Μέχρι τις 13 Σεπτεμβρίου συνεχίζεται στον κινηματογράφο «Palace Cinema Como» στη νότια Γιάρα (South Yiarra) της Μελβούρνης, το 16ο Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου, που εγκαινιάστηκε με ξέχωρη επιτυχία την περασμένη Τετάρτη, 2 Σεπτεμβρίου.
Η πρεμιέρα του Φεστιβάλ έγινε από δυο ομογενείς, αστέρια του αυστραλιανού κινηματογράφου και θεάτρου. Την Ζωή Καρύδη και τον Τόνι Νικολακόπουλο, παρουσία εκατοντάδων φίλων του ελληνικού κινηματογράφου.
Το Φεστιβάλ Ελληνικού Κινηματογράφου, που διεξάγεται και σε άλλες μεγάλες πόλεις της Αυστραλίας, συγκεντρώνει πολλές χιλιάδες θεατές ετησίως.
Μεταξύ των περίπου 20 ταινιών που προβάλλονται στο φετινό φεστιβάλ, είναι και το βραβευμένο στις Κάνες φιλμ του Γιώργου Λάνθιμου «Κυνόδοντας».
Στο Ελληνικό Φεστιβάλ Κινηματογράφου, που προβάλλεται και από τα αυστραλιανά μέσα ενημέρωσης, αναφέρεται και δημοσίευμα της εφημερίδας «The Age», που παρουσίασε τις σημαντικότερες ταινίες που θα προβληθούν με την υπογράμμιση ότι απευθύνεται τόσο στην ελληνική κοινότητα της Μελβούρνης όσο και στο ευρύτερο κοινό.
Όπως επισημαίνει η συντονίστρια του Φεστιβάλ κ. Πένυ Κυπριανού, στη Μελβούρνη υπάρχει μια πολυπληθής κοινότητα Ελληνοαυστραλών που ανυπομονούν να δουν τις πρόσφατες επιτυχίες του ελληνικού κινηματογράφου, ενώ το Φεστιβάλ ελπίζει να έχει και ευρύτερη απήχηση στο κινηματογραφόφιλο κοινό.
Το Φεστιβάλ περιλαμβάνει ταινίες που σημείωσαν εμπορική επιτυχία στην Ελλάδα τον τελευταίο ενάμιση χρόνο, ταινίες που βραβεύτηκαν καθώς και ταινίες Eλληνοαυστραλών σκηνοθετών.
Το θράσος είναι η μοναδική, όπως αποδεικνύεται, «τακτική» για να αποφύγει ο δικομματισμός να κρύψει την πλήρη ταύτισή του και στον τομέα του κινηματογράφου. Χτες, η εκπρόσωπος του ΠΑΣΟΚ, για θέματα Πολιτισμού, Μαρία Δαμανάκη, εγκάλεσε το υπουργείο Πολιτισμού για «αδιαφορία» μπροστά στο ενδεχόμενο να μην υπάρχουν ελληνικές ταινίες στο φετινό Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, όπως ανακοίνωσαν πάνω από 60 κινηματογραφιστές σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη ύπαρξη «νέου» θεσμικού πλαισίου για τον κινηματογράφο.
Το ΠΑΣΟΚ λέει ότι «κραυγή αγωνίας για τον ελληνικό κινηματογράφο, 64 Ελλήνων σκηνοθετών και παραγωγών, μάς συγκινεί όλους, εκτός από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι υποσχέσεις πάνε και έρχονται επί χρόνια και την ίδια στιγμή η κατάσταση κινείται εκτός λογικής. Οπως έχω καταγγείλει από πέρυσι - με πλήρη τεκμηρίωση - από τα 18 εκατ. ευρώ που δίνει το κράτος για το σινεμά, καταλήγουν για παραγωγή ταινιών μόνο τα 3,5 εκατ. ευρώ». Και καταλήγει με το «βαρύγδουπο»: «Εκτός από τις εκλογές, υπάρχει και ο πολιτισμός»..!
Δεν είναι η πρώτη φορά (και σίγουρα όχι η τελευταία) που το ΠΑΣΟΚ νομίζει πως οι κινηματογραφιστές έχουν... «λοβοτομηθεί». Αν συγκρίνει κανείς τις θέσεις του ΠΑΣΟΚ και της ΝΔ για τον πολιτισμό γενικότερα θα δυσκολευτεί να βρει σε ποιο από τα δύο κόμματα ανήκουν, αφού δεν υπάρχει τομέας του πολιτισμού που να μη συνδέεται, άμεσα ή έμμεσα, με την «ιδιωτική πρωτοβουλία». Το ΠΑΣΟΚ, που ως κυβέρνηση τη 10ετία του '90 άνοιξε το δρόμο της εμπορευματοποίησης του Φεστιβάλ Κινηματογράφου μετατρέποντάς το σε ιδιωτικού δικαίου και εξορίζοντας την ελληνική κινηματογραφική δημιουργία μετατρέποντάς το σε «Διεθνές»... «κλαίει» για ανεκπλήρωτες υποσχέσεις. Το ΠΑΣΟΚ, που «έστελνε» το Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου στους τραπεζικούς δανεισμούς, για να βγάζει τα έξοδά του, ενώ το 2003 ο Ε. Βενιζέλος, ως υπουργός Πολιτισμού πρότεινε σε κάθε εθνικό κέντρο κινηματογράφου να φέρει μαζί του... και μια τράπεζα, χύνει «κροκοδείλια δάκρυα» που η ΝΔ το ενέταξε στο νόμο περί ΔΕΚΟ.
