Wednesday, September 2, 2009

Δύο «μαύρα πρόβατα» στη Βενετία

  • Στο μεγάλο κινηματογραφικό φεστιβάλ της ιταλικής πόλης που αρχίζει την Τετάρτη θα συνυπάρξουν ο Ολιβερ Στόουν και ο Μάικλ Μουρ

  • ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗ | Το Βήμα, Κυριακή 30 Αυγούστου 2009

Ο Ολιβερ Στόουν (μέσον) στα γυρίσματα του ντοκυμαντέρ «South of the border» με θέμα τον ηγέτη της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες (δεξιά)

  • ΟΛΙΒΕΡ ΣΤΟΟΥΝ: Επος και αλαζονεία

Οταν πριν από λίγο καιρό ανακοινώθηκε ότι σειρά τηλεοπτικών ντοκυμαντέρ δέκα επεισοδίων με τίτλο «Η μυστική ιστορία της Αμερικής» βρίσκεται στα άμεσα πλάνα του Ολιβερ Στόουν, ο αμερικανός σκηνοθέτης δεν παρέλειψε να προβεί στην κάτωθι δήλωση:«Με αυτή την εποποιία των 10 ωρών,που νομίζω ότι θα είναι η μεγαλύτερη προσφορά που θα κάνω στα παιδιά μου και στις μελλοντικές γενιές, δεν μπορώ παρά να ελπίζω ότι θα αλλάξουν οι νοοτροπίες». Δημοσίευμα του «Ηollywood Reporter» αναφέρει ότι η σειρά, που είναι προγραμματισμένη να μεταδοθεί το 2010 στην καλωδιακή τηλεόραση Showtime, θα περιοριστεί στα τελευταία 60 χρόνια της αμερικανικής ιστορίας και θα προσεγγίσει, εκτός των άλλων, την απόφαση του προέδρου Χάρι Τρούμαν να χρησιμοποιήσει την ατομική βόμβα κατά της Ιαπωνίας στον Β Δ Παγκόσμιο Πόλεμο, καθώς και την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου.

Εποποιία, προσφορά στο μέλλον, αλλαγή νοοτροπιών. Μα ποιος είναι τελικά ο Ολιβερ Στόουν; Ο Θεός; Αν και στο «σκάλισμα» αρχείων μόνο ο Μάικλ Μουρ μπορεί να συγκριθεί μαζί του, ο τρόπος με τον οποίο εκφράζεται έχει συμβάλει στη δημιουργία της αντιπαθητικής εικόνας του. Προβοκάτορας, αντιδραστικός, λαοπλάνος, δημαγωγός, εκμεταλλευτής του ανθρώπινου πόνου· και ποιον, αλήθεια, αρνητικό χαρακτηρισμό δεν έχει αποσπάσει από κριτικούς κινηματογράφου, αρθρογράφους, σχολιαστές ή ακόμη και από τον ανώνυμο θεατή ο Ολιβερ Στόουν; Η θεματολογία των ταινιών του- ο πόλεμος του Βιετνάμ στο «Πλατούν», η δολοφονία του προέδρου Τζον Κένεντι στο «JFΚ», το τρομοκρατικό χτύπημα της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στους «Δίδυμους Πύργους» και προσφάτως ο πρώην πρόεδρος των ΗΠΑ Τζορτζ Μπους στο «W.» - είναι υπολογισμένα χτυπήματα σε σημεία που πονάνε, με αποτελέσματα συχνά αμφιλεγόμενα.

Προς το παρόν ο Στόουν είναι έτοιμος να ταξιδέψει στη Βενετία προκειμένου να παρουσιάσει το κινηματογραφικό ντοκιμαντέρ «South of the border» που γύρισε για τον ηγέτη της Βενεζουέλας Ούγκο Τσάβες. Ο σκηνοθέτης χρειάστηκε έξι μήνες για να ολοκληρώσει τα γυρίσματα, κατά τη διάρκεια των οποίων βρέθηκε στη Βενεζουέλα όταν ο Τσάβες ηγείτο των διαπραγματεύσεων για την απελευθέρωση των ομήρων που κρατούνταν από τη στρατιωτική ομάδα FΑRC στη γειτονική Κολομβία. Η απελευθέρωση των ομήρων υπήρξε αποτέλεσμα της θετικής επέμβασης του στρατού της Κολομβίας.

Ο Στόουν έχει αποκτήσει την ταμπέλα του «κακού παιδιού» τόσο για τις προβοκατόρικες, απίστευτες θεωρίες συνωμοσίας του (αρκεί να θυμηθούμε για λίγο το «JFΚ») όσο και για την πορνογραφική εικονογράφηση της βίας, όπως την είχε αποδώσει στους «Γεννημένους δολοφόνους». Συν τοις άλλοις, είναι και τόσο«αναθεματισμένα πολιτικός σκηνοθέτης» («Ιndependent») ώστε η κραυγαλέα αντιπολεμική προπαγάνδα του συχνά αποδυναμώνει την αξία του έργου του. Το ίδιο συμβαίνει και με τα αριστερά φρονήματά του. Δεν είναι κάπως παράξενο, ας πούμε, που έναν χρόνο μετά το «Commandante» (2003), ένα ντοκιμαντέρ-ύμνο για τον ηγέτη της Κούβας Φιντέλ Κάστρο, ο Στόουν γύρισε άλλο ένα για το ίδιο πρόσωπο, το «Looking for Fidel»;

Διόλου τυχαία, η πρώτη «κλωτσιά» που δέχθηκε ο Στόουν όταν ανακοινώθηκε ότι θα σκηνοθετήσει τους «Δίδυμους Πύργους» ήρθε από την τότε πανίσχυρη συντηρητική Δεξιά που τον μισεί. Οι φιλελεύθερες ανησυχίες του Στόουν, όπως αρχικώς οι δεξιοί ισχυρίστηκαν, θα μετέτρεπαν την ταινία σε αντιπολεμική εκστρατεία με στόχο τον Τζορτζ Μπους, η οποία θα ήταν προσβλητική απέναντι στην πατρίδα και στους συγγενείς των θυμάτων της 11ης Σεπτεμβρίου 2001 στη Νέα Υόρκη. Οι δεξιοί σημείωσαν μάλιστα ότι το μόνο χειρότερο που θα μπορούσε να συμβεί θα ήταν να βρίσκεται ο... Μάικλ Μουρ στη θέση του Ολιβερ Στόουν.

