρο σε πέντε επεισόδια» και «Ο Ντόριαν Γκρέι στον καθρέφτη του κίτρινου Τύπου».
Κινηματογράφησε σε βιομηχανικές ζώνες του Βερολίνου και σε αστικά τοπία, τα οποία «μεταμόρφωσε» δίνοντάς τους μια δραματική διάσταση. Και οι τρεις αυτές ταινίες έλαβαν διεθνείς διακρίσεις.
Η συνοδευτική έκθεση στο Ινστιτούτο Γκαίτε εγκαινιάστηκε την Τετάρτη 11 Ιανουαρίου και παρουσιάζει μια αντιπροσωπευτική τομή του κινηματογραφικού και φωτογραφικού έργου της Οτινγλερ σε έξι ενότητες: En face, Mongolia, Theatrum Sacrum, Αγορά, Καθημερινότητα και Αρχιτεκτονική. Θα εκτεθούν 56 φωτογραφίες. Κάποιες προέκυψαν παράλληλα με τα κινηματογραφικά έργα της και κάποιες προέρχονται από αυτά.
Οι εικόνες της (είτε ως φωτογραφική είτε ως κινηματογραφική τέχνη) έχουν παρουσιαστεί σε μεγάλες εκθέσεις (π.χ. Documenta), γκαλερί και μουσεία του κόσμου (π.χ. Museum of Modern Art New York) και συμπεριληφθεί σε σημαντικές ιδιωτικές και δημόσιες συλλογές τέχνης.
Η έκθεση θα διαρκέσει ως την Τρίτη 28 Φεβρουαρίου. (Ωρες λειτουργίας: Δευτέρα ως Παρασκευή 9.00-19.00, Σάββατο 9.00-13.00). Ινστιτούτο Γκαίτε: Ομήρου 14 -16 Αθήνα.
Ο Νάνι Μορέτι πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του φετινού Φεστιβάλ των Καννών
Ο Ιταλός ηθοποιός και σκηνοθέτης Νάνι Μορέτι, ο οποίος είχε τιμηθεί το 2001 με τον Χρυσό Φοίνικα, θα είναι ο πρόεδρος της κριτικής επιτροπής του 65ου Φεστιβάλ των Καννών, το οποίο θα διεξαχθεί από τις 16 ώς τις 27 Μαΐου.
Ο Νάνι Μορέτι, 58 χρόνων, διαδέχεται στην προεδρία του φεστιβάλ τον Αμερικανό σκηνοθέτη και ηθοποιό Ρόμπερτ Ντε Νίρο.
Στο παρελθόν έχει παρουσιάσει έξι ταινίες στο Φεστιβάλ των Καννών, μεταξύ των οποίων το «Habemus Papam» πέρυσι, ενώ ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής το 1997, στην 50ή διοργάνωση.
«Είναι χαρά, τιμή και μεγάλη ευθύνη να είσαι πρόεδρος της επιτροπής του κινηματογραφικού φεστιβάλ με το μεγαλύτερο κύρος στον κόσμο, το οποίο διεξάγεται σε μια χώρα που ανέκαθεν αντιμετώπιζε τον κινηματογράφο με προσοχή και σεβασμό» δήλωσε, αποδεχόμενος την πρόσκληση που του έγινε.
Ο Νάνι Μορέτι, 58 χρόνων, διαδέχεται στην προεδρία του φεστιβάλ τον Αμερικανό σκηνοθέτη και ηθοποιό Ρόμπερτ Ντε Νίρο.
Στο παρελθόν έχει παρουσιάσει έξι ταινίες στο Φεστιβάλ των Καννών, μεταξύ των οποίων το «Habemus Papam» πέρυσι, ενώ ήταν μέλος της κριτικής επιτροπής το 1997, στην 50ή διοργάνωση.
«Είναι χαρά, τιμή και μεγάλη ευθύνη να είσαι πρόεδρος της επιτροπής του κινηματογραφικού φεστιβάλ με το μεγαλύτερο κύρος στον κόσμο, το οποίο διεξάγεται σε μια χώρα που ανέκαθεν αντιμετώπιζε τον κινηματογράφο με προσοχή και σεβασμό» δήλωσε, αποδεχόμενος την πρόσκληση που του έγινε.