Μόλις το 2006 το ΠΑΣΟΚ παρουσίασε τις θέσεις του για τον κινηματογράφο, οι οποίες δεν απέχουν «ρούπι» ούτε από το νομοσχέδιο - «Τατούλη» τότε, ούτε από τις σημερινές νομοθετικές προτάσεις της κυβέρνησης. «Στήριξη» του ελληνικού κινηματογράφου για το ΠΑΣΟΚ δε νοείται χωρίς τον κυρίαρχο ρόλο του κεφαλαίου. Υπερθεματίζει στα «κίνητρα» προς τους ιδιώτες παραγωγούς, φτάνοντας στο σημείο να πει: «Οι στόχοι όλων αυτών των μέτρων είναι να υπάρξει επιτέλους ΑΥΤΟΧΡΗΜΑΤΟΔΟΤΟΥΜΕΝΗ κινηματογραφική παραγωγή»! Τι λέει (και) σήμερα; «Παράλληλα, δημιουργούμε τις προϋποθέσεις για την υγιή συνεργασία ανάμεσα στον δημόσιο και τον ιδιωτικό τομέα για την συγχρηματοδότηση πολιτιστικών δράσεων (...)». Τελικά, δηλαδή, απουσία κάθε δημόσιου - κοινωνικού ελέγχου και ασυδοσία του κεφαλαίου. Διότι περί αυτού πρόκειται. [Ριζοσπάστης, 05/09/2009]
Το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης κινδυνεύει να γιορτάσει τα 50 χρόνια του χωρίς ελληνικές ταινίες. Η κραυγή αγωνίας για τον ελληνικό κινηματογράφο 64 Ελλήνων σκηνοθετών και παραγωγών μας συγκινεί όλους, εκτός από την πολιτική ηγεσία του Υπουργείου Πολιτισμού. Οι υποσχέσεις πάνε και έρχονται επι χρόνια και την ίδια στιγμή η κατάσταση κινείται εκτός λογικής. Όπως έχω καταγγείλει από πέρυσι - με πλήρη τεκμηρίωση - από τα 18 εκατ. ευρώ που δίνει το κράτος για το σινεμά καταλήγουν για παραγωγή ταινιών μόνο τα 3,5 εκατ. ευρώ. Ο κ. Υπουργός Πολιτισμού δεν δικαιούται να σιωπά. Το θέμα δεν ανήκει σε υπηρεσιακούς παράγοντες. Είναι ευθύνη της πολιτικής ηγεσίας. Εκτός από τις εκλογές υπάρχει και ο πολιτισμός! [Μαρία Δαμανάκη]
Να συμμετάσχουν στη φετινή, 50ή, διοργάνωσή του καλεί το Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης τους πάνω από 60 Ελληνες κινηματογραφιστές που τον περασμένο Ιούνιο αποφάσισαν να αποσύρουν τις ταινίες τους σε ένδειξη διαμαρτυρίας για τη μη κατάθεση του νομοσχεδίου για τον κινηματογράφο από την κυβέρνηση.
Το βασικό επιχείρημα του Φεστιβάλ είναι ότι λόγω των εκλογών «παγώνει» κάθε νομοθετική εξέλιξη και γι' αυτό καλεί τους κινηματογραφιστές «να συμμετάσχουν στο 50όΦεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης και να αξιοποιήσουν την ευκαιρία, για να παρουσιάσουν τις ταινίες τους, να αναπτύξουν τις θέσεις τους και να προβάλουν τις απόψεις τους».
Να θυμίσουμε πάντως ότι το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι η μη κατάθεση του νομοσχεδίου, αλλά το περιεχόμενό του. Το οποίο υποσκάπτει την πραγματική αγωνία και αυτών των κινηματογραφιστών για το μέλλον του ελληνικού κινηματογράφου, αφού κινείται στον εμπορευματικό προσανατολισμό που επιβάλλει η ΕΕ και αποδέχονται πλήρως όλες οι ελληνικές κυβερνήσεις. Προωθεί τη σύσταση και άλλων ανωνύμων εταιρειών (όπως του ινστιτούτου σεναρίου που προτείνει και η διορισμένη από το υπουργείο Πολιτισμού νομοπαρασκευαστική επιτροπή) αντί να απαιτήσουν την κοινωνικοποίηση όλων των φορέων του χώρου (Ελληνικό Κέντρο Κινηματογράφου, Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης κλπ.), αποδέχονται την ιδιωτικοοικονομική λειτουργία των κρατικών φορέων και παγιδεύονται στη λογική των «κινήτρων» προς το κεφάλαιο του οπτικοακουστικού τομέα. [Ριζοσπάστης, 04/09/2009]
Του Δημήτρη Δανίκα, Τα Νέα: Πέμπτη 3 Σεπτεμβρίου 2009
Ανελέητος βομβαρδισμός αιθουσών. Εννιά πρεμιέρες σε αλληλοσπαραγμό. Από τις ΗΠΑ και την Ελλάδα μέχρι την Ισλανδία. Τα πάντα. Αnd the winner is... «Ο γιος του Τσάρλι». Του «άγνωστου» Κάρολου Ζωναρά. Απίστευτο κι όμως πραγματικό. Ένα αυθεντικό ελληνικό trash κερδίζει την πολυπληθή κούρσα με φώτο φίνις!
Για να πω την αλήθεια, όταν πρώτη φορά το είδα στο περασμένο Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης, το προσπέρασα σαν γραφικό πρωτόλειο μειρακίου που για πρώτη φορά πιάνει μηχανή στα χέρια του. Λάθος και πλάνη. Ποτέ μην εμπιστεύεσαι τα φεστιβάλ. Τα κριτήρια επιπόλαια και ρηχά. Γι΄ αυτό πάντα διπλοτσεκάρω τις ταινίες πιο ψύχραιμα και σωστά. Πάμε τώρα στα βαθιά. Για να το κρίνω πρέπει πρώτα να βγάλω το κοστούμι, τη γραβάτα και τις προκαταλήψεις. Ο Τσάρλι, παιδιά, απευθύνεται αποκλειστικά σε όσους είναι αποφασισμένοι να χωθούν μαζί του στον σκουπιδοτενεκέ της κοινωνίας χωρίς να πιάσουν τη μύτη τους ούτε μία φορά!
Με έναν λόγο, το «Γιος του Τσάρλι» εντελώς trash. Εξ όσων ταινιών έχω δει, το μοναδικό αυθεντικό σκουπίδι από συστάσεως ελληνικού σινεμά. Τι πάει να πει αυτό; Τα πρόσωπα, οι ρόλοι, το στόρι και οι χώροι συγκροτούν μια μεγαλειώδη και απωθητική πινακοθήκη τεράτων. Νονοί της νύχτας, νταβατζήδες, πόρνες, κουμπουροφόροι, μπουκαδόροι, τραβεστί και πάσης φύσεως ρεμάλια μπαινοβγαίνουν άλλοτε υποταγμένοι και άλλοτε σαν άγρια τσακάλια. Όποιος αντέχει, καλώς να έρθει. Ακόμα, trash είναι το χυδαίο, το χαλασμένο, το περιθωριακό και το φτηνό. Όλα μαζί. Σε μικρές διαστάσεις. Το «Νονός», η τοιχογραφία της μαφίας και της εξουσίας. Το «Γιος του Τσάρλι», τα αποφάγια και η γόπα του Ντον Κορλεόνε. Καταλάβατε;
Το δεύτερο σημείο υπεροχής του Κάρολου Ζωναρά είναι η αντιστροφή των αγγελικών τεράτων του Πιέρ Πάολο Παζολίνι. Παρέα με δάνεια και επιρροές από τον Φασμπίντερ, βυθίζεται στην κόλαση χωρίς να επενδύει, σε κανένα από τα ζωντανά σκουπίδια του, ούτε μισό ελαφρυντικό. Ίσως μόνο στους τραβεστί. Ελεγχόμενο κι αυτό. Του ξέφυγε; Το έκανε επίτηδες; Το σχεδίασε; Μου είναι αδιάφορο. Στην κόλαση μπαίνει, διαβόλους φέρνει. Πάει, τελείωσε!