Το ωραίο με τον Ολιβερ Στόουν είναι ότι αντιμετωπίζει την επίθεση με μειλίχιο χαμόγελο, δεν χάνει ποτέ την ψυχραιμία του, είναι ετοιμόλογος και βέβαια ξέρει πώς να σε πείθει: «Οσον αφορά το θέμα της αμφισβήτησης, ξέρετε, ποτέ δεν την επεδίωξα» έλεγε πέρυσι. «Εκανα απλώς αυτό που ήθελα. Η δεκαετία του ΄90 ίσως να μην υπήρξε τόσο οικονομικά εύρωστη για εμένα,όσο δηλαδή εκείνη της δεκαετίας του ΄80, και αυτό με πονά, αλλά είμαι ικανοποιημένος. Εκανα επτά ταινίες και έγραψα ένα μυθιστόρημα. Ηταν η πιο δημιουργική περίοδος της ζωής μου. Το χρήμα δεν είναι το μόνο που μ΄ ενδιαφέρει, σίγουρα δεν είναι ο οδηγός μου. Δυστυχώς, στη δουλειά μου πρέπει να τα πηγαίνεις καλά, αν θες να συνεχίσεις να “πηγαίνεις”».

Το ακόμη ωραιότερο με τον Ολιβερ Στόουν είναι ότι ουδείς (είτε συμφωνεί είτε όχι με την αντιδραστική θεματολογία και τις απίστευτες θεωρίες του) δεν μπορεί να αρνηθεί ότι παίζει το σινεμά στα δάχτυλα και πως ανήκει στους καλύτερους αμερικανούς σκηνοθέτες της τελευταίας εικοσαετίας. Δεν είναι τόσο τα τρία Οσκαρ που έχει κερδίσει (δύο σκηνοθεσίας, ένα σεναρίου) όσο η αστείρευτη ζωντάνια που αναδίδουν οι ταινίες του, ορμητικές και προκλητικές, πέρα για πέρα βουτηγμένες μέσα στο όποιο θέμα ο σκηνοθέτης πραγματεύεται.

ΜΑΪΚΛ ΜΟΥΡ: Πού είναι τα λεφτά μας;

Στο ντοκυμαντέρ «Capitalism: Α love story»,με την ντουντούκα στο χέρι,ο σκηνοθέτης Μάικλ Μουρ (αριστερά και κάτω) απαιτεί από το Χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης να επιστρέψει στους αμερικανούς πολίτες τα χρήματα που χάθηκαν εξαιτίας του
Μια ματιά στο trailer της τελευταίας ταινίας του Μάικλ Μουρ «Capitalism: Α love story» (http://www. capitalismalovestory. com/) και αμέσως αντιλαμβάνεσαι το κλίμα της. Αυτή τη φορά ο πάλαι ποτέ εχθρός του Τζορτζ Μπους Τζούνιορ και της αμερικανικής Δεξιάς αναζητεί τα αίτια που οδήγησαν στην παγκόσμια οικονομική κρίση και ταυτοχρόνως επιρρίπτει ευθύνες στην αμερικανική Γερουσία που επέτρεψε να τη «σκαπουλάρουν» οι υπεύθυνοι της«μεγαλύτερης ληστείας στην ιστορία των Ηνωμένων Πολιτειών» - όπως την αποκαλεί. Ποιοι είναι οι υπεύθυνοι; Οι τράπεζες, οι εταιρείες-κολοσσοί, το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης, τα σαΐνια της Γουόλ Στριτ...

«Πού είναι τα λεφτά μας;» βλέπουμε τον Μουρ να ρωτά την Ελίζαμπεθ Γουόρεν, ανώτερη υπάλληλο του Κογκρέσου σε οικονομικά ζητήματα.

«Δεν ξέρω...»απαντά εκείνη.

Για μία ακόμη φορά η κάμερα του Μουρ τρυπώνει σε απίστευτα σημεία, με τον ίδιο τον σκηνοθέτη να κλέβει με τον γνώριμο λαϊκισμό του και το θράσος του την παράσταση. Σε μια σκηνή τον βλέπουμε να κρατάει μια σακούλα και να ζητεί τα χρήματα του αμερικανού πολίτη έξω από το χρηματιστήριο της Νέας Υόρκης. Με μια ντουντούκα στο χέρι επικαλείται το δικαίωμα της σύλληψης πολίτη από πολίτη (citizen΄s arrest, το δικαίωμα του πολίτη να κρατήσει έναν παραβάτη ώσπου να τον παραδώσει στις Αρχές). Η εικόνα του Μάικλ Μουρ δεν έχει αλλάξει στα 55 του. Παραμένει ένας υπέρβαρος και ατημέλητος τύπος, που κυκλοφορεί με καπελάκι του μπέιζμπολ και τα πουκάμισα έξω από τα παντελόνια, και με ωμές ερωτήσεις προσπαθεί να εισχωρήσει βαθιά μέσα στην καρδιά των ζητημάτων με τα οποία καταπιάνεται.

«Είμαι αποφασισμένος να μην επιτρέψω στους Δημοκρατικούς να ξανακάνουν τα λάθη του 2000, όταν έχασαν τις εκλογές επειδή δεν μπόρεσαν να πείσουν τον κόσμο ότι ο Τζορτζ Μπους Τζούνιορ είναι ηλίθιος και επικίνδυνος» έλεγε, ανάμεσα σε πολλά άλλα, την εποχή του «Fahrenheit 9/11» (2003). Ο άνθρωπος που φώναξε «ντροπή σας, κύριε Μπους!» ενώ παρελάμβανε το Οσκαρ ντοκιμαντέρ 2002 για τον «Ακήρυχτο πόλεμο», είχε υπογράψει την πιο προκλητική αμερικανική ταινία των τελευταίων χρόνων, μια γερή γροθιά στο στομάχι του Μπους, θυμίζοντας, εκτός των άλλων, την πιθανότητα νοθείας του εκλογικού αποτελέσματος των αμερικανικών προεδρικών εκλογών του 2000, το ότι προτού χρισθεί πρόεδρος ο Μπους διατηρούσε επαφές με πάμπλουτες οικογένειες Αράβων, αλλά και το ότι η αμερικανική κυβέρνηση φρόντισε να φυγαδεύσει μέλη της οικογένειας Μπιν Λάντεν από την Αμερική αμέσως μετά το τρομοκρατικό χτύπημα στους Δίδυμους Πύργους. Ηταν προφανές ότι ήθελε να βγάλει νοκ άουτ τον Μπους, αλλά τελικά δεν τα κατάφερε.

Εκτός από ντοκιμαντερίστας, ο Μουρ ασχολείται επίσης με τη συγγραφή βιβλίων. Το «Stupid White Μen» («Ηλίθιοι λευκοί») επρόκειτο να εκδοθεί στις 10 Σεπτεμβρίου του 2001, αλλά αποσύρθηκε για το «αντιαμερικανικό περιεχόμενό του» ύστερα από την τρομοκρατική επίθεση στη Νέα Υόρκη. Υστερα από προσωπικό αγώνα ο Μουρ κατόρθωσε να το εκδώσει και το αποτέλεσμα ήταν το βιβλίο να παραμείνει στη λίστα των μπεστ σέλερ της Νέας Υόρκης για έναν περίπου χρόνο. Αργότερα, το «Dude, Where΄s Μy Country?» έμεινε για έξι βδομάδες στην κορυφή των αμερικανικών πωλήσεων βιβλίων, ενώ κέρδισε το γερμανικό βραβείο για το καλύτερο βιβλίο της χρονιάς.