Thursday, January 19, 2012
Ολοι οι σταρ έφυγαν με.... Σφαίρες
Χρυσή Σφαίρα καλύτερου ηθοποιού σε δράμα πήρε ο Τζορτζ Κλούνεϊ για την ερμηνεία του στους «Απόγονους». Πάνω με τον νέο του έρωτα, Στέισι Κίμπλερ
ΣΤΟΝ ΔΡΟΜΟ ΓΙΑ ΤΑ ΟΣΚΑΡ
Σε Μέριλ Στριπ, Μισέλ Γουίλιαμς, Κλούνεϊ, Σκορσέζε, Γούντι Αλεν τα βραβεία των Δημοσιογράφων του Χόλιγουντ, με το «The artist» να μετρά τρεις διακρίσεις....Οπως ήταν αναμενόμενο, το φιλμ που διεκδικεί όλες τις δάφνες της σεζόν, το «The artist» του Μισέλ Χαζαναβίσιους, πήρε τα περισσότερα χρυσά αγαλματίδια στις Χρυσές Σφαίρες, που δόθηκαν την Κυριακή στο Λος Αντζελες. Με τρία βραβεία -καλύτερης ταινίας στην κατηγορία κωμωδία ή μιούζικαλ, ηθοποιού σε κωμωδία για τον Γάλλο Ζαν Ντιζαρντέν και μουσικής επένδυσης- το «The artist» έλαμψε διά της ασπρόμαυρης γοητείας του, ενώ οι «Απόγονοι» του Πέιν έδειξαν τα δόντια τους κερδίζοντας βραβείο καλύτερου ηθοποιού σε δράμα για την ερμηνεία του Τζορτζ Κλούνεϊ, καθώς και καλύτερης ταινίας στην κατηγορία του δράματος.
Οι δύο αυτές ταινίες και οι ευτυχείς συντελεστές τους ήταν οι μεγάλοι νικητές της βραδιάς αλλά και, όπως όλα δείχνουν, οι μεγάλοι αντίπαλοι των επερχόμενων Οσκαρ. Η τελετή κύλησε με τον Αγγλο οικοδεσπότη Ρίκι Τζερβέιζ να μοιράζει καυστικές ατάκες στους υποψήφιους που κάθονταν στα τραπέζια της μεγάλης σάλας του Μπέβερλι Χίλτον.
Μοιρασιά, από πλευράς βραβείων, στη μακροσκελή λίστα των κατηγοριών της, όπου περιλαμβάνονται και τηλεοπτικές σειρές, έκανε γενικώς και η Ενωση Ανταποκριτών Ξένου Τύπου του Χόλιγουντ, η τελετάρχης της 69ης Απονομής των Χρυσών Σφαιρών. Οι δημοσιογράφοι της ένωσης αποφάσισαν, εκτός των άλλων, πως η Μέριλ Στριπ για τη «Σιδηρά κυρία», η Μισέλ Γουίλιαμς για το «Επτά μέρες με τη Μέριλιν», η Οκτάβια Σπένσερ για τις «Υπηρέτριες» και ο Κρίστοφερ Πλάμερ για τους «Πρωτάρηδες» πρέπει να διακριθούν για τις ερμηνείες τους, όπως κι έγινε.
Βραβεία πήραν και τρεις βετεράνοι: ο Μάρτιν Σκορσέζε κράτησε τη Χρυσή Σφαίρα για τη σκηνοθεσία του «Hugo», ο Γούντι Αλεν βραβεύτηκε για το σενάριο της κομεντί «Μεσάνυχτα στο Παρίσι» και ο Μόργκαν Φρίμαν ήταν το τιμώμενο πρόσωπο παραλαμβάνοντας το βραβείο Σεσίλ Μπ. ΝτεΜιλ για το σύνολο της καριέρας του. Ως καλύτερη ταινία κινουμένων σχεδίων ψηφίστηκαν από την ένωση «Οι περιπέτειες του Τεν Τεν: Το μυστικό του μονόκερου» του Σπίλμπεργκ, ενώ ως καλύτερο ξενόγλωσσο φιλμ το ιρανικό «Ενας χωρισμός» του Φαραντί.
ΚΟΚΚΙΝΟ ΧΑΛΙ
Ο χαριτωμένος Αγκι και «γουέστερν λουκ» για κλάματα
Ο χαριτωμένος Αγκι και «γουέστερν λουκ» για κλάματα
Συνηθισμένοι σε ακριβοθώρητα γκαλά και πάσης φύσεως βραβεύσεις, οι σταρ -και ήταν πολλοί αυτήν τη φορά- περπάτησαν στο κόκκινο χαλί έξω από το Μπέβερλι Χίλτον του Λος Αντζελες αφήνοντας τις καλύτερες και τις χειρότερες εντυπώσεις.
Στους καλοντυμένους της εκδήλωσης, η Αντζελίνα Τζολί ξεχώρισε με τη λευκή τουαλέτα Βερσάτσε και το κόκκινο τελείωμα στο μπούστο της, καθώς και η Σαρλίζ Θέρον με το ροζ Dior φόρεμα. Στους κακοντυμένους η Μέριλ Στριπ με ένα ανεκδιήγητο «γουέστερν λουκ».
Την παράσταση, ωστόσο, έκλεψε απ' όλους ο χαριτωμένος Αγκι, το τεριέ του «The artist», που οι φωτογράφοι απαθανάτισαν να κυλιέται στο χαλί αλλά και αγκαλιά... με τα βραβεία που μάζεψε η γαλλο-βελγική παραγωγή. «Απουσία» πήραν ο Ράιαν Γκόσλινγκ («Drive», «Αι ειδοί του Μαρτίου») και ο Γούντι Αλεν, που, ωστόσο, μπορεί να παρευρεθούν σε ένα από τα επόμενα ραντεβού της χολιγουντιανής ελίτ που θα είναι τακτικά από εδώ και στο εξής, λόγω των συνεχών βραβεύσεων των διάφορων ενώσεων.