Το τρίτο σημείο υπεροχής είναι η δραματουργία των χαρακτήρων του. Απ΄ αυτούς εξαιρώ τους τραβεστί. Εδώ υποκλίνεται στην ευκολία και τη γραφικότητα. Εδώ το σχήμα, τα καλιαρντά, τα ανέκδοτα. Ο Ζωναράς- όπως και οι περισσότεροι σκηνοθέτες- δυσκολεύεται να επεξεργαστεί τους θετικούς χαρακτήρες. Εδώ το λάθος του. Εδώ η γραφικότητά του και οι αδυναμίες του. Όμως η πινακοθήκη των γκάνγκστερ αναβαθμίζει το σκουπίδι του στο επίπεδο του «Long Good Friday» («Βρώμικο Σαββατοκύριακο») του Τζον Μακένζι και του 1988. Μπορεί- σε ορισμένα σημεία- να τον κερδίζει. Εδώ με τρεις σαρωτικές παρουσίες. Επικεφαλής ο αγνώριστος με χαρακτηριστικά παρηκμασμένου Ινδιάνου, ένας παραμορφωμένος, φουριόζος και ορμητικός Φαίδων Γεωργίτσης. Ομολογώ δεν τον αναγνώρισα. Έτσι, όταν στα credits έψαξα, έμεινα με το στόμα ανοιχτό. Η καλύτερη κινηματογραφική παρουσία του. Βy far. Σε σημείο που να κοιτάει στα μάτια τον Μπομπ Χόσκινς του «Βρώμικου Σαββατοκύριακου». Υποκλίνομαι στον αρχηγό. Η καλύτερη ερμηνεία του περσινού Φεστιβάλ. Το βραβείο στον γίγαντα χωρίς δεύτερη κουβέντα. Πού τέτοια αξιοκρατία. Άδεια κοστούμια, άδεια βραβεία. Από κοντά ο Κώστας Βουτσάς. Σε δεύτερο ρόλο, ως Βig John. Όποιος νέος σκηνοθέτης εξασφαλίσει Βουτσά κερδίζει πρώτο αριθμό λαχείου χωρίς πολλά λεφτά. Από γερή ράτσα και ακλόνητη γενιά. Στα εβδομήντα του διάγει δεύτερη καριέρα, ανθόσπαρτη και πολυδιάστατη. Από κοντά και ο Γιώργος Γιαννόπουλος, ο αρχιτραμπούκος του Τσάρλι (Φαίδων Γεωργίτσης). Και οι τρεις της πρώτης σειράς.
Και για να τελειώνω. Ένα συνιστώ. Μην ψάχνετε κοινωνικές αναφορές και ηθικοπλαστικά διδάγματα. Μια άσκηση ύφους είναι. Έτσι το είδε, έτσι το έκανε. Άνοιξε τον σκουπιδοτενεκέ της νύχτας και χωρίς ενδοιασμούς όρμησε και βρώμισε. Φτηνός ο προϋπολογισμός. Φτηνή η ταινία. Φτηνοί οι χαρακτήρες. Όλα στη φτήνια. Αλλά, όπως στην εμποροπανήγυρη της Αμαλιάδας, έτσι κι εδώ. Μερικές φορές οι γύφτοι πουλάνε μεταξωτές κορδέλες για φύκια. Και πού ΄σαι; Χίλιες φορές αυτή η αυθεντική φτήνια, από εκείνη τη μεγαλόστομη και πολυτελή του Κουέντιν Ταραντίνο, με τον τάχα μου ανορθόγραφο τίτλο «Άδωξοι μπάσταρδη»!
Με δυο λόγια: Στους σκουπιδοτενεκέδες της αθηναϊκής νύχτας, μικρονονός, προερχόμενος από την ελληνική ομογένεια της Αστόριας με το όνομα Τσάρλι (Φαίδων Γεωργίτσης), γδέρνει τα πορτοφόλια του πεζοδρομίου, των τραβεστί και των μπαρ της περιοχής. Με αρχιτραμπούκο τον Τόνη (Γιώργος Γιαννόπουλος), έναν κρυφο-ομοφυλόφιλο που γουστάρει να κοιμάται με μια τραβεστί. Η Τζόι (Κάτια Ουόλις), η γκόμενα του Τσάρλι, πνιγμένη στα ναρκωτικά. Κάτι την βασανίζει από παλιά. Ταυτοχρόνως ένας αμίλητος νεαρός εμφανίζεται από το πουθενά (Νεκτάριος Παπαλεξίου). Κοιμάται στους δρόμους, τρώει από τα σκουπίδια και όλη την ώρα παρακολουθεί την... αγαθοεργία του Τσάρλι. Μπας και ο τύπος είναι ο γιος του Τσάρλι; Μπας και είναι το μωρό που το πέταξε στα σκουπίδια της Αμερικής; Και την ώρα που συμβαίνουν όλα αυτά, ένας μεγαλογκάνγκστερ με το όνομα Βig John (Κώστας Βουτσάς) βουρτσίζει τα δόντια του να καταβροχθίσει το μικρό ψάρι!
«Ο γιος του Τσάρλι»
Αυθεντικό σκουπίδι Γκάνγκστερ, τραμπούκοι, πόρνες, τραβεστί Ο καλύτερος Φαίδων Γεωργίτσης
ΒΑΘΜΟΙ = 6 1/2
(αληθινό trash)
Η τέχνη της εικονικής πραγματικότητας
Εβδομάδα σκουπιδιών. Όπως ο «Τσάρλι», έτσι και ο «Gamer» (ο τύπος που μπαίνει σε επικίνδυνο παιχνίδι). Των Μαρκ Ντεβελντάιν και Μπράιαν Τέιλορ. Οι δύο τύποι που είχαν υπογράψει μια χαλκομανία με τίτλο «Crank: Ηigh voltage». Κάτι σαν προπόνηση πριν από το πρωτάθλημα, με γκολτζή το «Gamer». Και πράγματι. Η μεταμόρφωση σε αφήνει με ανοιχτό το στόμα! Ο λόγος εντελώς εικαστικός. Οι μάγκες αναμειγνύουν την πραγματικότητα με το videogame. Μια μεταμοντέρνα οπερέτα action movie, με μια κάμερα που ζωγραφίζει. Ζογκλέρ οι τύποι. Ο αμφιβληστροειδής βομβαρδίζεται ανηλεώς. Όλα άνω-κάτω. Η αυτοκρατορία της ασυμμε τρίας, του χάους, της ασυναρτησίας. Με μια εφιαλτική υπερπαραγωγή. Από το σήμερα, στην αυριανή κόλαση της τεχνολογίας. Γι΄ αυτό οι χαρακτήρες μπαινοβγαίνουν από κάποια φανταστική πύλη και όλοι μοιάζουν με ήρωες από παιχνίδι. Γι΄ αυτό το εικαστικό αποτέλεσμα εντελώς videogame. Και γι΄ αυτό ο φουτουρισμός. Είναι και δεν είναι αληθινό.