Ενίοτε το έργο του Μουρ έχει κοινωνικά αποτελέσματα. Η δημοσιότητα που απέκτησε το πρώτο ντοκυμαντέρ του «Ο Ρότζερ και εγώ» (1989), το οποίο αναφερόταν στη σειρά απολύσεων της αυτοκινητοβιομηχανίας General Μotors, είχε αποτέλεσμα να μην κλείσει άλλο εργοστάσιο της εταιρείας για τα επόμενα
τρία χρόνια. Ταυτοχρόνως, η ταινία σκιαγραφεί με πικρό αλλά αστείο ύφος το καπιταλιστικό σύστημα και τους δαιδάλους της γραφειοκρατίας. Στο «Τhe big one» (1997) θίγει τον παραλογισμό των επεκτατικών μηχανορραφιών με αφορμή το κλείσιμο ενός εργοστασίου ζαχαρωτών στο Ιλινόις ώστε να ανοίξει σε χώρα του Τρίτου Κόσμου όπου τα εργατικά χέρια είναι φθηνότερα. Παρόμοιες περιπτώσεις, αν και μικρότερης κλίμακας, έχουν συμβεί αφότου βγήκαν στον αέρα επεισόδια του «Τhe Αwful Τruth», μιας τηλεοπτικής σειράς παρόμοιου κοινωνικού περιεχομένου (χαρακτηρίστηκε το πιο έξυπνο και αστείο τηλεοπτικό σόου από τους «Τimes» του Λος Αντζελες).

Ωστόσο οι τεχνικές του Μoυρ είναι μισητές όχι μόνο στην αμερικανική Δεξιά αλλά και στην Αριστερά. Φιλόσοφοι όπως ο Νόαμ Τσόμσκι, ντοκιμαντερίστες όπως ο Ερολ Μόρις και ο Τζέιμς Μάσελμαν, ακτιβιστές όπως ο νομικός (και υποψήφιος για την προεδρία της Αμερικής με το Κόμμα των Οικολόγων) Ραλφ Νέιντερ και δημοσιογράφοι-συγγραφείς όπως ο Κρίστοφερ Χίτσενς έχουν εκφραστεί δημοσίως εναντίον του Μάικλ Μουρ, ενώ στο ντοκιμαντέρ τους «Μanufacturing dissent» οι Ρικ Κέιν και Ντέμπι Μέλνικ απέδειξαν ότι ενίοτε οι τακτικές του είναι αντιδεοντολογικές και ανήθικες. Ενα παράδειγμα αμφισβητήσιμου τρόπου χειρισμού της αλήθειας από τον Μουρ σχετίζεται με το «Ο Ρότζερ και εγώ». Οι Κέιν- Μέλνικ ανακάλυψαν ότι ο Μουρ είχε πάρει δύο συνεντεύξεις από τον Ρότζερ Σμιθ, πρόεδρο της General Μotors και υπεύθυνο για τις απολύσεις, αλλά προτίμησε να μη χρησιμοποιήσει το υλικό στο ντοκιμαντέρ του, ρίχνοντας πάνω του όλο το φταίξιμο.

ΧΡΥΣΟΣ ΛΕΩΝ
Οι Αμερικανοί και οι άλλοι

Ο Ματ Ντέιμον πρωταγωνιστεί στην ταινία «The informant» του Στίβεν Σόντερμπεργκ
Μπορεί η πρεμιέρα του 66ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ Βενετίας να έχει ιταλικό χρώμα, αφού η αυλαία ανοίγει με την «Βaaria» του Τζουζέπε Τορνατόρε όπου πρωταγωνιστεί η Μόνικα Μπελούτσι, όμως στην ουσία τόσο εντός όσο και εκτός διαγωνισμού η αμερικανική σφραγίδα (που θα μεταφραστεί σε «ζωντανή» παρουσία των σταρ) θα είναι για μία ακόμη φορά έντονη στη Βενετία.

Ανάμεσα στις αμερικανικές παραγωγές που θα πρέπει να τσεκάρει η κριτική επιτροπή (πρόεδρος εφέτος ο ταϊβανός σκηνοθέτης Ανγκ Λι, τιμημένος με τον Χρυσό Λέοντα για το «Μυστικό του Βrokeback Μountain») θα βρούμε τον φουτουριστικό «Δρόμο» του Τζον Χίλκοουτ με τον Βίγκο Μόρτενσεν και τη Σαρλίζ Θερόν, το αστυνομικό δράμα του Γερμανού (εν Χόλιγουντ) Βέρνερ Χέρτσογκ«Βad lieutenant: Ρorts of call Νew Οrleans» με τον Νίκολας Κέιτζ, το «Single man», πρώτη ταινία του σχεδιαστή μόδας Τομ Φορντμε την Τζουλιάν Μουρ και τον Κόλιν Φερθ, αλλά και την τελευταία δημιουργία του μετρ των ταινιών
Η Μόνικα Μπελούτσι θα δώσει ξεχωριστό χρώμα στο φεστιβάλ,αφού παίζει στην «Βaaria» του Τζουζέπε Τορνατόρε,που θα σηκώσει την αυλαία της 66ης κινηματογραφικής Μόστρα
zombie Τζορτζ Ρομέρο «Survival of the dead».

Εκτός διαγωνισμού ξεχωρίζουν αμερικανικές παραγωγές όπως το «Τhe informant» του Στίβεν Σόντερμπεργκ με τον Ματ Ντέιμον, το αστυνομικό δράμα του Αντουάν Φουκουά «Βrooklyn΄s finest» με τους Ρίτσαρντ Γκιρ, Ιθαν Χοκ και το παράξενο μόνο και μόνο από τον τίτλο του «Τhe men who stare at goats» (Οι άντρες που κοιτάζουν τις κατσίκες) του Γκραντ Χέσλοφ με τους Τζορτζ Κλούνεϊ, Γιούαν Μακ Γκρέγκορ, Κέβιν Σπέισι και Τζεφ Μπρίτζες. Ας σημειωθεί επίσης ότι θα παιχτεί και η τρίτη ταινία κινουμένων σχεδίων της σειράς «Τoy story» που σκηνοθέτησε ο «εγκέφαλος» της Ρixar Τζον Λάσετερ, ο οποίος εφέτος θα τιμηθεί με έναν ειδικό Χρυσό Λέοντα για την προσφορά του στην 7η Τέχνη. Οσον αφορά την Ευρώπη, μεγάλη δύναμη του εφετινού φεστιβάλ φαίνεται ότι είναι η Γαλλία, που «κατεβαίνει» με τέσσερις ταινίες: το «Μr Νobody» του Ζακό βαν Ντορμέλ, το «White material» της Κλερ Ντενίς, όπου πρωταγωνιστεί η Ιζαμπέλ Υπέρ, το «Ρersecution» του Πατρίς Σερό με τους Σαρλότ Γκενσμπούρ, Ζαν Υγκ Ανγκλάν και οι «36 όψεις από το Πικ Σαν Λουπ» του βετεράνου Ζακ Ριβέτ, όπου η Βρετανίδα Τζέιν Μπίρκιν«συναντά» τον Ιταλό Σέρτζιο Καστελίτο.