Ζαν Ντιζαρντέν, Μισέλ Χαζαναβίσιους, Μπερενίς Μπεζό και ο χαριτωμένος Αγκι, το τεριέ του «The artist» που έκλεψε την παράσταση.
Η κορυφαία, πάντως, συνάντηση της χρονιάς έχει οριστεί για την Κυριακή 26 Φεβρουαρίου στο Κόντακ Θίατερ του Λος Αντζελες, ημέρα απονομής των Οσκαρ. Προηγουμένως, η ανακοίνωση των οσκαρικών υποψηφιοτήτων, στις 24 Ιανουαρίου, θα ορίσει και τα φαβορί της λαμπερής γιορτής.
ΧΡΥΣΕΣ ΣΦΑΙΡΕΣ 2012
- Καλύτερη ταινία - Δράμα, «Οι απόγονοι»
- Καλύτερη ταινία, «The artist»
- Α΄ Ανδρικός ρόλος - Δράμα, Τζορτζ Κλούνεϊ
- Α΄ Ανδρικός ρόλος - Κωμωδία, Ζαν Ντιζαρντέν
- Α΄ Γυναικείος ρόλος - Δράμα, Μέριλ Στριπ
- Α' Γυναικείος ρόλος - Κωμωδία, Μισέλ Γουίλιαμς
- Β΄Ανδρικός ρόλος, Κρίστοφερ Πλάμερ
- Β΄ Γυναικείος ρόλος, Οκτάβια Σπένσερ
- Καλύτερη σκηνοθεσία, Μάρτιν Σκορσέζε
- Καλύτερο σενάριο, Γούντι Αλεν
- Καλύτερο πρωτότυπο τραγούδι, «W.E.»: Μαντόνα, Τζούλι Φροστ, Τζίμι Χάρι
- Καλύτερο σάουντρακ, «The artist»: Λουντοβίκ Μπουρς
- Καλύτερη ταινία κινουμένων σχεδίων, «Οι περιπέτειες του Τεν Τεν: Το μυστικό του μονόκερου»
- Καλύτερη ξενόγλωσση ταινία, «Ενας χωρισμός» (Ιράν)
ΑΝΤΑ ΔΑΛΙΑΚΑ, ΕΘΝΟΣ, 17/1/2012
Monday, January 2, 2012
Τιμητική Χρυσή Άρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου για τη... «Σιδηρά» Μέριλ Στριπ
Κάθε χρονιά είναι η χρονιά της. Με ερμηνείες που κερδίζουν το κοινό, μία χαμηλών τόνων προσωπικότητα, παραμένοντας μακριά από τα φώτα του Χόλιγουντ, η Μέριλ Στριπ είναι μια μεγάλη σταρ και μια σπουδαία ηθοποιός. Φέτος που η Σιδηρά Κυρία βγαίνει στις αίθουσες, το κινηματογραφικό Φεστιβάλ Βερολίνου αποφάσισε να της απονεμηθεί μία τιμητική Χρυσή Άρκτο.
Κινηματογραφικές Τετάρτες... Αφιέρωμα στον Ρώσο σκηνοθέτη Αλεξάντερ Σοκούροφ στο Ίδρυμα Κακογιάννη
Το ραντεβού της Τετάρτης με τον κινηματογράφο, που καθιέρωσε τον περασμένο μήνα το Ίδρυμα Κακογιάννη, συνεχίζεται και τον μήνα Ιανουάριο με προβολές κινηματογραφικών αριστουργημάτων και δωρεάν είσοδο για το κοινό.
Μετά το μικρό αφιέρωμα στον Γούντι Αλεν το Ίδρυμα Κακογιάννη συνεχίζει με αφιέρωμα στον βραβευμένο για την ταινία «Φάουστ», Αλεξάντερ Σοκούροφ.
Τέσσερις ταινίες του Ρώσου δημιουργού θα προβληθούν τις τέσσερις Τετάρτες του μήνα, ξεκινώντας στις 4 Ιανουαρίου με την ελεγειακή «Μητέρα και Γιος».
Μετά το μικρό αφιέρωμα στον Γούντι Αλεν το Ίδρυμα Κακογιάννη συνεχίζει με αφιέρωμα στον βραβευμένο για την ταινία «Φάουστ», Αλεξάντερ Σοκούροφ.
Τέσσερις ταινίες του Ρώσου δημιουργού θα προβληθούν τις τέσσερις Τετάρτες του μήνα, ξεκινώντας στις 4 Ιανουαρίου με την ελεγειακή «Μητέρα και Γιος».
Subscribe to:
Posts (Atom)