Το στόρι, εντελώς μελλοντολογικό και καταστροφικό. Όπου στο μέλλον, και μέσω Διαδικτύου, θα οργανώνονται παιχνίδια προσομοίωσης με πολλούς παίκτες, που έτσι θα πραγματοποιούν τις πιο απόκρυφες φαντασιώσεις τους. Ο εφιάλτης στον δρόμο της τεχνολογίας. Μια πολυεθνική εταιρεία τέτοιων προϊόντων διασκέδασης, ο κατασκευαστής ενός θανάσιμου παιχνιδιού. Κάτι σαν ταινία ιδιωτικής χρήσεως, με περιεχόμενο ακραίο και νοσηρό. Θανατοποινίτες, όργανα ενός παιχνιδιού που ελέγχεται από πλούσιους παίκτες, σ΄ ένα κυνηγητό μέχρι τελικής πτώσεως. Με έναν λόγο, ο ζωντανός άνθρωπος, ο πραγματικός, με σάρκα και οστά, θα μεταμορφώνεται σε «αντικείμενο», σε ήρωα videogame, και η ζωή του θα κρέμεται από τα δάχτυλα και τις επιθυμίες των παικτών. Τρομερό! Όπως ακριβώς στο παρελθόν, όπου ζάπλουτοι γαιοκτήμονες επιδίδονταν σε κυνήγι ανθρώπινων κεφαλών. Κάτι σαν ρώσικη ρουλέτα διαστημικής τεχνολογίας.
Έτσι οι δύο σκηνοθέτες υποστηρίζουν το εικαστικό τους υλικό. Έτσι η αισθητική αντικαθιστά το σενάριο και την πλοκή. Έτσι η τεχνολογία είναι η αισθητική και η ουσία της ταινίας. Έτσι το «Gamer» πάει ένα βήμα πιο μπροστά το είδος της φουτουριστικής, φανταστικής περιπέτειας. Προφητικό. Α, ξέχασα κάτι σημαντικό: όλοι οι ηθοποιοί (Τζέραρντ Μπάτλερ, Μάικλ Χολ, Άμπερ Βαλέτα, Άλισον Λόμαν, Κίρα Σέτζγουικ) είναι κουρδισμένοι στον ίδιο τεχνολογικό χορό. Άψυχοι, ψεύτικοι, εικονικοί. Και, για να μη παρεξηγηθώ, ένα πράγμα για το κοινό: μόνο για θεατές εξοικειωμένους με το videogame και την τεχνολογία. Οι υπόλοιποι θα το φτύσουν και μπορεί να κάνουν εμετό!
«Gamer»
Η τέχνη της τεχνολογίας Η ταινία ως videogame Εφιαλτική, χαοτική, μελλοντολογία
ΒΑΘΜΟΙΑ = 6 1/2
(film making τρομερό)
Μπετόβεν στα σκουπίδια
Είπαμε, η εβδομάδα είναι των σκουπιδιών. Από αληθινό περιστατικό που συνέβη στη ζωή του μεγαλοδημοσιογράφου των «Λος Άντζελες Τάιμς», Στιβ Λοπέζ (Ρόμπερτ Ντάουνι τζούνιορ). Όταν ψάχνοντας στα πεζοδρόμια των χιλιάδων αστέγων της Πόλης των Αγγέλων έπεσε πάνω σε μια ταλεντάρα του τσέλο με το όνομα Ναθάνιελ Άντονι Έιρς (Τζέιμι Φοξ). Ως εκ τούτου «Τhe soloist»- και ελληνιστί «Ο βιρτουόζος». Με σκηνοθέτη τον Βρετανό Τζο Ράιτ της «Εξιλέωσης». Εξωτερικά το αποτέλεσμα ευπρεπές, καλοφτιαγμένο, καλοσιδερωμένο και οργανωμένο. Με επιμύθιο το γνωστό και εντελώς αγγλοσαξονικό. Των ημερών: φιλανθρωπία, καλοσύνη, αλληλεγγύη και μεταφυσικός ουμανισμός. Αγαπάτε αλλήλους. Χείρα βοηθείας στους ασθενείς και οδοιπόρους. Έτσι η σεναριογράφος Σουζάνα Γκραντ ρίχνει ένα βλέμμα συμπάθειας, κατανόησης και έκπληξης σε έναν μικρό Μπετόβεν που έχει ενταφιαστεί στον σκουπιδοτενεκέ του χλιδάτου Λος Άντζελες. Σημεία της οικονομικής κρίσης. Guys, στα έγκατα της καλοπέρασής μας κυκλοφορούν ταλαντούχα πλάσματα ενός κατώτερου θεού. Να, ορίστε ο black Ναθάνιελ. Ωραίο σαν δημοσιογραφικό ρεπορτάζ. Θα το υπέγραφα μετά χαράς. Όμως, ως ταινία που μέσω μιας ατομικής περίπτωσης βλέπει το σύνολο, μοιάζει με μικρή λαμπάδα στην εκκλησία.
Ο Τζο Ράιτ αρνείται να βουτήξει στις αιτίες. Αρνείται να περιγράψει την κοινωνική διάσταση του προβλήματος. Ξώφαλτσα περνάει, ξώφαλτσα περιγράφει, ξώφαλτσα σκηνοθετεί. Και μέσα στο αδιέξοδό του καταλήγει στην ψυχολογία και την περιπτωσιολογία. Γιατί ο Ναθάνιελ αρνείται πεισματικά να ενσωματωθεί και να μεγαλουργήσει; Μα είναι σχιζοφρενής, τραυλίζει ο Τζο Ράιτ. Α, εντάξει. Η περίπτωση είναι κλινική. Επομένως α χου! δεν με νοιάζει! Να φέρουμε τον Γιάλομ να τον γιατρέψει. Να τον βλέπουν οι θεούσες, να ξεπουλήσουν χαρτομάντιλα τα περίπτερα. Μ΄ έναν λόγο, το american cinema, παρά την κρίση και το ταρακούνημα, βλέπει το δέντρο και εγκαταλείπει το δάσος. Να σου δείξω εγώ πόσα τέτοια ταλέντα Επιστήμης και Τέχνης έχει εκτοπίσει και βρωμίσει η εξουσία. Αμάν πια με την ατομική ευαισθησία. Να πετάμε σαν φανατικοί της οικολογίας τα αποτσίγαρα στα σταχτοδοχεία και την ίδια στιγμή το σύστημα να λειώνει τους πάγους χωρίς ντροπή!