Οι Ιταλοί, εκτός από το «Βaaria», «κατεβαίνουν» με το «Ιl grande sogno» του Μικέλε Πλάθιντο, το «Lo Spazio bianco» της Φραντσέσκα Κομεντσίνι και το «La doppia ora» του Τζουζέπε Καποτόντι. Αν και ο ασιατικός κινηματογράφος θεωρείται αδυναμία του Μάρκο Μίλερ, καλλιτεχνικού διευθυντή του Φεστιβάλ Βενετίας, οι ασιατικές παραγωγές δεν ξεχωρίζουν στην επιλογή του εφετινού διαγωνιστικού τμήματος. Δύο μόλις ταινίες από το Χονγκ Κονγκ («Ο πρίγκιπας των δακρύων» του Γιοφάν και το «Ατύχημα» του Που-Σόι Τσανγκ) και μία από την Ιαπωνία («Τetsuo- Ο άνθρωπος-σφαίρα»). Στα παντελώς άγνωστα ονόματα ανήκουν ο Αχμέντ Μαχέρ από την Αίγυπτο με τον «Ταξιδιώτη», ο Σαμιουέλ Μαόζ από το Ισραήλ με τον «Λίβανο», ο Σιρίν Νεσάτ από τη Γερμανία με το «Γυναίκες χωρίς άντρες» και ένας σκηνοθέτης από τη Σρι Λάνκα ονόματι Βιμουκτί Γιαγιασουντάρα με την ταινία «Ανάμεσα σε δύο κόσμους». Ενδιαφέρον, τέλος, παρουσιάζει η τελευταία ταινία του Γερμανού τουρκικής καταγωγής Φατίχ Ακίν«Soul kitchen», όπου βρίσκουμε και δύο ελληνικά ονόματα στη διανομή, τον Ανταμ Μπουσντούκος και τη Μαρία Κετικίδου.

Tuesday, September 1, 2009

Είκοσι ταινίες στο Φεστιβάλ Ντοκιμαντέρ στο Λαύριο

Ανακοινώθηκε χθες το πλήρες πρόγραμμα του 12ου Φεστιβάλ Μεσογειακού Ντοκιμαντέρ που θα πραγματοποιηθεί από τις 12 ως τις 15 Σεπτεμβρίου για δωδέκατη συνεχή χρονιά στο Τεχνολογικό Πολιτιστικό Πάρκο Λαυρίου. Είκοσι ταινίες από όλον τον κόσμο απαρτίζουν το πρόγραμμα του φεστιβάλ, που εφέτος είναι αφιερωμένο σε δύο σκηνοθέτες οι οποίοι έφυγαν από τη ζωή μέσα στο 2009: Τον Κώστα Σφήκα, βαρόνο του πειραματικού κινηματογράφου, και τον Νίκο Αντωνάκο που τελευταία ασκούσε το επάγγελμα του κριτικού κινηματογράφου. Το Σάββατο 12 Σεπτεμβρίου το φεστιβάλ «ανοίγει» με τη μικρού μήκους «Αναμονή» (1964) του Σφήκα, ενώ τη Δευτέρα 14 Σεπτεμβρίου θα προβληθούν οι «Αδελφοί Μανάκια» (1988), το μεγάλου μήκους ντοκιμαντέρ που γύρισε για τους πρωτοπόρους κινηματογραφιστές ο Αντωνάκος. Η «Ρόδα» (1964) του Θόδωρου Αδαμόπουλου - μια ματιά στην καθημερινότητα της Αθήνας του 1964 μέσα από την κίνηση μιας ρόδας- και δύο ταινίες του Νίκου Καβουκίδη, οι «Μαρτυρίες» (1974)

και η άκρως επίκαιρη «Στάχτη που μένει», η οποία πραγματεύεται τις καλοκαιρινές πυρκαϊές που τα τελευταία χρόνια έχουν καταστρέψει τη χώρα, θα προβληθούν επίσης. Ταινίες όπως το διακεκριμένο «Οf time and city» (2008) του Τέρενς Ντέιβις, (κάτι σαν ιστορία του Λίβερπουλ), το κροατικό «Τhe forgotten» (2002) του Νταμίρ Κούτσι και το παλαιστινιακό «5 minutes from home» (2008) της Ναχέντ Αγουάντ που ασχολείται με την κατάργηση του αεροδρομίου της Παλαιστίνης από τους Εβραίους, μας δίνουν μια αίσθηση των ξένων ταινιών του φεστιβάλ. Στις παράλληλες εκδηλώσεις ξεχωρίζει η συναυλία με έργα του Σταύρου Ξαρχάκου και τίτλο «Η τέχνη της μουσικής επένδυσης στον κινηματογράφο» (θα διευθύνει ο ίδιος ο Ξαρχάκος), η έκθεση φωτογραφίας του Γιάννη Ιακωβίδη με τίτλο «Το χρώμα του χρόνου» και η συζήτηση με θέμα «Ντοκιμαντεριστές σε δράση» ύστερα από την προβολή ταινίας ομάδας φοιτητών του Παντείου Πανεπιστημίου. Τη συζήτηση θα συντονίσει η σκηνοθέτις και διδάσκουσα Ελενα Χόρτη. [Το Βήμα, Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009]

Ο Τορνατόρε σηκώνει την αυλαία της Βενετίας

  • Με την ιταλική παραγωγή «Βaaria- La Ροrta del Vento» αρχίζει απόψε το 66ο Κινηματογραφικό Φεστιβάλ



Στιγμιότυπο από την ταινία «Βaaria- La Ροrta del Vento» με τους πρωταγωνιστές Μάργκαρετ Μάντε (μέσον) και Φρανσέσκο Σιάνα (δεξιά)

Το εγχώριο χρώμα δίνει το στίγμα της αποψινής εναρκτήριας ημέρας του 66ου Κινηματογραφικού Φεστιβάλ της Βενετίας, καθώς την αυλαία θα σηκώσει η τελευταία ταινία του διακεκριμένου ιταλού σκηνοθέτη Τζιουζέπε Τορνατόρε «Βaaria- La Ροrta del Vento». Πρόκειται για ένα μεγαλεπήβολο έπος, το οποίο εκτυλίσσεται κατά τη διάρκεια τριών γενεών στη Σικελία, πατρίδα του σκηνοθέτη. Με προϋπολογισμό περί τα 30 εκατ. ευρώ, η ταινία του Τορνατόρε ανήκει στις πιο ακριβές παραγωγές που έχουν γυριστεί τα τελευταία χρόνια στην Ιταλία.

Στην «Βaaria», που προβάλλεται εντός συναγωνισμού, πρωταγωνιστούν ο Φρανσέσκο Σιάνα και η πρωτοεμφανιζόμενη Μάργκαρετ Μάντε. Οι δύο πρωταγωνιστές πλαισιώνονται από ένα επιτελείο 200 ιταλών ηθοποιών, ανάμεσα στους οποίους η Μόνικα Μπελούτσι, ο Ραούλ Μπόβα και ο Μικέλε Πλάσιντο, ο οποίος συμμετέχει και με δική του ταινία στο φεστιβάλ, το «Ιl grande sogno». Ο Τζιουζέπε Τορνατόρε, ο οποίος κέρδισε το Οσκαρ Καλύτερης Ξενόγλωσσης Ταινίας το 1990 με το «Σινεμά ο Παράδεισος», δήλωσε ότι η «Βaaria» δεν είναι μια αυτοβιογραφική ταινία, αλλά το πιο προσωπικό ως σήμερα έργο του. Ο σκηνοθέτης ετοιμάζει δύο εκδοχές της ταινίας- μία στην τοπική διάλεκτο της Σικελίας, με διεθνή διανομή, και μία ιταλική εκδοχή για την υπόλοιπη Ιταλία. Μέρος της ταινίας έχει γυριστεί στην Τυνησία. Στην Ελλάδα η «Βaaria» πρόκειται να διανεμηθεί στους κινηματογράφους τον χειμώνα από την Οdeon.

Παρέλαση αστέρων
Το Φεστιβάλ Βενετίας θα διαρκέσει ως την Κυριακή 13 Σεπτεμβρίου και κατά τη διάρκειά του προβλέπεται να δώσουν το «παρών» πολλοί γνωστοί αστέρες του κινηματογράφου, από τον Ματ Ντέιμον ως τη Σαρλίζ Θερόν και από τον Τζορτζ Κλούνεϊ ως τον Βίγκο Μόρτενσεν. Τον Χρυσό Λέοντα θα διεκδικήσουν 23 ταινίες από πολλές χώρες του κόσμου, ανάμεσα στις οποίες και οι τελευταίες δημιουργίες των Μάικλ Μουρ («Capitalism: a love story»), Φατίχ Ακίν («Soul kitchen») και Βέρνερ Χέρτσογκ («Βad lieutenant: Ρorts of call Νew Οrleans»). Πρόεδρος της εφετινής κριτικής επιτροπής είναι ο ταϊβανός σκηνοθέτης Ανγκ Λι, ο οποίος πριν από τρία χρόνια απέσπασε τον Χρυσό Λέοντα στη Βενετία για το «Μυστικό του Βrokeback Μountain».

ΒΕΝΕΤΙΑ, ΑΠΟΣΤΟΛΗ, Ι. ΖΟΥΜΠΟΥΛΑΚΗΣ | Το Βήμα, Τετάρτη 2 Σεπτεμβρίου 2009

Ταινίες της επαναστατικής Κούβας στο Σινέ Στέλλα του Δήμου Αθηναίων

  • «Μνήμες Επανάστασης»

Από την ταινία «Είμαι η Κούβα»

Τρεις κλασσικές και σπάνιες ταινίες, χαρακτηριστικά δείγματα του κινηματογράφου της επαναστατικής Κούβας, παρουσιάζει από την Πέμπτη 10 έως και την Τετάρτη 16 Σεπτεμβρίου ο θερινός κινηματογράφος του Δήμου Αθηναίων, Σινέ Στέλλα, στην Κυψέλη, στο κινηματογραφικό αφιέρωμα «Κούβα: Μνήμες Επανάστασης».

Η πρώτη ταινία, το Ένας Πετυχημένος Ανθρωπος του Ουμπέρτο Σόλας (1986) αφηγείται, με αφετηρία το 1932, τις διαφορετικές και πολλές φορές αντίθετες διαδρομές δύο αδελφών, γόνων της αστικής τάξης, μέσα στο χρόνο. Ο ένας, αριβίστας και καιροσκόπος, επιβιώνει των καταστάσεων ενώ ο άλλος που έχει κοινωνικές ευαισθησίες και πολεμάει γι’ αυτές έχει ένα ηρωικό μα και ταυτόχρονα τραγικό τέλος. Τριάντα χρόνια από την ταραχώδη ιστορία της Κούβας καταγράφονται μέσα από την προσωπική ανέλιξη αυτών των δυο χαρακτήρων.

Η δεύτερη ταινία είναι οι Μνήμες Υπανάπτυξης του Τόμας Γκουρτιέρεζ Αλέα (1968). Αφηγείται το οδοιπορικό ενός καλλιεργημένου αστού, που αρνείται να ακολουθήσει την οικογένεια και τους φίλους του στην Αμερική και μένει μόνος στην νέα Κούβα, παρατηρητής και σχολιαστής των μεταλλαγών που γίνονται στη χώρα του.

Η τρίτη ταινία είναι το Είμαι η Κούβα του Μιχαήλ Καλατόζοφ (1964). Η Κούβα μέσα από τα μάτια του ποιητή Γεβγένι Γεφτουσένκο, ενός από τους πιο σημαντικούς ποιητές της εποχής που έγραψε το σενάριο και του εξαιρετικού σκηνοθέτη Μιχαήλ Καλατόζοφ.

Μια ποιητική ταινία ύμνος για την κουβανέζικη επανάσταση γυρισμένη με ένα φρενήρη ρυθμό. Μια ταινία που εκφράζει απόλυτα το πνεύμα και την ουσία της Κούβας εκείνη την εποχή. Βραβευμένη στις Κάνες εντυπωσίασε όχι μόνο το κοινό της αλλά και σημαντικούς σκηνοθέτες όπως τον Κόπολα και τον Σκορτσέζε.

Την Παρασκευή 11 Σεπτεμβρίου (20.45), στο πλαίσιο του αφιερώματος, ο ειδικός στο κουβανέζικο σινεμά και προγραμματιστής του Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, Δημήτρης Κερκινός, παρουσιάζει τις ταινίες του αφιερώματος και συνομιλεί με το κοινό για το κουβανέζικο σινεμά.