Και κάτι ακόμα, για τις λεπτομέρειες της σκηνοθεσίας και τις επιδόσεις στις ερμηνείες. Εκτός των δομικών, κοινωνικών προβλημάτων, ο Τζο Ράιτ μπουκώνει την ταινία με χιλιάδες στολίδια. Έτσι, γραφικοί οι άστεγοι και οι τρελοί. Η αιτία μία και μοναδική. Είναι αντίφαση άλυτη και χαρακτηριστική. Να σκηνοθετείς με όρους πλούσιας παραγωγής τα βρώμικα ζωντανά σκουπίδια της Αμερικής. Σαν για πρώτη φορά ένας πλούσιος να πέφτει πάνω σε ζητιάνο της Αφρικής. Όσο για τις ερμηνείες, ο Ρόμπερτ Ντάουνι τζούνιορ κατά κράτος κερδίζει τον Τζέιμι Φοξ. Πάντα το πίστευα αυτό. Ηθοποιάρα με χαρακτήρα αυτοκαταστροφικό.
Με δυο λόγια: Στην πιο κρίσιμη καμπή του, μεγαλοδημοσιογράφος των «Λος Άντζελες Τάιμς» πέφτει πάνω σε άστεγο μαύρο που στη συνέχεια αποδεικνύεται μεγάλο ταλέντο στο τσέλο και πρώην υπότροφος του σπουδαίου Τζούλιαρντ. Από εδώ και μπρος ο Στιβ Λοπέζ (ο δημοσιογράφος) βάζει πρώτο στόχο στη ζωή του να επαναφέρει τον μικρό Μπετόβεν στα σαλόνια και την επιτυχία.
«Ο βιρτουόζος»
Αληθινή ιστορία Σπουδαίος μουσικός στα σκουπίδια Ξώφαλτσα η ουσία
ΒΑΘΜΟΙ = 5
(φιλανθρωπία)
Η διαφθορά της πάει πολύ
«Νύχτες οργής» («Sangue Ρazzo»). Του Μάρκο Τούλιο Τζορντάνα. Οι Ιταλοί προς άγραν σκανδάλων από την εποχή του Μουσολίνι. Δύο stars του ιταλικού σινεμά της μουσολινικής περιόδου βουτηγμένοι στα ναρκωτικά, τη διαφθορά και τη συνεργασία με το φασιστικό καθεστώς. Ήταν όμως έτσι; Με Μόνικα Μπελούτσι και Αλέσιο Μπόνι. Με συγχωρείτε δηλαδή... Η κορμάρα της Μελούτσι δεν μπορεί τη χαλκομανία να την κάνει «ζωντανή» σαν ταινία. Μonica, scuza!
ΒΑΘΜΟΙ = 4
(χωρίς Μόνικα μηδέν)
Ούτε κρύο ούτε ζέστη στην οθόνη
«Η γυναίκα του ταξιδευτή» («Τhe time traveller΄s wife»). Του κάποιου Ρόμπερτ Σουέντκε, από το ομότιτλο ρομάντζο φαντασίας της Όντρεϊ Νιφενέγκερ. Ο Χένρι (Έρικ Μπάνα), με το χάρισμα να μπαινοβγαίνει μέσα στον Χρόνο - από το χτες, στο σήμερα και το μέλλον- είναι κολλημένος με την Κλερ (Ρέιτσελ ΜακΆνταμς). Εκείνη, ως πιστή Πηνελόπη τον περιμένει με τα πόδια στο τσιγκέλι. Εκείνος έρχεται, την φιλάει, κοιμάται μαζί της, την παντρεύεται και φεύγει. Βολικό. Για τις γυναίκες που στα όνειρά τους την υποταγή τους την έχουν εξωραΐσει σε ρομάντζο με κάποιο πρίγκιπα φευγάτο. Σενάριο μονοδιάστατο, μονόχορδο, μονοφωνικό. Σκηνοθεσία με την ίδια σκηνή σαν χαλκομανία. Βαρέθηκα.
ΒΑΘΜΟΙ=3
(max)
«Λευκή νύχτα γάμου» («White night wedding»).
Του Μπαλτάσαρ Κορμακούρ από την Ισλανδία («101 Ρέικιαβικ»). Παντρεμένος μιας κάποιας ηλικίας πρόκειται να παντρευτεί μικρότερή του σε κάποια απομακρυσμένη περιοχή. Η μέλλουσα πεθερά τα παίρνει στο κρανίο, το ίδιο και ο σύζυγός της, αλλά η εχθρική ατμόσφαιρα δεν κάμπτει τις επιθυμίες των ερωτευμένων. Στο βάθος κάποιο μυστικό από το παρελθόν, το μεγάλο επιχείρημα των πεθερών-εχθρών. Η σκηνοθεσία μπερδεύει το παρελθόν με το παρόν. Άλλοτε με την πρώην σύζυγό του, άλλοτε τις παραμονές του γάμου του. Όσο κλιμακώνεται η εχθρική συμπεριφορά των γονιών της νύφης, τόσο κλιμακώνεται και η συμπεριφορά της απροσάρμοστης πρώην συζύγου του σημερινού γαμπρού. Μερικοί χαρακτήρες αλλόκοτοι και καλοί, μερικοί γραφικοί και βαρετοί. Ούτε κρύο ούτε ζέστη.
ΒΑΘΜΟΙ=5
(για Φεστιβάλ Θεσσαλονίκης)
«Κατασκοπεύοντας» («Spy(ies)»). Γαλλικό θριλεράκι του Νικολά Σααντά.
Κλεφτρόνι (Γκιγιόμ Κανέ)
που κατά λάθος παραβίασε αποσκευή κατασκόπου της Συρίας, συλλαμβάνεται από τη μυστική αστυνομία της Γαλλίας και αντιμετωπίζοντας το δίλημμα «κατάσκοπος ή φυλακισμένος» καταλήγει στο Λονδίνο, παρακολουθώντας τον εν λόγω Βρετανό και ύποπτο για μεταφορά εκρηκτικών ουσιών στη Δαμασκό. Μοναδικός τρόπος να διαχειριστεί την αποστολή του είναι να κοιμηθεί με τη γυναίκα του υπόπτου. Παίζει και ο Στίβεν Ρία. Ακούνητος, ακατοίκητος, γραφικός. Το αποτέλεσμα σαν καλοφτιαγμένη τηλεοπτική σειρά. Εξαιρετική φάτσα ο Κανέ. Σαν να είναι μικρός ο Σον Πεν.
ΒΑΘΜΟΙ=5
(ε και;)
«Θέμις». Ελληνικό ντοκιμαντέρ του Μάρκου Γκαστίν (Μασσαλία, μακρινή κόρη). Τα ελληνικά δικαστήρια, ανώτερα από τρελοκομεία. Καλοφτιαγμένο αλλά μονόχορδο και επαναλαμβανόμενο. Θα κάνει καριέρα στην τηλεόραση.
Βαθμοί = 4 (τηλεοπτικό)
«Εξωγήινοι στη σοφίτα» («Αlliens in the Αttic»).
Μια καταιγίδα μετεωριτών «βρέχει» εξωγήινους στη σοφίτα ενός τριώροφου εξοχικού πολυμελούς οικογένειας Αμερικανών. Οι εξωγήινοι παθαίνουν πανικό, διότι η ειδική συσκευή που έχουν για να ανιχνεύουν τα μυαλά των ανθρώπων δεν πιάνει στα κεφάλια των παιδιών. Παιδικό και οικογενειακό.
Το ψυχολογικό, κοινωνικό δράμα «Ο βιρτουόζος» του Τζο Ράιτ, η κωμωδία «Λευκή νύχτα γάμου» του Μπαλτάσαρ Κορμακούρ και το ελληνικό ντοκιμαντέρ «Θέμις» του Μάρκου Γκαστίν ξεχωρίζουν από τις συνολικά εννιά ταινίες που προβάλλονται αυτή τη βδομάδα.
Ακολουθούν το πολιτικό δράμα «Νύχτες οργής» του Μάρκο Τούλιο Τζιορντάνα, η ελληνική «Ο γιος του Τσάρλυ» του Κάρολου Ζωναρά, η γαλλική κατασκοπική περιπέτεια «Κατασκοπεύοντας» του Νικολά Σααντά και οι περιπέτειες φαντασίας και επιστημονικής φαντασίας «Η γυναίκα του ταξιδευτή», «Εξωγήινοι στη σοφίτα» και «Gamer».
Ο βιρτουόζος
The soloist.
«Ο βιρτουόζος» του Τζο Ράιτ, ένα δράμα με πρωταγωνιστές έναν δημοσιογράφο και έναν ψυχικά άρρωστο, πρώην μουσική ιδιοφυΐα
ΗΠΑ, 2009. Σκηνοθεσία: Τζο Ράιτ. Σενάριο: Σουζάνα Γκραντ, από βιβλίο του Στιβ Λόπεζ. Ηθοποιοί: Τζέιμι Φοξ, Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, Κάθριν Κίινερ, Τομ Χόλαντερ. 117'
** 1/2
Ενας δημοσιογράφος προσπαθεί να σώσει έναν ψυχικά άρρωστο, άστεγο άντρα, πρώην μουσική ιδιοφυΐα, σε ένα δράμα με επίκεντρο τη σχιζοφρένεια και τον εξιλασμό. Εξαιρετικές ερμηνείες από τους δύο πρωταγωνιστές.
Στην αληθινή ιστορία του Ναθάνιελ Αϊερς, ενός άστεγου μαύρου, πρώην μουσικής ιδιοφυΐας, που τον ανακάλυψε ο Στιβ Λόπεζ, δημοσιογράφος των «Τάιμς» του Λος Αντζελες, στηρίζεται το κάπως παλιομοδίτικο, αν και γενικά καλοφτιαγμένο, δράμα που γύρισε ο γνωστός σκηνοθέτης Τζο Ράιτ («Εξιλέωση», «Περηφάνια και προκατάληψη»).
Η ταινία αρχίζει με τον Λόπεζ, ύστερα από ένα προσωπικό του ατύχημα με το ποδήλατο, παρασυρμένο από μια όμορφη μουσική να ανακαλύπτει, έξω από το κτίριο των «Τάιμς», τον άστεγο Ναθάνιελ (Τζέιμι Φοξ) να παίζει βιολί, μάλιστα με μόνο δύο χορδές. Ο Λόπεζ, αισθανόμενος πως εδώ υπάρχει μια ενδιαφέρουσα ιστορία για τους αναγνώστες του, προσπαθεί να τον πλησιάσει και να τον γνωρίσει. Θα ανακαλύψει στοιχεία από το παρελθόν του Ναθάνιελ και θα γράψει το άρθρο του, προσελκύοντας το ενδιαφέρον των αναγνωστών. Ο Λόπεζ αναλαμβάνει την προστασία του άρρωστου ψυχικά βιρτουόζου του και προσπαθεί να τον σώσει από ένα περιβάλλον άλλων άστεγων ανθρώπων που η αδιαφορία του κράτους τούς μετατρέπει σε απόβλητους της κοινωνίας.
Ο Ράιτ προσπαθεί να καταγράψει από τη μία τη σχιζοφρένεια του βιρτουόζου του κι από την άλλη τον κοινωνικό περίγυρο -ιδιαίτερα τα καταλύματα των ψυχικά προβληματικών άστεγων- χωρίς πάντα να καταφέρνει να δημιουργεί τη σύνθεση εκείνη που απαιτεί μια τέτοια ιστορία. Υπάρχουν πάντως αρκετές καλοστημένες σκηνές, αν και τα καλύτερα στοιχεία της ταινίας είναι η ατμόσφαιρα, και συγκεκριμένα εκείνη του κοινωνικού περίγυρου, και οι πολύ καλές ερμηνείες των δύο πρωταγωνιστών: του Τζέιμι Φοξ, στον ρόλο του εκκεντρικού, σχιζοφρενή, απρόβλεπτου Ναθάνιελ, και του Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ, στον ρόλο του παθιασμένου με την υπόθεση του βιρτουόζου δημοσιογράφου, που στον αγώνα του αυτό βρίσκει έναν τρόπο προσωπικής λύτρωσης.
Κωμωδία χαρακτήρων, αλλά και κοινωνικό, με αφορμή τον επικείμενο γάμο ανάμεσα σ' έναν μεσήλικα άντρα και μια πολύ πιο νεαρή γυναίκα.
Με τις 24 ώρες πριν από τον προγραμματισμένο γάμο ανάμεσα στον μεσήλικα χήρο Γιον και την πρώην μαθήτριά του Θόρα, σ' ένα μικρό νησί της Ισλανδίας, καταπιάνεται στην κωμωδία του αυτή ο Ισλανδός σκηνοθέτης Μπαλτάσαρ Κορμακούρ («Jar City», «Η θάλασσα»). Κωμωδία ελεύθερα εμπνευσμένη από τον «Ιβάνοφ» του Τσέχοφ, με την αντιπαθητική, τσιγγούνα μητέρα του γαμπρού και τον ιερέα της περιοχής να εναντιώνονται, ο καθένας για δικούς του λόγους, στον γάμο. Ο σκηνοθέτης χρησιμοποιεί τις προετοιμασίες, τα γαμήλιο γλέντι και το μεθύσι που ακολουθεί για να στήσει διάφορες κωμικές σκηνές, συνδυασμένες με διάφορα φλας-μπακ, ενώ χρησιμοποιεί τα παγερά, χιονισμένα ισλανδικά τοπία για να δημιουργήσει την κατάλληλη ατμόσφαιρα και να σχολιάσει πρόσωπα και καταστάσεις.
Θέμις
Ελλάδα, 2008.
«Θέμις», ντοκιμαντέρ για την ελληνική Δικαιοσύνη, του Μάρκου Γκαστίν
Καθημερινές σκηνές από τα δικαστήρια, που δίνουν μιαν εικόνα των ανθρώπινων προβλημάτων, αλλά και της δικαιοσύνης που απονέμεται από τους κριτές, σε ένα συναρπαστικό ντοκιμαντέρ.