Το Σινέ Στέλλα βρίσκεται στην οδό Τενέδου 34, στην Κυψέλη (210 8657200). Η γενική είσοδος στοιχίζει έξι ευρώ.

Αθήνα - Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009 [ 13:10 ]

Σαράγεβο α λα ελληνικά

  • Στην πόλη που υπήρξε σύμβολο της μισαλλοδοξίας συναντιούνται πλέον η δημιουργία και η αγάπη για το σινεμά, ο Μίκι Ρουρκ και έλληνες κινηματογραφιστές. Το 15ο Φεστιβάλ Κινηματογράφουτου Σαράγεβο, ένα πολιτικά φορτισμένο πολιτιστικό δρώμενο που μεγαλώνει διαρκώς, υποδέχτηκε εφέτος διασημότητες και βράβευσε Ελληνες.

Ο Μίκι Ρουρκ, επίτιμος καλεσμένος του φεστιβάλ, εντυπωσιάζει το κοινό του Σαράγεβο με τις προκλητικές δηλώσεις του στην ανοιχτή συζήτηση «Coffee with...»

Οταν το 1995, την εποχή που το Σαράγεβο ήταν ακόμη υπό πολιορκία, γεννήθηκε η ιδέα για ένα διεθνές κινηματογραφικό φεστιβάλ, κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί ότι 15 χρόνια μετά θα γινόταν το σημαντικότερο καλλιτεχνικό γεγονός της χώρας και ένα από τα σημαντικότερα των Βαλκανίων. Για εννέα ημέρες, από τις 12 ως τις 20 Αυγούστου, διάσημοι καλεσμένοι, δημοσιογράφοι και κάτοικοι της πόλης συναντήθηκαν σε μια μεγάλη γιορτή του σινεμά.

Ο διευθυντής του φεστιβάλ Μίρσαντ Πουριβάτρα θυμάται τις πρώτες δυσκολίες όταν σε καθεστώς τρόμου ακόμη γεννήθηκε η ιδέα για τη δημιουργία ενός κινηματογραφικού φεστιβάλ. «Θέλαμε να κάνουμε ένα φεστιβάλ που θα λειτουργούσε ως γιορτή για το σινεμά, για τη διαφορετικότητα των ιδεών αλλά και για το δικαίωμα κάθε ανθρώπου να βρίσκεται έξω, σε ανοιχτό χώρο, και να παρακολουθεί ταινίες σε έναν θερινό κινηματογράφο. Εχοντας περάσει τόσα χρόνια σε υπόγεια και καταφύγια, σκεφτήκαμε να φτιάξουμε ένα μεγάλο θερινό σινεμά, που ως και σήμερα αποτελεί βασική αίθουσα του φεστιβάλ με δυνατότητα να φιλοξενήσει 2.500 θεατές. Ηταν πολύ συγκινητικό το ότι βρήκαμε αμέσως υποστηρικτές, ενώ καταξιωμένοι σκηνοθέτες, όπως
ο Αλφόνσο Κουαρόν, ήρθαν στο Σαράγεβο από τα βουνά, κουβαλώντας κρυφά την κόπια της ταινίας τους. Πολλά έχουν αλλάξει από τότε, αλλά αυτό που παραμένει κοινό είναι το πάθος όλων μας για το σινεμά».

Στην ερώτηση αν φοβάται ότι όσο το φεστιβάλ μεγαλώνει υπάρχει κίνδυνος να χάσει την ατμόσφαιρα που το χαρακτηρίζει και να γίνει πιο απρόσωπο παραδέχεται ότι κάτι τέτοιο ισχύει: «Πριν από δέκα χρόνια ήξερα όλους τους καλεσμένους. Τώρα είναι αδύνατον φυσικά να έχω προσωπική επαφή με όλους. Προσπαθούμε να βρούμε ένα είδος ισορροπίας. Να έχουμε ένα μεγάλο φεστιβάλ αλλά να διατηρήσουμε έντονο το στοιχείο της οικειότητας». Κάθε χρόνο εκτιμάται ότι τις προβολές του φεστιβάλ παρακολουθούν περίπου 100.000 θεατές, ενώ εφέτος υπολογίστηκε ότι το επισκέφθηκαν πάνω από 1.000 καλεσμένοι, ανάμεσα στους οποίους οι ηθοποιοί Μίκι Ρουρκ και Τζίλιαν Αντερσον, οι σκηνοθέτες Ντάρεν Αρονόφσκι, Τζιμ Σέρινταν, Ζία Ζανγκ Τσε και Λούκας Μούντισον, καθώς και 700 δημοσιογράφοι από διάφορες χώρες. Η γνώμη του διευθυντή για τις ελληνικές ταινίες που συμμετείχαν εφέτος στο φεστιβάλ; «Είναι εμφανές ότι μια νέα εποχή ξεκινά για το ελληνικό σινεμά και είμαι πολύ χαρούμενος για αυτό. Εύχομαι ταινίες σαν τον “Κυνόδοντα” να ωθήσουν τους νέους δημιουργούς να αναζητήσουν πρωτότυπες ιδέες και μια καινούργια κινηματογραφική γλώσσα».

Κατά τη διάρκεια του φεστιβάλ προβλήθηκαν 232 ταινίες από 53 χώρες. Η έναρξη δόθηκε στο Εθνικό Θέατρο, ένα μεγαλοπρεπές κτίριο στο κέντρο της πόλης όπου προβάλλονται όλες οι ταινίες του διαγωνιστικού προγράμματος, με το καθιερωμένο πέρασμα των καλεσμένων από το κόκκινο χαλί. Πρώτη προβλήθηκε η ταινία «Talesfromthegoldenage», με ιστορίες που διαδραματίστηκαν κατά τη λεγόμενη «χρυσή εποχή» της δικτατορίας του Τσαουσέσκου. Η υπεύθυνη προγράμματος Ελμα Τατάρατζιτς θεωρεί ότι το διαγωνιστικό πρόγραμμα «είναι καλύτερο από κάθε άλλη χρονιά, παρουσιάζοντας στο κοινό ταινίες ταλαντούχων και ανερχόμενων δημιουργών, οι περισσότερες από τις οποίες πραγματοποιήθηκαν με χαμηλό προϋπολογισμό και κάτω από δύσκολες συνθήκες». Εκτός από το διαγωνιστικό πρόγραμμα, το φεστιβάλ περιλαμβάνει το Τμήμα «InFocus» με ταινίες που ξεχώρισαν σε μεγάλα φεστιβάλ – ανάμεσά τους και το «WhiteRibbon» του Μίκαελ Χάνεκε, που απέσπασε τον Χρυσό Φοίνικα στο εφετινό Φεστιβάλ των Καννών –, το Πρόγραμμα «NewCurrents», το «Panorama» – όπου προβλήθηκε το «Antichrist» του Λαρς φον Τρίερ –, ταινίες για παιδιά και εφήβους και ταινίες που προβάλλονται στον μεγάλο θερινό κινηματογράφο, όπως το «AbrazosRottos» του Πέδρο Αλμοδόβαρ, το βραβευμένο με Αργυρή Αρκτο στο Φεστιβάλ Βερολίνου «Gigante» του Αντριάν Μπινιέζ κ.ά. Οπως κάθε χρονιά, έτσι και εφέτος το φεστιβάλ πραγματοποίησε μεγάλο αφιέρωμα σε έναν καταξιωμένο δημιουργό: τιμώμενος ο κινέζος σκηνοθέτης Ζία Ζανγκ Τσε, ενώ σε παλαιότερες διοργανώσεις είχαν τιμηθεί, μεταξύ άλλων, οι Στηβ Μπουσέμι, Μάικ Λι, Στίβεν Φρίαρς, Αλεξάντερ Πέιν και Τοντ Χέινζ.