Η καθημερινή απόδοση της δικαιοσύνης είναι στο στόχαστρο του καλοφτιαγμένου, αρκετά συναρπαστικού αυτού ντοκιμαντέρ του Μάρκου Γκαστίν, που παλιότερα μας είχε δώσει το πολύ ενδιαφέρον «Μασσαλία, μικρή κόρη». Η κάμερά του καταγράφει σκηνές από διάφορες δίκες, οι οποίες καλύπτουν θέματα όπως η συζυγική απιστία που οδηγεί στο διαζύγιο αλλά και την κηδεμονία του παιδιού, αυτοκινητικά ατυχήματα, προβλήματα ναρκομανών, αυθαίρετα κτίσματα και διάφορα άλλα. Με δεξιοτεχνία, διακριτικότητα, συλλαμβάνοντας το «τυχαίο» στην καλύτερη μορφή του, μέσα από στάσεις, δικαιολογίες αλλά και αμφιβολίες τόσο των δικαστών όσο και του θεατή, με ενδιάμεσες «παύσεις», με τα διαλείμματα στην αυλή των δικαστηρίων, τα τραπεζάκια και τις συζητήσεις που προηγούνται μιας δίκης. Μια πάντα ενδιαφέρουσα εικόνα όχι της «Θέμιδος που έχει κέφια», όπως θα έλεγε ο Ψαθάς, αλλά της Θέμιδος που σκέφτεται, αμφιταλαντεύεται και τελικά κρίνει, έστω κι αν ορισμένες φορές δεν συμφωνείτε μαζί της. Φτάνει να σκεφτούμε πως τα ποινικά δικαστήρια, όπως μας πληροφορεί ο Γκαστίν, εκδίδουν 1,2 εκατομμύρια αποφάσεις τον χρόνο.
Σύγκρουση πολιτικών πεποιθήσεων και προσωπικής καριέρας μέσα από το πορτρέτο δύο Ιταλών σταρ στην περίοδο του μουσολινικού καθεστώτος.
Η εκτέλεση του Οσβάλντο Βαλέντι και της Λουίζα Φερίντα από τους Ιταλούς παρτιζάνους, στο Μιλάνο του 1945, 48 ώρες πριν από την Απελευθέρωση, δίνει την αφορμή στον σκηνοθέτη Μάρκο Τούλιο Τζορντάνα για μια διείσδυση στον κόσμο των ανθρώπων που συνεργάστηκαν με το φασιστικό καθεστώς. Διάσημοι σταρ του ιταλικού κινηματογράφου της δεκαετίας του '30, περιόδου που έμεινε γνωστή ως εκείνη των «λευκών τηλεφώνων», ο Οσβάλντο και η Λουίζα κατάφεραν να γίνουν δημοφιλείς χάρη τόσο στις διασκεδαστικές, «αταξικές» κωμωδίες, όπου τα πάντα ήταν εύκολα και χωρίς κοινωνικά προβλήματα, όσο και στις φασιστικές τους συμπάθειες, στοιχείο που εκμεταλλευόταν το μουσολινικό καθεστώς. Σημαντικό ρόλο στην καλλιτεχνική, και όχι μόνο, πορεία της Φερίντα παίζει τόσο ο φασίστας Οσβάλντο όσο κι ένας με αριστερές τάσεις ομοφυλόφιλος σκηνοθέτης (εμπνευσμένος ίσως από τον Βισκόντι, αν και ο Τζιορντάνα ανάφερε πως ήθελε να φτιάξει ένα σύνθετο χαρακτήρα).
Ο Τζιορντάνα προσπαθεί να εξηγήσει τους λόγους που έσπρωξαν το ζευγάρι στην αγκαλιά του φασισμού -η μανία για επιτυχία, η αδιαφορία για το τι γινόταν γύρω τους- βάζοντας, ταυτόχρονα, διάφορα ερωτήματα σχετικά με τη βιαστική τους εκτέλεση με βάση ανεξέλεγκτες κατηγορίες - κάτι που θυμίζει την εκτέλεση της δικής μας Παπαδάκη. Ο σκηνοθέτης πετυχαίνει να δώσει μια αυθεντικότητα στην αναπαράσταση της εποχής και να αποσπάσει καλές ερμηνείες από τους ηθοποιούς του, μαζί και την Μπελούτσι που δίνει με αρκετή ζωντάνια τη Φερίντα. Στις επιμέρους αδυναμίες της ταινίας, η αφήγηση που συχνά γίνεται φλύαρη και επαναληπτική, με αποτέλεσμα να δημιουργείται χάσμα στον ρυθμό. *
Οι άλλες ταινίες
Ο Γιώργος Γιαννόπουλος και ο Κώστας Βουτσάς στην ταινία του Κάρολου Ζωναρά «Ο γιος του Τσάρλυ»
Στον χώρο του υποκόσμου, των γκάνγκστερ, των ναρκομανών και των τραβεστί εκτυλίσσεται η ταινία αυτή του Κάρολου Ζωναρά, με επίκεντρο τον «γιο του Τσάρλι», όπως τον βαφτίζει μια ομάδα τραβεστί, δύο αντιμαχόμενες συμμορίες, έναν παράξενο νεαρό που αρχικά μοιάζει να βγήκε από τα σκουπίδια (με τη σταδιακή μετατροπή του να μην πείθει) και περιφέρεται στο λιμάνι, όπου συγκρούονται δύο συμμορίες, εκείνη του Τσάρλυ, του υποτιθέμενου πατέρα του και του Μπιγκ Τζον. Γκανγκστερική περιπέτεια με φροϊδικά σύμβολα -ο γιος που σκοτώνει τον πατέρα και κάνει έρωτα με τη μητέρα- που προσπαθεί, με αφελείς συχνά διαλόγους, να συνδυάσει, δυστυχώς χωρίς επιτυχία, στοιχεία από τις ταινίες του Παζολίνι με στοιχεία από τον ασιατικό κινηματογράφο. Οι καλύτερες σκηνές παραμένουν εκείνες με τον Κώστα Βουτσά, εξαίρετο στον ρόλο του Μπιγκ Τζον.
Ταινία που κινείται ανάμεσα στο κατασκοπικό θρίλερ και την ερωτική περιπέτεια, με ήρωα έναν ελεγκτή αποσκευών του αεροδρομίου (Γκιγιόμ Κανέ), που στέλνεται στο Λονδίνο να ερευνήσει την παράξενη δολοφονία ενός συναδέλφου του ύστερα από έκρηξη ενός μπουκαλιού με άρωμα. Στο Λονδίνο, ένας Αγγλος πράκτορας (Στίβεν Ρέι) τον πιέζει να συνάψει σχέση με τη σύζυγο ενός ύποπτου στελέχους φαρμακευτικής εταιρείας που έχει σχέση με τρομοκράτες. Πρώτη σκηνοθετική δουλειά του κριτικού Νικολά Σααντά.
Ο σεναριογράφος Μπρους Τζόελ Ρούμπιν προσπαθεί εδώ να εκμεταλλευτεί την επιτυχία της ταινίας «Ο αόρατος εραστής», της οποίας είχε γράψει το βραβευμένο με Οσκαρ σενάριο, παρουσιάζοντας τον έρωτα ανάμεσα σε μια καλλιτέχνιδα (ΜακΑνταμς) κι έναν βιβλιοθηκάριο (Μπάνα), ο οποίος ταξιδεύει στον χρόνο από το παρελθόν στο μέλλον, χωρίς να μπορεί να το ελέγξει.
Κωμική περιπέτεια φαντασίας γύρω από μια πολυμελή οικογένεια που καταφτάνει για τις διακοπές της σ' ένα τριώροφο εξοχικό και αντιμετωπίζει μια ομάδα εξωγήινων που εμφανίζεται στη σοφίτα του σπιτιού της ύστερα από μια βροχή μετεωριτών. Ομως, η μηχανή ελέγχου του μυαλού των ανθρώπων, που θέλουν να χρησιμοποιήσουν οι εξωγήινοι, δεν λειτουργεί στα παιδιά, με αποτέλεσμα τα παιδιά αναλαμβάνουν να σώσουν γονείς και ανθρωπότητα...
Φουτουριστικό θρίλερ που εκτυλίσσεται σε ένα κοντινό μέλλον, όπου η τεχνολογία προσπαθεί να ελέγξει το μυαλό του ανθρώπου, με ένα τμήμα της κοινωνίας να προσπαθεί να ελέγξει το υπόλοιπο μέσα από ένα μαζικό παιχνίδι, το αποκαλούμενο «Slayers», που επιτρέπει στους ανθρώπους να υλοποιούν τις πιο τρελές φαντασιώσεις τους. Ο Τζέραρντ Μπάτλερ («300») ερμηνεύει τον «καλτ» παίκτη, ένα σύγχρονο μονομάχο, φυλακισμένο κατά λάθος και υποχρεωμένο να παίρνει μέρος στο παιχνίδι, ο οποίος προσπαθεί να επιβιώσει για να σώσει την οικογένειά του και, βέβαια, την ανθρωπότητα...
ΚΡΙΤΙΚΗ. Υπάρχουν πολλές παγίδες στην κινηματογραφική μεταφορά αληθινών ιστοριών στον κινηματογράφο και συνήθως οι ταινίες που βασίζονται σε αυτές τις ιστορίες δεν προσπαθούν καν να τις αποφύγουν. Ο «Βιρτουόζος» κρατάει τα καλά στοιχεία της αληθοφάνειας και της πηγής του πραγματικού γεγονότος, όμως, αν και το σενάριο κάνει κάποιες δραματουργικές «διορθώσεις» στην πραγματικότητα, αποφεύγει την υπερδραματοποίηση μόνο και μόνο για να στηθούν σκηνές με κινηματογραφική ένταση.
Η ταινία βασίζεται στα κείμενα που δημοσίευσε στην εφημερίδα L. A. Times ο δημοσιογράφος Στιβ Λόπεζ. Εχοντας μια προβληματική προσωπική ζωή και μια καριέρα σε προβληματισμό με τη δημοσιογραφία να αλλάζει πρόσωπο, ο Λόπεζ χρειάζεται επειγόντως να βρει καλά θέματα.
Φιλία στον δρόμο
Τότε είναι που συναντά τον Ναθάνιελ Αγιερς, έναν μουσικό που ζει στους δρόμους του Λος Αντζελες. Χωρίς σπίτι και με περιορισμένη αντίληψη της πραγματικότητας, καθώς πάσχει από σχιζοφρένεια, ο Αγιερς τριγυρίζει φορώντας λαμπερά κουρέλια και παίζοντας σπασμένα όργανα με το όνειρο να παίξει στο Walt Disney Music Hall.
Βλέποντας τη φιγούρα του στον δρόμο, ο Λόπεζ βρίσκει το θέμα που ήθελε. Ενα πρόσωπο δυνατό, τραγικό, με μια ιστορία. Αυτή είναι τουλάχιστον η αρχική του αντιμετώπιση. Γιατί στη συνέχεια θα δει και τον άνθρωπο πίσω από την καλή δημοσιογραφική ιστορία.
Οι δυο τους θα αναπτύξουν μια ιδιαίτερη και ασυνήθιστη φιλία. Μέσα από αυτήν ο Αγιερς θα μπορέσει να έρθει πάλι πιο κοντά στη μουσική και ο Λόπεζ θα βρει μέσα του περισσότερη ανθρωπιά, προσπαθώντας να βελτιώσει τη ζωή τόσο του άστεγου μουσικού όσο και άλλων που βρίσκονται στην ίδια κατάσταση.
Ο Τζο Ράιτ, σκηνοθέτης του «Περηφάνια και προκατάληψη» και της «Εξιλέωσης», αν και προτιμά τις περισσότερο θεαματικές λήψεις με γερανό, δεν εξωραΐζει την ιστορία με καλλιγραφημένη κινηματογράφηση.
Ο «Βιρτουόζος» δεν έχει «μεγάλες» σκηνές, από αυτές που προσφέρονται για θεαματικές ερμηνείες. Εστιάζει περισσότερο στη δύναμη της ίδιας της ιστορίας και στην ανθρωπιά των χαρακτήρων. Αυτός είναι ίσως και ο λόγος που η ταινία είχε περιορισμένη εισπρακτική επιτυχία στην Αμερική. Το σημαντικό όμως είναι ότι αντιμετωπίζει με αξιοπρέπεια και τους ήρωες και τα γεγονότα της ζωής τους.
Οι ερμηνείες των δύο βασικών πρωταγωνιστών, του Ρόμπερτ Ντάουνι Τζούνιορ και του Τζέιμι Φοξ, είναι το δυνατότερο σημείο της ταινίας. Είναι μάλλον ατυχία και των δύο σταρ ότι ο «Βιρτουόζος» βγήκε στις αίθουσες τόσο νωρίς (στην Αμερική ακόμη νωρίτερα, τον περασμένο Απρίλιο).
Ο προγραμματισμός της ταινίας μειώνει τις πιθανότητές της να φτάσει στα βραβεία, όπου και οι δύο θα είχαν σοβαρές πιθανότητες να βρίσκονται στις πεντάδες των υποψηφίων. Ωστόσο, και οι δύο αντιμετωπίζουν τους ρόλους τους με σοβαρότητα, ευαισθησία και χωρίς ακρότητες. Πολύ καλή όπως πάντα, είναι μαζί τους η Κάθριν Κίνερ, σε έναν ρόλο όμως που δεν αξιοποιεί παρά ελάχιστα τις δυνατότητές της.