Εκτός από τις πολυάριθμες καθημερινά προβολές, το πρόγραμμα του φεστιβάλ συμπλήρωσαν παράλληλες δράσεις, ανοιχτές συζητήσεις, πάρτι και συναυλίες. Ευκαιρία για να γνωρίσουν από κοντά τους διάσημους προσκεκλημένους του φεστιβάλ είχαν οι επισκέπτες του στο «Coffeewith…», σε ανοιχτές δηλαδή για το κοινό συζητήσεις που συντονίζει κάποιος δημοσιογράφος, όπου εφέτος συμμετείχαν η Τζίλιαν Αντερσον, ο Μίκι Ρουρκ – που μαζί με τον σκηνοθέτη Ντάρεν Αρονόφσκι ήρθαν για να παρευρεθούν στην προβολή του «Παλαιστή», της ταινίας λήξης του φεστιβάλ – ο σουηδός σκηνοθέτης Λούκας Μούντισον κ.ά. Τη μεγαλύτερη προσέλευση σημείωσε η συζήτηση με τον Μίκι Ρουρκ, ο οποίος, αν και έφτασε με περίπου 40 λεπτά καθυστέρηση, κέρδισε τις εντυπώσεις με το εκκεντρικό του ντύσιμο και τις προκλητικές δηλώσεις του. Οταν ρωτήθηκε ποια είναι η άποψή του για το φεστιβάλ, απάντησε αστειευόμενος ότι το σιχαίνεται και ότι δεν του αρέσουν ούτε η πόλη ούτε οι άνθρωποι, συμπληρώνοντας αμέσως μετά: «Σε όσες χώρες και αν έχω πάει δεν γνώρισα ποτέ πιο ευγενικούς ανθρώπους. Σας ευχαριστώ όλους για την πραγματικά υπέροχη φιλοξενία».

Αναπόσπαστο πλέον κομμάτι του φεστιβάλ αποτελεί και το «TalentCampus» που διοργανώθηκε για τρίτη συνεχή χρονιά σε συνεργασία με το Φεστιβάλ Βερολίνου και το οποίο έδωσε την ευκαιρία σε 80 νέους σκηνοθέτες, σεναριογράφους, ηθοποιούς και παραγωγούς από χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης να παρακολουθήσουν, εκτός από τις προβολές ταινιών, έναν εντατικό κύκλο σεμιναρίων. Παράλληλα μπορούν να σχηματίσουν ομάδες και να καταθέσουν σενάρια μικρού μήκους, από τα οποία επιλέγονται πέντε, χρηματοδοτούνται και παρουσιάζονται την επόμενη χρονιά στο φεστιβάλ στο Πρόγραμμα «CityofFilm».

Εκτός από τον «Κυνόδοντα» του Γιώργου Λάνθιμου, στο διαγωνιστικό τμήμα συμμετείχε το ντοκυμαντέρ «Λουόμενοι» της Εύας Στεφανή, αλλά και η ταινία μικρού μήκους «Αριστερά Δεξιά» των Σταύρου Ράπτη και Αργύρη Γερμανίδη. Στο «TalentCampus» συμμετείχαν τρεις Ελληνες, ενώ ο Ζαχαρίας Μαυροειδής, σκηνοθέτης και σεναριογράφος που παρακολούθησε το περυσινό «TalentCampus», συμμετείχε εφέτος στο «CityofFilm» με δύο ταινίες μικρού μήκους.

«Ενας από τους λόγους που το φεστιβάλ γίνεται εύκολα αγαπητό είναι λόγω της συγκινησιακής φόρτισης που προκύπτει από την πόλη και την ιστορία της» πιστεύει ο Γιώργος Τσούργιαννης, παραγωγός του «Κυνόδοντα». «Το φεστιβάλ δείχνει να παίζει σημαντικό ρόλο κυρίως όσον αφορά το σινεμά της Ανατολικής Ευρώπης. Το “Cinelink”, η αγορά δηλαδή όπου αναπτύσσονται τα επιλεγμένα πρότζεκτ και προωθούνται οι συμπαραγωγές, πιστεύω ότι φιλοδοξεί να γίνει κομβικό σημείο συνάντησης και πραγματοποίησης συμφωνιών. Γενικά η ατμόσφαιρα του φεστιβάλ ήταν ιδιαίτερα ζεστή και φιλόξενη, αλλά όσον αφορά τη διοργάνωση υπήρξαν κάποια προβλήματα σχεδιασμού και συντονισμού, που πιστεύω ότι στο μέλλον θα διορθωθούν».

Η τελετή λήξης πραγματοποιήθηκε στο Εθνικό Θέατρο. Η «Καρδιά του Σαράγεβο» για την καλύτερη ταινία απονεμήθηκε στο «Κοινοί άνθρωποι» του σέρβου σκηνοθέτη Βλαντίμιρ Πέρισιτς. Ο «Κυνόδοντας» απέσπασε το Ειδικό Βραβείο της Κριτικής Επιτροπής, ενώ οι πρωταγωνίστριές του Αγγελική Παπούλια και Μαίρη Τσώνη μοιράστηκαν το Βραβείο Α΄ Γυναικείου Ρόλου. Ο σκηνοθέτης Γιώργος Λάνθιμος ευχαρίστησε τα μέλη της κριτικής επιτροπής λέγοντας ότι «η βράβευση αυτή είναι μια πολύ σημαντική αναγνώριση για όλους μας, ακόμη περισσότερο επειδή σε μια χώρα σαν την Ελλάδα είναι ιδιαίτερα δύσκολο να κάνεις ταινίες».

Είναι εντυπωσιακό ότι μέσα σε 15 χρόνια το φεστιβάλ κατάφερε να εξελιχθεί τόσο ώστε να διεκδικεί να γίνει το βασικό σημείο συνάντησης και προώθησης του σινεμά για τις χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης. Η Ιβάνα Πέκουσιτς, συντονίστρια του προγράμματος, θεωρεί ότι η επιτυχία και η φήμη του φεστιβάλ όλο και θα μεγαλώνουν. «Αν μέχρι πριν από μερικά χρόνια ρωτούσες κάποιον να σου πει τι ξέρει για το Σαράγεβο, θα απαντούσε ότι είναι η πόλη όπου κάποτε γινόταν πόλεμος και η οποία φιλοξένησε τους Χειμερινούς Ολυμπιακούς Αγώνες. Τα τελευταία χρόνια όμως θα σου πει ότι είναι η πόλη όπου γίνεται το Διεθνές Κινηματογραφικό Φεστιβάλ».

Δημοσιεύθηκε στο BHMagazino, τεύχος 463, σελ. 32-36, 30/08/2009.

Από τη ΔΕΣΠΟΙΝΑ ΛΑΔΗ, φωτογραφίες: MITJA LICEN | Τρίτη 1 Σεπτεμβρίου 2009 [ 21:21 ]

Πέθανε στα 95 του ο σεναριογράφος του «Λιμανιού της αγωνίας»

  • Ο τιμημένος με Οσκαρ Μπαντ Σούλμπεργκ ήταν γνωστός κυρίως από την κινηματογραφική συνεργασία του με τον Ελία Καζάν


Ο Μπαντ Σούλμπεργκ καταθέτει τον Μάιο του 1951 ενώπιον της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών. Οπως ο συνεργάτης του, Ελία Καζάν, έτσι και ο σεναριογράφος συμβιβάστηκε με την επιτροπή και αποκάλυψε ονόματα, με την αιτιολογία ότι ένιωθε απογοητευμένος από το κομμουνιστικό σύστημα (ΑΡ)

Το Βήμα, Παρασκευή 7 Αυγούστου 2009

Σε ηλικία 95 ετών πέθανε την περασμένη Τετάρτη στο σπίτι του ο αμερικανός συγγραφέας Μπαντ Σούλμπεργκ , γνωστός κυρίως από την κινηματογραφική συνεργασία του με τον Ελία Καζάν. Το 1953 ο Σούλμπεργκ έγραψε το σενάριο της ταινίας «Το λιμάνι της αγωνίας» του Καζάν, για το οποίο απέσπασε το Οσκαρ καλύτερου σεναρίου, γραμμένου κατευθείαν για την οθόνη. Η ίδια ταινία χάρισε στον πρωταγωνιστή της Μάρλον Μπράντο το πρώτο του Οσκαρ και περιέχει διαλόγους που έχουν μείνει στην ιστορία του αμερικανικού κινηματογράφου, όπως για παράδειγμα η σκηνή μέσα στο αυτοκίνητο, όπου ο ήρωας του Μπράντο συνομιλεί με τον αδελφό του ( Ροντ Στάιγκερ ).

Κάτι παραπάνω από μία δεκαετία πριν από το «Λιμάνι της αγωνίας», ο Σούλμπεργκ θεωρούνταν persona non grata στο Χόλιγουντ εξαιτίας του μυθιστορήματος «What makes Sammy run?» (εκδόθηκε στην Ελλάδα ως «Τι κυνηγάει τον Σάμι;- Ή τι κάνει τον Σάμι να τρέχει;»). Το εν λόγω μυθιστόρημα ανήκει στα πιο απομυθοποιητικά βιβλία που έχουν γραφεί ποτέ για το Χόλιγουντ. Σημαντικό ρόλο για τη συγγραφή του είχε παίξει η άμεση επαφή του Σούλμπεργκ με τον κινηματογραφικό χώρο καθώς ο πατέρας του, Μπ. Π. Σούλμπεργκ , είχε υπάρξει επικεφαλής του στούντιο της Ρaramount. Το «What makes Sammy run?» θεωρήθηκε κομμουνιστική προπαγάνδα αλλά αντιμετωπίστηκε εχθρικά και από το Κομμουνιστικό Κόμμα Αμερικής, του οποίου ο Σούλμπεργκ υπήρξε μέ λος τη δεκαετία του 1930. Την περίοδο του μακαρθισμού το όνομα του Μπαντ Σούλμπεργκ συμπεριελήφθη σε εκείνα των υπόπτων της περίφημης «μαύρης λίστας» της Επιτροπής Αντιαμερικανικών Ενεργειών, αλλά όπως ο Καζάν έτσι και ο σεναριογράφος εν τέλει συμβιβάστηκε με την επιτροπή και αποκάλυψε ονόματα, με την αιτιολογία ότι είχε απογοητευθεί από το κομμουνιστικό σύστημα.

Μ ε τον Καζάν συνεργάστηκε στην εξίσου σπουδαία ταινία «Μια μορφή μέσα στο πλήθος» («Α face in the crowd») που γυρίστηκε το 1956, ενώ είχε επίσης υπογράψει την τελευταία ταινία στην οποία εμφανίστηκε ο Χάμφρεϊ Μπόγκαρτ, το «Επεσαν σκληρά» («Τhe harder they fall»).

Μάντι Ραλ, ένας γερμανικός «θρύλος»

Σε σχεδόν 90 ταινίες, οι περισσότερες παραγωγές του ιστορικού γερμανικού στούντιο της UFA, είχε πρωταγωνιστήσει η Γερμανίδα ηθοποιός Μάντι Ραλ, που πέθανε σε ηλικία 94 ετών. Η Ραλ, που άφησε την τελευταία της πνοή σε κλινική του Μονάχου, όπου νοσηλευόταν τυφλή και με άνοια, είχε παίξει εκτός από τον κινηματογράφο, στο θέατρο και σε πολλές τηλεοπτικές σειρές, ενώ απείχε από την υποκριτική τα τελευταία είκοσι χρόνια.

Αστέρι του μουσικού θεάματος, η Ραλ είχε συμπρωταγωνιστήσει με τα μεγαλύτερα ονόματα Γερμανών ηθοποιών - τραγουδιστών, όπως η Μαρίκα Ρεκ, η Ζάρα Λεάντερ και ο Βίλι Φριτς. Γεννημένη στις 3 Ιανουαρίου του 1915 στο Βερολίνο, η Ραλ σπούδασε υποκριτική και χορό και έκανε το ντεμπούτο της σε θεατρική σκηνή της Λειψίας υπό την καθοδήγηση του κατοπινού δασκάλου του μελό Ντάγκλας Σερκ. [Παναγιωτης Παναγοπουλος, Η Καθημερινή, 01/09/2009]